Το κόσμος του ύπνου
Στις πιο κρίσιμες στιγμές της λογοτεχνίας ο ύπνος λειτουργεί απορρυθμιστικά· η ανθρώπινη δράση εντός του φωτίζει μάλιστα βέβηλα, κατά τον Benjamin, τις κρυμμένες εντάσεις της ιστορίας. Το «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» της Τζένης Μαστοράκη μετατρέπει τον ύπνο σε μηχανισμό ωρίμανσης της ανάγνωσης: ένα μεταβατικό καθεστώς ανάμεσα στην παιδική εικονοποιία και τη βίαιη αυτοσυνειδησία του μοντερνισμού· παρότι αναγνωρίζει ότι οι πιο αρχαϊκές περιοχές της συνείδησης εξακολουθούν να επενδύουν το όνειρο με τη λειτουργία μιας μεταφυσικής αποκάλυψης, το κείμενο επιμένει τεχνικά στην διερεύνηση της γραπτής γενεαλογίας της νυχτερινής φαντασίας. Στο κείμενο της Μαστοράκη το όνειρο παύει να λειτουργεί ως σκηνικό μεταφυσικών αποκαλύψεων και μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής αναγνωστικών συμβάντων· οι σιωπές, οι φόβοι και οι ενοχές εμφανίζονται ως κατάλοιπα ήδη διαβασμένων κειμένων, ως επανεγγραφές μιας εσωτερικής βιβλιοθήκης που επιμένει να στοιχειώνει τον ύπνο:
Οι γραφές με μαθαίνουν να φοβάμαι το Κακό. Είναι κρυμμένο μέσα τους. Σαν φόβος. Πώς βρέθηκε εκεί, δεν ξέρω. Καμιά ιστορία δεν του λέει καθαρά. Όμως τα λόγια, κάθε τόσο, προειδοποιούν. Μου λένε να φοβάμαι κάτι, που δεν κάνει να το μάθω. /Από τις πρώτες πρώτες ιστορίες, τα αινίγματα. /[…] και έπειτα, είναι και ιστορίες που λείπουν ή που δεν γράφτηκαν ποτέ. /[…] Έχουν κενά οι Γραφές. Έχουν σιωπές. Σαν να μη θέλουν να θυμούνται τα παλιά./[…] Οι ιστορίες μπερδεύονται και σκοτεινιάζουν. (σ. 22-24)
Η ‘ονειρική’ γραφή της Μαστοράκη, με τον χαρακτηριστικό της ρυθμό χειρόγραφου χρονικού, τη λιτότητα προφορικής τελετουργίας, και τις υπόγειες απηχήσεις της γλώσσας, της εικονολογίας και της προφητικής τονικότητας της βιβλικής Αποκάλυψης, μεταστοιχειώνει την εμπειρία του ύπνου σε άσκηση εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης.
Η χρήση της λογοτεχνίας και η νύχτα της ανάγνωσης
Η σύγχρονη εργαλειοποίηση της λογοτεχνίας συχνά αντιμετωπίζει τα κείμενα ως αποθήκες παραδειγμάτων διαθέσιμων προς θεωρητική κατανάλωση: η ψυχανάλυση, η κοινωνιολογία, οι σπουδές τραύματος ή η νευροεπιστήμη εισέρχονται στο λογοτεχνικό αρχείο επιλεκτικά, αποσπώντας μορφές, συμπτώματα και αφηγηματικά σχήματα από τη συνθήκη της γραφής τους. Στο «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» ο στοχασμός της μεταφυσικής αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Η βιωμένη εμπειρία ή το αφηγηματικό θέαμα του υπερφυσικού δεν μορφοποιούνται ως ‘υλικό’ έτοιμο προς αναπαράσταση, αλλά ως ίχνη προηγούμενων αναγνώσεων, ως φασματικές παρουσίες κειμένων που επιβιώνουν μέσα στη μακρά ιστορία της λογοτεχνίας. Οι σκοτεινές εμφανίσεις -άγγελοι, σκιές, βαμπίρ, μάγισσες και λοιπές μορφές- παραμένουν ημιτελείς επειδή υπάρχουν μόνο στον βαθμό που ενεργοποιούνται από την ανάγνωση. Έτσι, το μεταφυσικό οργανώνεται ως διαδικασία ερμηνείας: το «τέρας» δεν προηγείται του κειμένου· παράγεται κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής νύχτας. Και «Κανένας δεν μπορεί να γράψει κάτω απ’ αυτήν εδώ τη ζωγραφιά» (σ. 15).
Το όνειρο της μοντερνίστριας
Το όνειρο της μοντερνίστριας συγκροτείται ως σκηνή όπου επιβιώνουν διαμεσολαβημένες εικόνες του Κακού. Η Μαστοράκη στο ασταύρωτο μαξιλάρι της παλεύει να διακρίνει σκοτεινές σημασίες μέσα από βιβλία, επιγραφές, εικόνες, μισοδιαβασμένες φράσεις και λογοτεχνικά απομεινάρια που επιστρέφουν ως ασύνδετες φωνές. Τα μότο των σχεδόν ταυτοποιημένων κειμένων στήνουν την αναγνωστική συνθήκη, ως ερμηνευτικοί μηχανισμοί που προγραμματίζουν την ανάγνωση πριν ακόμη το κείμενο αρχίσει. Παρούσα βεβαίως πάντα η υπόνοια μιας παραπλάνησης. Η ανήσυχη κλίνη της ποιήτριας γίνεται έτσι το πεδίο της αδυναμίας σταθεροποίησης του νοήματος, ο τόπος όπου η ανάγνωση γεννιέται από τη σύγκρουση ετερόκλητων τρομερών και σαγηνευτικών φασμάτων.
Στη δική της απόπειρα μεταγραφής της εσωτερικότητας σε γραφή η Μαστοράκη, ποιήτρια του πολέμου, με τη ρητορική των χρονικών, την ειρωνική γλώσσα του άμβωνα, την άρση των βαρέων και δυσεύρετων κειμένων, με το ρυθμό του χειρογράφου και τον χρόνο της σελίδας, οργανώνει την αγωνία μέσω της πειθαρχίας της γραφής· η μοντερνιστική της ειλικρίνεια δεν βρίσκεται τόσο στην μνημονική απαρίθμηση των κειμένων που χρησιμοποιήθηκαν (σ.40) όσο στην αναγνώριση ότι το μη ευρεθέν λατινικό απόσπασμα του Malleus Maleficarum συνιστά μία ανεκπλήρωτη δυνατότητα.
Το γίγνεσθαι-αλαφροΐσκιωτη
Το ‘αλαφροΐσκιωτο’ στη Μαστοράκη δεν ανήκει ούτε στη λαογραφική ευπιστία ούτε στη σύγχρονη μεταφυσική της παρηγορίας. Οι άγγελοί της δεν επισκέπτονται σώματα σε οριακές κλινικές στιγμές· η φανέρωσή τους είναι απολύτως κειμενική. Στο «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» το ‘γίγνεσθαι-αλαφροΐσκιωτη’ αποδίδει την διαδικασία κατά την οποία η παιδική εικονολογία παύει να εγγυάται αθωότητα και μετατρέπεται σε ερμηνευτική περιοχή επιτήρησης, φόβου και ενοχής. Δεν πρόκειται για μετάβαση προς κάποια μεταφυσική αποκάλυψη αλλά για είσοδο σε ένα ασταθές καθεστώς αναγνωσιμότητας, όπου τα πράγματα, οι μορφές και οι λέξεις χάνουν τη διαφάνειά τους και αρχίζουν να στοιχειώνονται από πλεονάζοντα νοήματα. Το ‘γίγνεσθαι’ είναι η έκθεση μέσω της οποίας η αλαφροΐσκιωτη συνείδηση συγκροτείται ως υπερευαισθησία απέναντι στις φασματικές επιστροφές της γλώσσας και στην πιθανότητα το κείμενο να παραμείνει αδιάβαστο ή ατελώς κατοικημένο από την ανάγνωση. Από τη σιωπή που ακολουθεί όταν η γλώσσα παύει να επιστρέφει βλέμμα και ανταπόκριση προέρχεται το Κακό.