Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας

Το δοκίμιο του Nicolas Calas «The Tragic Destiny of Modern Greece», το οποίο δημοσιεύεται εδώ σε μετάφραση, περιλαμβάνεται στην έκδοση The Nicolas CalasNanos Valaoritis Correspondence, 1958-1967.1 Τα πρωτότυπα δακτυλόγραφα απόκεινται στο αρχείο «Nicolas and Elena Calas Archive», The Nordic Library at Athens.2 Πρόκειται για δεκαέξι (16) σελίδες που περιλαμβάνουν 3.239 λέξεις ή «κατά προσέγγιση αριθμό λέξεων 3.400», όπως ο ίδιος ο Calas σημείωσε στο περιθώριο, είτε σκοπεύοντας να το δημοσιεύσει (πιθανότατα στις ΗΠΑ)3 είτε διότι το είχε ήδη ή επρόκειτο να το ανακοινώσει ως ομιλία.
Αν και δε φέρει ημερομηνία σύνθεσης, μπορεί με σχετική ασφάλεια να θεωρηθεί ότι το δοκίμιο γράφτηκε μετά τη λήξη του Β´Παγκόσμιου πολέμου και πριν από τον Απρίλιο του 1951. Ενώ μπορεί κανείς να υποθέσει ότι ο Calas ίσως το συνέθεσε με αφορμή την ίδρυση των Ηνωμένων Εθνών (UN) στις 24 Οκτωβρίου 1945, η αναφορά του στην Απογραφή πληθυσμού του 1940 (16 Οκτωβρίου) ορίζει ένα σαφές χρονικό πλαίσιο, στο οποίο το υπαινισσόμενο ορόσημο ante quem είναι η ημερομηνία της επόμενης Απογραφής πληθυσμού, δηλαδή η 7 Απριλίου 1951.4 Ως terminus post quem θα πρέπει να ληφθεί υπόψη η χρονολογία 26 Απριλίου 1946, δηλαδή η χρονολογία θανάτου του Γερμανού κοινωνικού φιλοσόφου Hermann Graf von Keyserling, στον οποίο ο Calas επίσης αναφέρεται.5 Επομένως, με βάση τα παραπάνω, η σύνθεση του δοκιμίου «Το τραγικό πεπρωμένο της σύγχρονης Ελλάδας» πραγματοποιήθηκε στο χρονικό διάστημα μεταξύ των ετών 1946 και 1951· ειδικότερες αναφορές του συγγραφέα επιτρέπουν μια ακριβέστερη εκτίμηση, που θα το τοποθετούσε στο δεύτερο ήμισυ του 1946 ή στις αρχές του 1947.6                                                       


§ ΕΛΕΝΑ ΚΟΥΤΡΙΑΝΟΥ


O Νικόλαος Κάλας



Το νόημα της εθνικής τραγωδίας

Οι τραγικές προεκτάσεις του εθνικού πεπρωμένου έρχονται ακαριαία στον νου μας, όταν παρατηρήσουμε πόσο αιφνιδιαστικά οι μεταπτώσεις της τύχης μπορούν να τερματίσουν την ανεξαρτησία ενός έθνους. Η παρατεταμένη περίοδος αναταραχής, η οποία ακολούθησε την απελευθέρωση πολλών χωρών που βρέθηκαν κάτω από τον ζυγό των ναζιστών, όπως και το απίθανο ενδεχόμενο μιας επίλυσης αυτής της αναταραχής στο κοντινό μέλλον, μας ωθούν σε σοβαρότερο προβληματισμό για τις βασικές δυσκολίες τις οποίες αντιμετωπίζει ένα μικρό κράτος που αγωνίζεται για την ύπαρξή του, όπως η σύγχρονη Ελλάδα. Πόσο μικρό μπορεί να είναι ένα έθνος προκειμένου να διατηρήσει την πλήρη ανεξαρτησία του στον συρρικνούμενο κόσμο της εποχής μας; Ποιος σκοπός μπορεί να υπάρχει στη διατήρηση μιας εθνικής ύπαρξης που εμποδίζει μάλλον παρά προωθεί την υλοποίηση του Ενός Κόσμου;7
Σαν φυσαλίδα, ένα έθνος μπορεί να αναπαύεται στην επιφάνεια της ταραγμένης θάλασσας ευρύτερων συγκρούσεων ή, σαν βότσαλο, μπορεί να παρασύρεται από μια υποχωρούσα παλίρροια στα βάθη της ιστορικής σιωπής. Για αιώνες, οι Έλληνες καταδυναστεύτηκαν από τους Οθωμανούς κυρίαρχους και, για μια ακόμη φορά, στην εποχή μας, εξαναγκάστηκαν να δοκιμάσουν όλη την πικρία της σαγήνευσης. Σήμερα, κρίνοντας με καθαρά κοινοβουλευτικά κριτήρια, η Ελλάδα φαίνεται να είναι η πιο ελεύθερη πολιτικά χώρα των Βαλκανίων. Συγχρόνως, είναι η πιο ανήσυχη από όλες, καθώς η ίδια η ανεξαρτησία της έχει καταστεί επισφαλής.
Αν δεν ταυτίσουμε τη ζωή των λαών με αυτή των ατόμων, μιλώντας αποκλειστικά με όρους γέννησης και θανάτου, υγείας και ασθένειας, θα πρέπει να αντιληφθούμε ότι άλλες λύσεις σε συλλογικές μορφές ύπαρξης μπορούν να προβλεφθούν, πέρα από την εθνική. Ο Arnold Toynbee, που είναι πιθανότατα ο μεγαλύτερος εν ζωή ιστορικός, έχει αποκαλέσει το πνεύμα της εθνικότητας «ξινή ζύμωση του νέου οίνου της δημοκρατίας στις παλαιές φιάλες του φυλετισμού».8 Σε αυτόν τον φυλετισμό αντιτάσσει κανείς την δημοκρατική αντίληψη της αδελφοσύνης όλης της ανθρωπότητας. Εντούτοις, ενόσω τα μικρά έθνη δεν πείθονται ότι οι μεγάλοι αδελφοί που διαρκώς παρεμβαίνουν στις υποθέσεις τους είτε δείχνουν πραγματικό ενδιαφέρον είτε είναι καλοπροαίρετοι, είναι μάταιο να απαιτείται από αυτά να απαρνηθούν τα δικαιώματά τους. Στην παρούσα πολιτική σύζευξη, τίποτε δεν είναι πιο φυσικό από την αντίσταση των μικρών εθνών σε όλες τις απόπειρες αφομοίωσής τους σε οποιαδήποτε μορφή υπερεθνικής τάξης, είτε φασιστικής είτε κομμουνιστικής είτε φιλελεύθερης. Για να αποκτήσει το ιδανικό της αδελφοσύνης στέρεη σημασία δεν είναι μόνο απαραίτητο να αναγνωρισθούν συγκεκριμένα βασικά χαρακτηριστικά, κοινά για όλους τους ανθρώπους, τα οποία οι φυλετικές και οι πολιτισμικές θεωρίες στυγνά παραβλέπουν, αλλά και να γίνουν σεβαστές διαφορές, τις οποίες τόσο εύκολα υποτιμούν οι απόστολοι της ισότητας.
Ακριβώς επειδή πρέπει να προσεγγίσουμε τη ζωή των λαών υπό το φως επικίνδυνων διεθνών συγκυριών, κάθε μεμονωμένη εθνική ύπαρξη αποκτά τραγική σημασία.


Το νόημα της τραγωδίας για τον Έλληνα

Η σημασία της εθνικής τραγωδίας των Ελλήνων έχει εκφραστεί με αξιοθαύμαστο τρόπο από τον αείμνηστο Count Keyserling, στο βιβλίο του Ευρώπη: «Στην Εγγύς Ανατολή ομιλούνται σήμερα σχεδόν όσα ελληνικά ομιλούντο πριν από δυο χιλιάδες χρόνια. Και τώρα ας δούμε την κατάσταση μέσα από τα μάτια των Ελλήνων. Δεν υπάρχει κάτι το τρομακτικό στο γεγονός ότι αυτός ο κόσμος, τόσο αρχαιότερος από οποιοδήποτε κόσμο έχει κερδίσει την αναγνώριση σήμερα· ότι αυτός ο κόσμος που σε αντίθεση με τον ιταλικό έχει παραμείνει από την κλασική εποχή ουσιαστικά ο ίδιος· αυτός ο κόσμος, του οποίου τα παιδιά είναι σχεδόν χωρίς εξαίρεση πιο προικισμένα από εκείνα οποιουδήποτε άλλου – δεν σημαίνει πια τίποτε; Όταν αυτή η πλευρά του ερωτήματος μου έγινε σαφής για πρώτη φορά, αναρίγησα. Ήταν αληθινή τραγωδία να είσαι σύγχρονος Έλληνας».9
Κανείς δεν είναι καταλληλότερος να διαπιστώσει εθνικές διακρίσεις από έναν αριστοκράτη σε έντονη εγρήγορση, καθώς η όλη αντίληψή του για τη ζωή βασίζεται σε μια διαδικασία εξορθολογισμού των κοινωνικών διαφορών. Δυστυχώς ο Count Keyserling μοιραζόταν την αδυναμία της τάξης του να εκτιμήσει την ισχύ δυνάμεων που, ως επί το πλείστον, αντιτίθενται στις ελίτ. Δεν κατάφερε επομένως να αντιληφθεί ότι η τραγωδία των μαζών δεν μπορεί ποτέ να εξομοιωθεί με την τραγωδία της πολιτικής και πνευματικής ελίτ που τις κυβερνά.
Η τραγωδία της σύγχρονης Ελλάδας μπορεί να γίνει περισσότερο κατανοητή αφού μελετηθούν τα επιμέρους συστατικά ανθρώπινα στοιχεία της. Η τραγωδία των μαζών είναι η δοκιμασία της στέρησης· η τραγωδία των κυρίαρχων είναι ο πειρασμός της εξουσίας· τέλος, η τραγωδία των νέων είναι το μαρτύριο του πάθους. Ακολουθώντας το πρότυπο ενός θεατρικού έργου, οι μάζες αντικαθιστούν τον χορό του αρχαίου ελληνικού θεάτρου· η νεολαία ενσαρκώνει το πνεύμα του Ορέστη και του Άμλετ· ενώ στην εξουσία δίδεται ο ρόλος του Αγαμέμνονα ή ενός Ληρ.


Η δοκιμασία της στέρησης

Οι χωρικοί και οι εργάτες συγκροτούν, αντιστοίχως, τον χορό και τον αντιχορό στο τραγικό σκηνικό της μαζικής ύπαρξης. Η τραγωδία των Ελλήνων αγροτών, που ιστορικά δεν μπορεί να διακριθεί από εκείνη των αγροτών της νοτιοανατολικής Ευρώπης, έγκειται στην εξάντληση, τη λιμοκτονία και τον πόνο. Για ιστορικούς λόγους, από την εποχή του πρώιμου Μεσαίωνα, αυτή η περιοχή της ηπειρωτικής Ευρώπης στερήθηκε των οικονομικών πλεονεκτημάτων τα οποία προέκυψαν από την κατάργηση της δουλείας και από την εξοικονόμηση ανθρώπινης ενέργειας χάρη στη μερική υποκατάσταση της εργασίας από τη δύναμη των αλόγων και του νερού – δυο μέτρα που σε μεγάλο βαθμό ενίσχυσαν την ανάπτυξη της γεωργίας. Υπό την Οθωμανική Αυτοκρατορία, που για αιώνες περιλάμβανε τα Βαλκάνια, οι πόλεις δεν ήταν κάτι περισσότερο από μεγάλα στρατιωτικά και διοικητικά κέντρα. Η ισχύς του Σουλτάνου ήταν απόλυτη, καθώς δεν ήταν υποχρεωμένος να μοιράζεται τη διοίκηση με υποκατάστατους κυβερνήτες και, επομένως, δεν ήταν αναγκασμένος να συμμαχήσει με τους αστούς ενάντια στους φεουδάρχες – πράγμα που αντιθέτως πάντα έπρατταν οι βασιλιάδες της Δυτικής Ευρώπης. Αυτό επιπλέον σήμαινε ότι φεουδαλικές τάσεις θα μπορούσαν να αναπτυχθούν μόνον ενάντια στον Σουλτάνο και με τη βοήθεια ξένων δυνάμεων· σήμαινε επίσης ότι ο αγροτικός πληθυσμός της Ευρωπαϊκής Τουρκίας δεν επρόκειτο να γνωρίσει τα σχετικά πλεονεκτήματα της δουλοπαροικίας, παρά πολύ αργά· σε ορισμένα τμήματα των Βαλκανίων, όπως η Ρουμανία, όχι πριν από το τέλος του δέκατου όγδοου αιώνα, όταν εισήχθη ο φεουδαλισμός υπό ρωσική πίεση.
Η βαρύνουσα σημασία του τομέα της γεωργικής εκμετάλλευσης για τη βαλκανική οικονομία μπορεί να γίνει καλύτερα κατανοητή όταν αντιληφθούμε ότι στην Ελλάδα, που είναι συγκριτικά το πιο βιομηχανοποιημένο βαλκανικό κράτος, τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού των 7.150.000 (απογραφή του 1940)10 βασίζονται στη γεωργία για τον βιοπορισμό τους. Η καλλιεργήσιμη γη της χώρας δεν ξεπερνά τα 1.975.000 εκτάρια και είναι προφανώς ανεπαρκής. Τόσο οι Έλληνες όσο και οι ξένοι παρατηρητές αντιμετωπίζουν με απαισιοδοξία την προοπτική ανάπτυξης της αγροτικής παραγωγής, έτσι ώστε αυτή να ανταποκρίνεται επαρκώς στις ανάγκες του πληθυσμού. Με ετήσιο ποσοστό γεννητικότητας 30,94 τοις χιλίοις στον αγροτικό πληθυσμό, σε σύγκριση με ποσοστό 23,84 τοις χιλίοις στον αστικό, η αύξηση της αγροτικής καλλιεργήσιμης έκτασης θα έπρεπε να ανέλθει στις 70.000 εκτάρια κατ’ έτος τα επόμενα δεκαπέντε έτη.
Εντούτοις, όπως η Doreen Warriner ορθώς αναφέρει στο εξαιρετικό βιβλίο της Economics of Peasant Farming: «Αυτό που καθορίζει το επίπεδο της αγροτικής τάξης είναι ο βαθμός της εκβιομηχάνισης σε συνδυασμό με την πολιτική χειραφέτηση. Σε μια βιομηχανική χώρα, ο αγρότης έχει το πλεονέκτημα να βρίσκεται κοντά στην αγορά μιας πόλης, που μπορεί να αγοράσει κρέας και γαλακτοκομικά προϊόντα· ο γεωργικός εξοπλισμός είναι φτηνός και μπορεί να εξασφαλιστεί πίστωση με ευνοϊκούς όρους. Το πιο σημαντικό, σε μια βιομηχανική χώρα τα αγροκτήματα των χωρικών μπορούν να είναι μεγάλα, καθώς ο αυξανόμενος πληθυσμός μετακινείται στη βιομηχανία […]. Το αληθινό πρόβλημα της ευρωπαϊκής αγροτικής οικονομίας βρίσκεται στην Ανατολή, στη ζώνη μεταξύ της Βαλτικής, της Αδριατικής και της Μαύρης Θάλασσας. Ανακύπτει διότι αυτές οι περιοχές είναι αποκομμένες από την ευρωπαϊκή βιομηχανική αγορά».11            
Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, η αγροτική οικονομία των βαλκανικών χωρών, με την εξαίρεση της Ελλάδας, είναι προσδεμένη στη σοβιετική βιομηχανία. Δεν είναι ιδιαίτερα παρήγορο για τον Έλληνα αγρότη να γνωρίζει ότι η μοίρα του είναι να συνδέεται με τη βιομηχανία της δυτικής Ευρώπης και της Μεγάλης Βρετανίας σε μια εποχή που η γερμανική βιομηχανία είναι κατεστραμμένη και ολόκληρη η οικονομία της πρέπει να επιδοτηθεί· όταν η γαλλική οικονομία έχει απωλέσει κάθε διεθνή απήχηση και προσαρμόζεται στις περιορισμένες δυνατότητες που προσφέρει η εγχώρια αγορά· όταν η βρετανική οικονομία, η οποία ήδη αρκετά χρόνια πριν από τον πόλεμο μείωνε σταθερά τις εισαγωγές της από την Ευρώπη, έχει αποστραγγιστεί από τους κύριους πόρους της. Αφημένη στην τύχη της, η βιομηχανία της Ελλάδας φυσικά δεν μπορεί να βρίσκεται σε καλύτερη θέση από τη γεωργία της.
Η ανάπτυξη της ελληνικής βιομηχανίας ήταν αργοπορημένη και έδειξε σημάδια σοβαρής προόδου μόνον κατά τα χρόνια που ακολούθησαν τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο. Επρόκειτο για μια περίοδο επέκτασης, παρόλο που και το κεφάλαιο ήταν σπάνιο και τα επιτόκια παρέμειναν υψηλά, το τραπεζικό σύστημα [ήταν] απροετοίμαστο για να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις της βιομηχανίας, τα επιχειρηματικά δάνεια ήταν πολύ μικρά και [ήταν] πρακτικά ανύπαρκτο το εξειδικευμένο εργατικό δυναμικό. Η έλλειψη κάρβουνου ήταν εμπόδιο στην ανάπτυξη της βαριάς βιομηχανίας και επομένως, εμμέσως, της χημικής βιομηχανίας. Εντούτοις, ο πιο ανησυχητικός παράγοντας για την ελληνική βιομηχανία, η οποία περιλαμβάνει βιομηχανία τροφίμων, υφασμάτων, μεταλλευμάτων και χαρτικών, είναι το γεγονός ότι, εφόσον επρόκειτο για μια βιομηχανία θερμοκηπίου η οποία δεν μπορούσε να ανταγωνιστεί τις διεθνείς αγορές, οι τιμές των προϊόντων είχαν την τάση να πέφτουν ενώ εκείνες της διεθνούς αγοράς ανέβαιναν και πάλι τα τελευταία χρόνια πριν από τον πόλεμο.
Καθώς μόνο μια μεγαλύτερη βιομηχανική παραγωγή μπορεί να απορροφήσει τον πλεονάζοντα αγροτικό πληθυσμό, η ελληνική οικονομία αντιμετωπίζει την επιτακτική ανάγκη να εξασφαλίσει επαρκή ποσότητα μακροπρόθεσμης πίστωσης για την αναδιοργάνωσή της και τη διεύρυνσή της, και συγχρόνως να κερδίσει τις αναγκαίες ξένες αγορές για την απορρόφηση μιας βιομηχανικής παραγωγής που δεν μπορεί να συντηρηθεί στα υπερβολικά στενά όρια της εγχώριας αγοράς. Από τη στιγμή που οι βορειότερες βαλκανικές χώρες συμπεριλήφθηκαν στη σοβιετική σφαίρα επιρροής, οι πιθανότητες των ελληνικών βιομηχανικών προϊόντων να διεισδύσουν στις παραδουνάβιες χώρες είναι πρακτικά μηδαμινές.
Όταν ένα έθνος υποβιβάζεται στην κατάσταση της επαιτείας ή της πλήρους εξάρτησης από μια ξένη δύναμη η οποία στοχεύει να μονοπωλεί το εμπόριό του, αυτό το έθνος παύει να παίζει έναν ιστορικό ρόλο· η εθνική του ζωή χάνει κάθε πολιτισμική σημασία και η μοίρα του τελικά θα παύσει να προκαλεί πραγματικό ενδιαφέρον για τις χώρες που δημιουργούν την ιστορία. Αυτή είναι η τραγική κατάσταση της Ελλάδας σήμερα.
Τελικά, η μόνη δυνατή διαφυγή από μια τέτοια μοίρα θα ήταν οι μάζες να πάρουν το πεπρωμένο στα χέρια τους. Ωστόσο, δεδομένης της καταγγελίας διεθνών δυνάμεων, η εξέγερση του ελληνικού λαού δεν θα συναντούσε αποτελεσματική υποστήριξη· μόνον θα οδηγούσε στη μετατόπιση της Ελλάδας από τη σφαίρα επιρροής μιας δύναμης σε εκείνη μιας άλλης και θα σήμαινε την ένταξη της Ελλάδας στην ρωσική τροχιά. Σε ποιο βαθμό θα ωφελούσε αυτό τις μάζες είναι βέβαια ένα ζήτημα εικασιών. Πάντως, ο τρόπος με τον οποίο η Ρωσία επιλύει τα προβλήματα που ανακύπτουν τόσο από εθνικές όσο και από αγροτικές ανάγκες των χωρών στις οποίες κυριαρχεί δεν παρέχει εγγυήσεις ότι, αφού τεθούν υπό την προστατευτική της ασπίδα, οι Έλληνες θα επιτύχουν το δικαίωμα στην ασφάλεια και την απαλλαγή από τις στερήσεις που τους υποσχέθηκε η Χάρτα του Ατλαντικού.12            
Αυτή την ώρα οι Έλληνες δεν γνωρίζουν σε ποιον να στραφούν για να τους στηρίξει και να τους νοιαστεί. Και το μόνο που ζητούν είναι οι ζωές τους να μη στοιχειώνονται πια από το φάσμα της πείνας και από το φάσμα της εξάντλησης.


Ο πειρασμός της εξουσίας

Οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα ήταν πάντοτε πεπεισμένες ότι η αποστολή του έθνους ήταν εξίσου να διαφυλάξει την κληρονομιά ενός ένδοξου παρελθόντος και να ανακτήσει την ισχύ και την αίγλη της αρχαίας και της βυζαντινής εποχής. Οι Έλληνες εθνικιστές δεν έχουν αμφισβητήσει ποτέ, τουλάχιστον δημοσίως, την ιστορική και την πολιτική εγκυρότητα αυτής της άποψης.
Η σύγχρονη Ελλάδα επέτυχε την ανεξαρτησία της μετά από μακρά και σκληρή πάλη τη δεκαετία του 1820, εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Οι συνθήκες που ευνόησαν την απελευθέρωση καλλιεργήθηκαν στα τέλη του 18ου αιώνα, με την άνοδο της μεσαίας τάξης. Αυτή η τάξη των εμπόρων προίκισε την Ελλάδα με την πολιτική θέληση και την οικονομική ικανότητα να αποτινάξει τον τουρκικό ζυγό. Οι ναυτιλιακές πόλεις και η ελληνική αστική τάξη όφειλαν την περιουσία τους στη Ρωσία. Εκείνη εξανάγκασε τους Τούρκους να επιτρέψουν στα ελληνικά καράβια να πλέουν με τη ρωσική σημαία στη Μαύρη Θάλασσα και τη Μεσόγειο. Απαλλαγμένοι από τη βαριά τουρκική φορολογία, οι Έλληνες πλοιοκτήτες συγκέντρωσαν σημαντικές περιουσίες και, φυσικά, ήταν σε θέση να εκμεταλλευτούν την κρίσιμη κατάσταση που οι ναπολεόντειοι πόλεμοι προκάλεσαν στη Μεσόγειο, τόσο για τους γαλλικούς όσο και για τους αγγλικούς εμπορικούς στόλους.
Υπό την ώθηση της Γαλλικής Επανάστασης, η ελληνική αστική τάξη συνέταξε ένα φιλελεύθερο σύνταγμα, αλλά η πίεση της ίδιας της αντιδραστικότατης Ιεράς Συμμαχίας οδήγησε στην απόδοση της εξουσίας, στην απελευθερωμένη Ελλάδα, στα πιο συντηρητικά στοιχεία, σε φεουδαρχικά σκεπτόμενους αξιωματούχους του τσάρου και του σουλτάνου, και σε αρχηγούς ορεινών φατριών που είχαν εξελιχθεί σε γαιοκτήμονες. Παρά τις εσωτερικές διαφωνίες τους, οι Έλληνες γαιοκτήμονες και έμποροι είχαν την κοινή πεποίθηση ότι το μικρό ελληνικό κράτος, που ιδρύθηκε το 1830, προοριζόταν να αναβιώσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Για ενενήντα χρόνια οι κυβερνήτες της Ελλάδας έτρεφαν την ελπίδα ότι ο Βασιλεύς των Ελλήνων θα στεφόταν αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη, αφού ο ελληνικός στρατός θα την ανακτούσε από τον Άπιστο.
Μια τέτοια αφοσίωση στο βυζαντινό παρελθόν οδήγησε σε μια απολίθωση του ελληνικού πολιτισμού, αφού το μέτρο σύγκρισης του βυζαντινού αρχαϊσμού εφαρμόστηκε στον νόμο, τη γλώσσα, την ιστορία, την τέχνη και τη φιλοσοφία. Μόνον το 1922, όταν ένα τουρκικό κράτος αναγεννημένο από τον ισχυρό παλμό του κεμαλικού κινήματος κατάφερε στον ελληνικό στρατό ένα συντριπτικό πλήγμα, η Ελλάδα τελικά αφυπνίστηκε, αντιλαμβανόμενη την πραγματικότητα, και απελευθερώθηκε από την ψύχωση των βυζαντινών ονείρων. Η ίδρυση μιας δημοκρατίας ήταν το πιο σημαντικό σχήμα σε μια σειρά αλλαγών, που συνεπάγονταν μια ολόκληρη διαδικασία ιδεολογικής αναπροσαρμογής. Ο ελληνικός εθνικισμός πλέον απελευθερώθηκε από την έννοια της αποστολής και σταδιακά συνδέθηκε με τα δημοκρατικά ιδεώδη της οικονομικής ευημερίας, της πολιτικής ισότητας και της κοινωνικής πρόνοιας.
Δυστυχώς, σύντομα οι Έλληνες έχασαν την πίστη τους στα νέα ιδανικά τους και, δέκα χρόνια μετά την ανακήρυξη της Δημοκρατίας, η απόγνωση και η εξαθλίωση είχαν ήδη αντικαταστήσει την αυτοπεποίθηση των αρχών της δεκαετίας του 1920. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1930, η δημοκρατία είχε ανατραπεί αλλά η αποκατεστημένη μοναρχία δεν σηματοδοτούσε επιστροφή στα ρομαντικά όνειρα μιας προγενέστερης περιόδου. Ο βασιλιάς δεν είχε επανενθρονιστεί με σκοπό να αναβιώσει τον ξεπερασμένο μύθο μιας βυζαντινής κληρονομιάς. Η νέα ιδεολογική περιβολή της μοναρχίας ήταν κομμένη στα μέτρα του συρρικνωμένου πεπρωμένου των χρόνων της λιτότητας και συνίστατο από ένα φασιστικό πουκάμισο βαμμένο στο εθνικό μπλε χρώμα. Το στέμμα επρόκειτο να χρησιμεύσει ως πόλος συσπείρωσης μιας σθεναρής αντιμπoλσεβικικής καμπάνιας, που τότε σάρωνε όλη την Ευρώπη. Εξαναγκασμένες να βρεθούν στην αντιπολίτευση, οι δημοκρατικές δυνάμεις απάντησαν με μια αντεπίθεση, κατά την οποία κατέφυγαν σε συνθήματα κατασκευασμένα στα εργαστήρια των ιδεολογιών του λαϊκού μετώπου. Ενώ η μοναρχία κατέστη το πιο ισχυρό σύμβολο του αντιμπολσεβικισμού, η δημοκρατία έγινε το λάβαρο του αντιφασισμού.
Πριν προλάβουν οι Έλληνες να σκεφτούν σοβαρά την ιδεολογική ανεπάρκεια των πολιτικών πεποιθήσεων των δύο στρατοπέδων, τους πρόφτασε αιφνιδιάζοντάς τους ο νέος Παγκόσμιος Πόλεμος. Μια από τις τραγικές ειρωνείες της ιστορίας είναι ότι μόνο κατά τη διάρκεια αυτής της σύγκρουσης είχαν οι σύγχρονοι Έλληνες την ευκαιρία να αυτοπροσδιορισθούν με επιτυχία, σε σχέση με το παρελθόν τους. Η ευκαιρία τούς δόθηκε όταν, κατά την επική οπισθοχώρηση από τα βόρεια σύνορά τους, όρθωσαν μια λυσσαλέα αντίσταση στο πεδίο μάχης των Θερμοπυλών. Αναμφίβολα η ικανοποίηση που πηγάζει από μια ταύτιση με το ένδοξο και αρχαίο παρελθόν βοήθησε συχνά τους Έλληνες κατά τα χρόνια της εχθρικής κατοχής να επιτύχουν πολλά παράτολμα και ηρωικά κατορθώματα, και να υπομείνουν με σθένος τις κακουχίες και τις συμφορές που τους προκάλεσε ένας ανελέητος εχθρός. Δυστυχώς, τα συμπεράσματα στα οποία κατέληξαν, από μια βιαστική σύγκριση ανάμεσα στην αντίσταση των Σπαρτιατών ενάντια στους Πέρσες και στον αγώνα ενάντια στα στρατεύματα του Χίτλερ, κατ’ ουδεμία έννοια δεν δικαιολογούνται και, μακροπρόθεσμα, βοήθησαν μόνο να αυξηθεί η πικρία και η αίσθηση της απογοήτευσης που ακολούθησε την απελευθέρωση. Οι Έλληνες έχουν ξεχάσει ότι η ιστορία αδιαφορεί για εκείνες τις τυχαίες επαναλήψεις γεγονότων, που τόσο συχνά πυροδοτούν την ανθρώπινη φαντασία.
Tο πρόβλημα της εξουσίας τώρα αποκαλύπτεται στον δυστυχή Έλληνα σε όλη την τρομακτική του ωμότητα. Το κύριο έργο μιας ελληνικής κυβέρνησης, είτε φιλοβασιλικής ή δημοκρατικής είτε φιλοβρετανικής13 ή φιλορωσικής, είναι να παραμείνει στην εξουσία και να διατηρήσει την τάξη. Για να το επιτύχει αυτό πρέπει να βασιστεί στην οικονομική και τη στρατιωτική βοήθεια μιας προστάτιδας δύναμης. Ο ελληνικός στρατός προφανώς δεν είναι σε θέση να προβάλει σοβαρή αντίσταση στα στρατεύματα που μια μεγάλη ξένη δύναμη μπορεί να συγκεντρώσει στα σύνορα της χώρας.14 Επιπλέον, καθώς μια αλλαγή προστατών δεν θα συναντούσε την ομόφωνη αποδοκιμασία της χώρας, η αποστολή ενός ξένου εισβολέα θα διευκολυνόταν σε μεγάλο βαθμό από την υποστήριξη που θα ελάμβανε από την αντιπολίτευση. Τα πολιτικά κόμματα στα Βαλκάνια ποτέ δεν αντιμετωπίζουν δυσκολία να αποδείξουν ότι η κυβέρνηση προδίδει τα εθνικά συμφέροντα. Λιγότερο εύκολο είναι να προσδιοριστεί ποιες μπορεί να είναι οι αληθινές εθνικές προσδοκίες. Αυτό το τραγικό δίλημμα έχει εξελιχθεί πλέον σε εμμονή στην Ελλάδα. Το να κυβερνάς κατέληξε να σημαίνει να υπηρετείς ξένα συμφέροντα και να καταδυναστεύεις τον γηγενή πληθυσμό. Ακόμη και η απλή άσκηση εξουσίας μπορεί τώρα να γίνει αντιληπτή ως κατάχρηση εξουσίας. Ο μόνος τρόπος να κυβερνάς συνίσταται στην προδοσία των εθνικών ιδεωδών, στο όνομα των οποίων οι κυβερνήτες ανήλθαν στην εξουσία. Είναι λογικό, λοιπόν, ότι κάτω από τέτοιες συνθήκες λίγοι ιδεαλιστές θα υποκύψουν στον πειρασμό να κυβερνήσουν.


Το μαρτύριο του πάθους

Εγκλωβισμένες ανάμεσα στην εμμονή της πείνας και στον τρόμο της τυραννίας, οι φιλοδοξίες μια παθιασμένης νεολαίας περιορίζονται στο έπακρο. Σε σύγκριση με το διεθνές μέσο επίπεδο, οι Έλληνες νέοι ζουν σε μια ατμόσφαιρα αυξανόμενης πνευματικής εξαθλίωσης. Εκείνοι των οποίων η φιλοδοξία είναι να χτίσουν μια περιουσία θα επιδιώξουν να ικανοποιήσουν το πάθος τους για χρήματα σε ξένες χώρες· εκείνοι που το πάθος τους κατευθύνεται προς την απόκτηση εξουσίας, θα επιδιώξουν να αποκτήσουν ξένη προστασία· εκείνοι που τους εμψυχώνει ένα πάθος για επιστημονική και καλλιτεχνική γνώση θα μεταναστεύσουν, γιατί η χώρα τους δεν μπορεί να τους παράσχει επαρκώς εξοπλισμένα εργαστήρια, βιβλιοθήκες και μουσεία.
Περιορισμένος στη χρήση της εθνικής γλώσσας του μόνο, ο Έλληνας συγγραφέας είναι υποχρεωμένος να προσαρμοστεί στην τραγωδία της χώρας του. Αντίθετα από τη γλώσσα μερικών άλλων μικρών ευρωπαϊκών κρατών, η ελληνική δεν συνδέεται με κάποιο από τα μείζονα σύγχρονα ιδιώματα. Η λυρική ποίηση έχει αναδειχθεί ως το μέσον δια του οποίου οδυνηρά υπονοούνται η ατομική και η εθνική απομόνωση, και ένας πόθος σύνδεσης με την ανθρώπινη κοινότητα ή με το εθνικό παρελθόν. Τα μυθιστορήματα και τα θεατρικά έργα, εντούτοις, καθώς αποτελούν εκφράσεις ισχυρά ενοποιημένων κοινωνιών, δεν έχουν βρει έδαφος για να απλώσουν στέρεες ρίζες σε μια χώρα κοινωνικά και πολιτικά άστατη όπως η Ελλάδα.


Συμπέρασμα

Το ελληνικό πεπρωμένο αποτελεί συνέχεια του εβραϊκού πεπρωμένου. Ενώ η εβραϊκή είναι τραγωδία της διασποράς, η ελληνική είναι αυτή του περιορισμού σε μια χώρα πολύ μικρή για να συνεχίσει να είναι ο τόπος κατοικίας οραματιστών υψηλών ονείρων. Αυτή η τραγωδία είναι ένα εθνικό θέμα που συχνά έχει επαναληφθεί. Ήδη στην αρχαιότητα, ο Αριστοτέλης απαρνήθηκε τον σκοπό της Ελλάδας για να υπηρετήσει το ανατέλλον άστρο της Μακεδονίας. Αλλά ο εκρωμαϊσμένος Πολύβιος, ο πιο φιλοσοφικά προσανατολισμένος από τους Έλληνες ιστορικούς, ήταν εκείνος που ανέδειξε την αλλαγή πίστης ως ιστορική αναγκαιότητα. Αιώνες αργότερα, αφού ο Χριστιανισμός είχε εμπλουτίσει την αρχαία σοφία με τη βαθιά έννοια της αγάπης, ο Ελ Γκρέκο, γεννημένος στην τουρκοκρατούμενη Ελλάδα, εγκαταστάθηκε στην Ισπανία. Ασπαζόμενος τα ιδανικά και τη θρησκεία της νέας πατρίδας του, αυτός ο μεγάλος καλλιτέχνης στην αλλαγή αφοσίωσης πρόσθεσε την κινητήρια δύναμη μιας νέας πίστης.
Σε έναν κόσμο που απεγνωσμένα αγωνίζεται, όπως σήμερα ο δικός μας, να εναρμονίσει συγκρουόμενες εθνικές και διεθνείς εξελίξεις, ο ρόλος των διανοουμένων που προέρχονται από μικρές χώρες προικισμένες με βαθιά ιστορική συνείδηση είναι, αψηφώντας τις πολιτισμικές διαφορές, να συντονιστούν με τις ανάγκες μιας πάσχουσας ανθρωπότητας, τις οποίες θα στοχεύσουν να εκφράσουν με σύνεση και οξυδέρκεια




1. Transcribed, edited and annotated by Elena Koutrianou, Nefeli 2021, «Appendix II», σ. 222-231. By courtesy of Steingrim Laursen and The Louisiana Museum of Modern Art, Humleback, Denmark, and The Nordic Library at Athens. Ευχαριστίες οφείλονται και στις εκδ. Νεφέλη, για την άδεια δημοσίευσης της παρούσας μετάφρασης. Το εισαγωγικό κείμενο και οι σημειώσεις που ακολουθούν είναι της επιμελήτριας και μεταφράστριας.
2. Box (15), «Philosophy 1», Folder 5.2. Για τον πλήρη κατάλογο του Αρχείου, βλ. https://www.norlib.gr/calas-ar... (ανάκτηση 5.5.2026) και σε μορφή pdf: «Archive Catalogue – Nicolas and Elena Calas», επιμ. Lena Hoff, 2000 (στον ίδιο ιστότοπο).
3. Στην πρώτη σελίδα του δακτυλογράφου, κάτω από το όνομά του ο Calas σημειώνει και στη συνέχεια διαγράφει το όνομα της Marcella Powers (1921-1985), που ήταν γνωστή λογοτεχνική ατζέντης. Ακολουθεί η διεύθυνση: 25 West 54 Street/ New York 19 New York. Πιο πάνω, ιδιοχείρως έχει γραφτεί η λέξη: «Out?».
4. Για τις απογραφές πληθυσμού στην Ελλάδα, βλ. «Δημογραφικά δεδομένα», Εθνική Στατιστική Υπηρεσία της Ελλάδος (ΕΣΥΕ): «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 16 Οκτωβρίου 1940 – Πραγματικός, νόμιμος και μόνιμος πληθυσμός», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1946, http://dlib.statistics.gr/Book/GRESYE_02_0101_00025.pdf και «Πληθυσμός της Ελλάδος κατά την Απογραφήν της 7ης Απριλίου 1951 – Πραγματικός πληθυσμός κατά νομούς, επαρχίας, δήμους, κοινότητας, πόλεις και χωρία», Αθήνα: Εθνικό Τυπογραφείο, 1955, http://dlib.statistics.gr/Book/GRESYE_02_0101_00031.pdf (ανάκτηση 5.5.2026). Πρβ. Μιχαήλ Χουλιαράκης, Γεωγραφική, διοικητική και πληθυσμιακή εξέλιξις της Ελλάδος, 1821-1971, Αθήνα: Εθνικό Κέντρο Κοινωνικών Ερευνών, 1973 και Μιχαήλ Χουλιαράκης, Ιστορική απογραφική άποψης της Ελλάδος, 1900-1971, Αθήνα: χ.ε., 1975.
5. Βλ. στην αρχή της δεύτερης ενότητας.
6. Βλ. την τρίτη ενότητα του δοκιμίου, καθώς και την τελευταία παράγραφο της τέταρτης, όπως και τις αντίστοιχες σημειώσεις.
7. Η πρωτότυπη φράση του Calas είναι «One World», η οποία μάλλον παραπέμπει στο βιβλίο One World του Wendell L. Willkie, Nέα Yόρκη, Simon & Schuster 1943.
8. Η πασίγνωστη ρήση την οποία παραθέτει ο Calas προέρχεται από το βιβλίο του Arnold J. Toynbee, A Study of History, τ. Ι, Λονδίνο, Oxford University Press 1934 (1η δημ. 1927), σ. 9. Γεννημένος το 1889, ο Toynbee πέθανε το 1975.
9. Και εδώ ο Calas δεν παρέχει περισσότερες λεπτομέρειες για την παραπομπή του, πέραν του τίτλου. Το παραπάνω απόσπασμα προέρχεται από το βιβλίο του Count Hermann Graf von Keyserling, Europe, αγγλική μτφ. Maurice Samuel, Λονδίνο & N.Y., Harcourt, Brace & Company, 1928, σ. 332 (η έμφαση είναι του Keyserling). Ο πρωτότυπος τίτλος του βιβλίου είναι Das Spektrum Europas ([Το φάσμα της Ευρώπης] Kampmann, Χαϊδελβέργη 1928). Το απόσπασμα παρατίθεται από τον Calas σχεδόν αυτούσιο, με κάποιες παραλείψεις στη στίξη και την αντικατάσταση μιας πρόθεσης, που δεν τροποποιεί το νόημα. Ενδιαφέρον παρουσιάζει, όμως, η αλλαγή χρόνου του ρήματος στην τελευταία φράση. Σύμφωνα με το πρωτότυπο: «It is a real tragedy to be a Modern Greek» (η έμφαση δική μου). Θα μπορούσε αυτή να είναι ακούσια ή να πρόκειται για εσκεμμένη παρέμβαση. Όπως ήδη σημειώθηκε στο εισαγωγικό σημείωμα, η αναφορά του Calas στο γεγονός ότι ο Keyserling (1880-1946) είναι ήδη νεκρός, όταν γράφει, είναι σημαντική για τη χρονολόγηση του δοκιμίου του (πρόκειται για έναν τύπο αναφοράς, άλλωστε, που έχει νόημα αν ο θάνατος είναι σχετικά πρόσφατος, ενώ δεν συνηθίζεται εφόσον είναι από καιρό γνωστός).
10. Ο συγγραφέας αναφέρει έναν κατά προσέγγιση αριθμό, αφού σύμφωνα με την Απογραφή του 1940 (βλ. πιο πάνω, σημ. 4), ο πραγματικός πληθυσμός της Ελλάδας ήταν 7.344.860 άτομα, ο νόμιμος πληθυσμός ήταν 7.285.674 άτομα και ο μόνιμος πληθυσμός ήταν 7.347.002 άτομα.
11. Τα παραθέματα τα οποία παραθέτει ο Calas προέρχονται από τη μελέτη της Doreen Warriner, Economics of Peasant Farming, Λονδίνο, Oxford University Press 1939, σ. 23-24 και 27, αντιστοίχως. Ο Calas έχει καταγράψει εσφαλμένα το όνομα της συγγραφέως («Warrimer») και έχει κάνει κάποιες μικρές επεμβάσεις, που δεν αλλάζουν σημαντικά το νόημα. Στο κείμενό του, η πρωτότυπη φράση «the increase of population» έχει μεταφερθεί τροποποιημένη: «the increased population». Και έχει αντικαταστήσει με ενικό αριθμό τον πληθυντικό της τελευταίας λέξης του παραθέματος: το πρωτότυπο είναι «markets», ενώ ο Calas γράφει «market». Η οικονομολόγος Doreen Warriner (1904-1972) καταγόταν η ίδια από αγροτική οικογένεια, σπούδασε στα Πανεπιστήμια της Οξφόρδης και του Λονδίνου, διεξήγαγε επιτόπια έρευνα στην Ανατολική Ευρώπη και στο διάστημα 1938-1939 έδρασε ως επικεφαλής του Γραφείου της Πράγας της British Committee for Refugees from Czechoslovakia (BCRC), διασώζοντας περί τις 15.000 ανθρώπους (ενηλίκους και παιδιά, κυρίως Εβραίων αλλά και αντιναζιστών) από τη ναζιστική απειλή. Η ταινία One Life (2023), σκην. James Hawes, παρουσιάζει τη συνεργασία της με τον Nicholas Winton για τη διάσωση 669 εβραιόπουλων, και έγινε αφορμή για τη γνωστοποίηση της ανθρωπιστικής της προσπάθειας, η οποία συνεχίστηκε και κατά τη διάρκεια του πολέμου, μέχρι το 1946. Από το 1947 και έως το 1966, η Warriner ήταν Καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο του Λονδίνου (UCL). https://res.org.uk/newsletter/... (ανάκτηση 8.5.2026). https://www.history.org.uk/pri... (ανάκτηση 08.05.2026). Ο Calas δεν αναφέρει αυτή την ιδιότητά της και δεν φαίνεται να γνωρίζει την ανθρωπιστική δράση της (λεπτομέρειες που στο εισαγωγικό σημείωμα συνεκτιμήθηκαν σε ό,τι αφορά τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του), αλλά συμμερίζεται τη βασική θέση της Warriner για την αναγκαιότητα στήριξης της αγροτικής οικονομίας με την ανάπτυξη της βιομηχανίας και με την εξασφάλιση πολιτικής χειραφέτησης.
12. Η Χάρτα του Ατλαντικού (Atlantic Charter), με την οποία τον Αύγουστο του 1941 συμφωνήθηκαν οι κοινοί στόχοι ΗΠΑ και Μεγάλης Βρετανίας για την ασφάλεια, καθώς και για την κοινωνική και οικονομική ευημερία του κόσμου, μετά τον Β´ Παγκόσμιο πόλεμο.
13. Η αναφορά του Calas στη Βρετανία παρέχει ακόμη μία ένδειξη για τον πιθανό χρόνο σύνθεσης του δοκιμίου του, αφού, από τον Μάρτιο του 1947 («Δόγμα Τρούμαν») κ.ε., οι ΗΠΑ διαδέχθηκαν τους Βρετανούς. Πρβ. Κώστας Κωστής, «Τα κακομαθημένα παιδιά της ιστορίας», Η διαμόρφωση του νεοελληνικού κράτους, 18ος-21ος αιώνας, Πατάκης 2018 (νέα, συμπληρωμένη έκδ.), σ. 706-707.
14. Ο Calas ίσως αναφέρεται στις εδαφικές διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας που πρόβαλλε η Βουλγαρία κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Παγκόσμιου πολέμου, όπως και μετά τη λήξη του, στη Διεθνή Διάσκεψη Ειρήνης στο Παρίσι το 1946 (29 Ιουλίου - 15 Οκτωβρίου). Απειλή για την Ελλάδα αποτελούσε βέβαια και η Αλβανία, αλλά και η Γιουγκοσλαβία, που αναζητούσε πρόσβαση στο Αιγαίο. Πρβ. Mark Mazawer, Τα Βαλκάνια, μτφ. Κωνσταντίνος Ν. Κουρεμένος, Πατάκης 2001, σ. 212-213 κ.α.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: