ΠΡΟΛΟΓΙΚΑ
Το κακό απαιτεί το σκοτάδι για να γίνει στα κρυφά και να μείνει κρυμμένο, αφού η κατάπληξη ή ο τρόμος που προκαλεί, γίνονται απειλή εναντίον του, πράγμα που το κρατά σε διαρκή ετοιμότητα. Ο κύκλος που διαγράφεται είναι αέναος και φαίνεται φαύλος, χωρίς να είναι, μιας και η βλάβη των παθόντων βαραίνει περισσότερο από την ωφέλεια της συμπαράστασης όσων από τους ευεργετημένους έτυχε να γλυτώσουν και τους ευγνωμονούν. Εξού και οι εναγώνιες προσπάθειες κάποιων από τα θύματα να πάνε στη ρίζα του, εκεί όπου φωλιάζει η τυφλή δίψα του παρανοϊκού, του σαδιστή, του αχόρταγου να εξουσιάζει, να βασανίζει, να πίνει το αίμα όσων τόσο πολύ τον φοβούνται που ελπίζουν και, μερικές φορές, είναι βέβαιοι πως θα πάρουν τη θέση του.
«…Ο αναγνώστης, αν έτυχε να διαβάσει τις Έρευνες για την ανθρώπινη ελευθερία του Σέλινγκ (1809), σκέφτεται πως το μυθιστόρημα Οι Δακτύλιοι του Κρόνου
είναι το πείραμα που αριστοτεχνικά καταστρώνει ο Ζέμπαλντ για να επαληθεύσει τις υποθέσεις του Γερμανού φιλοσόφου σχετικά με το φυγόκεντρο κακό, στην πάλη του κατά του κεντρομόλου καλού που το τρέφει∙ πάλη που φανερώνει τον τρόμο για τη δημιουργία που δοκιμάζουν οι δυνάμεις της εκμηδένισης.
Πεδίο ανάδειξης της σύγκρουσης καλού και καλού, χειραγώγησης-χειραφέτησης απέμεινε η λογοτεχνία ως η μόνη κατάλληλη να αντισταθμίσει τον τρόμο που προκαλεί η κατάσταση εξαίρεσης με την επιθυμία ενός άλλου κόσμου, επιθυμία που ωθεί συγγραφείς να ζωντανέψουν καταστάσεις που χωρίς να ηρωοποιούν τα θύματα, εντείνουν ή ανατρέπουν την θυματοποίηση των μυθιστορηματικών ηρώων.
Στις αβυσσαλέες συγκρούσεις που αποτυπώνει το αρχαίο και το σύγχρονο δράμα, με την συνέργεια της ελεύθερης φαντασίας, της διάνοιας και της κριτικής δύναμης του αναστοχασμού, ο αναγνώστης ανακαλύπτει την αξία του εν εγρηγόρσει ονείρου όσο παραμένει έγκλειστος στην σφαίρα της ιδιωτικής ζωής, αλλά και ενός κοινού αγωνισμού και οράματος, όταν αποφασίσει να δώσει το παρόν του στη δημόσια ζωή.
Ο Μπρετόν στο δοκίμιό του Ο τρελός έρως (1937) υποστήριξε ότι μόνον όταν απαλλαγούμε από την ιδέα της υπεροχής ενός αγαθού που υπαγορεύει καθήκοντα, στο πλαίσιο της κατεστημένης ηθικής κανοναρχίας, μόνο τότε θα αξίζει να ανακινήσουμε το πρόβλημα του κακού. Ώσπου να γίνει αυτό, θα εξακολουθούμε να σχηματίζουμε παραστάσεις ενός έμφυτου κακού και να μιλούμε γι΄ αυτό ενθουσιωδώς, δικαιολογώντας, έτσι, την βλοσυρότητα που δείξαμε απέναντι στην φύση, ζητώντας τον καταδαμασμό της∙ απόβλέψη που ανέδειξε την Τεχνική σε μυθική δύναμη υπερελέγχου. Για τον Μπρετόν, μόνον όταν θα έχουμε πάψει να συνδέουμε την υπεροχή του αγαθού με την δεοντοκρατία, μόνον τότε θα μπορούμε να υιοθετήσουμε μιαν ήρεμη στάση απέναντι στην φύση που θα μας επιτρέψει, αντί να αιωρούμαστε μεταξύ λατρείας και απέχθειας, να αναρωτηθούμε αν αισθανόμαστε αγάπη ή μίσος για την ίδια τη φύση μας , όπως ο Γκαίτε αναρωτήθηκε αν αγαπούσε ή μισούσε έναν σύγχρονό του, τον Βίλαντ. Ο Γκαίτε αρκέστηκε να παραδεχθεί ότι δεν ήξερε αν τον αγαπούσε ή τον μισούσε. «Δεν ξέρω» ομολογούσε, «κατά βάθος είμαι κι εγώ ένα κομμάτι του».
Αυτά λέει ο Μπρετόν με αφορμή συνειρμούς που τον πήγαν σε ένα επεισόδιο της Nouvelle Justine, όπου ο συγγραφέας της ντε Σαντ εξετάζοντας, μια μέρα, την Αίτνα, έγραψε πώς το στήθος της ξερνούσε φλόγες και πως ο ίδιος επιθυμούσε να είναι αυτό το φημισμένο ηφαίστειο. Υποκινούμενοι από το κοινό μίσος τους για την φύση, ο Ζερόμ και ο Αλμάνι, οι δυο ήρωες του βιβλίου του ντε Σαντ εμφανίζονται, στους αντίποδες του ρουσοϊκού αγαθού πρωτόγονου, ως δήμιοι της φύσης που προσπαθούν να βρουν το μυστικό να προκαλούν σεισμούς ή εκρήξεις, στις οποίες η φύση δεν θα είχε άλλη επιλογή από το να συγκατατίθεται. Την ίδια στιγμή, ο ντε Σαντ, διαμετρικά αντίθετος με απόψεις μεταγενέστερων μοντέρνων διανοητών, δηλώνει ότι η θανατική ποινή ήταν το φοβερότερο πράγμα, γι΄αυτόν, μολονότι, σε όλα τα έργα του, παριστάνει την θανάτωση του άλλου ως αγαθό. Στο έργο του Η φιλοσοφία του Μποντουάρ, καταδικάζει μάλιστα την καταδίκη της θανατικής ποινής επικαλούμενος την αρχή σύμφωνα με την οποία δεν μπορεί κανείς να επιβάλλει εν ψυχρώ μια τιμωρία σεεγκλήματα που προξενεί το άλογο ξέσπασμα των παθών. Και με την αρχή αυτή που είναι η βάση των κρίσεων του, ο ντε Σαντ διακηρύσσει ότι δεν είναι επιτρεπτό ούτε αποδεκτό να μπορεί κανείς να τιμωρεί κάποιον ώς το σημείο να τον θανατώνει, με δικαστική απόφαση που υπαγόρευσε η ψυχρή λογική.
Με την αναφορά του στον ντε Σαντ, ο Μπρετόν επιχειρεί να δείξει ότι ο ένας μαγνητικός πόλος για το κακό είναι το ανθρώπινο πνεύμα, ο άλλος είναι η ίδια η φύση∙ δυο αντίθετες μεταξύ τους δυνάμεις, που η μια θέλει να ιδιοποιηθεί την άλλη, όχι μόνο για την επιτέλεση μορφογενέσεων , αλλά και καταστροφών. Για να εξηγήσει την σχέση της φύσης με το πνεύμα ―πηγές του καλού και του κακού και τα δυο― ο Μπρετόν ανατρέχει στον μαγνητισμό, αφού η φύση ασκεί έλξη στο πνεύμα, και το αντίστροφο.
Το ζήτημα της μαγνητικής έλξης-απώθησης μεταξύ φύσης και πνεύματος, το οποίο θέτει ο Μπρετόν, το αντιμετώπισε, νηφαλιότερος από τον ντε Σαντ, διαλεκτικά και ομολογουμένως πιο ψύχραιμα ο Καντ, ξεπερνώντας την μηχανιστική κοσμοαντίληψη που επικαθορίζει τη νευτωνική φυσική, όπως, άλλωστε, και την κατηγορική προσταγή στην οποία αναφέρθηκε στην Κριτική του Πρακτικού λόγου
(1788), πιθανό για να δείξει ως ντεϊστής που ήταν ότι δεν είχε σχέση με τον αθεϊσμό που του καταλόγισαν οι αντιδιαφωτιστές, όταν λίγο μετά, με οδηγό τον Αριστοτέλη, γράφει την Κριτική της κριτικής δύναμης, όπου, τώρα, η φύση ως οργανική τελολογική δύναμη προικίζει το ανθρώπινο πνεύμα με ιδιοφυία και το καθιστά ικανό να μεταστρέφει δόλιες βλέψεις σε βλέψεις με τις οποίες η οργανική φύση και η ανθρώπινη φύση δίνουν στην Ιστορία προορισμό και κατεύθυνση. Για τον Καντ, ο άνθρωπος, αν και κακός από την φύση του, εγωπαθής, φίλαρχος, άπληστος, αντί για το κακό, κάνει, πολλές φορές, το καλό.
Πολλές φορές! Αλλά πόσες; Ο Καντ, θα μπορούσε να συμπεράνει την ισορροπία της άγριας και ειδυλλιακής φύσης, ανατρέχοντας στα τοπία του Βατό. Όλως παραδόξως, στην Κριτική της κριτικής δύναμης (1790), δεν αναφέρεται σε συγκεκριμένα ζωγραφικά έργα. Έτσι θα πρέπει να ξαναπάμε από την τέχνη στην φιλοσοφία για μιαν ευθύβολη κατανόηση.
Στο Υπόγειο του Ντοστογιέφσκι διαβάζουμε:
« …Βλέπετε, αν κάποτε η βούληση συναντηθεί με την κρίση, τότε πια θα κρίνουμε και δεν θα θέλουμε. Κυρίως για τον λόγο ότι είναι αδύνατο, διατηρώντας την κρίση, να θέλουμε πχ. ανοησίες και να εναντιωνόμαστε εν γνώσει μας στη λογική, επιζητώντας εκείνα που μας βλάπτουν…»
Και παρακάτω :
«Βλέπετε, κύριοι, η κρίση είναι καλό πράγμα, αυτό είναι αναμφισβήτητο, μα η κρίση είναι μόνο κρίση και ικανοποιεί μονάχα τις λογικές ιδιότητες του ανθρώπου, ενώ η βούληση είναι εκδήλωση ολόκληρης ζωής, δηλ. της ζωής κάθε ανθρώπου που συμπεριλαμβάνει στο φάσμα της την κρίση και τη λογική και όλων των άλλων. Και μολονότι η ζωή μας, στην εκδήλωσή της, συχνά καταντάει μια μικροαθλιότητα, είναι πάντα ζωή κι όχι απλό εξαγόμενο τετραγωνικής ρίζας . Είναι απολύτως φυσικό πχ, να θέλω να ζήσω για να ικανοποιήσω όλες μου τις ικανότητες κι όχι μόνο για να ικανοποιώ μια μόνο, την ικανότητα της κρίσης, κάπου, δηλαδή, το ένα
εικοστό της συνολικής ικανότητάς μου για ζωή. Τι ξέρει η κρίση; Η κρίση ξέρει μονάχα εκείνο που πρόφτασε να μάθει (είναι πολλά που μπορεί να μη τά ‘μαθε ποτέ. Αυτό μπορεί να μην είναι παρήγορο, μα γιατί τάχα να μη το πω;) ενώ η ανθρώπινη φύση ενεργεί όλη, συνολικά, με όλα όσα έχει μέσα της, συνειδητά και ασυνείδητα και, μολονότι σφάλλει, ζει, ωστόσο. Υποπτεύομαι, κύριοι πως με κοιτάτε με συμπόνοια, όπως δεν μπορεί ο φωτισμένος και εξελιγμένος άνθρωπος, μ΄ άλλα λόγια, όπως θα ναι ο μελλοντικός άνθρωπος, εν γνώσει του να θέλει κάτι ασύμφορο γι΄αυτόν, όπως είναι τα μαθηματικά».
Ο ήρωας του Υπογείου, ένας από χρόνια συνταξιούχος δημόσιος υπάλληλος, έχει κατά νου τις αντικειμενικές προσδιοριστικές κρίσεις που αρθρώνει η τυπική, αξιωματική και μαθηματική λογική της σύγχρονης επιστήμης, με φορέα το ατομικιστικό εγώ , ξένο από τον έξω κόσμο των άλλων, που κρατά υπό τον έλεγχό του το ασυνείδητο και απωθεί τις φωνές που το καθιστούν θύμα των τρομερών ενορμήσεων του έρωτα και του θανάτου, της δημιουργίας και της καταστροφής, ενορμήσεων, που το παρασύρουν να παραβιάζει το αποδεδειγμένο και αναντίρρητο 1+1=2. Γιατί από τα μαθητικά θρανία ακόμη, του έμαθαν να πιστεύει πως η ανορθόλογη επιθυμία διαφωνεί με την θετικιστική ratio, με την οποία η αναδυόμενη φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων υποκατέστησε την επιστήμη της κριτικής , την εκκοσμικευμένη δηλαδή, φιλοσοφία στον ρόλο της γνωσιοθεωρίας, και την ανθρωποκεντρική μεταφυσική στο ρόλο της κοσμοαντίληψης και της οντολογίας, καταργώντας, έτσι, τα ριζικά ερωτήματα του τι, του γιατί, και προς τι πραγμάτων που μας βασανίζουν. Αγνοεί έτσι ακόμη και τις δικές του συνειδησιακές κρίσεις που με την συνέργεια μιας βούλησης-σφήνας στην καρδιά του πνεύματος, ανοίγεται με τόλμη στον πόθο του ωραίου ή του θετικού και ρίχνεται με πάθος να το πραγματώσει. Πράγμα που δεν είναι μύθος ή ψέμα, αλλά αλήθεια που επιβεβαιώνει η έμπρακτη, συγκεκριμένη πραγματικότητα. Γι αυτό και ρωτά τους φανταστικούς ακροατές του αν ο άνθρωπος μπορεί εξεπίτηδες, συνειδητά, να θέλει κάτι, ακόμη και βλαβερό γι’ αυτόν ή πολύ ανόητο, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να θέλει μονάχα τα σωστά και τα λογικά, ακόμη και αν αυτά είναι, σε ορισμένες περιπτώσεις, συμφερότερα.
Γιατί, ενώ έτσι αντιβαίνει και στα πιο στέρεα λογικά συμπεράσματα, διατηρεί παρόλ’ αυτά το κυριότερο και το προσφιλέστερο , δηλαδή την προσωπικότητα και την ατομικότητα του.
Ο Ντοστογιέφσκι, μέσω του ήρωά του Υπογείου, τονίζει πως η προσωπικότητα του είναι για τον άνθρωπο πραγματικά το πολυτιμότερο πράγμα και η βούλησή του, αν δεν την καταχράται, μπορεί και συμφωνεί με την λογιστική5 κρίση του. Πολύ συχνά, όμως, και ίσως, τις περισσότερες φορές, όσα θέλει, επιτακτικά και απόλυτα, διαφωνούν με αυτήν. Ο Ντοστογιέφσκι, μέσω του ήρωά του, στηλιτεύει τον στυγνό ορθολογισμό με τον οποίο όλοι συνδέουν το καλό, αφού κρατά υπό τον έλεγχό του το ασυνείδητο, και την επιθυμία που εδράζει σ΄αυτό, όπως δεν δίστασε να υποστηρίξει και ο Φρόιντ , λίγα χρόνια μετά το θάνατο του Ρώσου συγγραφέα. Αλλά ο Φρόιντ, ομονοώντας με το θετικιστικό πνεύμα της εποχής του, παρέβλεψε ότι η επιθυμία, στα άδυτα του id, δίνει το έναυσμα για την αναζωπύρωση των παθών, πηγή έμπνευσης για τον καλλιτέχνη που τολμά να συγκρουσθεί με την ακαμψία της ratio, δείχνοντας ότι η πραγματική και συγκεκριμένη ζωη αναιρεί τα αξιώματα της τυπικής λογικής. ‘Οπως και ο ήρωας του Υπογείου, ο Φρόιντ κάνει πως αγνοεί ότι η επιθυμία τρυπώνει στα μύχια του πνεύματος και διαπερνώντας τη συνείδηση, συνεργεί με την έλλογη κριτική δύναμή της, με την οποία αποκρυπτογραφεί το ιστορικο-κοινωνικό, αλλά ακόμη και το ριζικό φαντασιακό, ρίχνοντας φως στα άδυτα του χαοτικού δυναμικού της. Να γιατί η κρίση συνειδήσεως,που κάνει τον Ρασκολνικοφ να παραδοθεί στη δικαιοσύνη, μετά το φονικό που διαπράττει, είναι λυτρωτική, καθώς μετατρέπει την τιμωρία σε σωτηρία.
Ο Χέρμαν Μπροχ, επί τα ίχνη του ντοστογιεφσκικού Υπογείου, και έχοντας κατά νου την αξιακή βούληση που εμφιλοχωρεί στην πραξιακή σκέψη, ενσωματώνει στον τρίτο τόμο του μυθιστορήματος Υπνοβάτες, γραμμένο μεταξύ 1929 και 1931, ογδόντα οκτώ μικρά, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, κεφάλαια.
Κάποια, δέκα στον αριθμό, τιτλοφορούνται «Η κατάρρευση του συστήματος αξιών», ενώ το τελευταίο που είναι και το μακροσκελέστερο, κλείνει το μυθιστόρημα. Ενδιαμέσως, κάποια άλλα φέρουν τον σημαίνοντα τίτλο «Η ιστορία της κοπέλας του Στρατού Σωτηρίας», υποκατάστατο της εκμηδενισμένης θρησκευτικότητας, που έστω και στα ψέματα απαλλάσσεται από το ρόλο εξιλαστηρίου θύματος.» Η ιδέα όμως του εξιλαστηρίου θύματος είναι ζωντανή και ολοκάθαρη και στο άλλο του μυθιστόρημα Τα μάγια, όπου η μυθική σκέψη συναγωνίζεται σε δυναμη με τη λογική .
Για τον Μπροχ, το ζήτημα του κακού αναφύεται σε εποχές ανισορροπίας ανορθολογισμού και ορθολογισμού, σε εποχές χάους. Το ανορθόλογο είναι η ουσία των σιωπηλών πράξεων που διαπράττονται από αφασικούς δράστες, σε ένα σύστημα αξιών, που κανείς δεν παίρνει τοις μετρητοίς, αφού σκοπός του είναι να συγκαλύπτει το ανορθόλογο της εμπειρίας της επίγειας ζωής . Το ανορθόλογο (ορμές, συναισθήματα, πόθοι) είναι το απόλυτο της ζωντανής ζωής, ενώ το ορθολογικό το απόλυτο της θεώμενης και άπραγης σκέψης. Οι δυο δυνάμεις οδεύουν παράλληλα. Ο γνωσιοθεωρητικός και ηθικός μηχανισμός της μυθιστορηματικής αληθοφάνειας που κινούν τις ανθρώπινες πράξεις, χρησιμεύουν σαν λογικές γέφυρες που απομακρύνουν τον άνθρωπο από το ανορθόλογο της κακίας και την υποχθόνια εισβολή της στην κριτική δύναμη του μήπως και τον οδηγήσουν σε μια μεταφυσική ιδέα/αξία που να βγάζει νόημα σε έναν κόσμο ανίερης και ερειπώνουσας βίας.
Η διάπλαση των ηθών και του ήθους, ενώ είναι ο ηθικός στόχος κάθε αξιακού συστήματος, πάντα αποτυγχάνει, γιατί η άκαμπτη μέθοδος του «πρέπει=μπορεί» που επέλεγε η πουριτανική κοινωνία, έως ότου αποϊεροποιηθεί καιαποχαλινωθεί, αντί να αγγίζει το ανόρθολογο των συναισθημάτων και των βιωμάτων, το μόνο που έκανε και συνεχίζει να κάνει αποϊεροποιημένη και αχαλίνωτη , είναι να το εξατομικεύει, φέρνοντάς το στα μέτρα του καθενός. Ο υπερορθολογισμός του Υπερεγώ είναι ακόμη πιο καταδικαστέος από τον ορθολογισμό και την αυτοκαταστροφική του μανία, και πιο αμαρτωλός από την ανορθόλογη κακία, αφού η ακαμψία του αναστέλλει την στοχαστική κρίση, προκαλώντας, αντίθετα με την βλέψη του, την κατάρρευση αργά, πλην σταθερά, του συστήματος της γενικευμένης ανοχής όχι μόνο στο ανορθόλογο κακό, αλλά και στην εξορθολογισμένη πανουργία του δόλου και της απάτης .
Για τον Μπροχ, τέτοιες εποχές είναι εποχές τελειοποίησης του αναποτίμητου ύφους, υπεριπτάμενου μορφής και ύλης του θέματος.
( ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ )