Η θάλασσα

Η θάλασσα

Με λένε Λόττε, είμαι 11 χρόνων και ζω σε μια μικρή πόλη της Ελβετίας. Έχω δυο αδελφές, μεγαλύτερες από μένα, μια μαμά και έναν σκύλο τον Γαβ. Ο μπαμπάς έφυγε λίγο μετά τα γενέθλια μου πέρσι. Όχι, δεν ακολούθησε έναν Πέρση, αλλά μια Γαλλίδα κυρία, την γκουβερνάντα μας. Αυτό δεν μας το είπε η μαμά, αλλά δεν χρειάζεται πολλή σκέψη για να το καταλάβει κανείς. Μια Πέμπτη γυρίζοντας από το σχολείο βρήκαμε την μαμά ανάστατη, τα συρτάρια άνω κάτω και ούτε η Ζερμαίν, ούτε ο μπαμπάς ήταν στο σπίτι. Πέρασε ήδη ένας χρόνος από τότε, χρόνος που έφερε μαζί με τη σκόνη του, αλλαγές στο τρόπο που ζούσαμε μέχρι τότε.
Η μαμά φόρεσε μαύρα και διέδωσε τη φήμη πως ο πατέρας μας χάθηκε κάπου στο Μον Μπλαν, σε μια χιονοστιβάδα. Και όντως, τον πρώτο καιρό ήταν σα να είχε πέσει χιονοστιβάδα πάνω στην μαμά, που βρέθηκε να έχει πια ολομόναχη την ευθύνη τού σπιτιού, της ανατροφής μας και την φροντίδα του Γαβ. Έκανε τα καθήκοντα της ανέκφραστη, φρόντιζε να είναι συνεχώς απασχολημένη και τον ελάχιστο χρόνο που έμενε μόνη κλεισμένη στην κάμαρά της είμαι σίγουρη πως έκλαιγε σιωπηλά, γιατί όταν έβγαινε, τα μάτια της ήταν πρησμένα και κατακόκκινα. Η ίδια μας έλεγε πως ήταν αλλεργική στη σκόνη κι εμείς κάναμε πως την πιστεύαμε. Για την Ζερμαίν δεν έκανε ποτέ κουβέντα. Από την αρχή δεν την είχε συμπαθήσει, κυρίως γιατί έβλεπε την αδυναμία που της είχε η Ντομί, η μεγάλη μου αδελφή, κι αυτό δεν της άρεσε. Η Ντομί είναι η αγαπημένη πρωτότοκη τού μπαμπά. Κάποια στιγμή η αδελφή μου τόλμησε να μας πει, κρυφά από την μαμά, πως χαίρεται που ο μπαμπάς ακολούθησε τη Ζερμαίν γιατί αν παντρευτούν και κάνουν παιδιά, θα είναι κι αυτά αδέλφια μας και η Ζερμαίν κι αυτή μαμά μας. Εγώ θύμωσα τόσο που της πέταξα με δύναμη το τόπι μου και την χτύπησα στην κοιλιά, να μάθει να λέει τέτοιες βλακείες!
Με την μεσαία μας αδελφή την Φαμπιέν, παίζαμε συχνά ένα παιχνίδι. Λέγαμε πως είμαστε πειρατές, κορίτσια πειρατές, που τριγυρνούσαμε στα χωριά της Ελβετίας και κλέβαμε τα κοριτσάκια που έπαιζαν ανέμελα κοντά στις γέφυρες, δίπλα στα ποτάμια. Το καράβι μας ήταν μαγικό και το πλήρωμα μας γάτες. Αυτό το καράβι είχε την ιδιότητα ν‘ αρμενίζει σε ποτάμια, λίμνες και θάλασσα. Όταν το ποτάμι δεν ήταν βαθύ, η γάτα λοστρόμος διέταζε ν’ ανοίξουν τους μεγάλους ανεμιστήρες, τα πανιά του πλοίου γίνονταν φτερά κι έτσι πλέαμε στον αέρα. Δεν μπορούσε να μας σταματήσει τίποτα. Τα κοριτσάκια που κλέβαμε, όσα ήταν καλόγνωμα, τα κάναμε συνενόχους και φίλες, τα άλλα τα μεταμορφώναμε σε ποντίκια, να έχουν να τρώνε οι γατοναύτες μας. Και ονειρευόμασταν πάντα να αντικρίσουμε αυτό το ατελείωτο σώμα του νερού που περιτριγυρίζει τις ηπείρους, την θάλασσα. Μόνο 39 χώρες σε όλη τη γη δεν έχουν πρόσβαση στη θάλασσα. Μια από αυτές και η χώρα μας, η Ελβετία. Μπορεί να έχουμε πανύψηλα βουνά, μεγάλες λίμνες όπως την Λεμάν και τη λίμνη της Ζυρίχης, ποτάμια και καταρράκτες όπως το Σάφχαους που έχουν εμπνεύσει τον Βάγκνερ, αλλά δεν έχουμε θάλασσα. Κι εμείς επιθυμούσαμε ολόψυχα να βουτήξουμε στο αλμυρό νερό, να κολυμπήσουμε στο απέραντο μπλε που απ´ όσο είχαμε μάθει στο σχολείο, εξ αιτίας του αλατιού, το θαλασσινό νερό είχε διαφορετική άνωση από αυτή του νερού των λιμνών.

Στο σχολείο αγαπούσα πολύ τη γεωγραφία και όταν μάθαμε στην Ιστορία για τους εξερευνητές, ταυτίστηκα με όλους. Πότε ήμουν ο Κολόμβος που παρέα με τον φίλο του τον Αμέριγκο Βεσπούτσι ψάχνοντας τον δρόμο για τις Ινδίες βρέθηκαν να διασχίζουν τον Ατλαντικό και να ανακαλύπτουν τις Νέες Ινδίες. Οι δικοί μου γατοπειρατές, στην «Πίντα», αψηφούσαν το γεγονός πως πλέαμε πάντα προς τη Δύση του ηλίου γιατί χαιρόταν τα τόσα νόστιμα ψάρια που έτρωγαν απο τον ωκεανό, μια που είχαν βαρεθεί να τρώνε μόνο ποντίκια. Κυβερνούσαν με την κοιλιά τους. Βέβαια και το μυαλό του Κολόμβου και πάλι η κοιλιά το κυβερνούσε μια που έψαχνε νέο δρόμο να φέρει στην Ευρώπη τα μπαχαρικά που νοστιμεύουν τα φαγητά μας.
Άλλοτε γινόμουν ο Μαγγελάνος, ο Βάσκο ντα Γάμα, ο Άμουδσεν.
Σημασία έχει πως ο διακαής πόθος μου ήταν να βάλω τα πόδια μου στη θάλασσα.
Συχνά έβλεπα το ίδιο όνειρο. Καθόμουν στην ακροθαλασσιά, με το άσπρο φόρεμα με τον ναυτικό γιακά, την ψάθα με τη μεγάλη μπλε κορδέλα να με προστατεύει από τον ήλιο, δίπλα στη βάρκα μου. Άλλες φορές είχα μόλις γυρίσει από εξερεύνηση σε μακρινούς κόλπους, άλλες φορές έκανα σχέδια για τα επόμενα ταξίδια. Όμως πάντα το ίδιο όνειρο: εγώ εκεί, στην ακροθαλασσιά να αγναντεύω το πέλαγος και τους μελλοντικούς προορισμούς.

Μέχρι που μια μέρα στα μέσα του Ιούνη, χτύπησε το κουδούνι της πόρτας μας ο ταχυδρόμος. Σαν πιο μικρή που είμαι, με έστειλαν να κατέβω και να του ανοίξω. Ο ταχυδρόμος μας, ο Ζαν Πιέρ δεν κατέβηκε καν από το ποδήλατο του. Πάντα βιαστικός, να προλάβει τη διανομή πριν τελειώσει η βάρδια του. Έτσι είμαστε εμείς οι Ελβετοί. Έχουμε μια ιδιαίτερη σχέση με τον χρόνο και τη συνέπεια.
Μου έδωσε τον άσπρο φάκελο που έγραφε με όμορφα καλλιγραφικά γράμματα το όνομα τής μαμάς: Μαντάμ Κλεό Φωσέρ.
Το πήρα στα χέρια μου γεμάτη περιέργεια. Το γράμμα το είχαν στείλει από την Γένοβα. Μήπως ήταν απ ᾽τον Κολόμβο; Ανέβηκα τις σκάλες τρέχοντας και φωνάζοντας: «Μαμά, μαμά, γράμμα από την Ιταλία! Μπορεί να σου το στέλνει ο Κολόμβος!»
Μαζευτήκαμε και οι τρεις οι αδελφές γύρω από την μαμά που κάθησε δίπλα στο παράθυρο της τραπεζαρίας και με αργές κινήσεις, που μας φαινόταν πως τις έκανε επίτηδες γιατί την διασκέδαζε η ανυπομονησία μας, με αργές, βασανιστικές για μας κινήσεις, άνοιξε τον φάκελο και άρχισε να διαβάζει από μέσα της τις λέξεις που ήταν γραμμένες με γαλάζια μελάνη.
Την κοιτάζαμε με κομμένη την ανάσα. Άραγε να έγραφε νέα από τον μπαμπά; Μάλλον όχι, γιατί, σιγά σιγά, το πρόσωπο της φωτίστηκε και χαμογελώντας μας ανακοίνωσε:

– Η ξαδέλφη Κριστίν, μας καλεί να παραθερίσουμε στο σπίτι που νοίκιασε στην Ιμπέρια της Λιγουρίας. Ετοιμαστείτε! Θα πάμε στη θάλασσα!

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: