Συνομιλώντας «από τον εξώστη της μονώσεως»

Ο Γιώργος και η Αναστασία Βαφοπούλου στο σπίτι τους, Μεγάλου Αλεξάνδρου 21
Ο Γιώργος και η Αναστασία Βαφοπούλου στο σπίτι τους, Μεγάλου Αλεξάνδρου 21


(Μνήμη Γ.Θ. Βαφόπουλου και Αναστασίας Βαφοπούλου)
_______________
Στον Νίκο, στον Γιάννη, στον Σωτήρη και στα χρόνια της Θεσσαλονίκης
_______________
«η θύμηση∙ η ουσία του χαίρε»
Άνθος Φιλητάς «Η θύμηση», Σύννεφα, 1937






Περισσότερο ίσως από τα βιβλία και την Τέχνη είναι ορισμένοι ξεχωριστοί για τον καθένα μας άνθρωποι, στα χρόνια της διαμόρφωσης και της μαθητείας, που σφραγίζουν την αντίληψή μας για τον κόσμο. Δάσκαλος εκτός αίθουσας στάθηκε για μένα στα πρώτα χρόνια των σπουδών μου ο ποιητής Γ.Θ. Βαφόπουλος. Το χρονικό της γνωριμίας μας έχει ο ίδιος αποτυπώσει στον 5ο τόμο των Σελίδων αυτοβιογραφίας και στην ποίησή του.[1] Παρακάτω, θα προσπαθήσω να συνοψίσω τη δική μου πρόσληψη αυτής της σχέσης και, συγχρόνως, να δείξω μέσα από την ποίησή του τη μάταιη απόπειρα αυτού του «μοναχικού πρίγκηπα» να βγει από τον Πύργο της μοναξιάς του.

Ο Γ.Θ. Βαφόπουλος και η Αναστασία Βαφοπούλου ανήκουν σε μια σπάνια κατηγορία ανθρώπων: έζησαν υπηρετώντας τα Γράμματα και την Τέχνη, με αναπτυγμένα το αίσθημα της κοινωνικής ευθύνης και την ανάγκη της προσφοράς. «Πάντα συντηρητικοί στα μη ουσιώδη», για να θυμηθούμε τον ευθύβολο στίχο του Μανόλη Αναγνωστάκη, έζησαν μια ζωή μετρημένη όσον αφορά τα υλικά αγαθά και πλούσια σε πνευματικότητα. Ήμουν δευτεροετής φοιτήτρια της Φιλοσοφικής Σχολής, μέλος μιας συντροφιάς φανατικής για Γράμματα, όταν συνάντησα πρώτη φορά τον Βαφόπουλο που τον γνωρίζαμε τότε από το συγκλονιστικό «Καλεντάρι» του, από τις Σελίδες αυτοβιογραφίας, όπου ανατρέχαμε αναζητώντας το πνευματικό παρελθόν της Θεσσαλονίκης και από τα εμφανή ίχνη του στην πνευματική ζωή της πόλης. Το μακροβιότατο και εγκυρότατο περιοδικό Πόρφυρας είχε ξεκινήσει το ταξίδι του τον Ιούλιο του 1980, όταν με την έναρξη της νέας ακαδημαϊκής χρονιάς, δύο φίλοι συμφοιτητές μου, ο Κερκυραίος ποιητής και φιλόλογος Σωτήρης Τριβιζάς, το ένα από τα τρία μέλη της εκδοτικής συντροφιάς του περιοδικού, και ο Κοζανίτης φιλόλογος και στοχαστής Νίκος Πλαζομίτης με προσκάλεσαν να τους συνοδεύσω σε προκαθορισμένη επίσκεψη στο σπίτι του ποιητή για μια συνέντευξη που θα δημοσιευόταν στον Πόρφυρα.[2] Εκείνον τον καιρό παρακολουθούσα ως ακροάτρια ένα μεταπτυχιακό σεμινάριο του Γ.Π. Σαββίδη στον Τομέα ΜΝΕΣ του Τμήματος Φιλολογίας. Ανάμεσα σε άλλα, ό,τι μου είχε εντυπωθεί από ένα πρόσφατο μάθημά του ήταν η σημασία του αρχειακού υλικού για τη μελέτη ενός λογοτεχνικού έργου. Ο ποιητής, λίγο πριν το κατώφλι των ογδόντα χρόνων τότε, μας υποδέχτηκε με συγκρατημένο αλλά ζεστό χαμόγελο, μας μίλησε για την πνευματική Θεσσαλονίκη, για το έργο του και τις σχέσεις του με τον πνευματικό κόσμο. Από τις πρώτες κουβέντες μπορούσες να αντιληφθείς την αριστοκρατική αποστασιοποίηση και την εκούσια αποχή από την τύρβη της αγοράς. Όταν τον άκουσα να διατυπώνει με ύφος δραματικό την απελπισία του «μπροστά στα ατάκτως ερριμμένα αποκόμματα των εφημερίδων και την ακαταστασία που επικρατούσε στο αρχείο του», χωρίς να το πολυσκεφτώ, του πρότεινα διστακτικά αν ήθελε να τον βοηθήσω προσπαθώντας να βάλω κάποια τάξη στο αρχείο του. Έτσι ξεκίνησε μια σχέση πνευματικής φιλίας που εξελίχθηκε σε σχέση αγάπης και με τους δύο. Πήγαινα τρία απογεύματα την εβδομάδα και ταξινομούσα το αρχειακό υλικό ως αργά το βράδυ, ενώ πολλές Κυριακές περνούσα μαζί τους, είτε σπίτι τους κουβεντιάζοντας για διάφορα ζητήματα της τέχνης και της ζωής, είτε συνοδεύοντάς τους, κυρίως εκείνη, σε κάποια θεατρική παράσταση ή συναυλία. Σύντομα έγινα μέλος της οικογένειας, «η μικρή τους εγγονή», όπως συνήθιζε να λέει ο Βαφόπουλος στον πατέρα μου, όταν συναντιόντουσαν στη Θεσσαλονίκη, ή στο Πήλιο, όπου από την αρχή της γνωριμίας τους, του διευκρίνισε χαριτολογώντας ότι περνώ περισσότερο χρόνο μαζί τους από όσο με τους γονείς μου, αλλά να μην ανησυχούν διότι με είχαν υιοθετήσει όχι ως κόρη τους αλλά ως εγγονή τους. Πολύ συχνά ερχόντουσαν να περάσουν μαζί μας το Πάσχα ή έμεναν δύο-τρεις εβδομάδες τα καλοκαίρια στο Ξενία της Πορταριάς. Μαζί τους έκανα το πρώτο μου ταξίδι στο εξωτερικό, το 1983, και μπήκα πρώτη φορά σε αεροπλάνο, γεγονός καθόλου αυτονόητο, τουλάχιστον για την τάξη μου, πριν από 33 χρόνια. Θυμάμαι ακόμη με συγκίνηση ότι η Αναστασία παρακάλεσε την αεροσυνοδό «να δει η εγγονή της το πιλοτήριο, καθώς ταξίδευε με αεροπλάνο πρώτη φορά».
Το 1984, με υποτροφία του ζεύγους Βαφόπουλου, έμεινα έναν χρόνο στο Νοrwich της Αγγλίας για να αποκτήσω την εμπειρία των βρετανικών βιβλιοθηκών και να παρακολουθήσω, παράλληλα, μαθήματα στο University of East Anglia. Επιθυμία τους, όπως συχνά μου έλεγαν, ήταν, εάν και εγώ το ήθελα, να αναλάβω αργότερα το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο. Κατά τη διάρκεια της υποτροφίας μου με επισκέφτηκαν στο Norwich και με τον Βαφόπουλο κάναμε μια μεγάλη περιοδεία Cambridge, Oxford, Stratford upon Avon, καταλήγοντας στο Edinburg, για να παρακολουθήσουμε εκδηλώσεις στο ετήσιο φεστιβάλ Τέχνης, στο οποίο θα επανέλθω.
Ξεκίνησα να εργάζομαι για το Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο πολύ πριν ολοκληρωθεί το κτίριο, ταξινομώντας τα πρώτα βιβλία της δωρεάς Κοκκίνου, μαζί με τον αγαπητό μου συνάδελφο Χρήστο Παπαδημητρίου —πατέρα της κατόπιν λαμπρής μουσικού Μαρίνας Παπαδημητρίου— σε ένα παράρτημα της Δημοτικής Βιβλιοθήκης πίσω από τον σταθμό του ΟΣΕ. Όταν περατώθηκε το κτήριο, άρχισα να εργάζομαι στο δανειστικό τμήμα μαζί με τον Χρήστο Παπαδημητρίου, τη Νατάσα Οικονόμου και τον Άνθιμο Χατζηανθίμου. Ο τελευταίος ήταν ο ποιητής Άνθος Φιλητάς, συνοδοιπόρος του Κώστα Βάρναλη και φίλος του Μανόλη Αναγνωστάκη,[3] ο οποίος στις 25 Μαρτίου 1943, φοιτητής της Νομικής τότε και Επονίτης, στεφάνωσε την προτομή του ναυάρχου Βότση μπροστά στα έκπληκτα μάτια των Γερμανών φωνάζοντας «Ζήτω το ΕΑΜ». Σύντομα έφυγε να πολεμήσει στον ΕΛΑΣ και μετά την ήττα βρέθηκε στην Τασκένδη, για να επιστρέψει, όπως και ο Χρήστος, στην ωριμότητά τους, με έντονη την αίσθηση του ανέστιου, το 1980, στη «μητέρα Θεσσαλονίκη», για μια νέα αρχή. Αξίζει να σημειωθεί η προφορική μαρτυρία τους πως από τους παλιούς τους φίλους όλοι αδιαφόρησαν ή αρκέστηκαν σε λόγια παρηγοριάς και ευχολόγια. Μόνο ο Βαφόπουλος ανταποκρίθηκε στην ανάγκη τους, βρίσκοντάς τους εργασία στη δανειστική βιβλιοθήκη του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου.

Η σχέση μου με τους δύο ηλικιωμένους φίλους μου γινόταν όλο και πιο συνεκτική, καθώς κι εγώ κι εκείνοι ζούσαμε μόνοι μας στη Θεσσαλονίκη και μοιραζόμασταν την αγάπη μας για την ποίηση και την τέχνη γενικότερα. Ο Βαφόπουλος, εκ πεποιθήσεως μονήρης, σχεδόν αγοραφοβικός, ζούσε διαβάζοντας και γράφοντας. Αυστηρός με όλους, και με τον εαυτό του, συνήθως αόριστα και εγγενώς θλιμμένος μού εξιστορούσε επεισόδια της Ιστορίας της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, όπως εκείνος την προσλάμβανε ως συνοδοιπόρος της Γενιάς του Τριάντα, Γενάρχης της Σχολής Θεσσαλονίκης, που είχε ήδη διαγράψει την τροχιά του στο λογοτεχνικό στερέωμα. Μέσα από εκείνον γνώρισα από κοντά ανθρώπους που ήδη τότε ήταν φιγούρες απρόσιτες ενώ για τους φοιτητές μου σήμερα χάνονται στην αχλή του θρύλου: τον Γιάννη Ρίτσο, τον Πέτρο Χάρη, τον Πολύκλειτο Ρέγκο κ.ά. Η Αναστασία Βαφοπούλου—κατά κόσμον Σούλα ή Σούλη— κάτω από μια επίκτητη, υποθέτω λόγω επαγγέλματος (δασκάλα αγγλικών), κρούστα αυστηρότητας, γεμάτη καλοσύνη και πάντα γελαστή, προσπαθούσε να ελαφρύνει το συνήθως βαρύ θυμικό του Βαφόπουλου και φρόντιζε να προσγειώνει την κουβέντα σε πιο γήινες συντεταγμένες, όταν διαισθανόταν ότι ο νεανικός ορίζοντας προσδοκιών μου άρχιζε να θολώνει, έπειτα από ώρες συζήτησης με τον ακούραστο συνομιλητή μας.
Παρά τη μεγάλη διαφορά ηλικίας βρίσκαμε ενδιαφέρον η μία στη συντροφιά της άλλης, τόσο που το 1983, μου ζήτησε να τη συνοδεύσω στη Βουλγαρία, για να αναζητήσει το σπίτι όπου γεννήθηκε, στον Πύργο, σημερινό Burgas της Βουλγαρίας, κοντά στη Μαύρη Θάλασσα. Αφού πέρασε το κύμα της πρώτης συγκίνησης και της επανασύνδεσης με συγγενείς που είχε χρόνια να δει, περιοδεύσαμε σε όλες τις πρώην ελληνικές πόλεις, αναζητώντας τα ίχνη του ελληνικού πολιτισμού, χωρίς ούτε στιγμή να βαρύνει πάνω μου η διαφορά ηλικίας. Αργότερα τη συνόδευσα ξανά, αυτή τη φορά στην Αγγλία, για μια χειρουργική επέμβαση. Τα καλοκαίρια ερχόταν συχνά στο πατρικό μου στο Πήλιο για να απολαύσουμε τη θάλασσα, μιας και ο Βαφόπουλος προτιμούσε το διάβασμα από το κολύμπι. Η Αναστασία Βαφοπούλου ήταν ένας άνθρωπος με ανεπιτήδευτη ευγένεια, αίσθημα δικαιοσύνης, γενναιοδωρία και πάντα σε εγρήγορση, απόρροια της ουσιαστικής παιδείας της. Ανάμεσα σε άλλα με κατηύθυνε ευγενικά στο σχολείο της για να βελτιώσω τα αγγλικά μου. Εκεί ευτύχησα να γνωρίσω ως χαρισματικό δάσκαλο αγγλικών τον μετέπειτα άξιο μελετητή και ακαδημαϊκό δάσκαλο της Ιστορίας της Τέχνης Αντώνη Κωτίδη, τον οποίο η Βαφοπούλου εκτιμούσε πολύ.

Όταν επέστρεψα από την Αγγλία, το 1985, συνέχισα να εργάζομαι στο Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, με πολύ κέφι, το οποίο όμως δεν μπορούσε να αντισταθμίσει το έλλειμμα που ένιωθα να δημιουργείται μέσα μου, καθώς όλο και περισσότερο απομακρυνόμουν από την έρευνα. Επιπλέον, ήδη τον χρόνο που βρισκόμουν στην Αγγλία, ο δάσκαλός μου Γ.Π. Σαββίδης μου είχε προτείνει να εργασθώ στο Σπουδαστήριο που θα δημιουργούσε στην οδό Μουρούζη, στο υπόγειο και στον πρώτο όροφο της μονοκατοικίας του Κ.Θ. Δημαρά, όπου θα μετέφερε από την Πλατεία Αιγύπτου, όπου στεγαζόταν έως τότε, την πλουσιότατη βιβλιοθήκη του, τα αρχεία του Κ.Π. Καβάφη, του Άγγελου Σικελιανού, του Γιώργου Βριστιμιτζάκη και άλλο αρχειακό υλικό που είχε με τα χρόνια συγκεντρώσει, μαζί με την επίσης πλουσιότατη δισκοθήκη του. Ήταν μια απρόσμενη πρόταση και ήθελα πολύ να ανταποκριθώ, αλλά με «κρατούσε» η ηθική υποχρέωση να μείνω στο Βαφοπούλειο υπηρετώντας το όραμα των μεγάλων μου φίλων. Τη λύση έδωσε εν αγνοία του, έναν χρόνο αργότερα, ο Δήμαρχος Θεσσαλονίκης ο οποίος με μετέθεσε, λόγω βαθμολογικής εξέλιξης, στο νεότευκτο Κέντρο Ιστορίας Θεσσαλονίκης, γεγονός που με ξαναέβαζε κατά κάποιον τρόπο, μέσω της Ιστορίας, στον δρόμο της έρευνας που ήταν η πρώτη μου επιλογή. Ασφαλώς, η πραγματοποίηση της επιθυμίας μου να εργασθώ στο Αρχείο του Σαββίδη προϋπέθετε παραίτηση από τον Δήμο Θεσσαλονίκης και μετακόμιση στην Αθήνα. Ο αρχικός δισταγμός σιγά σιγά ξεπεράστηκε και άρχισα να μεθοδεύω τη συνεργασία μου με τον Σαββίδη, γεγονός που οι μεγάλοι μου φίλοι αντιμετώπισαν ως αυθεντικοί πνευματικοί άνθρωποι: παρά τη λύπη τους που παραιτήθηκα από τον Δήμο Θεσσαλονίκης —και άρα και από το Βαφοπούλειο όπου ήλπιζαν ότι κάποτε θα ξαναγυρνούσα-- και που μετακόμισα στην Αθήνα, με ενθάρρυναν να αφοσιωθώ στην έρευνα ζητώντας μου μόνο να τους επισκέπτομαι συχνά.

Το φθινόπωρο του 1986 εγκαταστάθηκα στην Αθήνα, αλλά η σχέση αγάπης με το ζεύγος Βαφοπούλου συνεχίστηκε αμείωτη, περιλαμβάνοντας από το 1990 και έπειτα και τον σύντροφό μου, έως τον θάνατο του Βαφόπουλου το 1996 και στη συνέχεια με τη Αναστασία. Η επαγγελματική μου ζωή με έφερε πιο νότια, στο Πανεπιστήμιο Πατρών, όπου το 1997 εκλέχτηκα λέκτορας στο νεότευκτο Τμήμα Φιλολογίας, γεγονός που έκανε πιο αραιές τις επισκέψεις μου στη μεγάλη μου φίλη, που η απώλεια του συντρόφου της την είχε συντρίψει. Τελευταία φορά την είδα, εμφανώς καταβεβλημένη, στο νοσοκομείο, το 2000, λίγο πριν φύγει οριστικά στις 25 Ιανουαρίου 2001. Ομολογώ πως έκτοτε, κάθε επίσκεψή μου στην αγαπημένη πόλη συνοδεύεται από ένα έντονο αίσθημα ορφάνιας, παρά το γεγονός ότι έχω ανεκτίμητους φίλους εκεί, παλιούς και νέους.

Ο μοναχικός Γ.Θ. Βαφόπουλος, με έντονο το αίσθημα του αυτοεγκλεισμού, που κάποτε έφτανε ως τον αυτοαποκλεισμό, εκφράζει πολύ συχνά στις Σελίδες αυτοβιογραφίας[4] το αγοραφοβικό του σύνδρομο και την απέχθειά του για τις κοινωνικές συναναστροφές. Παράλληλα, στην ποίησή του, επίσης πολύ συχνά, διατυπώνει την απεγνωσμένη ανάγκη του για επικοινωνία, αλλά και την αριστοκρατική του απόσταση από την κατά τη γνώμη του «ξεπεσμένη» Μούσα της εποχής του. Οι καρυωτακικές καταβολές της ποίησής του, όπως ο ίδιος τις επισημαίνει σε συνεντεύξεις του και εξομολογητικά του κείμενα, αλλά και όπως συχνά αναδύονται από την ποίησή του και έχουν επισημανθεί από την κριτική, κάποτε αποτυπώνονται με ρητό τρόπο έτσι ώστε να δηλωθεί η οφειλή, όπως, για παράδειγμα, στο ποίημα «Η οροφή»:[5]

Καθώς είμαι κλεισμένος στην κάμαρη τούτη,
Μελετώ της ψηλής οροφής
Το μυστικό πιθανώτερο νόημα.

Μπορεί από το κέντρο της
έν’ άδειο να ελκύσει κεφάλι
«κατακορύφως».

Μπορεί να ραντίσει την κάμαρα
με του Ηλιογάβαλου
τα θανάσιμα ρόδα.

Μπορεί να κινήσει το πνεύμα
σε διαδρομή μυστική,
το «χορό των γυψίνων μαιάνδρων».

Ο Βαφόπουλος αντιστρέφοντας τα καβαφικά τείχη θα υμνήσει στο ομώνυμο ποίημα του τον αυτοεγκλεισμό του ως «πράξη σωφροσύνης και σοφίας» και θα διαβάσει με έναν τελείως προσωπικό τρόπο το καβαφικό ποίημα χαρακτηρίζοντας «δώρο των θεών» το να μην χρειαστεί καν να υψώσει κανείς τα τείχη γύρω του, αφού θα έχουν φροντίσει οι άλλοι:

«Χωρίς περισκεψιν, χωρίς λύπην, χωρίς αιδώ
μεγάλα κι υψηλά τριγύρω μου έκτισαν τείχη.
Και κάθομαι και απελπίζομαι τώρα εδώ».

Και κάθεται και απελπίζεται
ο άξιος Αλεξανδρινός.
Για τους ποιητάς της παρακμής
ίσως νάναι κι αυτό «μια κάποια λύσις».

Όμως «χαρά και μύρο της ζωής μου εμένα»,
που με περίσκεψη, με φρόνηση και με σοφία
ύψωσα μόνος γύρω μου τα τείχη τούτα.[6]

Η ζωή του, όπως αποτυπώνεται στις Σελίδες αυτοβιογραφίας και στην ποίησή του, κρύβει την εναγώνια προσπάθεια υπέρβασης μιας αντινομίας: να συγκεράσει τη μοναχική του φύση με την ανάγκη του για επικοινωνία, να συνδυάσει τη δραματική του φύση που τον οδηγεί στο υψηλό με τη σάτιρα, όπου τον οδηγεί ο αναστοχασμός του Άλλου και κυρίως των συνοδοιπόρων του. Αν εξαιρέσει κανείς τον σατιρικό του βηματισμό που καθοδηγείται από τον βασικό του μέντορα, τον Παλαμά, και εκβάλλει στην πολιτική σάτιρα, το μεγαλύτερο μέρος των σατιρικών του ποιημάτων αφορά την ποίηση, και ιδιαίτερα την ποιητική συντεχνία, την απόσταση ανάμεσα στην ποιότητα της ποίησης και την ποιότητα του ήθους, θέμα που συχνά επανερχόταν στις συζητήσεις μας. Όπως έχει επισημάνει η κριτική, ο θάνατος, η σιωπή, η νύχτα, η απώλεια, ο χρόνος είναι βασικές συντεταγμένες της ποίησής του, αλλά μέσα από μια ήρεμη εγκαρτέρηση, αφού πρόκειται για παραμέτρους της καταστατικής συνθήκης του ανθρώπου. Ο μόνος φόβος που φυτρώνει στην επικράτεια της ώριμης ποίησής του συνδέεται με τον άνθρωπο: Αδελφέ μου, θα γράψει στο ποίημα «Ο σκαντζόχοιρος», πόσες φορές μου δάνεισες την πανοπλία σου τούτη,[7] ενώ η σχέση του με την ποίηση αποτυπώνεται σε πολλά ποιήματα ποιητικής ως προϋπόθεση ζωής, τόσο απαραίτητη, ώστε όταν η σχέση αυτή διαταράσσεται, να καταλήγει σε αυτοειρωνεία, όπως στο ποίημα «Υποθήκες»,[8] που πραγματεύεται την εγκατάλειψή του από την ποιητική έμπνευση, την «εμπνοή».

Ο Βαφόπουλος ανήγαγε την ποίηση σε τρόπο ζωής, ενώ συχνά καταφεύγει στην παραμυθία της όχι για να αντιμετωπίσει «το γήρασμα του σώματος και της μορφής», όπως ο αγαπημένος του Αλεξανδρινός, αλλά για να αντιμετωπίσει τη συνύπαρξή με τους ανθρώπους:

Πρέπει ίσως να κρατήσεις τώρα το δικό μου χέρι,
έτσι καθώς αναθυμούμαι ενός σοφού τα λόγια,
που είπε πως όσο πιο καλά γνωρίζει τους ανθρώπους,
τόσο και πιο πολύ το σκύλο του λατρεύει.

Γιατί τώρα, σε τούτη την απέραντή μου μόνωση,
καθώς πέφτει το φως και διαλύονται τα πάντα,
μες στην αχλύ της ίδιας της συνείδησής μου,
απ’ όλα πιο πολύ μου χρειάζεται το χέρι σου,
αυτό το ανυστερόβουλο λευκό σου χέρι, ω Ποίηση,
αφού τόσο έχω γνωρίσει το γένος των ανθρώπων.
[9]

Η συνομιλία του με τους συνοδοιπόρους του θα αποτυπωθεί σε ποιήματα που εκφράζουν είτε τη διαμάχη του παλιού με το καινούργιο, όπως στο ποίημα «Διαδοχή “κατεστημένων”»,[10] είτε την έλλειψη αποδέκτη της ποίησής του, όπως τα ποίηματα «Τα Εβδομήντα Τρία Σκαλοπάτια»[11] και «Προμηθεύς ελκόμενος. Μήνυμα στον Γιάννη Ρίτσο»,[12] είτε τη διάστασή του από τους ευτυχισμένους ποιητές, όπως στο ποίημα «Η ζυγαριά»,[13] όπου υπονοείται ο πρώιμος Οδυσσέας Ελύτης. Μέσα από τις σελίδες του παρελαύνουν, άλλοι ρητά, άλλοι υπόρρητα, ο «Μεσολογγίτης βάρδος» και σταθερό σημείο αναφοράς Κωστής Παλαμάς, ο Κώστας Καρυωτάκης, ο Κ.Π. Καβάφης, ο Τάκης Παπατσώνης, ο Κώστας Βάρναλης, ο Γιώργος Σεφέρης και ο αυτάδελφος του ποιητή Γιάννης Ρίτσος, αλλά και ο Κώστας Κατσίμπαλης και ο Αντρέας Καραντώνης. Νομίζω πως η αντιστοιχία ανάμεσα στις Σελίδες αυτοβιογραφίας και την ποίησή του, όσον αφορά τους συνομιλητές του «από τον εξώστη της μοναξιάς», ποιητές και κριτικούς, είναι μια υπόθεση εργασίας που περιμένει τον συστηματικό μελετητή της, για να προστεθεί στο σχετικό βιβλίο του ποιητή και δοκιμιογράφου, φίλου του Βαφόπουλου Θανάση Παπαθανασόπουλου,[14] όπως και στη μελέτη του Γιώργου Κεχαγιόγλου, «Η ποίηση του Γ.Θ. Βαφόπουλου: μερικά θέματα για ξετύλιγμα».[15] Στο ίδιο τεύχος του περιοδικού δημοσιεύεται και το εκτενέστατο ποίημα του Βαφόπουλου «Εδιμβούργο 1984»,[16] το οποίο εκφράζει, από άλλον δρόμο, τη διάσταση του παλιού με το καινούργιο και τη διαδοχή των «κατεστημένων. Όπως ο ίδιος ο ποιητής αφηγείται στον 5ο τόμο των Σελίδων αυτοβιογραφίας,[17] το ποίημα προέκυψε από ταξίδι μας στο Εδιμβούργο το φθινόπωρο του 1984, για να παρακολουθήσουμε το περίφημο ετήσιο φεστιβάλ Τέχνης. Ήταν ένα ταξίδι κατά το οποίο εμένα με ενθουσίαζε ό,τι έριχνε σε περισυλλογή τον ποιητή, όπως αποτυπώνεται στο ποίημα ως διαφορά ανάμεσα στην αισθητική αντίληψη των δύο προσωπείων, της εικοσιτετράχρονης τότε Αντιγόνης και του ογδοντάχρονου Οιδίποδα. Το μακροσκελές αυτό ποίημα των εκατόν ενενήντα στίχων θα κλείσει με την απόφαση του εγκλεισμού «ξανά στα τείχη της παλιάς εκείνης μοναξιάς»:

[...]
Μονάχος με τη βακτηρία της μοίρας μου,     180
ανεμίζοντας τα στερνά του αιώνα μου κουρέλια,
Να ροβολήσω πρέπει, σκουντουφλώντας πάνω
στις πέτρες που έστρωσε το αμείλιχτο
«Κατεστημένο» της δικής μου εποχής.

Και να βρεθώ κλεισμένος πάλι μες στα τείχη
Εκείνης της παλιάς μεγάλης μοναξιάς μου,
ακουμπώντας τώρα το κουρασμένο μέτωπό μου
στα θερμά γόνατα της δικής μου Πηνελόπης.
          190

Ο εγκλεισμός του, άρρηκτα συνυφασμένος με την ποιητική δημιουργία, θα αποτυπωθεί και στο τελευταίο του ποίημα «Υστερόγραφο τρίτο» (1988) μέσα από ένα υπόρρητο ερωτηματικό που ελλοχεύει στην τελική ειρωνική αποστροφή: «Συγχωρείστε με που τόσο είχα πιστέψει στην απόλυτη μονοφωνία της ποίησης».[18]

Πριν περατώσω αυτό το κείμενο μαρτυρίας «Εις μνήμην αέναον», θέλω να σταθώ σε σημεία που θεωρώ ότι τροφοδότησαν αυτή την αίσθηση της διάστασης των δύο κόσμων, όπως εγγράφεται στο συγκεκριμένο ποίημα, όπου εμπλέκεται και η δική μου πρόσληψη της λογοτεχνίας. Στο Πανεπιστήμιο διδασκόμουν την επίσημη Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, και μέσα από τη σχέση μου με τον Βαφόπουλο προσλάμβανα διάφορα επεισόδια αυτής της Ιστορίας διυλισμένα από τη ματιά ενός ανθρώπου που πράγματι ήταν ακριβώς όπως τον περιέγραψε σε μια όψιμη κριτική του ο Ανδρέας Καραντώνης: «παράμερα απομονωμένος, υπερήφανος και πριγκιπικά μεγαλόψυχος και στωικός [...] ένας καβαφικά και καρυωτακικά πικραμένος ποιητής· μια εξαιρετικά ευκολοάγγιχτη και λεπτόχορδη λυρική και πνευματική ευαισθησία» και ένας «φιλάσθενα ευαίσθητος» άνθρωπος.[19] Συχνά μου έλεγε: «είναι φυσικό να ακούς τους δασκάλους σου, αλλά να ξέρεις υπάρχει πάντα και μια άλλη Ιστορία διαφορετική από την επίσημη». Καταλάβαινα ότι εννοούσε τον Γ.Π. Σαββίδη και την αγάπη μου για την ποίηση του Σεφέρη τον οποίο και ο Βαφόπουλος εκτιμούσε ως ποιητή, αλλά θεωρούσε μέρος της «κλίκας», όπως είχε αποκαλέσει ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος τον Κατσίμπαλη, τον Καραντώνη και τον Σεφέρη, όταν έγραφε ότι ο ο Κατσίμπαλης καθοδηγούσε τις κριτικές του Καραντώνη ώστε να μην περιλαμβάνουν τίποτε αρνητικό για τον Σεφέρη. Σύμφωνα με τον Βαφόπουλο, ο Παναγιωτόπουλος είχε κατηγορηθεί από τον Σεφέρη ως «συκοφάντης» και όταν δημοσιεύτηκε η αλληλογραφία Κατσίμπαλη-Σεφέρη αποδείχτηκε ότι η ανάγνωση του Παναγιωτόπουλου ήταν βάσιμη.[20] Αυτή την «ιστορία» μου είχε διηγηθεί ο Βαφόπουλος στις πρώτες μας συναντήσεις, και, συμπτωματικά μου την ανέφερε ξανά και στο σπίτι μου στην Κορόπη του Πηλίου, ανήμερα την Κυριακή της Πασχαλιάς, 18 Απριλίου 1982, όταν έφτασε η είδηση του θανάτου του Ι.Μ. Παναγιωτόπουλου και έφυγαν εσπευσμένα για την Αθήνα.
Την «ιστορία» αυτή την επαναλάμβανε με θλιμμένη συγκατάβαση καταλήγοντας πάντα στο ίδιο επιμύθιο: «ξέρω, ξέρω, εσύ θα ασχοληθείς με αυτούς που σου λένε οι δάσκαλοί σου. Είναι φυσικό» (υπονοώντας τον Γ.Π. Σαββίδη και τον Σεφέρη). Όταν το 1988 εξέδωσα το πρώτο μου φιλολογικό πόνημα, την Εργογραφία-Βιβλιογραφία Γ.Θ. Βαφόπουλου,[21] η οποία αποτέλεσε δευτερεύουσα εργασία των μεταπτυχιακών μου σπουδών, και διάβασε και τη μελέτη μου «Oι θεμελιακοί κώδικες του ποιητή [Γ.Θ. Bαφόπουλου] μέσα από “Tο Πλέγμα”»,[22] ένιωσε πολύ μεγάλη έκπληξη, συνάμα και ικανοποίηση. Ήταν μια από τις λίγες φορές που το βαρύ θυμικό που συνήθως σκίαζε το βλέμμα του φωτίστηκε από πραγματική αγαλλίαση.
Όσο για τον εξωστρεφή κοσμοπολίτη Σαββίδη εκτιμούσε την ποίηση του Βαφόπουλου, αλλά ήταν ασύμβατες προσωπικότητες. «Δεν έτυχε να γνωριστούμε, αλλά μάλλον δεν θα ταιριάζουν τα χνώτα μας», μου είχε πει ο Σαββίδης σε κάποια σχετική συζήτηση το 1984, αλλά πάντα ενδιαφερόταν και με ρωτούσε για τον ποιητή και το αρχείο του. Όταν το 1988 —δούλευα πια στο Σπουδαστήριό του στην Αθήνα—, διάβασε την παραπάνω εργασία μου πριν τη στείλω προς δημοσίευση στον Παρατηρητή μού είπε: «Να συνυπογράψουμε τη μελέτη σου ώστε να ξεπληρώσω το φιλολογικό χρέος μου προς τον γέροντα;».
Την ίδια χρονιά, στις 18 Μαΐου, ο Βαφόπουλος αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής. Τη laudatio εκφώνησε ο Γιώργος Κεχαγιόγλου, τον οποίο ο Βαφόπουλος εκτιμούσε πολύ. Λίγους μήνες αργότερα αναγορεύθηκε επίτιμη διδάκτορας της Φιλοσοφικής Σχολής και η Ζωή Καρέλλη για το έργο της οποίας μίλησε ο Γ.Π. Σαββίδης. Όποιος παρακολούθησε την τελετή θα θυμάται ότι ο Σαββίδης γονάτισε μπροστά στην ποιήτρια. Γυρνώντας από τη Θεσσαλονίκη μου αφηγήθηκε τα της τελετής και με το συνηθισμένο πονηρό γελάκι, που γνωρίζουμε καλά οι μαθητές του, σχολίασε: «Να πεις του Βαφόπουλου ότι δεν μίλησα για εκείνον στη δική του αναγόρευση, γιατί δεν μπορούσα να γονατίσω μπροστά σε έναν άντρα».
Για αρκετά χρόνια σκεφτόμουν —όχι δίχως κάποια θλίψη— πως ο Βαφόπουλος δεν πρόλαβε να διαβάσει άλλες εργασίες μου για το έργο του, ούτε έμαθε ποτέ ότι διαβάζω ποιήματά του στους φοιτητές μου και πως κάποιοι έχουν εκπονήσει εργασίες για την ποίησή του. Αλλά καθώς περνούν τα χρόνια, υπερισχύει η ευφρόσυνη αίσθηση ότι είχα την εξαιρετική τύχη να γνωρίσω αυτούς τους δυο άξιους και αξιαγάπητους ανθρώπους, από τους οποίους οι αναμνήσεις μου θα μπορούσαν να γεμίσουν έναν «χορταστικό» τόμο, με περιστατικά από τη συνύπαρξή μας στη Θεσσαλονίκη, στο Πήλιο, στη Χαλκιδική, στο Λονδίνο, στη Βουλγαρία, αλλά κυρίως με αναδιήγηση αφηγήσεων του Βαφόπουλου, συνήθως δραματικών, με βασική ορίζουσα το υψηλό διανθισμένο ενίοτε με ένα συγκρατημένο μαύρο χιούμορ. Με ένα μικρό δείγμα αυτής της δεύτερης κατηγορίας θα περατώσω αυτό το σύντομο βιωματικό κείμενο: στις 10 Ιουνίου 1995, μια μέρα πριν από την εκδημία του Γ.Π. Σαββίδη, βρεθήκαμε με τον σύντροφό μου στη Θεσσαλονίκη για να γνωρίσουμε την τριών μηνών κόρη μας στους μεγάλους μας μας φίλους. Ο Βαφόπουλος κοιτούσε σιωπηλός επί αρκετή ώρα το κοιμισμένο βρέφος, ενώ οι υπόλοιποι συζητούσαμε. Ξαφνικά μας διέκοψε και είπε υπομειδιώντας: «Χρυσό μου παιδί, το μόνο που με παρηγορεί είναι ότι σε πενήντα χρόνια θα 'μαστε συνομήλικοι».


Εδιμβούργο 1984

Walter Scott, ίνδαλμα μυθικό, που είχες ευρύνει
της προεφηβείας μου τα διογκωμένα ήδη όνειρα,
κάποτε, στης αντρικής μου ηλικίας την ωριμότητα,
την οφειλόμενη ήρθα να σου κάμω επίσκεψη
σ' εκείνο το Abbotsford του μύθου,
όπου ακόμα ζούσε ο κόσμος των δικών σου ονείρων.

Ένας σεμνός υπηρέτης, που φαινόταν
νάχε ξεφύγει απ’ την πινακοθήκη
των πλασμάτων της δικής σου φαντασίας,
μου ’πε πως δε βρισκόσουν πια στο αρχοντικό σου.

Γιατί η σκωτσέζικη έπαρση, που αναζητούσε
κάποιον εύσχημο τρόπο για να ταπεινώσει
την άμετρην εγγλέζικην υπεροψία,
σε είχε στήσει τώρα σε ψηλό μαρμάρινο βάθρο,
πάνω στον άξονα της ξακουσμένης Princes street,
σαν κραυγαλέο σύμβολο εθνικής υπεροχής.

Εκεί τότε, πριν από ένα τρίτον αιώνος,
σου είχα κάμει την πρώτη επίσκεψή μου.
Κι έτσι, καθώς καθόμουνα στα κράσπεδα
της μαρμαρένιας σκωτσέζικής σου δόξας,
με κάποια θλίψη ατένιζα το πρόσωπό σου,
ενώ οι κάμερες των υπαιθρίων φωτογράφων,
τα κουτιά τούτα της ανθρώπινης ματαιοδοξίας,
φυλάκιζαν, μαζί με τη δική σου δόξα,
και την ασημαντότητα ενός άγνωστου οδοιπόρου.

Αυτά τότε στην Princes street: στην αρτηρία
ενός ανθρώπινου μεγάλου καναλιού,
όπου έπαλλε η καρδιά του Εδιμβούργου,
όπου οι γενιές των ανθρώπων εναλλάσσονταν,
ακολουθώντας το ρυθμό της εποχής τους

                        *

Και τώρα πάλι στην καρδιά του Εδιμβούργου.
Πάλι μες στον παλμό της Princes street.
Αλλά μια νέα επιγραφή ψηλά στο Κάστρο
δείχνει πια την αμείλιχτη ροή του χρόνου,
που κυλάει προς το τέρμα του εικοστού αιώνα,
στην τροχιά του ογδοηκοστού τετάρτου έτους.

Τούτο σημαίνει πως τα παλιά σκληρά κολλάρα
αναπαύονται τώρα σε κλειστές ντουλάπες και σεντούκια,
πως τα καινούρια σακάκια πήγανε στους μεταπράτες,
μ’ αντάλλαγμα ενός σύγχρονου μπουφάν
κι ενός μπλιού τζην ξεθωριασμένου ή ξεφτισμένου.

Τούτο σημαίνει ακόμα την ανατροπή
ενός κόσμου από καιρό ξεπερασμένου,
που ωστόσο είχαμε πιστέψει στη διάρκειά του.
Σημαίνει και μια κάθετη τομή
στην πανανθρώπινη συνείδηση του ίδιου κόσμου,
που συντελέσθηκε στο χειρουργείο του χρόνου.

Κι ακόμα απλούστερα: τούτο σημαίνει
την τυραννία ενός νέου «Κατεστημένου».
Ιδού λοιπόν τώρα, στηριγμένος πάνω
στη βακτηρία των υπερ-ογδόντα χρόνων μου,
ξαναβρίσκομαι βαρύς και κάπως ανερμάτιστος
στα ίδια κράσπεδα του πέτρινου μνημείου σου,
ω Walter Scott, που κι η δική σου δόξα φαίνεται
πως έχει ξεφτίσει πια στη νέα συνείδηση της πόλης σου.

Δεν είμαι τώρα μονάχος. Οι Οιδίποδες του κόσμου,
έστω και με απείραχτη την όρασή τους,
για να μη σκουντουφλούν στις πέτρες της πικρής τους μοίρας,
κρατιούνται πάντα από ένα αβρό και στέριο χέρι
μιας σύγχρονης καινούριας Αντιγόνης.

Κι εγώ έχω τώρα τη δική μου Αντιγόνη,
που μ’ οδηγεί προσεχτικά με τη στοργή
των είκοσι τεσσάρων χρόνων της, δανείζοντάς μου
την άπληστη αίσθηση ενός αλλότριου κόσμου,
μέσ’ απ’ το πρίσμα μιας καινούριας όρασης.

Έτσι καθώς τρυφερά μου παραστέκεται,
με κάποιο ίσως προκάλυμμα άδηλης ανίας,
σαν τα μικρά παιδάκια στο γρασίδι κάθεται,
θωρακισμένη σ’ ένα μπουφάν και σ’ ένα
στενό παντελόνι με τις ξώραφές του τσέπες.

Αντιλαμβάνομαι το ειρωνικό της βλέμμα,
καθώς ατενίζει τον Walter Scott στο βάθρο του
κι αναρωτιέται τώρα, με πολλήν απλότητα,
δίνοντας έκφραση στο πνεύμα του δικού της κόσμου,
αν δε θάταν πιο βολικό να είχανε στήσει
το άγαλμα αυτό πάνω στο πράσινο γρασίδι,
για νάναι προσιτό στις παιδικές τσουλήθρες
και στα λευκά επιχρίσματα απ’ τα περιστέρια.

Μ’ έσυρε, κρατώντας μου απαλά το χέρι,
στη διπλανή Σκωτσέζικην Ακαδημία,
όπου τα μεταλλικά κατασκευάσματα του Paolozzi
παράσταιναν τώρα το άκρον άωτο της νέας χαρακτικής.

Δεν αντιδρούσα. Κολυμπούσα σαν το ψάρι
με άνεση μες στο πνεύμα του καινούριου κόσμου,
έτσι καθώς η τεντωμένη χορδή της Αντιγόνης
έπαλλε συντονισμένη στο ρυθμό του,
έτσι καθώς κι εγώ δεν είχα χάσει ακόμα
το λεωφορείο του ίδιου τούτου κόσμου.

Δεν αντέδρασα ακόμα κι όταν απ’ το σάκκο της
ανέσυρε το σάντουιτς τυλιγμένο
σ’ ένα χαρτί χρωματισμένο, που παρίστανε
μια μαντόνα ευτραφή του Ραφαήλου.
Τούτο σήμαινε, φυσικά, πως στη συνείδηση
της γενιάς της κι ο Ραφαήλος είχε πια ξεπεραστεί.

Νομίζω πως και του Ροντέν το «Φίλημα»,
που με τη στέρια κλασική δομή του
είχε κρατήσει σ’ έκσταση την εφηβεία μας,
κατρακυλά ανεπαίσθητα και τούτο
μες στη συνείδηση του νέου «Κατεστημένου».

Και μονάχα στο φουσκωτό της Αντιγόνης σάκκο,
ένα λεύκωμα διπλωμένο μ’ επιμέλεια,
κρατά σε τάξη βαλμένα τα μικρά μπρούντζινα γλυπτά
του Ανρί Matisse, που ισορροπούσε φυσικότατα
πάνω στην τεντωμένη αισθητική χορδή της.

Η Αντιγόνη, μεταγγίζοντάς μου το καινούριο πνεύμα,
μέσ’ από ένα κανάλι μισού και πλέον αιώνα,
φαίνεται πως να δοκιμάσει θέλησε την αντοχή μου
σ’ όσα «ανισόρροπα» γύρω μου συντελούνταν,
με την εικόνα μιας απρόσμενης παραίσθησης.

Σκουντουφλώντας πάνω στο ανηφορικό λιθόστρωμα,
μ’ έσυρε με διάκριση ψηλά στο Κάστρο,
στο πολυθρύλητο τούτο κάστρο του Εδιμβούργου,
όπου, κάτω απ’ το φως ενός πλέγματος προβολέων,
ξαναζούσε η παράδοση της ένδοξης Σκωτίας.

Το θρυλικό Tattoo: Η αποθέωση
του πνεύματος της άτυχης Μαρίας Στιούαρτ.
Το αποκορύφωμα της μελωδίας της πίπιζας.
Το ξεδίπλωμα, σε ρυθμική παρέλαση,
της πολύχρωμης ριγωτής σκωτσέζικης φούστας.

Επιτέλους, νά κάτι που σώθηκε από την παράδοση,
κάτι που τώρα σα φάντασμα αναδύεται
απ’ την ανεξερεύνητη και σκοτεινή πύλη
του μυθικού τούτου Κάστρου της Σκωτίας,
έστω και σαν παράφωνο τραγούδι
μες στην άλλη «παραφωνία» της εποχής μας.

Αλλά στους πρόποδες του Κάστρου κι ο πολύς Νουρέγιεβ
διαψεύδει τούτη την πρόσκαιρη αίσθησή μου.
Παραπατώντας τώρα στην παρακμή της τέχνης του,
ξέκοψε απ’ την εξαίσια εκείνη «Λίμνη των Κύκνων»,
άφησε στο λήθαργό της την «Κοιμισμένη Ομορφιά»
και βάλθηκε, πηδώντας στο ρυθμό της εποχής του,
να παριστάνει κωμικές κι άγαρμπες φιγούρες,
από μια δήθεν μοντέρνα «Commedia dell’ Arte».

Κι ο μέγας Μπαχ, μαζί με τον Βιβάλντι,
μες στην κομψότερη αίθουσα του Εδιμβούργου,
όπου οι νέοι Σκωτσέζοι ξέφρενα χειροκροτούσαν,
φαίνεται πως έπρεπε κι αυτοί να τραγουδήσουν
το παράφωνο κάντο της δικής μας εποχής.

Τους ντύσαν με τα παρδαλά ρούχα μιας ορχήστρας,
όπου ο κιθαρίστας φορούσε ρόμπα κόκκινη,
ο τσεμπελίστας μια ριγάτη σκωτσέζικη φούστα,
ο φλαουτίστας παντελόνι αθλητικό με διπλές ρίγες,
και μονάχα ο βιολονίστας ήταν άψογα ντυμένος
μ’ ένα φράκο της εποχής του Γιόχαν Στράους,
αλλά δίχως λουστρίνια, με γυμνά τα πέλματά του,
φορώντας στο κεφάλι ένα λευκό σκουφί μαγείρου.

«O tempora, o mores!» θα μπορούσες ίσως
να ψιθυρίσεις με τα μαρμαρένια χείλη σου,
δύστυχε Walter Scott, αν πια κι εσύ δεν ήσουν
παραχωμένος στη λήθη του δεκάτου ενάτου αιώνα.

Αλλά τώρα, με την καινούρια των πραγμάτων αίσθηση,
διασκελίσαμε σχεδόν τον εικοστόν αιώνα
και τα προσιόντα βήματα αισθανόμαστε
του απρόσιτου για εμάς εικοστού πρώτου.

                        *

Μικρή Αντιγόνη, οι δρόμοι μας εδώ χωρίζονται.
Σ’ ευχαριστώ για τη στοργή προς τον Οιδίποδα,
που ωστόσο κι αυτός, καθώς ίσως το ’χεις διαπιστώσει,
δεν είχε χάσει τη συνείδηση της εποχής του,
πριν εσύ του προσφέρεις το οδηγητήριο χέρι.

Μονάχα εδώ, στο νέο και «σύγχρονο» Εδιμβούργο,
τον βοήθησες με την καινούργιαν αίσθησή σου,
να συνειδητοποιήσει κάτι που δεν το φανταζόταν:
Το θάνατο ενός ογδοντάχρονου Μεγάλου Ονείρου.

