Ο Γ.Θ. Βαφόπουλος απροσδόκητα ριζοσπάστης

Θεσσαλονίκη 1938. H συντροφιά του περ. «Μακεδονικές Ημέρες». Από αριστερά (καθισμένοι): Γ.Θ. Βαφόπουλος, Βασίλειος Τατάκης, Πέτρος Σπανδωνίδης, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος. (Όρθιοι:) Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γ. Θέμελης, Στρατής Δούκας, Ν.Γ. Πεντζίκης, Στέλιος Ξεφλούδας, Αντώνης Λεβής
Θεσσαλονίκη 1938. H συντροφιά του περ. «Μακεδονικές Ημέρες». Από αριστερά (καθισμένοι): Γ.Θ. Βαφόπουλος, Βασίλειος Τατάκης, Πέτρος Σπανδωνίδης, Αλκιβιάδης Γιαννόπουλος, Γιώργος Δέλιος. (Όρθιοι:) Τάκης Βαρβιτσιώτης, Γ. Θέμελης, Στρατής Δούκας, Ν.Γ. Πεντζίκης, Στέλιος Ξεφλούδας, Αντώνης Λεβής

Η «Ιστορία ενός Αιχμαλώτου» και η θαυμαστή απλότητα του λαϊκού λόγου

Η ακόλουθη βιβλιοκριτική για το μυθιστορηματικό χρονικό Ιστορία ενός αιχμαλώτου (1929) του Στρατή Δούκα, γραμμένη από τον ποιητή Γ. Θ. Βαφόπουλο, αλλά με άγνωστο τόσο το έντυπο όπου δημοσιεύτηκε όσο και τον χρόνο δημοσίευσής της, μου παραχωρήθηκε από τον ίδιο τον Δούκα το καλοκαίρι του 1976. Μεσημέρι, Ιούνιος ή Ιούλιος. Σόλωνος και Ομήρου.
Ο Ηνίοχος, το βιβλιοπωλείο του Γιάννη Κοντού και του Θανάση Νιάρχου, ήταν στην αποδρομή του. Ο Γιάννης είχε αποφασίσει να το κλείσει ή να το «δώσει», μετακομίζοντας στον Κέδρο αφού είχε προηγηθεί η παρέμβαση του Τάκη Σινόπουλου στην Νανά Καλλιανέση και η τελική συμφωνία να στεγάσει ο χώρος τις εκδόσεις για παιδιά. Αλλά πάντως εκείνο το μεσημέρι, περνώντας από εκεί είδα τον ποιητή, εκδότη και αρχαίο ναύαρχο, Τάσο Κόρφη, να ξεπροβάλλει από την πόρτα, και πίσω του, στο ημίφως του καταστήματος, η επιβλητική σιλουέτα του Κοντού να τον ξεπροβοδίζει. Βραχύσωμος, αεικίνητος, με απότομες αλλαγές στη συμπεριφορά του, που έδειχναν άνθρωπο ευέξαπτο και με κυμαινόμενη διάθεση, ο Κόρφης φορούσε εκείνο το μεσημέρι το λευκό κοντομάνικο και τα μεγάλα, σκούρα γυαλιά ηλίου που θα μπορούσαν να είναι κατάλοιπα της ναυτικής του σταδιοδρομίας. Είχε σταματήσει εκεί για λίγο, όπως μου είπε, στο δρόμο του για το σπίτι του Στρατή Δούκα: «Είπα στον Γιάννη να πάμε μαζί, μα εκείνος για να πάρει την απόφαση να πάει κάπου πρέπει να προετοιμαστεί μέρες. Δεν έρχεσαι εσύ;». Λέγοντας ο Κόρφης ότι το σπίτι του Δούκα ήταν «στο δρόμο του», ασφαλώς και δεν κυριολεκτούσε, καθώς έτσι όπως τον ακολουθούσα, είδα ότι χρειαστήκαμε μέσα στο λιοπύρι του αθηναϊκού καλοκαιριού να διασχίσουμε με το γρήγορο στρατιωτικό βάδισμά του μια αρκετή απόσταση: να περάσουμε την πλατεία Ρηγίλλης και να πέσουμε έπειτα δεξιά από το Μουσείο Στρατού προς τα κάτω, προς τη συμβολή της Μιχαλακοπούλου. Όσο προχωρούσαμε, ο Κόρφης μιλούσε ασταμάτητα χειρονομώντας έντονα, κάπου-κάπου ρωτούσε αλλά προτού καν σχηματιστεί η απάντηση εκείνος συνέχιζε, με αποτέλεσμα να μην έχω συγκρατήσει και πολλά ενόσω βαδίζαμε.
Λίγο προτού χτυπήσουμε την πόρτα, κατάλαβα ότι ο Κόρφης συγκέντρωνε ήδη από καιρό βιογραφικά και άλλα πραγματολογικά, για να ετοιμάσει μια μονογραφία για τον Δούκα, αλλά βρισκόμασταν ακόμα τότε στην εποχή της χειροποίητης και χειρωνακτικής έρευνας, οπότε η όποια διασταύρωση ήταν βέβαιο πως απαιτούσε πολύωρες παραμονές σε αρχεία εφημερίδων και περιοδικών. Κάτι που δεν του πολυάρεσε. Μας άνοιξε η γυναίκα του Δούκα. Βρισκόμασταν τώρα σ΄ ένα ημιυπόγειο αλλά έντονα φωτεινό μικρό διαμέρισμα της οδού Ορμηνίου 3, μια αστική διώροφη κατοικία του μεσοπολέμου, πετρόχτιστη με ογκώδεις τοίχους, πολύ κοντά στη Μιχαλακοπούλου. Όχι πολλά βιβλία, μερικά έπιπλα εποχής και αρκετά σκόρπια χαρτιά και αυτοσχέδιες ζωγραφιές, σκίτσα και εφημερίδες παντού. Η γυναίκα του γύρισε στο κρεβάτι της, ενώ ο Δούκας,[1] μακρύς και κάτισχνος, με λευκή γενειάδα που κατέβαινε σχεδόν ως το στήθος του, αλλά με βλέμμα που διατηρούσε αρκετή από την παλιά ζωντάνια του, ήταν ξαπλωμένος και μισοσκεπασμένος μ΄ ένα σεντόνι. Ασκητικός στο παρουσιαστικό, όπως είχα ακούσει να λένε και άλλοι που τον είχαν συναντήσει, «ο άγιος Στρατής» είπε σε μια στιγμή, γελώντας η κυρία Δήμητρα,[2] διορθώνοντας τον Δούκα σε μια απάντηση που έδειχνε πως δεν θυμόταν. Βρήκα ευκαιρία στο σημείο εκείνο και ρώτησα (έτσι, περισσότερο για να πω κάτι) τι σήμαινε για εκείνον η Θεσσαλονίκη στη ζωή, τι σήμαινε η Θεσσαλονίκη στη ζωή του. Αν και πώς τον έθρεψε η πόλη, όπως άλλους γηγενείς και μέτοικους της λογοτεχνίας.[3] Μπορεί και να μην κατάλαβε τι ακριβώς ήθελα να του πω. Χωρίς ωστόσο να μου απαντήσει, έπιασε μια δεσμίδα από χαρτιά που είχε σ΄ ένα φάκελο, κοντά στο κρεβάτι του, την ξεφύλλισε και διάλεξε από εκεί μέσα και μου έδωσε ένα απόκομμα εφημερίδας ή περιοδικού, το εν λόγω κείμενο του Βαφόπουλου: «Αυτό το ξέρεις;»
Το απόκομμα, ψαλιδισμένο ποιος ξέρει από ποιον, και πότε, δεν αναγράφει μεν άλλα στοιχεία εκτός από το όνομα του συγγραφέα του κειμένου, αλλά αν λογαριάσουμε σωστά τα ιστορικά της εποχής, το ότι η Ιστορία ήταν ένα βιβλίο που είχε κάνει αμέσως αίσθηση στην Αθήνα, τα συνεχή πήγαιν΄ έλα του Στρατή Δούκα στη Θεσσαλονίκη, όπου ζούσαν συγγενείς του, εγκατεστημένοι εκεί μετά το 1922, την επαγγελματική διοργάνωση από αυτόν εκθέσεων ζωγραφικής και άλλων καλλιτεχνημάτων που τις πήγαινε από πόλη σε πόλη, σε όλη τη Μακεδονία, αλλά και μόνα τους τα βιογραφικά των δυο τότε φίλων που είχαν εκτός των άλλων συνυπάρξει στις Μακεδονικές Ημέρες και στις πολύωρες συζητήσεις στο φαρμακείο του Πεντζίκη, δικαιολογούμαστε να υποθέσουμε βάσιμα πως είναι γραμμένη και δημοσιευμένη τον ίδιο εκείνο χρόνο της έκδοσης της Ιστορίας ενός Αιχμαλώτου, το 1929. Ούτε νομίζω ότι πρέπει να μας παραξενέψει ιδιαίτερα το ότι δεν εμφανίζεται αναφορά του κειμένου στην Εργογραφία-Βιβλιογραφία Γ. Θ. Βαφόπουλου 1918-1988, της Κατερίνας Κωστίου,[4] και τούτο, όπως υποθέτω, όχι διότι ήταν άγνωστη στον ίδιο τον Βαφόπουλο, αλλά μάλλον διότι δεν θέλησε εκείνος να την εμφανίσει, όπως δεν θέλησε να εμφανίσει γενικότερα και άλλα νεανικά δημοσιεύματά του (ιδίως κριτικά ή γραμματολογικά) της περιόδου 1925-1935, που τα αποκήρυξε σιωπηρά. Πιθανότατα διότι έβρισκε ότι απείχαν πολύ ως κριτικές προσεγγίσεις του από εκείνες που θεωρούσε ως ωριμότερες, ή, απλούστερα, διότι εξέφραζαν πολιτικές και βιοθεωρητικές αντιλήψεις με τις οποίες αργότερα ήταν κάθετα αντίθετος. Πάντως, σε συζήτησή μας τον Φεβρουάριο του 1984, όταν βρέθηκα στο Βαφοπούλειο λόγω μιας δημόσιας ανάγνωσης ποιημάτων του που αναμεταδιδόταν ραδιοφωνικά,[5] ο ίδιος ο Βαφόπουλος μού είχε πει, όταν αναφέρθηκα στο απόκομμα του 1976 που διατηρούσε ο Στρατής Δούκας στα χαρτιά του, ότι υπήρχαν αρκετά τέτοια τεκμήρια, τα οποία μαρτυρούσαν την νεανική παρουσία του στη λογοτεχνική ζωή της Θεσσαλονίκης πριν από το 1935, που δεν τα θεωρούσε πλέον σημαντικά.[6] Τα είχε εμπιστευθεί μετά το πέρας της γραφής των τεσσάρων τόμων των Σελίδων Αυτοβιογραφίας (1970-1975) στον συγγραφέα και νομικό Θανάση Παπαθανασόπουλο, κι αυτό γιατί σεβόταν την επιθυμία που είχε εκφράσει πολλές φορές ο τελευταίος να προχωρήσει σε μια βελτιωμένη, ενημερωμένη και επαυξημένη έκδοση της κριτικής βιογραφίας του για τον Βαφόπουλο.[7]

————  ≈ ————

Η αναγνώστρια ή ο αναγνώστης που θα έχουν την απαραίτητη υπομονή να διατρέξουν το βιβλιοκριτικό κείμενο που ακολουθεί, και που δεν τους είναι άγνωστες οι έννοιες περί «υψηλού» και «χαμηλού», περί «παραδοσιακού» και «μοντέρνου», τις οποίες ο Βαφόπουλος συνδύασε κατά καιρούς με την καλλιτεχνική και τη λογοτεχνική δημιουργία, νομίζω ότι μπορούν να αντιληφθούν τις διαφορές. Ανάμεσα στον Βαφόπουλο που επαινεί το 1929 ή το 1930 τη «λαϊκή απλότητα» και το «γάργαρο ρυάκι της λαϊκής αφηγήσεως» τα οποία ο Δούκας τα μεταμόρφωσε σε δικό του, προσωπικό ύφος και στον Βαφόπουλο των «ωριμότερων χρόνων» που φαίνεται ότι δεν συμμερίζεται πια, όπως τον συμμεριζόταν στην ανάγνωσή του της Ιστορία ενός Αιχμαλώτου, τον αποστολικό ρόλο της λογοτεχνίας. Είναι πολύ χαρακτηριστικό το ότι ξαναγράφοντας για τον Δούκα στις Σελίδες Αυτοβιογραφίας, σε προχωρημένη πια ηλικία, το 1968 ή 1969, θεωρεί ο Βαφόπουλος ότι η απλότητα και η αμεσότητα στη γραφή του μυθιστορηματικού χρονικού της Ιστορίας δεν είναι κάτι που προέρχεται από ένα είδος συναντίληψης για τη σύμφυση προσώπου και κοινότητας, δηλαδή της συναντίληψης που έκανε τον Στρατή Δούκα να συναντηθεί και να δέσει με τον Φώτη Κόντογου και άλλους στις σελίδες της εμβληματικής Φιλικής Εταιρίας, ενός από τα λίγα περιοδικά αρχών, αλλά είναι κάτι που προέρχεται από την ατομικότητά του! Δεν λέει όλη την αλήθεια για τον καημό που κρύβει αυτή η απλότητα της γλώσσας και του ύφους, ή μήπως δεν καταλαβαίνει πια την ουσία αυτού του καημού; Όπως και να έχει, κλείνει στην απολογητική τετραλογία του τον σχετικό με τον Δούκα κύκλο αναφορών, σημειώνοντας το διφορούμενο, ότι δηλαδή:

Η «απλότης» θα έλεγα εγώ πως ήταν ο ίδιος ο Στρατής Δούκας. Η αγαθότητα, η ευγένεια, η ταπεινοφροσύνη […] του Στρατή, που έπρεπε, παντού και πάντοτε, να είναι συνεπής προς την εσώτερή του πίστη.[8]


ΑΛΕΞΗΣ  Σ.  ΖΗΡΑΣ  [ 2023 ]



Ο Στρατής Δούκας, 1978 (Πηγή: Pontos News)
Ο Στρατής Δούκας, 1978 (Πηγή: Pontos News)


Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ

[1] Τώρα συνειδητοποιώ, σχεδόν ντροπιασμένος, ότι ο Δούκας ήταν τότε ογδόντα ενός, μια ηλικία δηλαδή που πολλοί της γενιάς μου την πλησιάζουμε ή μερικοί την έχουν ήδη ξεπεράσει…
[2] Η ίδια αυτή (1903-1983) που λίγα χρόνια αργότερα, το 1981, δημοσίευσε μια από τις εκπληκτικότερες σε λαϊκό λόγο μαρτυρίες, το Ο πόνος και το αίμα των αδελφών μου, για τα Δεκεμβριανά και τον επερχόμενο Εμφύλιο. Ζυγισμένη με ευθύτητα και καθαρότητα βλέμματος. Γι΄ αυτό και παντελώς άγνωστη.
[3] Η Θεσσαλονίκη συνοδεύει συνεχώς, ως απουσία και παρουσία, τα κείμενα του Δούκα όπως και τη ζωή του: εκτός από τις διαδοχικές διαμονές του εκεί και τα πολλά ταξίδια του στο Άγιο Όρος, με διάφορους συνοδοιπόρους και απαραίτητο σταθμό τη Θεσσαλονίκη, φαίνεται στην αλληλογραφία του, αλλά και στο πόσο βάραινε γι΄ αυτόν η συνεργασία του με τον δαιμόνιο Πεντζίκη στο περιοδικό Το Τρίτο Μάτι.
[4] Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης του Δήμου Θεσσαλονίκης. Λογοτεχνικό αρχείο αρ.1. Κατερίνα Κωστίου, Εργογραφία-Βιβλιογραφία Γ.Θ.Βαφόπουλου 1918-1988. Δήμος Θεσσαλονίκης 1988, σ.141.
[5] Στο διάστημα 1984-1986 με τη σύμφωνη γνώμη του Ιάκωβου Καμπανέλλη, τότε διευθυντή της ΕΡΑ, και με τη συνδρομή του Μιχάλη Μήτρα ως παραγωγού, είχα αναλάβει τον προγραμματισμό και την οργάνωση μιας σειράς δημόσιων λογοτεχνικών αναγνώσεων, με ταυτόχρονη ραδιοφωνική μετάδοση, από την Αθήνα, τη Θεσσαλονίκη, την Κύπρο και άλλες πόλεις της Ελλάδας. Οι αναγνώσεις ξεκίνησαν με ποιήτριες και ποιητές του μεσοπολέμου, όπως η Μελισσάνθη, ο Νικηφόρος Βρεττάκος, ο Ν.Γ. Πεντζίκης, ο Κώστας Μόντης κ.ά. που μετά από σύντομες κριτικές εισηγήσεις διάβαζαν ποιήματά τους.  Μνεία αυτής της βραδιάς υπάρχει και στην Εργογραφία-Βιβλιογραφία της Κωστίου, ό.π. 3, σσ. 114 και 120.
[6] «Το μήνυμα της νέας ποίησης», βλ. Γ.Θ.Βαφόπουλος, Ποίηση και Ποιητές. Μελετήματα. Θεσσαλονίκη. Εκδόσεις Ρέκος 1983:Τα τελευταία τρία χρόνια ως το 1935, είχα αποκοπεί από τη ζωή και από την ποίηση. Ήταν μια εποχή ανακατατάξεων των αισθητικών θεωριών, όπου το νεωτερικό πνεύμα, μαζί με τον σουρρεαλισμό, είχαν αρχίσει να προσβάλλουν την ελληνική ποίηση. Το ταχυδρομείο είχε πάψει να μου φέρνει τα καινούρια μηνύματα. Περιοδικά δεν μπορούσα πια να διαβάσω. Τα βιβλία
είχαν γίνει ανάμνηση του παρελθόντος (σ. 47).
[7] Πράγματι, ο Παπαθανασόπουλος (1937-2021), δημοσίευσε το 1977 τη μονογραφία του Ο ποιητής Γ.Θ.Βαφόπουλος, την οποία ξαναδημοσίευσε όμως εμπλουτισμένη το 1993, με τον ίδιο τίτλο.
[8] Γ.Θ.Βαφόπουλος, Σελίδες Αυτοβιογραφίας. Τόμος Πρώτος Το Πάθος. Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1970, σ. 238.


Ο Στρατής Δούκας δια χειρός του φίλου του Φώτη Κόντογλου (1923)
Ο Στρατής Δούκας δια χειρός του φίλου του Φώτη Κόντογλου (1923)


Κ  
Ρ  Ι  Τ  Ι  Κ  Α     Σ  Η  Μ  Ε  Ι  Ω  Μ  Α  Τ  Α
_______________

«Ιστορία ενός αιχμαλώτου»

_______________
Εξ αφορμής ενός βιβλίου του κ. ΣΤΡΑΤΗ ΔΟΥΚΑ
_______________

Αν είναι αλήθεια ότι εκείνο που χαρακτηρίζει την πνευματική κατάσταση και τις ψυχικές τάσεις ενός λαού, είναι η λογοτεχνία του, ότι δηλαδή ο συγγραφεύς είναι τρόπον τινά η συνισταμένη των ψυχικών ορμών και πνευματικών διαθέσεων του λαού στον οποίο ανήκει, τότε, κρίνοντας από τη σημερινή ελληνική λογοτεχνία, έχουμε όλο το δικαίωμα να συμπεράνουμε ότι το επίπεδο των πνευματικών προτιμήσεων του ελληνικού λαού βρίσκεται στο τελευταίο σκαλί της πνευματικής ιεραρχίας. Θα ήμασταν όμως δίκαιοι αν καταλήγαμε σε ένα τόσο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα; Ασφαλώς ναι, αν πραγματικά η νεοελληνική λογοτεχνία ήταν η συνθετική έκφραση της ψυχής του ελληνικού λαού. Όμως κι ένας επιπόλαιος μελετητής της σημερινής μας λογοτεχνίας δεν θα δυσκολευόταν καθόλου να καταλήξει στο θλιβερό συμπέρασμα, ότι το μεγαλύτερό της μέρος, τουλάχιστον, φαντάζει σαν κάτι ψυχρό και ολωσδιόλου ξένο προς την ψυχή του λαού.
Όπως κάθε πράγμα ακόμα για να φτάσει εκεί, όπου έφτασε, πέρασε αργά και σταθερά από τα αλλεπάλληλα στάδια μιας μακράς εξελίξεως, που αποτελεί την αναγκαία προϋπόθεση μιας προόδου, έτσι και κάθε λογοτεχνία, άξια του λαού της και των παραδόσεων της, υπόκειται στον αυστηρό νόμο της εξελίξεως. Μόνο η νεοελληνική λογοτεχνία κατόρθωσε αληθινά το θαύμα να ξεφύγει από την υποταγή της στον αιώνιο αυτόν νόμο. Κι έτσι τη βλέπουμε σήμερα, ξεκρέμαστη στον αέρα, να ζητάει από ψηλά με κινήσεις σπασμωδικές να μιλήσει στην απλή και αγνή ψυχή του λαού.
Μα πώς να του μιλήσει, αφού έσπασε την παράδοση και κάθεται έξω από το έδαφος της σημερινής πραγματικότητας; Πώς να εκφράσει τις ψυχικές καταστάσεις του λαού αυτού αφού έχει ξεμακρύνει από κοντά του, κάνοντας άλματα στον αέρα; Η μεγάλη αλυσίδα της εξελίξεως έχει υποστεί ρήγματα που είναι αδύνατο πια να γεμίσουν. Γι΄ αυτό το λόγο λείπουν και οι μεγάλες μορφές από τη σημερινή μας λογοτεχνία. Κι όπου τη βλέπουμε, στον αφηνιασμένο της δρόμο, να κάμνει στροφές πλησιάζοντας προς την παράδοση και την ελληνική πραγματικότητα, εκεί διαπιστώνουμε και την εμφάνιση μορφών σαν του Σολομού και του Παπαδιαμάντη.

Μα τώρα, έτσι που φτάσαμε εδώ, είναι τάχα δυνατόν να ξαναπάμε πίσω και να αρχίσουμε από την αρχή; Χαμένος κόπος. Είναι πολύ αργά να ξαναβρούμε το σημείο όπου διακόψαμε την κανονική μας εξέλιξη. Έχει δημιουργηθεί πια ένα νέο καθεστώς, που έχει κι αυτό τη δική του την εξέλιξη. Και είναι ανάγκη να συντελεσθεί μια μεγάλη αναδημιουργική εργασία μέσα στην ψυχή του λαού, για να μπορέσει να προσαρμοστεί στη σημερινή πραγματικότητα, που, καλή ή κακή, έχει πια δημιουργηθεί από την ελληνική λογοτεχνία. Μα τέτοια πράγματα ένας Θεός μονάχα ξέρει αν γίνουνται.

Το ξεμάκραιμα αυτό της λογοτεχνίας μας από την πραγματικότητα της ελληνικής ζωής, είχε και άλλα πολλά θλιβερά επακόλουθα. Οι πιο σημαντικές ιστορικές στιγμές του έθνους μας μάταια περιμένουν τον εμπνευσμένο ραψωδό που θα δημιουργήσει έναν νέο επικό κύκλο, άξιο των πεπρωμένων της φυλής.
Αν η ελληνική επανάσταση έχει να επιδείξει οπωσδήποτε τον δικό της επικό κύκλο, με μια σειρά από δημοτικά τραγούδια και με τη σοβαρή προσπάθεια του Σολωμού, η μικρασιατική καταστροφή, το συγκλονιστικότερο ιστορικό γεγονός των νεότερων μας χρόνων, μετά την εθνική μας επανάσταση του ΄21, τι έχει να επιδείξει; Επτά ολόκληρα χρόνια έχουν περάσει, αφότου η τρομακτική καταστροφή συγκλόνισε το έθνος μας και άλλαξε ολωσδιόλου το ρυθμό της ζωής του. Κι όμως ακόμα δεν έχουμε ένα καν αδρό δείγμα ότι το θλιβερό αυτό εθνικό πάθημα άφησε ίχνη βαθιά πάνω στη ζωή μας. Ξεχνούμε πολύ γρήγορα. Αρκεί να περάσει η πρώτη εντύπωση, που μας προξένησε μια μεγάλη και κρίσιμη ιστορική στιγμή, για να κατρακυλήσουν όλα στον πάτο της πιο αποκαρδιωτικής λήθης. Είναι σαν να μην έγινε τίποτε. Δείγμα κι αυτό μιας ομαδικής διαφθοράς των χαρακτήρων.
Όλες οι σύγχρονες μεγάλες λογοτεχνίες ανέδειξαν δυνατούς μεταπολεμικούς συγγραφείς μέσα από τους καπνούς και τα ερείπια που μάς άφησε ο παγκόσμιος πόλεμος. Οι μεγάλοι λαοί δεν έκαναν άλματα στην εξέλιξή τους και γι΄ αυτό ξέρουν να ζουν μέσα στα γεγονότα. Τα πράγματα έχουν άμεση απήχηση στην ψυχή τους. Για αυτό και κάθε νέα κοινωνική μεταβολή στα μεγάλα έθνη δημιουργεί και νέα ρεύματα στη λογοτεχνία τους.
Στον τόπο μας τέτοια πράγματα δεν συνέβηκαν. Τα γεγονότα πέρασαν απάνω μας χωρίς να μας ενοχλήσουν μέσα στην αισιόδοξη μακαριότητα μας. Ο πόλεμος και η μικρασιατική καταστροφή μας ηύραν ψυχικώς ανώριμους και έδωσαν αφορμή να αναπτυχθούν μέσα μας μονάχα ταπεινές ικανότητες. Ο έλεος και η συμπάθεια μας έλειπαν για να παρακολουθήσουμε την πιο μεγάλη τραγωδία που παίχτηκε μέσα στο σπίτι μας. Γι΄ αυτό και δεν έχουμε μεταπολεμικούς συγγραφείς.
Είναι πολύ παρήγορο μέσα από την αποτελμάτωση αυτή της πνευματικής μας ζωής, να προβάλλουν χαρακτήρες αγνοί, με επίγνωση των υποχρεώσεών τους προς το σύνολο, σαν τον κύριο Στρατή Δούκα, έγραψε την Ιστορία ενός αιχμαλώτου του μικρασιατικού πολέμου. Εκτός από το βιβλίο του μυτιληναίου διηγηματογράφου κύριου [Στράτη] Μυριβήλη, τη Ζωή εν τάφω, δεν ξέρω αν έχει γραφεί στη γλώσσα μας άλλο βιβλίο με θέμα παρμένο από τη μικρασιατική τραγωδία. Και να που ο κύριος Δούκας, πνευματικά πια ώριμος, με ολοκληρωμένες σε σύστημα τις ψυχικές του διαθέσεις, φτασμένος στην «ιστορική στιγμή» όπου κάθε άτομο κρίνεται οριστικά, προσφέρει το αφηγηματικό του ταλέντο στην υπηρεσία ενός νέου είδους της λογοτεχνίας, που μας ήταν σχεδόν άγνωστο. Το βιβλίο του δεν είναι καθαυτό λογοτεχνικό δημιούργημα. Δηλαδή δεν έχει όλα τα στοιχεία και την αρχιτεκτονική ενός πρωτοτύπου λογοτεχνήματος. Είναι απλώς μια αφήγηση των περιπετειών ενός αιχμαλώτου των τούρκων, που την άκουσε από το στόμα του ίδιου του αιχμαλώτου ένα βράδυ μέσα στο χάνι ενός χωριού. Απλώς μονάχα μια αφήγηση; Κάτι παραπάνω: ένα θαυμαστό υπόδειγμα γλώσσας και ύφους.

Μολονότι ο κύριος Δούκας λέγει στον πρόλογο του βιβλίου του ότι η ιστορία του είναι ένα απλό λουλούδι του λόγου, ότι δηλαδή είναι γραμμένη έτσι όπως ακριβώς την άκουσε από το στόμα του απλοϊκού εκείνου ανθρώπου που του διηγήθηκε τις περιπέτειές της αιχμαλωσίας του, εντούτοις ο αναγνώστης δεν γελιέται. Διακρίνει απ΄ την αρχή ως το τέλος το χέρι του λογοτέχνη που χαράζει αόρατα την κοίτη μέσα στην οποία τρέχει το απλό αυτό και γάργαρο ρυάκι της λαϊκής αφηγήσεως. Ξέρουμε όλοι πόσο απλή είναι η ομιλία του λαού, μα και πόσο ασυνάρτητα πράγματα θα βγάλουμε από αυτήν, όταν θελήσουμε να την αποτυπώσουμε φωνογραφικά πάνω στο χαρτί.

Η Ιστορία ενός αιχμαλώτου, με όλη τη συνεργασία του ήρωος, που στο τέλος κιόλας βάζει και την υπογραφή του, ανήκει αποκλειστικά στον συγγραφέα. Αυτός της έδωσε τη μορφή και το ύφος. Γιατί η αξία ενός έργου τέχνης κρίνεται μόνο από τη μορφή και το ύφος. Ίσως η ίδια ιστορία, γραμμένη διαφορετικά και από άλλο χέρι, να ήταν ένα μονότονο και κουραστικό ανάγνωσμα. Τώρα όμως γραμμένη με τόσο θαυμαστή απλότητα και παρατακτική σύνθεση της φράσης, κάνει ώστε το μάτι του αναγνώστη να τρέχει άνετα μέσα στις σελίδες με την ίδια ευχαρίστηση που θα ΄τρεχε το μικρό πουλάρι μέσα σε ένα απέραντο πράσινο λιβάδι ή που θα ΄σχιζε το πουλί το διάφανο γαλάζιο ουρανό.
Ο κύριος Δούκας έχει αναγάγει τη λαϊκή απλότητα σε λογοτεχνικό ύφος. Και ύφος λογοτεχνικό δημιουργούν μόνο οι λογοτέχνες που έχουν επίγνωση της αποστολής των.

Γ.Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: