Η Σίλια, μια μεσόκοπη γυναίκα, κάθεται δίπλα σ’ ένα παλιό τραπέζι. Διακρίνονται μερικά πιάτα στον τοίχο, ένα ρολόι τοίχου. Πρόκειται γιά μία αντικερί. Η Σίλια κάθεται διαδοχικά σε διάφορες γωνιές του μαγαζιού, συχνά δίπλα σε μιά σόμπα.
Πίνακες ζωγραφικής ούτε που αγγίζω. Το’ χω σαν κανόνα. Είδα πολλούς που την έπαθαν έτσι.
Μπαίνει μια γυναίκα στο μαγαζί, σήμερα το πρωί, κι αρχίζει να ψάχνει την τσάντα της για να μου δείξει κάτι που θα μ΄ενδιέφερε, ήταν ξεχασμένο στο πατάρι κτλ κτλ, το συνηθισμένο λογύδριο. Δεν της είχε κάνει αρχικά εντύπωση, τάχα, μέχρι που είδε κάτι παρόμοιο ―κι αμέσως ήξερα τι θα πει― στην...τηλεόραση σ’ αυτό το πρόγραμμα με τις αντίκες κι ότι ο εκτιμητής απ’ το Christie’s… Τη διακόπτω, «Πλανόδιοι», της κάνω! «Ορίστε;» μου λέει. «Απ’ το Sotheby’s, το Christie’s, όλοι αυτοί. Του δρόμου. Φαίνονται καλλιεργημένοι, άψογα κοστούμια ακόμα και μανικιούρ, αλλά κατά βάσιν, πλανόδιοι.» «Τέλος πάντων», μου λέει, «εκείνος το εκτίμησε στις £2000».
Της απαντάω, «Και τι περιμένατε να πει; Δεν του κοστίζει τίποτα εξάλλου! Αυτός δε χρειάζεται να σηκωθεί στις 4 το πρωί και να κουβαληθεί με το παλιό του Βόλβο ως την άλλη άκρη της Αγγλίας για να κάθεται όλη μέρα κάτω από ένα παγωμένο υπόστεγο, μόνο και μόνο για να γυρίσει με λίγα ξύλινα σουβέρ και μια θήκη για ομπρέλες». Δύο χιλιάδες!! Δεν θα το ‘βαζες ούτε σε καλύβα.
Αυτή συνεχίζει, «Μα είναι γνήσιο λάδι. Κοιτάχτε πόση λεπτομέρεια» ― τη διακόπτω, «Κυρία μου, να με συγχωρείτε, θα ήταν καλύτερα να δοκιμάσετε εδώ πιο κάτω, στο “Καλάθι- Καλαθάκι”». Βασικά είναι καφενεδάκι, αλλά μπορεί ν’ αγοράσει κανείς διάφορα μικροαντικείμενα «δεύτερο χέρι», και η Υβόννη πουλάει και κανέναν πίνακα. Αυτό που δεν της είπα, ότι συνήθως πρόκειται για κάτι ποντικάκια με ποδιές κουζίνας!
Πέρασα απέναντι να τα πω στον Ντέρεκ και τον Σίριλ. Μόλις τους είχε κυριολεκτικά αδειάσει το μαγαζί ένας πελάτης απ' τη Στοκχόλμη. Πορσελάνη. Κυρίως Στάφορντ, που είναι το φόρτε τους. Εμένα προσωπικά δεν μου λέει τίποτα, αλλά αυτοί οι δυό τρελαίνονται. Ίσως γιατί ΄ναι χοντροκομμένα. Εγώ δεν έχω κάποια εξειδίκευση. Αξιόλογα ρουστίκ έπιπλα, θα έλεγα, ξύλο λεύκας η κερασιάς, ειδικά αν είναι επιζωγραφισμένα και βέβαια ρολόγια, όποτε πέσουν στα χέρια μου. Και βάζα παλιά.
Είναι κάποια πράγματα που αρνούμαι να πουλήσω. Αρκουδάκια, για παράδειγμα. Τα αρκουδάκια είναι σκέτος εφιάλτης. Σε μια δημοπρασία στο Σάφοκ είδα με τα μάτια μου ένα αρκουδάκι να σκίζεται στα δύο απ’ τους επίδοξους αγοραστές κι ο ένας τους μάλιστα παπάς!
Τώρα πια όλοι το έχουν γυρίσει στα έξτρα. Μικρά βαζάκια με μαρμελάδα για να συμπληρώνουν τα έσοδα. Μπαίνει μία τις προάλλες και με ρωτάει, «Έχετε καθόλου τουρσί;» Της λέω, «Όσο το Λιντλ δεν πουλάει τραπεζαρίες, ούτε κι εγώ θα βάλω τουρσί στο μαγαζί μου, μαντάμ!» Αλλά να μου πεις, εδώ πουλάνε αρωματικά ποτ-πουρί στο βενζινάδικο, οπότε όλα να τα περιμένει κανείς.
Σκέφτομαι τι θα μου έψελνε ο Λόρενς, «Έλα Χριστέ μου, δεν έβαλα όλο μου το εφάπαξ σ’ αυτή την επιχείρηση για να πουλάω μαρμελάδες!» Είχε κάνει στην εξουδετέρωση βομβών, γι' αυτό κι εμείς στην αρχή κυνηγούσαμε τα ρολόγια. Φυσικά τότε υπήρχαν ακόμα άφθονα. Τότε έβρισκες τα πάντα. Πλούσιο απόθεμα. Κι αν είχες καλό μάτι, που ομολογώ πως έχω, μπορούσες να διαλέξεις ό.τι ήθελες, κάνοντας ακόμα και τον δύσκολο.
Αλλά πάνε αυτά. Τώρα είναι ό,τι αρπάξεις. Κι όλοι για τα λεφτά, τα λεφτά, τα λεφτά! Αν όμως αγαπάς τα όμορφα πράγματα, που είναι κι ο λόγος που κάνω αυτή τη δουλειά, σου ματώνει την καρδιά.
Άσε που όλοι πια πιστεύουν ότι έγιναν εξπέρ κι έχουν πονηρέψει κιόλας. Τους βλέπεις να έχουν βάλει κάτι στο μάτι, αλλά δε ρωτάνε αμέσως, κάνουν τους αδιάφορους, δείχνουν ενδιαφέρον για ένα άσχετο αντικείμενο και ξαφνικά, «Α, επί τη ευκαιρία κι αυτό εδώ το πραγματάκι πόσο κάνει;» Είναι το αρχαιότερο κόλπο στο χώρο και νομίζουν ότι θα πέσεις στην παγίδα. Φυσικά όλα αυτά τα ‘χουν ξεσηκώσει απ’ το κονσερβοκούτι. Εγώ δεν έχω καν. Είπα στη Νάνσι Μπάρναρντ, «Aρνούμαι να δω τηλεόραση!» «Και μεις μη νομίζεις, την έχουμε μόνο για τη Φαίη.» Τη Φαίη... Λες και δε είναι κολλημένες μπροστά κάθε βράδυ κι οι δυό τους.
Μακάρι να μπορούσα να ξεφορτωθώ αυτό το τραπέζι. Θα ‘ταν ιδανικό για κυλικείο. Το αγόρασα ευκαιρία, αλλά πέρασε ένας χρόνος και δεν ενδιαφέρθηκε κανείς. Κι έχει τόσο στιλπνή επιφάνεια. Λεύκα!
(Χαμογελάει σε κάποιον που προφανώς περνάει μπροστά απ’ τη βιτρίνα)
Η γηραιά Δεσποινίς Βέντρις βγήκε να χαζέψει. Αγόρασα δύο πορσελάνινα πιάτα απ’ αυτήν κάποτε, καλά κομμάτια, αλλά περισσότερο σαν χάρη, το ένα ήταν λίγο ραγισμένο.
Φαίνεται πια πολύ εύθραυστη. Κι όμως δεν το βάζει κάτω.
Θαυμάσια καρφίτσα στο παλτό.
(Σκοτάδι)
Μιλάνε μεταξύ τους λες και δεν είσαι παρών. Αυτό το ζευγάρι, που μόλις κοιτούσαν τη γαλάζια σουπιέρα. «£60», του λέει αυτή, «την δικιά μου την πήρα δυόμιση λίρες!» Ναι, αλλά πότε, ήθελα να πω, το 1955;
Και μερικοί είναι τόσο απρόσεκτοι, που σχεδόν πετάνε τα πράγματα στο πάτωμα. ‘Εβαλα κι εγώ τώρα ένα σημείωμα στον τοίχο
Όμορφο να το κοιτάς,
υπέροχο να το κρατάς,
μα σε χρεώνω όταν το σπας!
Κάποιος κοιτάει τη βιτρίνα. Τη γυάλα για τα χρυσόψαρα. Όχι φίλε μου, όσο κι αν σκύψεις, δεν θα μπορέσεις να δεις την τιμή. Ακόμα κι αν πάθεις εξάρθρωση, πάλι δεν θα την δεις. Έχω βάλει το ταμπελάκι προσεκτικά, με τέτοιον τρόπο, που για να το δεις, πρέπει να μπεις στο μαγαζί. Κι απ’ ότι βλέπω, δεν μπαίνεις.
Ακόμα και να το ‘βλεπε, δεν θα καταλάβαινε τίποτα. Χρησιμοποιώ έναν δικό μου κωδικό.
(Κοιτάει την τιμή του τραπεζιού δίπλα της)
Θα μπορούσα να κατέβω στα £1300 το πολύ. Το’ χω κιόλας ένα χρόνο. Ξέμεινε. Ο Λόρενς θα μου τα ‘χε μαζεμένα. Μην κρατάς το στοκ πολύ, πούλα το, κάτι που εκείνος πάντα κατάφερνε να κάνει, ακόμα κι αν δεν έβγαζε πολλά.
«Είναι όπως στο Σκραμπλ», μου ‘λεγε, «αν περιμένεις να φτιάξεις λέξη με 7 γράμματα χάθηκες. Μην είσαι φιλόδοξη. Πέντε λίρες εδώ, δέκα εκεί. Αγόρασε για 10 τη Δευτέρα, πούλα το για 15 την Παρασκευή. Έτσι βγάζεις λεφτά.»
(Το κοιτάει)
Θα ταίριαζε και σε μια αίθουσα συνεδριάσεων. Η και σ’ αυτές τις ανακαινισμένες σοφίτες, τα λοφτ που φτιάχνουν τώρα. Και £1150 πάντως δεν θα ‘ταν άσκημα.
Αναρωτιόμουν συχνά τι να απέγινε η Δεσποινίς Βέντρις. Μια που δεν την είχα δει καθόλου τελευταία, είπα να περάσω να της χτυπήσω την πόρτα, να δω πώς πάει. Μένει σ’ ένα απ’ αυτά τα αρχοντόσπιτα στον Λόφο, η πόρτα απ’ τις παλιές, τις γνήσιες μ’ ένα εξαιρετικό ρόπτρο: χέρι, που σφίγγει μια σφαίρα, σίγουρα θα ’ναι του 1820 η και πιο παλιό... Αν και το σπίτι, εδώ που τα λέμε, δε μοιάζει παρά απλά βικτωριανό. Η πρόσοψη είναι όμως από γύψο και ποτέ δεν ξέρεις τί κρύβεται από πίσω!
Μόλις όμως μπαίνω μέσα, συνειδητοποιώ ότι είναι του 17ου αιώνα και απ’ ότι φαίνεται Α-ΘΙ-ΚΤΟ! Είχα πάντως δίκιο ― δεν ήταν καλά. Στο κρεβάτι εδώ και δύο βδομάδες, γι' αυτό μου άνοιξε η Μέιμπελ, η οικονόμος. Τη Μέιμπελ την ξέρω βέβαια καλά, γιατί συχνά όλο και κάτι φέρνει, μικροπράγματα δηλαδή, ασημένια δοχεία, διακοσμητικά, κουταλάκια, που αμέσως βρίσκω κάποιον να ενδιαφερθεί. Της τα στέλνουν όλα απ’ το Νιούκασλ, λέει, που δυό θείες της έπρεπε να πάνε στο γηροκομείο... Τέλος πάντων! Με συνοδεύει επάνω να δω τη δεσποινίδα Βέντρις, που μου διηγείται όλες τις εξετάσεις που έπρεπε να κάνει και παρόλα αυτά «οι γιατροί ακόμα δε βρίσκουν τι φταίει»... που σημαίνει ότι μάλλον το ΄χουν... βρει...
Το χεράκι της αδύνατο... σαν ξερό φύλλο. Να σου σκίζεται η καρδιά!
Υπέροχο κομοδίνο δίπλα της, σε σχήμα ροτόντας. Μπαίνει η νοσοκόμα και τι κάνει: Αμολάει με φόρα ένα μπουκάλι φάρμακο επάνω. Έγκλημα! Τη βοηθάω να ταϊσει την ασθενή, μόνο που δεν μπορεί να κρατήσει τίποτα μέσα της...
Το κουταλάκι της είναι ασημένιο, και όσο την καθαρίζουν, προσέχω τη σφραγίδα: Μπρίστολ, γύρω στα 1830. (Παύση) Ολόιδιο μ’ αυτά που έφερνε η Μέιμπελ.
(Σκοτάδι)
Αγαπώ την αίσθηση ενός καλού βερνικιού πάνω στην επιφάνεια του ξύλου. Στην σφενταμιά και κυρίως την καρυδιά. Αυτό που σιχαίνομαι είναι το αβερνίκωτο πεύκο για παράδειγμα, τα σουηδικά, όλ’ αυτά. Μερικοί είναι φανατικοί λάτρεις τους, ακόμα και τώρα. Τα ξεγυμνώνουν όλα. Πέντε λεπτά καυστικής επεξεργασίας κι εκατό χρόνια φροντίδας πάνε περίπατο. Έτσι χάνεται όλη η γοητεία τους.
Μου ‘ρθε στο μυαλό τώρα, καθώς σκεφτόμουν τα έπιπλα στης δεσποινίδας Βέντρις, γιατί εκεί είναι όλα λακαρισμένα και επιζωγραφισμένα. Καρυδιά, λεύκα, κερασιά. Είναι σαν πολύτιμο κόσμημα. Πετάγομαι να τη δω πιο συχνά, τελευταία, να ξεκουράσω λίγο και τη Μέιμπελ, αν και η καημένη η γριά έχει σπάνια συναίσθηση του τι συμβαίνει, ούτε καν με προσέχει τις πιο πολλές φορές. Κάθομαι δίπλα στο κρεβάτι με το ρολόι απέναντι να χτυπά, ταξιδιωτικό, λούστρο από ταρταρούγα, πτυχωτή βάση, γύρω στα 1750. Μου θύμισε τον Λόρενς. Πανέμορφο.
Γενικά όπου και να κοιτάξεις, σ’ εντυπωσιάζει κάτι. Ακριβώς όπως ήταν τα σπίτια μέχρι το ’50 και η ποιότητα σχεδόν μουσειακή. Τα ‘χει απ’ τον παππού της έμαθα, που ήταν γνωστός συλλέκτης.
Ρωτάω τη Μέιμπελ, «Τί θ’ απογίνουν όλ’ αυτά;» Απαντάει πως δε νομίζει ότι υπάρχουν συγγενείς, μόνο μια ανηψιά της στον Καναδά κι είχε ακούσει ότι ήταν σ’ενα αεροπορικό δυστύχημα.
Ήταν αδύνατον να την πείσω στην αρχή να μου δείξει το υπόλοιπο σπίτι. Ήταν λέει υποχρεωμένη να ακολουθήσει τις εντολές του δικηγόρου. Της λέω, «Ποιού δικηγόρου;» «Πάτερσον, Μπίτι και Μπράουν», μου λέει. «Α, κανένα πρόβλημα, τον κύριο Πάτερσον τον ξέρω καλά, του πούλησα ένα γραφείο τις προάλλες και του έκανα μια πολύ καλή τιμή.»
Κι όταν παρ’ όλα αυτά έδειχνε ακόμα απρόθυμη, της είπα, «Μέιμπελ, κατανοώ απόλυτα γιατί πρέπει να είσαι τόσο προσεκτική. Είναι τόσο εύκολο να χαθούν πράγματα, ειδικά με τους ηλικιωμένους, ασημικά, μικρές καρφίτσες, με καταλαβαίνεις, πιστεύω...« Έμεινε βουβή για λίγο, οπότε της πετάω, «Δεν αρχίζουμε απ’ τον πάνω όροφο;»
Και δεν πίστευα στα μάτια μου. Κάθε δωμάτιο, θησαυρός! Καταπληκτικό.
Όταν έφευγα, η Μέιμπελ μου ψιθυρίζει, «Θα δω τι μπορώ να κάνω για να στείλουν κάποια πράγματα και σ' εσάς.» Της λέω πως με το όποιο κέρδος θα έβγαζα, θα μπορούσα να της δώσω και κάποια λίγα ποσοστά – φυσικά, αν τελικά συμβεί το μοιραίο. Μου λέει, «Σύμφωνοι. Αν και σήμερα φαινόταν καλύτερα. Μέχρι που έφαγε λίγο. Αλλά τι τα θες, αρκεί να κοιτάξεις κάτω απ’ το νυχτικό της, έχει σχεδόν λιώσει.» «Έτσι είναι», της λέω, «και δε μου λες, πού το βρήκε αυτό το νυχτικό;» Μου λέει, «Της γιαγιάς της. Όλα χειροποίητα. Έχει καμιά ντουζίνα στην ντουλάπα της, τα περισσότερα αφόρετα.» Τραγικό.
Φυσικά ήταν θέμα χρόνου, ώσπου να πλησιάσουν οι καρχαρίες. Όπως καθόμουν το απόγευμα δίπλα στο κρεβάτι της, κατέφτασε κι ο Ντέρεκ με μια γαλατόπιτα, απ’ αυτές που φτιάχνει ο Σίριλ. Η Μέιμπελ δεν τον άφησε καν να μπει, αλλ’ ώσπου να φύγει, να 'σου κι η Νάνσι Μπάρναρντ μ’ αυτά τ’ απαίσια κόκκινα παντελόνια και τη ρωτάει αν θέλει να της φέρει αυτά τα δυναμωτικά βότανα απ’ τους βάλτους της Παραγουάης, που έκαναν τόσο καλό σ’ αυτήν και την Φέι, τα πήρε απ’ το Τσέλμσφορντ, να της φέρει; Λέω στη Μέιμπελ, «Είναι όλοι τους τόσο προβλέψιμοι.»
Η δεσποινίς Βέντρις έχει αποκοιμηθεί και βρίσκω την ευκαιρία να εξετάσω λίγο το κρεβάτι. Ρουστίκ, γύρω στα 1830, θα έλεγα, βαμμένο, που πάντα εγκρίνω και σε τέλεια κατάσταση. Το κουδούνι χτυπάει πάλι κι όσο η Μέιμπελ είναι στο ισόγειο, σηκώνω το στρώμα κι όπου η μπογιά δεν έχει ξεφτίσει, είναι σαν καινούργιο.
Όπως στρώνω πάλι το σεντόνι, βλέπω ότι έχει ανοίξει τα ματάκια της και με παρατηρεί. Νομίζω είπε, «Ικανοποιημένη;» Αλλά αμέσως μετά μπήκε μέσα η Μέιμπελ. Βέβαια σ’ αυτό το στάδιο της αρρώστειας, κανείς δεν ξέρει αν είναι ακόμα με τα σωστά της.
Ήταν ο ιερέας, που ήρθε να την επισκεφτεί για να την κοινωνήσει, μια κι ο γιατρός δήλωσε ότι οποιαδήποτε στιγμή πια μπορεί να είναι η τελευταία. Εγώ κι η Μέιμπελ τον αφήνουμε να κάνει τη δουλειά του, απλά στεκόμαστε ευβλαβικά στην άκρη. Φορούσε ένα κεντημένο ράσο με το οποίο κάλυπτε το δισκοπότηρο, 1900-1920 και πράγματι θεσπέσιο. Κρίμα που δεν μπορεί να φανεί χρήσιμο σε κάτι.
(Παύση)
Φυσικά, όταν μου είπε «Ικανοποιημένη», μάλλον ενοούσε ότι ...η επίσκεψή μου την είχε ικανοποιήσει.
(Σκοτάδι)
Ρωτάω τη Νάνσι. «Είμαι άνθρωπος;» «Τι εννοείς;» μου λέει.» Είμαι άνθρωπος», λέω, «ή απλά μια στυγνή επαγγελματίας, που κυνηγάει ευκαιρίες.» Γιατί αυτό εννοούσε η κυρία αυτή. Τής απάντησα, «Εγώ ερχόμουν εδώ σαν φίλη.» Μου κάνει, «Το ξέρω αυτό.» Κατακόκκινη ζακέτα, ασορτί κραγιόν και στην κηδεία δερμάτινο παντελόνι. Ακόμα κι η Νάνσι εδέησε να φορέσει ένα φουστάνι. Ανηψιά της, σου λέει μετά... Δεν είχε καν γνωρίσει ποτέ τη δεσποινίδα Βέντρις, μετακόμισαν στον Καναδά, όταν αυτή ήταν 6 χρονών. Η Μέιμπελ με άφηνε να πιστεύω ότι είχε πέσει με το αεροπλάνο. Τελικά, είχε απλώς σπάσει το κεφάλι της σε αυτοκινητιστικό.
Και βέβαια τα κληρονομεί όλα. Πράγμα που το περίμενα, μόνο που δεν πρόλαβε να δει το σπίτι κι αποφάσισε ότι εκτός από καναδυό καλά κομμάτια που θα κρατήσει εκείνη, τα υπόλοιπα θα τα στείλει σε δημοπρασία στο Λονδίνο.
Της λέω, «Κυρία Μπέρκοβ, είμαι σίγουρη ότι κάποιοι ντόπιοι αγοραστές θα σας έκαναν πολύ καλή προσφορά και δεν θα χρειαζόταν έτσι να δώσετε και προμήθεια για τη δημοπρασία.» Αλλ’ απ’ ότι φαίνεται, δεν θα τη χρεώσουν πολλά, τα πράγματα είναι τέτοιας αξίας, που τα συμφώνησαν μεταξύ τους.
Και τότε έβγαλε να μου δώσει ένα κουτί με μικροαντικείμενα. Της στάθηκα της θείας της, είπε, και το αναγνωρίζει κι ήθελε να μου δώσει κάτι σαν «ευχαριστώ».
Της είπα, «Σας ευχαριστώ κι εγώ, αλλά δεν ήθελα να μου ‘χαρίσετε’ τίποτα, τουναντίον» και με διακόπτει, «Ακόμα καλύτερα», γιατί μπορεί να έμπλεκε και με τους δικηγόρους, «οπότε να πούμε μου χρωστάτε ένα τάληρο, έτσι για τους τύπους.» Απαντάω, «Ξέρετε, εγώ δεν ασχολούμαι με ψιλολόγια.» Και μου λέει, «Εάν πάντως μου δώσετε 5 λίρες και βγάλετε μεγαλύτερο κέρδος, θα μπορούσατε να το δωρίσετε σε κάποιο φιλανθρωπικό σκοπό.» Τη ρωτάω, «Με τι ασχολείστε στον Καναδά;» «Δημόσιες σχέσεις», μου λέει. Της κάνω, «Τότε θα πρέπει να είστε σε διακοπές», της δίνω 5 λίρες, παίρνω το κουτί και φεύγω.
Αλλά αυτή μπορεί να νόμιζε ότι ήμουν απλά ευγενική, τι περιμένεις από Καναδούς.
Δεν είχα το κουράγιο ούτε να τ’ ανοίξω αυτό το κουτί. Τώρα μόλις έριξα μια ματιά. Κι είναι όπως τα περίμενα. 'Ενα-δυό γυάλινα τασάκια που θα πιάσουν 1-2 λίρες το καθένα, μία μεταλλική ταμπακέρα, όλα για το καλάθι με τα διάφορα απομεινάρια. Το μόνο που φαίνεται λίγο πιο ενδιαφέρον, είναι ένα, κάπως μουτζουρωμένο, σχέδιο που δείχνει ένα δάχτυλο, πιστεύω δηλαδή ότι είναι σχέδιο, ίσως όμως απλά αντίγραφο, τέλος πάντων, η κορνίζα όμως είναι πράγματι ξεχωριστή. Αρκετά μικρή, αλλά με δύο πορτάκια που ανοίγουν, φέρνει σε τρίπτυχο, μάλλον του 19ου αιώνα. Όταν αδειάσω θα βγάλω το σχέδιο απ’ την κορνίζα και θα βάλω κάτι πιο συμβατικό, λουλούδια, ίσως ή κάτι. Να το βελτιώσω. Μορεί να πιάσει και 30 η και 50 λίρες, ποτέ δεν ξέρεις.
(Παύση)
Περίεργο πράγμα για να βάλει κανείς σε κορνίζα. Ένα δάχτυλο.
(Σκοτάδι)
Νομίζω το τραπέζι θα πουληθεί τελικά. Μπήκε το πρωί, πολύ νεαρός. Κατσαρά μαλλιά. Δεν τον έκανες πάνω από 20. Τον ρώτησα αν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο, μου λέει, ναι, ψάχνει ένα δωράκι για τη μνηστή του, αλλά του έκανε εντύπωση το τραπέζι. Δε ρώτησε για την τιμή, που ‘ναι καλό σημάδι, απλά μου ζήτησε να του μετρήσω τις διαστάσεις. ‘Οση ώρα έκανα να βρω το μέτρο, περιεργαζόταν κάποια άλλα κομμάτια. Είχα βγάλει έξω το σχέδιο της δεσποινίδας Βέντρις για να το αντικαταστήσω το μεσημέρι με κάτι άλλο και το ’χα αφήσει πρόχειρα πάνω στο τραπέζι. Το σήκωσε και το ’βαλε γρήγορα παράμερα για να δει καλύτερα την επιφάνεια του τραπεζιού. Όταν τέλειωσα το μέτρημα, έσκυψε να το κοιτάξει κι από κάτω. Υπήρχε λίγο σαράκι, αλλά θα ήταν περίεργο να μην είχε καθόλου, τόσο παλιό έπιπλο και τέλος πάντων συμφωνήσαμε ότι μάλλον ήταν νεκρό. «Λοιπόν», ρωτάει μετά, «ποιά είναι η καλύτερη τιμή που μπορείτε να μου κάνετε;» Το’χα πάρει 1100 πριν ένα χρόνο, οπότε είπα, «Δεν θα μπορούσα να κατέβω κάτω απο 1700. Έστω 1650. Είναι λεύκα!» «Το ξέρω», μου λέει. «Είναι πολύ ωραίο! Αν χωράει στο δωμάτιο, θα είναι ακριβώς αυτό που ψάχναμε.» Του δίνω κι εγώ την κάρτα μου για να γράψει τις διαστάσεις και θα μου τηλεφωνήσει το απόγευμα.
Όπως έφευγε, πιάνει πάλι την κορνίζα και λέει, «Τι είναι αυτό;» «Τι να είναι», απαντάω, «ένα δάχτυλο». «Δεν είμαι και σίγουρος αν μ’ αρέσει», μου λέει, «αλλά η κορνίζα ειναι όμορφη. Πόσο κάνει;»
Μου ακουγόταν καλλιεργημένος, ας το ρισκάρω, σκέφτηκα, και του λέω, «100 το χαμηλότερο που θα μπορούσα να κατέβω.» Κι εκεί τον βλέπω να το αφήνει πάλι, χωρίς πολλά χασομέρια. «Η κορνίζα μόνο», του λέω, «αξίζει τουλάχιστον 100.» «Μα η κορνίζα κυρίως μ΄ενδιαφέρει», μου λέει.
Κάνω ότι κοιτάω το τιμολόγιο μου και υποχωρώ. «Για σας, 90 λίρες κι αν δε σας αρέσει το σχέδιο, θα μπορούσα να το βγάλω.» «Όχι, όχι μην μπείτε στον κόπο, θα το κάνω εγώ», μου λέει κι εκείνη τη στιγμή καθώς είχε μπει κι άλλος πελάτης, μου γράφει στα γρήγορα μία επιταγή. Το δίπλωσα και τον ρωτάω, «Και θα με ειδοποιήσετε για το τραπέζι, έτσι δεν είναι;» «‘Ορίστε;» ρωτάει. «Το τραπέζι,» του λέω. Κι όπως έβγαινε λέει, «Και βέβαια. Θα σας πάρω απόψε κιόλας. Πιστεύω θα είναι τέλειο.»
Μόλις γύρισα απ’ την τράπεζα, εξαργύρωσα την επιταγή και τώρα περιμένω να πάρει τηλέφωνο. Το περίεργο είναι ότι είχα ήδη «κατέβει» στις 90, αλλά αυτός φαίνεται ήταν τόσο βιαστικός, που ‘γραψε το τσεκ για 100.
(Σκοτάδι)
«Όχι», είπα. «Δεν είμαι ο τύπος ανθρώπου που κρατάει κακία. Όπως είχα κι εγώ κάποιο κέρδος, είχαν κι αυτοί. Έτσι λειτουργεί ο χώρος της αντίκας.» Με στήσανε μπροστά απ' το μαγαζί, η κοπέλα στάθηκε πίσω απ’ την κάμερα ―έπρεπε να την κοιτάω, είπε― και με ρώτησε, αν θα ζητούσα κάποια αποζημίωση. Απάντησα: «‘Οχι, δεν νομίζω να ζητήσω και σίγουρα εκείνοι δεν πρόκειται να προσφερθούν. Φυσικά θα ήταν πολύ ευγενικό εκ μέρους τους , αν έκαναν αυτήν την κίνηση... νομίζω, εγώ στη θέση τους θα την έκανα... σε μια τέτοια περίσταση.» (Παύση)
Για να είμαι ειλικρινής, δεν θυμόμουν τίποτα απ’ το περιστατικό, ήταν πριν έξι μήνες ―τουλάχιστον! Έπρεπε να κάνουν, λέει, διάφορα τεστ― για να εξετάσουν ...το χαρτί, μάλλον ...
Κι ένα πρωί ξαφνικά η Νάνσι από απέναντι αρχίζει να μου χτυπάει στο παράθυρο ―πριν καλά καλά ανοίξω― κρατώντας μια εφημερίδα και δείχνοντάς μου τη φωτογραφία στην πρώτη σελίδα... και βλέπω τον ...νεαρό, που κρατούσε μια μεγένθυση του «δαχτύλου», το οποίο λένε όλοι οι ειδικοί, οι περισσότεροι...τέλος πάντων, είναι σχέδιο του Μιχαήλ Αγγέλου!! Μία σπουδή, μία απ’ τις ελάχιστες, απ’ ότι φαίνεται, για το χέρι του Θεού, που βρίσκεται στο παρεκκλήσι...στο ταβάνι της Καπέλα Σιξτίνα.

«Ήμουν σίγουρη ότι το είχα ξαναδεί κάπου», λέει η Νάνσι, «κι ήταν η Φέι που μου το υπενθύμισε», κολλημένη στην τηλεόραση ως συνήθως μου κάνει: «Είναι ακριβώς σαν το δάχτυλο που βάζουν στην αρχή του Σάουθ Μπανκ Σόου! Τι κρίμα, αν έβλεπες και συ τηλεόραση, θα το ‘χες καταλάβει.»
Αυτό που το κάνει ιδιαίτερα ενδιαφέρον, είπανε, είναι το δαχτυλίδι. Ο Θεός δε φοράει δαχτυλίδι στο ταβάνι, και γιατί να φοράει, θα μου πεις, αλλά το δαχτυλίδι στο δικό μου... στο σχέδιο, έχει πολύ αμυδρά τη βούλα τού Πάπα που ανέθεσε το όλο έργο, Σίξτος ή κάπως έτσι, που ήταν ο μαικήνας του ζωγράφου. «Πολύ σατιρική αυτή η πινελιά του Μικελάντζελο», θεωρούν ...μόνο που εγώ δε βλέπω το αστείο... Αλλά ολ’ αυτά, όπως καταλαβαίνει κανείς, φουσκώνoυν την τιμή που περιμένουν να πιάσει. Δεν έχει ακόμα πωληθεί αλλά μπορεί να πάει πολύ ψηλά... πέντε εκατομμύρια... δέκα εκατομμύρια... μοναδικό ... ένα δαχτυλάκι.. τόσο δα μικρό.
«Πώς την έπαθες έτσι», λέει η Νάνσι και την κόβω: «Αυτά συμβαίνουν.» Μόνο που όταν έφυγε επιτέλους, αισθάνθηκα ναυτία. Ο νεαρός που το αγόρασε και μου’ χε φανεί τόσο καθωσπρέπει, ήταν κάποιο λαγωνικό απ’ τις δημοπρασίες των Christie’s. Στην εφημερίδα ανέφερε ότι το πήρε σ’ ένα παλιατζίδικο. Άκου ...παλιατζίδικο!
Φυσικά αυτή που θα ‘πρεπε να ‘χει αρρωστήσει κυριολεκτικά είναι η ανηψιά, η κυρία Μπέρκοβ. Δε νομίζω να είχε καν κοιτάξει τι είχε μέσα το κουτί, οπότε μάλλον δε θα ΄χει ιδέα. Γι' αυτό της έγραψα ένα γράμμα να την πληροφορήσω. Τουλάχιστον αυτό θα της κόψει το γέλιο.
Είμαι αρκετά απασχολημένη. Πολύς κόσμος που μπαίνει για να ριξει μια ματιά. Σ’ εμένα κυρίως. Αλλά όλο και κάτι αγοράζουν. Χτες μόνο, πούλησα 3 μπουκάλια λεμονάδας. Μόνο που δεν έχω αρκετό στοκ. Κι είναι πολύ νωρίς ακόμα για εκπτώσεις.
Έχω πήξει στις τομάτες. Γι' αυτό κι εγώ έφτιαξα πελτέ. Διακοσμητική ταμπελίτσα και καπάκι καλυμμένο με φραμπαλά. 95 πένες το βαζάκι. Είχα πουλήσει κιόλας τρία μέχρι το μεσημέρι.