Τώρα εσύ φορτωμένη το γεμάτο σάκκο σου,
με τα όνειρα των Matisse, των Paolozzi και των Πίντερ,
είναι καιρός πια να μπεις στο κανάλι της Princes street,
που οδηγεί κατευθείαν προς τη μεγάλη Πύλη
του εικοστού πρώτου αιώνα της γενιάς σου,
που η γενιά μου δεν πρόκειται να την περάσει.

Και μη ξεχάσεις ποτέ του Οιδίποδα το λόγο,
πως αυτά τα απεχθή και μισητά «Κατεστημένα»
ποτέ δεν πεθαίνουν. Εναλλάσσονται μονάχα.

*

Και τώρα, Walter Scott, παλιό ίνδαλμα
των μυθικών προεφηβικών μου χρόνων,
με σεβασμό υποκλίνομαι στη δόξα σου,
που όσο κι αν πάλιωσε, δεν πέθανεν ακόμα,
γιατί κι οι δόξες, όπως όλα τα «Κατεστημένα»,
δεν πεθαίνουν, αλλ’ απλώς μεταλλάσσονται στο χρόνο.

Μονάχος με τη βακτηρία της μοίρας μου,
ανεμίζοντας τα στερνά του αιώνα μου κουρέλια,
να ροβολήσω πρέπει, σκουντουφλώντας πάνω
στις πέτρες που έστρωσε το αμείλιχτο
«Κατεστημένο» της δικής μου εποχής.

Και να βρεθώ κλεισμένος πάλι μες στα τείχη
εκείνης της παλιάς μεγάλης μοναξιάς μου,
ακουμπώντας τώρα το κουρασμένο μέτωπό μου,
στα θερμά γόνατα της δικής μου Πηνελόπης.

Οκτώβριος 1984


____________
Το παρόν κείμενο αποτελεί διάλεξη σε εκδήλωση του Δήμου Θεσσαλονίκης για τα 20 χρόνια από τον θάνατο του Γ.Θ. Βαφόπουλου (Βαφοπούλειο Πνευματικό Κέντρο, Θεσσαλονίκη, 12.11.2016).

Γιώργος Βαφόπουλος, Κατερίνα Κωστίου (1982)



Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1]  Γ.Θ. Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, τόμ. Ε΄: Ύστερα από δέκα επτά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής 1991, 193-202. Βλ. και Γ.Θ. Βαφόπουλος, «Εδιμβούργο 1984», Το Τέλος, Ιανός 1985, 42-49.
Πρβλ. και Θανάση Παπαθανασόπουλου, Ο ποιητής Γ.Θ. Βαφόπουλος, Κριτική επισκόπηση του έργου του. Δεύτερη έκδοση συμπληρωμένη, Μελέαγρος 1993, 221-222 (¹1977).
[2] Βλ. «Σκέψεις του Γ.Θ. Βαφόπουλου πάνω στην ποίηση ειδικά δοσμένες για τον Πόρφυρα», μια συνέντευξη στον Σωτήρη Τριβιζά, Πόρφυρας 5 (Μάρτης 1981) 29.
[3] Βλ. το «Σημείωμα του τυπογράφου» [Φίλιππου Βλάχου] στο Άνθος Φιλητάς, Σύννεφα, Κείμενα 1984, 49-52 και Πρόδρομος Χ. Μάρκογλου, «Σπαράγματα ψυχών και στίχων ή ο ποιητής Άνθος Φιλητάς», εφ. Η Καθημερινή, 13 Οκτωβρίου 1995. Για τη σχέση του με τον Μανόλη Αναγνωστάκη βλ. Άννα Αφεντουλίδου, «Ο Μ. Αναγνωστάκης και το βιολί του Ενγκρ», Bookpress, 25 Ιουνίου 2016: https://www.bookpress.gr/kritikes/idees/anna-afentoulidou-gia-ton-anagnostaki (ανακτήθηκε στις 7.1.2018).
[4] Βαφόπουλος, Σελίδες αυτοβιογραφίας, τόμ. 1: Το Πάθος, 1970, τόμ. Β΄: Η Ανάσταση 1971, τόμ. Γ΄: Ταξίδια και Παρενθέσεις Α΄, 1973, τόμ. Δ΄: Ταξίδια και Παρενθέσεις Β΄, 1975, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», τόμ. Ε΄: Ύστερα από δέκα επτά χρόνια, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1991.
[5] Βαφόπουλος, «Η Οροφή», Τα Ποιήματα, Κέδρος 1978, 171. Όλα τα ποιήματα στο κείμενό μου αντλούνται από την παραπάνω έκδοση, εκτός και αν δηλώνεται άλλη έκδοση.
[6] Ό.π., 173.
[7] Ό.π., 199.
[8] Ό.π., 260-261.
[9] «Η εγκατάλειψη», ό.π., 270.
[10] Ό.π., 284-286.
[11] Ό.π., 289-291
[12] Ό.π., 305-309.
[13] Ό.π., 202.
[14] Θανάσης Παπαθανασόπουλος, Ο. ποιητής Γ.Θ. Βαφόπουλος. Κριτική επισκόπηση του έργου του,ό.π..
[15] Γιώργος Κεχαγιόγλου, «Η ποίηση του Γ.Θ. Βαφόπουλου: μερικά “θέματα για ξετύλιγμα”», Η λέξη, 41 (Γενάρης 85) 9-15.
[16] Βαφόπουλος, «Εδιμβούργο 1984», ό.π., 3-8. Περιλήφθηκε στην ποιητική συλλογή Το Τέλος, Θεσσαλονίκη, Ιανός, 1985, 42-49 [βλ. το «Παράρτημα» στο τέλος του άρθρου μου].
[17] Βαφόπουλος, «Στο Εδιμβούργο», Σελίδες αυτοβιογραφίας, τ. 5: Ύστερα από δέκα επτά χρόνια, Θεσσαλονίκη, ό.π., 193-202.
[18] «Υστερόγραφο τρίτο», Γ.Θ. Βαφόπουλος, Άπαντα τα Ποιητικά, Θεσσαλονίκη, Παρατηρητής, 1990, 428.
[19] Αντρέας Καραντώνης, «Δυο κριτικά κείμενα», Τετράδια Ευθύνης, Σπουδή στον ποιητή Γ.Θ. Βαφόπουλο, 34 (1996) 206.
[20] Το σχετικό του κείμενο έχει περιλάβει στο βιβλίο του Ποίηση και Ποιητές (1983): Γ. Θ. Βαφόπουλος, «Μια τραγική αντινομία», Ποίηση και Ποιητές. Μελετήματα, Θεσσαλονίκη, Ρέκος, 1983, 279-284.
[21] Κατερίνα Κωστίου, Eργογραφία-Bιβλιογραφία Γ. Θ. Bαφόπουλου (1918-1988), Θεσσαλονίκη, Kέντρο Iστορίας Θεσσαλονίκης, Λογοτεχνικό Aρχείο αρ. 1, 1988.
[22] Κατερίνα Κωστίου, «Οι θεμελιακοί κώδικες του ποιητή μέσα από το “Πλέγμα”», Παρατηρητής, 5 (Aπρίλιος 1988) 35-40.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: