O ύπνος, η σιωπή και η μοντερνιστική συνείδηση της Τζένης Μαστοράκη

Τζένης Μαστοράκη, «“Κι όλα τα κακά σκορπά...” Τι σκέφτομαι και τι φοβάμαι πριν να κοιμηθώ, αφού κανένας δε σταυρώνει πια το μαξιλάρι μου», Επίμετρο: Διονύσης Καψάλης, Άγρα 2026

Henry Fuseli: «Ο εφιάλτης», περ. 1781 (Λάδι σε καμβά 102x127 εκ. Detroit Institute of the Arts)
Henry Fuseli: «Ο εφιάλτης», περ. 1781 (Λάδι σε καμβά 102x127 εκ. Detroit Institute of the Arts)



Το κόσμος του ύπνου

Στις πιο κρίσιμες στιγμές της λογοτεχνίας ο ύπνος λειτουργεί απορρυθμιστικά· η ανθρώπινη δράση εντός του φωτίζει μάλιστα βέβηλα, κατά τον Benjamin, τις κρυμμένες εντάσεις της ιστορίας. Το «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» της Τζένης Μαστοράκη μετατρέπει τον ύπνο σε μηχανισμό ωρίμανσης της ανάγνωσης: ένα μεταβατικό καθεστώς ανάμεσα στην παιδική εικονοποιία και τη βίαιη αυτοσυνειδησία του μοντερνισμού· παρότι αναγνωρίζει ότι οι πιο αρχαϊκές περιοχές της συνείδησης εξακολουθούν να επενδύουν το όνειρο με τη λειτουργία μιας μεταφυσικής αποκάλυψης, το κείμενο επιμένει τεχνικά στην διερεύνηση της γραπτής γενεαλογίας της νυχτερινής φαντασίας. Στο κείμενο της Μαστοράκη το όνειρο παύει να λειτουργεί ως σκηνικό μεταφυσικών αποκαλύψεων και μετατρέπεται σε μηχανισμό παραγωγής αναγνωστικών συμβάντων· οι σιωπές, οι φόβοι και οι ενοχές εμφανίζονται ως κατάλοιπα ήδη διαβασμένων κειμένων, ως επανεγγραφές μιας εσωτερικής βιβλιοθήκης που επιμένει να στοιχειώνει τον ύπνο:

Οι γραφές με μαθαίνουν να φοβάμαι το Κακό. Είναι κρυμμένο μέσα τους. Σαν φόβος. Πώς βρέθηκε εκεί, δεν ξέρω. Καμιά ιστορία δεν του λέει καθαρά. Όμως τα λόγια, κάθε τόσο, προειδοποιούν. Μου λένε να φοβάμαι κάτι, που δεν κάνει να το μάθω. /Από τις πρώτες πρώτες ιστορίες, τα αινίγματα. /[…] και έπειτα, είναι και ιστορίες που λείπουν ή που δεν γράφτηκαν ποτέ. /[…] Έχουν κενά οι Γραφές. Έχουν σιωπές. Σαν να μη θέλουν να θυμούνται τα παλιά./[…] Οι ιστορίες μπερδεύονται και σκοτεινιάζουν. (σ. 22-24)

Η ‘ονειρική’ γραφή της Μαστοράκη, με τον χαρακτηριστικό της ρυθμό χειρόγραφου χρονικού, τη λιτότητα προφορικής τελετουργίας, και τις υπόγειες απηχήσεις της γλώσσας, της εικονολογίας και της προφητικής τονικότητας της βιβλικής Αποκάλυψης, μεταστοιχειώνει την εμπειρία του ύπνου σε άσκηση εκ του σύνεγγυς ανάγνωσης.


Η χρήση της λογοτεχνίας και η νύχτα της ανάγνωσης

Η σύγχρονη εργαλειοποίηση της λογοτεχνίας συχνά αντιμετωπίζει τα κείμενα ως αποθήκες παραδειγμάτων διαθέσιμων προς θεωρητική κατανάλωση: η ψυχανάλυση, η κοινωνιολογία, οι σπουδές τραύματος ή η νευροεπιστήμη εισέρχονται στο λογοτεχνικό αρχείο επιλεκτικά, αποσπώντας μορφές, συμπτώματα και αφηγηματικά σχήματα από τη συνθήκη της γραφής τους. Στο «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» ο στοχασμός της μεταφυσικής αντιστρέφει αυτή τη διαδικασία. Η βιωμένη εμπειρία ή το αφηγηματικό θέαμα του υπερφυσικού δεν μορφοποιούνται ως ‘υλικό’ έτοιμο προς αναπαράσταση, αλλά ως ίχνη προηγούμενων αναγνώσεων, ως φασματικές παρουσίες κειμένων που επιβιώνουν μέσα στη μακρά ιστορία της λογοτεχνίας. Οι σκοτεινές εμφανίσεις -άγγελοι, σκιές, βαμπίρ, μάγισσες και λοιπές μορφές- παραμένουν ημιτελείς επειδή υπάρχουν μόνο στον βαθμό που ενεργοποιούνται από την ανάγνωση. Έτσι, το μεταφυσικό οργανώνεται ως διαδικασία ερμηνείας: το «τέρας» δεν προηγείται του κειμένου· παράγεται κατά τη διάρκεια της αναγνωστικής νύχτας. Και «Κανένας δεν μπορεί να γράψει κάτω απ’ αυτήν εδώ τη ζωγραφιά» (σ. 15).


Το όνειρο της μοντερνίστριας

Το όνειρο της μοντερνίστριας συγκροτείται ως σκηνή όπου επιβιώνουν διαμεσολαβημένες εικόνες του Κακού. Η Μαστοράκη στο ασταύρωτο μαξιλάρι της παλεύει να διακρίνει σκοτεινές σημασίες μέσα από βιβλία, επιγραφές, εικόνες, μισοδιαβασμένες φράσεις και λογοτεχνικά απομεινάρια που επιστρέφουν ως ασύνδετες φωνές. Τα μότο των σχεδόν ταυτοποιημένων κειμένων στήνουν την αναγνωστική συνθήκη, ως ερμηνευτικοί μηχανισμοί που προγραμματίζουν την ανάγνωση πριν ακόμη το κείμενο αρχίσει. Παρούσα βεβαίως πάντα η υπόνοια μιας παραπλάνησης. Η ανήσυχη κλίνη της ποιήτριας γίνεται έτσι το πεδίο της αδυναμίας σταθεροποίησης του νοήματος, ο τόπος όπου η ανάγνωση γεννιέται από τη σύγκρουση ετερόκλητων τρομερών και σαγηνευτικών φασμάτων.
Στη δική της απόπειρα μεταγραφής της εσωτερικότητας σε γραφή η Μαστοράκη, ποιήτρια του πολέμου, με τη ρητορική των χρονικών, την ειρωνική γλώσσα του άμβωνα, την άρση των βαρέων και δυσεύρετων κειμένων, με το ρυθμό του χειρογράφου και τον χρόνο της σελίδας, οργανώνει την αγωνία μέσω της πειθαρχίας της γραφής· η μοντερνιστική της ειλικρίνεια δεν βρίσκεται τόσο στην μνημονική απαρίθμηση των κειμένων που χρησιμοποιήθηκαν (σ.40) όσο στην αναγνώριση ότι το μη ευρεθέν λατινικό απόσπασμα του Malleus Maleficarum συνιστά μία ανεκπλήρωτη δυνατότητα.


Το γίγνεσθαι-αλαφροΐσκιωτη

Το ‘αλαφροΐσκιωτο’ στη Μαστοράκη δεν ανήκει ούτε στη λαογραφική ευπιστία ούτε στη σύγχρονη μεταφυσική της παρηγορίας. Οι άγγελοί της δεν επισκέπτονται σώματα σε οριακές κλινικές στιγμές· η φανέρωσή τους είναι απολύτως κειμενική. Στο «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» το ‘γίγνεσθαι-αλαφροΐσκιωτη’ αποδίδει την διαδικασία κατά την οποία η παιδική εικονολογία παύει να εγγυάται αθωότητα και μετατρέπεται σε ερμηνευτική περιοχή επιτήρησης, φόβου και ενοχής. Δεν πρόκειται για μετάβαση προς κάποια μεταφυσική αποκάλυψη αλλά για είσοδο σε ένα ασταθές καθεστώς αναγνωσιμότητας, όπου τα πράγματα, οι μορφές και οι λέξεις χάνουν τη διαφάνειά τους και αρχίζουν να στοιχειώνονται από πλεονάζοντα νοήματα. Το ‘γίγνεσθαι’ είναι η έκθεση μέσω της οποίας η αλαφροΐσκιωτη συνείδηση συγκροτείται ως υπερευαισθησία απέναντι στις φασματικές επιστροφές της γλώσσας και στην πιθανότητα το κείμενο να παραμείνει αδιάβαστο ή ατελώς κατοικημένο από την ανάγνωση. Από τη σιωπή που ακολουθεί όταν η γλώσσα παύει να επιστρέφει βλέμμα και ανταπόκριση προέρχεται το Κακό.


Η Τζένη Μαστοράκη
Η Τζένη Μαστοράκη




Το κακό και η σιωπή

«Κακό είναι εκείνο που του μιλάς και σωπαίνει» (σ. 22). Το κακό στη Μαστοράκη είναι μια ηθική ή μεταφυσική κρίση της αναγνωστικής σχέσης, το τραύμα μιας γλώσσας που παύει να ανταποκρίνεται ή να αντιστέκεται. Η διαφορά ανάμεσα στην πρώιμη και την ώριμη εμπειρία της ανάγνωσης αρχίζει ακριβώς εδώ: στη στιγμή κατά την οποία το κείμενο επιστρέφει ως στοχασμός, ως επαναληπτική εργασία της συνείδησης λίγο πριν τον ύπνο. Η ανάγνωση γίνεται τότε μορφή επιβίωσης εκείνων που, απειλητικότερα από το ίδιο το Κακό, κρύβονται πίσω από την ονομασία του. Ίσως γι’ αυτό ο Κάλας δεν «ολοκλήρωσε» ποτέ την ανάγνωση του Μπος· η Κόλαση δεν αποκρυπτογραφείται, γιατί το αποκαλυπτικό της φως εκθέτει τις ίδιες τις αναστολές και τις απωθήσεις του βλέμματος που θέλει να την ερμηνεύσει. Το φοβερό δεν βρίσκεται μόνο σε αυτό που βλέπουμε, αλλά στην επιθυμία μας να το καταστήσουμε αναγνώσιμο χωρίς να θιγεί η άμυνά μας απέναντί του.
Σήμερα, μέσα στην ιδιωτική οικονομία των προσωπικών μας ‘ουλιπιστικών εργαστηρίων’, η γραφή κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτάρκη τεχνική επινόησης· σε μηχανισμό παραγωγής μορφών που δεν χρειάζονται πλέον ούτε μνήμη ούτε πραγματικό αναγνωστικό κίνδυνο. Η Μαστοράκη, αντίθετα, επιμένει στο σημείο όπου η μορφή συναντά τον φόβο της σιωπής: εκεί όπου τα σκοτεινά μεταβατικά πλάσματα του κειμένου αφήνουν πίσω τους τα κενά των μεγάλων, πολύτιμων αναγνώσεων. Ακόμη και ο σκοτεινός σπαραγμός του Πόε γίνεται σαγηνευτική κειμενική εκκρεμότητα, σαν μια μορφή απουσίας που δεν ολοκληρώνεται επειδή η ανάγνωσή του εξακολουθεί:

Ποτέ μου δεν αναρωτήθηκα για τους φευγάτους. Μόνο τον Έδγαρ Άλαν σκέφτομαι συχνά. Πώς έτρεχε για να γλιτώσει, και δε γλίτωνε. Από τις ερημιές στους βάλτους, στα ποτάμια. Απ’ τα ποτάμια πίσω στο κρεβάτι. Δαίμονες πολεμούσαν να τον πνίξουν με τα μαξιλάρια. Τον έπνιγαν όλη τη νύχτα, κάθε νύχτα, και δεν τον έπνιγαν. (σ. 11)

Η Μαστοράκη αγάπησε τα κείμενα που τη φόβιζαν με μια σχεδόν ασκητική οικονομία· γι’ αυτό η γραφή της παραμένει, μέσα στην αυστηρότητά της, βαθιά θελκτική αποφεύγοντας πλήρως τον αφελή βιωματισμό της αδιαμεσολάβητης εμπειρίας. Το μαγικό στοιχείο της ποίησής της δεν είναι η αποκάλυψη αλλά η ίδια η επιμονή της μορφής: γι’ αυτό επανέρχεται ακόμη και φευγάτη, σε μια ιδιαίτερα προσεγμένη έκδοση από την Άγρα, αντάξια της λιτής αυστηρότητας και της σκοτεινής ακρίβειας του κειμένου της.

Το επίμετρο του Διονύση Καψάλη αποτελεί υπόδειγμα ενός σπάνιου πλέον είδους κριτικού κειμένου: όχι επεξηγηματικά σχολαστικού αλλά δημιουργικού στην απήχηση του ίδιου του έργου που προηγήθηκε και το οποίο διαβάστηκε αργά και σε βάθος. Ο Καψάλης δεν ‘ερμηνεύει’ τη Μαστοράκη από εξωτερική θέση· αφήνει τον λόγο του να στοιχειωθεί από τον ρυθμό, τις παύσεις και τις φασματικές πυκνότητες της ποίησής της. Έτσι το επίμετρο μετατρέπεται σε δεύτερη σκηνή ανάγνωσης: σε μια μορφή κριτικού στοχασμού που συνεχίζει το έργο αντί να το κλείνει ερμηνευτικά. Το κείμενο του Καψάλη μετατοπίζει την κριτική από την πληροφορία στην εμπειρία της μορφής. Όπως η Μαστοράκη στο «“Κι όλα τα κακά σκορπά...”» ξορκίζει το Κακό της σιωπής και της φθοράς, το επίμετρο κατορθώνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να παραμείνει κριτικό χωρίς να απονεκρώνει τη συγκίνηση της ανάγνωσης, να οδηγεί τη μορφή προς τη σκέψη χωρίς να την απογυμνώνει από τη σκοτεινή της θελκτικότητα. Η ίδια η φράση του Καψάλη ότι «οι ποιητές εκείνο τον καιρό ήταν αθάνατοι», λειτουργεί όχι μόνο νοσταλγικά αλλά και ρυθμικά· ως ανάμνηση της εποχής που η ποίηση αποτελούσε ακόμη τρόπο αναπνοής και όχι αδρανές αντικείμενο γνώσης.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: