Εθισμός στην ιστορία

Ο Θανάσης Βαλτινός στη Θεσσαλονίκη (2015)
Ο Θανάσης Βαλτινός στη Θεσσαλονίκη (2015) / φωτ. Βασίλης Παπαγεωργίου


Η πραγματικότητα δεν υπάρχει,
η πραγματικότητα πρέπει να αναζητηθεί
και να κερδηθεί.

PAUL CELAN[1]



Τόπος και ημερομηνία

Το αφήγημα «Εθισμός στη νικοτίνη» του Θανάση Βαλτινού―ομολογημένα αυτοβιογραφικό―[2] αρχίζει ορίζοντας τον χρόνο και τον χώρο, την ημερομηνία και τον τόπο των συμβάντων:

«Κάπνισα το πρώτο μου τσιγάρο έντεκα χρονών, το 1943. Μέναμε τότε στον Καραβά, μια περιοχή κοντά στον Ευρώτα, από τη δυτική του όχθη.»

Με όμοιο τρόπο αρχίζει και το δεύτερο μέρος του αφηγήματος:

«Κάπνισα το δεύτερο τσιγάρο μου πέντε χρόνια αργότερα. (…) Εγώ έμεινα να τελειώσω το γυμνάσιο στην Τρίπολη. Τον Γενάρη του ’48, εγκαταστάθηκε προσωρινά στο κτίριο του σχολείου μας μια περαστική μοίρα καταδρομών. Εμάς μας μετέφεραν στο γυμνάσιο θηλέων.»[3]

Οι ημερομηνίες που δηλώνουν τον χρόνο, τα τοπωνύμια και ο γεωγραφικός προσδιορισμός που δίνουν τις γεωδαιτικές συντεταγμένες του χώρου, είναι στοιχεία που προσδιορίζουν με ακρίβεια το στίγμα της αφήγησης και την αγκυρώνουν σε μια συγκεκριμένη πραγματικότητα: ο Καραβάς και η Τρίπολη είναι οι τόποι μέσα στους οποίους κινούνται τα πρόσωπα της αφήγησης, το 1943 και το 1948 είναι οι ημερομηνίες, οι περίοδοι του χρόνου στις οποίες εκτυλίσσονται τα εξιστορούμενα συμβάντα.
Εδώ, όπως και σε άλλα κείμενα του Βαλτινού, η αναφορά στον ημερολογιακό χρόνο και στην ημερομηνία λειτουργεί ως συμπλέκτης που κλείνει το χάσμα ανάμεσα στον χρόνο του κόσμου και στον υποκειμενικό χρόνο του βιώματος του αφηγητή. Οι ημερομηνίες ―ανεξάλειπτα ίχνη που κάθε έτος επιστρέφουν μετρώντας τη διάρκεια και δίνοντας ρυθμό στη ροή του χρόνου― συνυφαίνουν το περασμένο παρόν του βιωμένου συμβάντος με τον ενεστώτα της αφήγησης και τους εγγράφουν στον ιστορικό χρόνο ο οποίος με αυτό τον τρόπο γίνεται νοητός και εύπλαστος.[4]


Οι χρόνοι των ρημάτων: μνήμη, μαρτυρία, αφήγηση

Στον «Εθισμό», αφού έχουν καθοριστεί οι χωροχρονικές συντεταγμένες, η αυλαία της αφήγησης σηκώνεται με μια δήλωση που αλλάζει τους χρόνους των ρημάτων και αντικαθιστά τον παρατατικό και τον αόριστο με τον αφηγηματικό ενεστώτα της γραφής: «η ιστορία είναι αυτή:».[5] Ο ενεστώτας φαίνεται να δεσπόζει αλλά δεν προσδιορίζει ένα συγκεκριμένο εδώ και τώρα, αντίθετα, συμπυκνώνει μια διαδικασία τριών διαδοχικών περιόδων, σημαδεύει μιαν αλληλουχία τριών στιγμών του χρόνου που έχουν προσίδια διάρκεια και συνδέουν ―σε μια δύσκολη συνάρτηση― τρεις μεταβλητές: παρελθόν, παρόν και μέλλον.
Ως παροντικός χρόνος αναφέρεται σε ένα αδιευκρίνιστο παρόν της γραφής. Ως ιστορικός ενεστώτας παραπέμπει εμμέσως στον απροσδιόριστο χρόνο του αναστοχασμού που έπεται των εξιστορούμενων συμβάντων ενώ συγχρόνως προοιωνίζεται το αβέβαιο μελλοντικό παρόν κάθε επόμενης ανάγνωσης η οποία ―μέσω της ερμηνείας― θα εξασφαλίσει στο κείμενο την επιβίωση και την ύστερη ωρίμανση (Nachreife).[6] Αυτή τη συνάρτηση που είναι αξεδιάλυτα αφήγηση και συνομιλία ο Βαλτινός την ονομάζει «ιστορία».
Η αυλαία πέφτει και το διήγημα τελειώνει ―στο τρίτο μέρος― με όμοιο τρόπο: «Το τέλος της ιστορίας είναι αυτό: Ο πατέρας μου πέθανε τον Μάιο του ’69 …».[7] 
Το αφηγηματικό σχήμα της αλλαγής των ρηματικών χρόνων έχει εδώ μια επιπλέον σημασία, υποδηλώνει καθαρά ότι ενώ τα συμβάντα που έχει συγκρατήσει η μνήμη έχουν παραμείνει τα ίδια, μέσα από το έργο του αναστοχασμού και της γραφής το νόημά τους έχει αλλάξει, το σκοτεινό βίωμα του παρελθόντος έχει μετουσιωθεί σε συνειδητή εμπειρία με διακριτό εννοιακό περιεχόμενο και έχει αποκτήσει ρητή έκφραση. Αυτό ο Βαλτινός το γνωρίζει καλά και το λέει καθαρά:

«Η αίσθηση της Ιστορίας δεν έχει σχέση με τη λογιστική των γεγονότων αλλά με τον μόρσιμο απόηχό τους. (…) Το ιστορικό γεγονός παραμένει αυτούσιο κατά το σχήμα του, όμως ο συγγραφέας εντάσσοντάς το στο δικό του σύστημα αξιών (…) το αδειάζει από το αντικειμενικό του περιεχόμενο, καθιστώντας το έτσι μέρος της προσωπικής του ιστορίας. Και κάθε προσωπική ιστορία είναι μυθική.»[8]

«Ο μόρσιμος απόηχος» των γεγονότων, πυρήνας του νοήματος αυτού του παραθέματος, είναι η έγκυρη έκφραση με την οποία ο Βαλτινός ορίζει μια βασική αρχή και ένα σταθερό θέμα της πεζογραφίας του. Το επιχείρημά του είναι ότι η «αίσθηση της ιστορίας» δεν προκύπτει από την άμεση εποπτεία των γεγονότων αλλά από τους τρόπους με τους οποίους τα γεγονότα συμπλέκονται με τις κοινές πρακτικές των ανθρώπων, προκαλούν ποικίλες διαφοροποιήσεις και μεταμορφώνονται σε πεπρωμένο. Ο «μόρσιμος απόηχος» δείχνει τη διαδικασία μέσα από την οποία η ενδεχομενικότητα των συμβάντων της ζωής γίνεται μοίρα δική του και των άλλων.
Πράγματι ένα ακόμα χαρακτηριστικό του «Εθισμού» είναι η σύζευξη και η εναλλαγή του πρώτου ενικού και του πρώτου πληθυντικού προσώπου που επισημαίνει ότι ο αφηγητής αυτοπροσδιορίζεται συγχρόνως ως διακριτό υποκείμενο και ως μέλος μιας συγκεκριμένης συλλογικότητας. Σε συνδυασμό με τη βεβαίωση ότι «η ιστορία είναι αυτή» παρουσιάζεται ως μάρτυρας ο οποίος καταθέτει για πράγματα που έζησε, απευθύνεται στον ανώνυμο και άγνωστο αναγνώστη και τον ορίζει δικαστή που θα κρίνει την αλήθεια της μαρτυρίας του. Δεν προβαίνει βεβαίως στην τυπική δήλωση του μάρτυρα την οποία προβλέπει η δικανική διαδικασία αλλά η σκηνοθεσία της αφήγησης επιτρέπει στον αναγνώστη να ακούσει την ηχώ μιας βεβαίωσης που ταλαντεύεται ανάμεσα στην ομολογία και στον όρκο: «εκείνα τα χρόνια ήμουν εκεί, σε αυτούς τους τόπους, παρών αυτοπροσώπως, και η ιστορία που λέω, η δική μου και των άλλων, είναι αληθινή».[9]

Φωτ. Β. Παπαγεωργίου

Με αυτόν τον εξαιρετικά συνοπτικό αλλά απολύτως ακριβή τρόπο ο Θανάσης Βαλτινός δίνει το στίγμα της εργασίας του και ανοίγει την προοπτική μέσα στην οποία μπορεί να ξετυλιχτεί η συνομιλία του «δημιουργικού αναγνώστη»[10] με εκείνα τα κείμενά του στα οποία η αυτοβιογραφία και η μυθοπλαστική αφήγηση συμπλέκονται και συνυφαίνονται με την ιστορία της κοινότητας. Το αίτημα, ή η ερώτηση στην οποίαν αποκρίνονται,[11] είναι πώς μπορεί να απελευθερωθεί ο ίδιος, αλλά και ο τόπος, από τον εφιάλτη της ιστορίας,[12] από «το όργιο τρόμου και φρίκης» και τον βαθύ διχασμό του Εμφυλίου. Η μύχια πρόθεσή του είναι να ανοίξει τον δρόμο προς την αυτογνωσία, τη δική του και των άλλων, προς την αμοιβαία ανάληψη της ευθύνης έναντι του ίδιου του εαυτού και του κάθε άλλου. Αυτό στο οποίο με έμμονο πάθος αποβλέπει είναι να δώσει τη δυνατότητα της συνομιλίας και της συνεννόησης με την ελπίδα ότι μπορούν να οδηγήσουν στην αμοιβαία συγχώρεση, στη συμφιλίωση και σε ένα πνεύμα εμπιστοσύνης. Προφανώς αυτό το αίτημα δεν έχει άμεσο θεολογικό χαρακτήρα, είναι «ο καημός της Ιστορίας αυτού του τόπου»,[13] είναι η επείγουσα ανάγκη της κοινότητας να υπερβεί τον διχασμό και τον διπολισμό «που φαίνεται να διαπερνά τα στρώματα της ελληνικής κοινωνίας μέχρι σήμερα»[14] και να ανασυνθέσει την ενότητά της σε ένα ευρύτερο και πιο περιεκτικό επίπεδο συλλογικής συνείδησης.


Η σφραγίδα της ιστορίας[15]

Στον «Εθισμό στη νικοτίνη» εξιστορούνται δύο περιστατικά που έγιναν σε δύο σημαδιακές ημερομηνίες για τη ζωή του Θανάση Βαλτινού: στο πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία, το καλοκαίρι του 1943 στον «αναπεπταμένο λειμώνα» που ήταν ο κόσμος στον Καραβά,[16] και στο οριστικό τέλος της εφηβείας ―ίσως και της νεότητας― τον χειμώνα του 1948 στην Τρίπολη.
Η ζωή στον Καραβά, χωρίς να είναι ειδυλλιακή, μνημονεύεται με κάποια νοσταλγία. Είναι η ανακάλυψη του κόσμου στην αγκαλιά μιας παραδοσιακής κοινότητας ανθρώπων που ζούσαν σε συμβιωτική σχέση με τη φύση. Για τον αφηγητή και τα άλλα παιδιά που μεγάλωναν εκεί η γενετήσια διαδικασία, η λαγνεία και ο έρωτας, ήταν κάτι αυτονόητο. Η φύση τους πρόσφερε «τζάμπα έμπρακτα μαθήματα σεξουαλικής αγωγής (..) ήταν η άγρια ζωή, το άγριο μυστήριό της, και μέρος της αποτελούσαμε εμείς οι ίδιοι».[17] 
Όπως κάθε τόπος, ο Καραβάς κρατούσε τη μνήμη της ιστορίας του και τη στάλαζε στις ψυχές αυτών που τον κατοικούσαν. Η βία, η εκμετάλλευση, ο ερωτισμός, ο θάνατος εκκρίνονταν από τους πόρους του τόπου, από τα ντουβάρια του σπιτιού, από τους κρωγμούς των πουλιών.

«Κάθε νύχτα, από αυτά τα ντουβάρια, οι κουκουβάγιες με τις κραυγές τους μας πάγωναν το αίμα. Η χήρα Σπύραινα (…) είχε πει στη μάνα μας: “Ψυχές είναι που καταριούνται. Θα τις συνηθίστε”.»[18]

Και πράγματι όλα τα είχαν συνηθίσει, όλα τα είχαν εντάξει με έναν τρόπο αρμονικό, απλό αλλά στιβαρό, στον ρυθμό της ζωής τους. Ακόμα και τον θάνατο, που σ’ αυτόν τον τόπο είχε κάτι το οικείο, ήταν μέρος του κύκλου της ζωής, και οι πεθαμένοι ήσαν κρίκοι σε μια αλυσίδα γενεαλογίας που τους ένωνε με τους ζωντανούς. Το διπλανό χωριό είχε πανηγύρι τον Δεκαπενταύγουστο και το γλέντι γινόταν στον αυλόγυρο της εκκλησίας:

«Σε μιαν άκρη του αυλόγυρου ήταν το νεκροταφείο. Ταπεινοί τάφοι με ξύλινους σταυρούς. Εκεί λοιπόν στον αυλόγυρο γινότανε ο χορός. Και αυτό το ανακάτεμα ζωντανοί - πεθαμένοι έδινε μια χαρά. (…) Ήταν η ζωή.»[19]

Αυτός ο κόσμος θρυμματίστηκε το καλοκαίρι του 1943, όταν άρχισε ο Εμφύλιος. Είχαν αρχίσει οι εκκαθαρίσεις «αντιδραστικών» από τον ΕΛΑΣ και οι περιπολίες των ταγματασφαλιτών «για πλιάτσικο».[20] Οι αντάρτες χτύπησαν ένα απόσπασμα Γερμανών και αυτοί για αντίποινα έπιασαν ομήρους και τους πήγαν για εκτέλεση στις όχθες του Ευρώτα. Όταν έγινε φανερό ότι οι άντρες τους δεν θα γυρίσουν οι γυναίκες που είχαν μαζευτεί εκεί, στην αυλή του σπιτιού στον Καραβά, άρχισαν το θρήνο:

«Αυτός ο σπαραγμός δεν είχε κατευθείαν σχέση με τον θάνατο, ήταν κυρίως ερωτικός. Και αόριστα, από ένστικτο, το πιάναμε αυτό».[21]

Κατεβαίνοντας προς το ποτάμι τα παιδιά βρήκαν κάλυκες από σφαίρες ―τότε «ήταν μια αξία παιχνιδιού»― και πιο κάτω τους σκοτωμένους. Στο κείμενο αυτό το συμβάν, παρότι μνημονεύεται, δεν δηλώνεται ρητά, οι κάλυκες δεν συνδέονται με τις σφαίρες της εκτέλεσης των «αρπαγμένων γειτόνων και σέμπρων». Η λέξη «σκοτωμένοι» δεν ακούγεται. Ηχεί υπόρρητα μέσα από τα λόγια ενός παιδιού, από αυτά που τους είδαν πρώτα και γύρισαν τρέχοντας να το πουν στα υπόλοιπα:

«― Είναι εκεί, είπε ο Μιχάλης αλλοπαρμένος. Μέσα στα βάτα. 
Και μας παρέσυραν σε ένα άγριο φευγιό.»[22]

Με μια ισχυρή δόση τραγικής ειρωνείας ο Βαλτινός δείχνει ότι αυτό που τότε καταγράφηκε ως κύριο συμβάν στη συνείδηση του «ενδεκαετούς αυτόπτη» ήταν το πρώτο τσιγάρο που κάπνισε και ένιωσε τον λαιμό του να καίγεται και τα μάτια του να πετάγονται έξω. Πολλά χρόνια αργότερα, σε μια συνέντευξη, στην ερώτηση ποιο είναι «το πιο έντονο περιστατικό που θυμάστε από τα παιδικά σας χρόνια», ο Βαλτινός αποκρίνεται ανεπιφύλακτα: «Τα κορμιά σκοτωμένων γειτόνων μας, πάνω στα οποία έπεσα τυχαία. Ήταν ένας αιφνιδιασμός που με άφησε άλαλο.»[23] 
Στον «Εθισμό στη νικοτίνη» αυτό το συμβάν φαίνεται να έχει απωθηθεί, ακαριαία, την ίδια στιγμή που έγινε αντιληπτό, να έχει περάσει άφατο κάπου αλλού, σε μιαν άλλη σκηνή, και στη μνήμη φαίνεται να έχει μείνει εντυπωμένη μόνον η ημερομηνία και οι σπασμοί από την αντίδραση του σώματος στον καπνό του πρώτου τσιγάρου, δηλαδή τα μεταφορικά ίχνη μιας άλλης πραγματικότητας που έμελε κάποτε να επιστρέψει, κάποια στιγμή στο απρόβλεπτο μέλλον, στο παρόν της γραφής.
Αυτό που ένιωσε εκείνη την ώρα το παιδί ήταν ένα σωματοποιημένο βίωμα, μια ενστικτώδης απόκριση η οποία προκλήθηκε και εξειδικεύτηκε σωματικά από ερεθίσματα του περιβάλλοντος. Η εικόνα των σκοτωμένων άφησε το παιδί άλαλο, ανίκανο να την επεξεργαστεί, να της δώσει κάποιο περιεχόμενο και να συλλάβει τη σημασία αυτού που έζησε.[24] Το συμβάν ήταν ένα tremendum horrendum στη θέα του οποίου το παιδί ούτε ήταν μαθημένο να αποκρίνεται ούτε είχε κάποιες έννοιες να εφαρμόσει. Το αποτέλεσμα ήταν να λειτουργήσει αυτόματα η διαδικασία της ενδοβολής, η εικόνα να βυθιστεί στα μύχια της ψυχής και να διατηρηθεί σε ένα είδος σκοτεινής κρύπτης από όπου αθέατη μπορούσε να ακτινοβολεί το μαύρο φως της ιστορίας.
Ήδη στο πρώτο αυτό περιστατικό ο πόλεμος, η βία, το αίμα, ο θάνατος, η λαγνεία, ο ερωτισμός, το ιερό, το πένθος, η επιθυμία της ζωής συνδέθηκαν σε έναν αξεδιάλυτο και ανοίκειο πλέγμα που απωθημένο φυλάχτηκε στην κρύπτη και άρχισε να ασκεί αδιάκοπη και άφωνη αλλά ισχυρή επιρροή. Το παιδί δεν είχε επίγνωση αυτής της λειτουργίας αλλά η ιστορία το είχε ήδη τυλίξει στον ιστό της, σαν τοξική εξαρτησιογόνα ουσία είχε αρχίσει να το εθίζει σε αυτές τις άγνωστες μέχρι τότε άγριες καταστάσεις πραγμάτων, όπως η νικοτίνη του πρώτου τσιγάρου έχει ήδη εισχωρήσει στο κορμί του. Σε αυτόν τον εθισμό αναφέρεται ο Βαλτινός όταν ομολογεί ότι τον έχει σφραγίσει η ιστορία.[25]


Ο εθισμός

Κάθε κοινότητα ανθρώπων αναπτύσσει πρακτικές, ο Αμερικανός φιλόσοφος Robert Β. Brandom τις ονομάζει αξιόπιστες διαφορικές αποκριτικές διαθέσεις (reliable differential responsive dispositions), με τις οποίες αντιμετωπίζει τις διαφορετικές καταστάσεις πραγμάτων που προκύπτουν από το περιβάλλον και από την ιστορία. Αυτές οι πρακτικές, που πάνε μαζί με τη μη-συναγωγική εφαρμογή εννοιών, συγκροτούνται και παγιώνονται χωρίς η κοινότητα να τις έχει υποβάλλει σε πλήρως ανεπτυγμένη εννοιολόγηση, να τις έχει σταθμίσει και να τις έχει επιλέξει.[26] Οι αποκριτικές διαθέσεις είναι μια αυθόρμητη σύνθεση βιολογικών αντανακλαστικών και κοινών πρακτικών αντίδρασης και προσαρμογής που η αποτελεσματικότητά τους τις καθιστά στη συνείδηση των ανθρώπων ορθές, αρμόζουσες και αξιόπιστες. Η προσυπογραφή τέτοιων αποκρίσεων και η υιοθέτησή τους από τα μέλη της κοινότητας τις μεταμορφώνει σε κάτι ανάλογο με τον εθισμό, δηλαδή σε δεσπόζουσες συνήθεις πρακτικές που ενώπιον παρόμοιων καταστάσεων επαναλαμβάνονται αυθόρμητα και αυτόματα. Αν και αυτό το γενικό δομικό πλαίσιο έχει ευρύτατα περιθώρια διαφορετικής σύνθεσης των στοιχείων του, οι ενικές προσίδιες διαφορικές αποκρίσεις ενός ανθρώπου που ορίζουν τον χαρακτήρα του κατά κανόνα συνυφαίνονται με τις κοινές πρακτικές που έχουν παγιωθεί στα μέλη της κοινότητας και λειτουργούν ως δίαυλοι αμοιβαίας επικοινωνίας ανάμεσα στο Εγώ και το Εμείς.
Αυτή τη διαδικασία εξιστορεί η αφήγηση του δεύτερου περιστατικού στον «Εθισμό». Ο αφηγητής κάπνισε το δεύτερο τσιγάρο πέντε χρόνια αργότερα, τον χειμώνα του 1948. Ανάμεσα στα δύο περιστατικά μεσολαβεί ένα αφηγηματικό κενό. Η ροή του χρόνου που στις τελευταίες σελίδες του πρώτου μέρους μετριόταν σε ώρες ξαφνικά αλλάζει και μετριέται σε χρόνια.[27]  Στο διήγημα ό,τι έγινε στο ενδιάμεσο διάστημα, από το 1943 ως το 1948, δεν περιγράφεται, απλώς δηλώνεται υπαινικτικά και μπορεί να συλληφθεί συναγωγικά από στοιχεία που λειτουργούν ως ενδείκτες.[28]

Πειστικά παραδείγματα αυτής της λειτουργίας είναι η διευκρίνιση που προστίθεται στην ημερομηνία, «Τον Γενάρη του ’48, εγκαταστάθηκε προσωρινά στο κτίριο του σχολείου μας μια περαστική Μοίρα Καταδρομών», και η φαινομενικά ασήμαντη λεπτομέρεια, «από μπροστά κατέβηκε ένας λοχίας με παλάσκες και τόμιγκαν». Το σχολείο έχει καταληφθεί από μονάδα της 9ης Μεραρχίας που κατά τον Εμφύλιο επιχειρούσε κυρίως στην Πελοπόννησο και στη Λακωνία και το εγγλέζικο στεν του Νάσιου στην Κάθοδο των εννιά είχε αντικατασταθεί στον Εθνικό Στρατό από το αμερικάνικο τόμιγκαν.
Σε μια συνέντευξη ο Βαλτινός εξηγεί πώς ο εθισμός στον Εμφύλιο παγιώθηκε αυτή την πενταετία και έγινε κανονικότητα:

«1947, 1948, 1949. Κορύφωση του Εμφύλιου, η ατμόσφαιρα στην πόλη είναι ατμόσφαιρα πολιορκίας. Και παρ’ όλα αυτά ή ακριβώς επειδή όλα αυτά δεν είναι μεμονωμένα, αποτελούν μια παγιωμένη κατάσταση, έχουν γίνει ρουτίνα, η ζωή μάς φαίνεται κανονική, φυσιολογική περίπου.»[29]

Τα πράγματα είχαν αποκτήσει μιαν άλλη σαφήνεια. Η έμμεση εμπλοκή των αντίθετων παρατάξεων στο συμβάν του 1943, το 1948 είχε δώσει τη θέση της στον ένοπλο ανθρωποκτόνο Εμφύλιο που μαινόταν σε όλη τη χώρα. Ο εθισμός στην εμφύλια σύγκρουση, στο αμοιβαίο άκρατο μίσος, στον θάνατο στη μάχη και στον φόνο,[30] είχε προχωρήσει, είχε ενταχθεί στην ζωή της κοινότητας, και αυτές οι ακραίες, εξαιρετικά τοξικές καταστάσεις βίας και αίματος που στάλαζαν στις ψυχές των ανθρώπων ―και στην ψυχή του αφηγητή― αντιμετωπίζονταν από τους «αμέτοχους» στη σύγκρουση ως ρουτίνα, με κοινές αποκριτικές διαθέσεις επιβίωσης που πάντρευαν την απαντοχή και τη μοιρολατρία με τον φόβο και την ανασφάλεια.
Συγχρόνως, όπως συμβαίνει πάντα, ο πόλεμος γινόταν εξίσου βίαιος στον χώρο των ιδεών και των λόγων: είχαν αναπτυχθεί πρακτικές, θεωρίες, αφηγήσεις, έργα λόγου και τέχνης που η πρόθεση και ο στόχος τους ήσαν να δώσουν ερμηνείες, να δικαιολογήσουν αυτά που γίνονταν, να τα εντάξουν σε μια ανώτερη ιστορική προοπτική, εθνική, κοινωνική, ηθική, και με αυτόν τον τρόπο να δώσουν στην κοινότητα γλωσσικά εργαλεία και αστερισμούς εννοιών που μπορούσαν να εφαρμοστούν στα συμβάντα και να τους προσδώσουν αποδεκτό και ευλογοφανές νόημα.
Η ειρωνική παρουσίαση αυτής της εξέλιξης, που αποβλέπει να μετατρέψει τις διαφορικές αποκρίσεις σε πλήρως αναπτυγμένες αντιληπτικές κρίσεις, σε λόγο νομιμοποιητικό, στον «Εθισμό» αναδύεται μέσα από τη φιγούρα του «εθνικού ποιητή», ενός λιγνού τύπου «με στρατιωτικές μπότες και φουλάρι» που στεκόταν δίπλα στον γυμνασιάρχη στο προαύλιο του σχολείου. Για τους μαθητές η παρακολούθηση της απαγγελίας των ποιημάτων του ήταν υποχρεωτική αλλά η αγορά των φυλλαδίων με τα έργα του προαιρετική.[31]
Το βράδυ, όταν με τον φίλο του κάπνισε το δεύτερο τσιγάρο, ο αφηγητής είδε τον «εθνικό ποιητή» να βγαίνει σκυφτός από το πορνείο του Καζαμία, από αυτόν τον ποθητό και απαγορευμένο για τους μαθητές τόπο της ηδονής και της μύησης στην ανδρική ηλικία.
Το κείμενο δεν το επιβεβαιώνει αλλά εγώ θα πρόσθετα ότι με αυτόν τον τρόπο ο «εθνικός ποιητής» μπήκε, στα κλεφτά, στην κρύπτη και έγινε κομμάτι της σφραγίδας της ιστορίας.


Η σύνθετη πολύκλωνη μεταφορά

Αλλά η αγριότητα της βίας, ο θάνατος και ο φόνος, δεν ξορκίζονται, εισβάλλουν αιφνίδια στη ζωή και τη σημαδεύουν ανεξίτηλα.
Ο νεαρός μαθητής έγινε για δεύτερη φορά μάρτυρας μιας σκηνής που στοίχειωσε τη μνήμη και την ψυχή του, που σφράγισε τη ζωή του:[32]

«…παρουσιάστηκε ένα παλιό ανατρεπόμενο καμιόνι (…) Από μπροστά κατέβηκε ένας λοχίας με παλάσκες και τόμιγκαν. Η καρότσα άρχισε να σηκώνεται σιγά σιγά (…) είδαμε να πέφτουν από μέσα της πτώματα. (…) Μπροστά μας είχε σχηματιστεί μια μικρή πυραμίδα από νεκρούς άντρες. Η μοναδική γυναίκα ανάμεσά τους έκλεινε μπρούμυτα την κορυφή της πυραμίδας. Η φούστα της είχε τραβηχτεί μέχρι τους γλουτούς και στο εξωτερικό μέρος του αριστερού μηρού υπήρχε ένα τρύπημα από ξιφολόγχη. Παρά την ανατριχίλα του θανάτου στο δέρμα της, που ο χειμωνιάτικος ήλιος τη δυνάμωνε, ένιωσα έναν άγριο ερεθισμό.»[33]

Στην Τρίπολη η σκηνή είναι ανάλογη με εκείνην στον Καραβά και έχει τη δύναμη να αναμοχλεύει το πλέγμα της κρύπτης, να του δίνει πρόσθετη ενέργεια και να παγιώνει τον εθισμό. Η Αγγελίνα, η κορυφαία του χορού των γυναικών στον Καραβά του 1943, που «σήκωνε τα φουστάνια της και ξέσκιζε τους μηρούς της», συνδέεται με την ανώνυμη «συμμορίτισσα» του Δημοκρατικού Στρατού[34] που είχε ένα τραύμα από ξιφολόγχη «στο εξωτερικό μέρος του αριστερού μηρού». Και στις δύο περιπτώσεις τα τραύματα είναι σωματικά και συνδέονται με θανάτους. Το πρώτο είναι αυτοτραυματισμός, μία από τις εκδηλώσεις του θρήνου και του πένθους που οι ανθρωπολογικές ρίζες της πάνε πολύ βαθιά στην ελληνική αρχαιότητα. Το δεύτερο είναι σημάδι της αγριότητας της εμφύλιας σύγκρουσης, τραύμα που προκλήθηκε είτε πριν από τον θάνατο σε μάχη σώμα με σώμα είτε μετά θάνατον με την πρόθεση της βεβήλωσης της νεκρής γυναίκας. Και τα δύο τραύματα προσλαμβάνονται εποπτικά από το παιδί και τον έφηβο, εντυπώνονται στην ψυχή του, προκαλούν την ίδια ενστικτώδη αντίδραση, αλλά αυτά καθ’ αυτά ούτε έχουν το ίδιο νόημα ούτε είναι αποτελέσματα της ίδιας αιτιακής αλυσίδας. Αυτό που τα συνδέει είναι μόνον η ίδια βιωματική απόκριση του μάρτυρα, «ο άγριος ερεθισμός», σε φαινομενικά παρόμοια αλλά στην πραγματικότητα εντελώς διαφορετικά συμβάντα. Αλλά αυτή ακριβώς η ερωτική ενόρμηση είναι το βέβαιο σύμπτωμα της αφύπνισης και της αναζωπύρωσης του πλέγματος της κρύπτης, η ασφαλής ένδειξη της ψυχικής λειτουργίας του εθισμού ή της σφραγίδας, είναι η ενστικτώδης αντανακλαστική αντίδραση που ζευγαρώνει τη ζωή με τον θάνατο και φανερώνεται με την ερωτική κατάφαση της ζωής ενώπιον της φρίκης του θανάτου.
Αυτό το σε πρώτη όψη κοινωνικά απρεπές «εξαρτημένο αντανακλαστικό», στην πεζογραφία του Βαλτινού αναδεικνύεται ρητά σε ανοίκειο αλλά προσίδιο ταυτοτικό στοιχείο του αφηγητή, του ξεχωριστού δικού του χαρακτήρα και του χαρακτήρα κεντρικών προσώπων σε τουλάχιστον δύο ακόμα αφηγήματα.[35] Στο διήγημα «Αύγουστος ‘48», ο στρατιώτης που επέστρεψε κουβαλώντας τους σκοτωμένους, καθισμένος σε μια πέτρα, σε ένα σκηνικό που παραπέμπει ευθέως σε αρχαίο ελληνικό θέατρο και εμμέσως σε χορό τραγωδίας, νιώθει ένα ανοίκειο συναίσθημα χαράς:

«Έκατσε πάνω σε μια πέτρα καταπονημένος. (…) Η μικρή αιθρία έμοιαζε με θυμέλη. Οι στρατιώτες είχαν αραδιάσει τα κουφάρια και τα κοίταζαν αλαλιασμένοι. (…) Κάτι σάλεψε εντός του, μια ακράτητη λαχτάρα του κορμιού για ζωή. (…) Ήταν λυπημένος, κι ωστόσο μέσα του άρχισε να τρέμει μια χαρά, μια άλογη βάρβαρη χαρά.»[36]

Με τον ίδιο τρόπο στην Κάθοδο των εννιά ο Νάσιος, «ένας έφηβος ουσιαστικά»,[37] σπρωγμένος από την ανάγκη για ζωή, πετάει το όπλο του και παίρνει τον δρόμο που τον οδηγεί μακριά από τον θάνατο.

«Λίγο παρακάτω, κοντά σε μια βρυσούλα, καθόταν μια μικρή κοπέλα. Είχε τραβήξει το φουστάνι της πάνω απ’ τα γόνατα και κοίταζε τους μηρούς της στον ήλιο».

Η πρώτη πράξη του, σε αυτή τη νέα φάση της ζωής του, είναι να αφήσει πίσω του τη δίψα που τον βασάνιζε από τη πρώτη σελίδα της Καθόδου και να πιει από τη βρυσούλα νερό ώσπου να χορτάσει.[38] 
Ο εθισμός στη νικοτίνη παγιώθηκε με το δεύτερο τσιγάρο που ο νεαρός μαθητής κάπνισε τώρα κανονικά έξω από το «επίσημο πορνείο του Καζαμία». Αυτή τη φορά το σώμα του δεν αντέδρασε στον καπνό. Το τσιγάρο, ο θάνατος και η εφηβική λαγνεία έγιναν ένας κόμπος το ίδιο βράδυ, την παραμονή της μέρας που στο Γυμνάσιο θα έγραφαν διαγώνισμα ιστορίας. Πραγματικό συμβάν; Λογοτεχνική επινόηση; Ό,τι και να είναι, μετά από χρόνια, όταν αναστοχάζεται τα γενόμενα, μέσω μιας αναμνηστικής και αναδρομικής διαδικασίας που αναδομεί το νόημά τους,[39] ο Βαλτινός παντρεύει τον εθισμό στη νικοτίνη με τον εθισμό στην ιστορία προσθέτοντας εκ των υστέρων ένα πικρό ειρωνικό σχόλιο: «Η Ιστορία, με τη μορφή μιας γενετήσιας καμπύλης νεκρών γλουτών, μας χλεύαζε από την κορυφή της πρωινής πυραμίδας.[40]
Με αυτόν τον τρόπο το κείμενο του Βαλτινού, δηλαδή η λογοτεχνία, δημιουργεί μια σύνθετη συνυφασμένη μεταφορά,[41] μια ισχυρή πολύκλωνη μεταφορά που συσχετίζει την ιστορία με την νικοτίνη και της αποδίδει τα εθιστικά και τοξικά συστατικά που την κάνουν ένα στοιχείο σκοτεινό. Πράγματι, η μεταφορά του εθισμού στη νικοτίνη γίνεται το τροπολογικό ίχνος που σημαίνει αλλά δεν φανερώνει[42] την αλυσίδα των γενομένων, των συμβάντων που βυθίζονται στην κρύπτη και από αυτόν τον ανοίκειο τόπο ορίζουν τη ζωή και τη μοίρα του αφηγητή. Αυτή είναι η σφραγίδα της ιστορίας που ορίζει τον χαρακτήρα και την ταυτότητά του, το τυχαίο γενόμενο που ο μόρσιμος απόηχός του αντηχεί στα κείμενα του Βαλτινού, η κρύπτη που φύλαγε το φάρμακον, το δηλητήριο της μνήμης που με τον αναστοχασμό και τη γραφή μετουσιώθηκε σε ίαμα των παθών.[43] Ο Βαλτινός έχει επίγνωση αυτής της διπλής λειτουργίας του εθισμού:

«Το πλαίσιο της εφηβείας μου ήταν ο Εμφύλιος πόλεμος. Έχω δει σκοτωμούς και σκοτωμένους. Συχνά βρέθηκα αντιμέτωπος με ακραίους κινδύνους. Ο ίδιος δεν σκότωσα, αλλά θα μπορούσε να έχει συμβεί και αυτό. Από τύχη δεν έγινε. Τύχη αγαθή για έναν εκκολαπτόμενο συγγραφέα. Εννοώ αυτό το όργιο τρόμου και φρίκης.»[44]

Ίσως αυτή είναι «η σκοτεινή ρίζα της σαφήνειας» για την οποία μιλάει στον αυτοβιογραφικό Ανάπλου, κάτι που υπήρχε, που τον καταδίωκε και τον καταδιώκει ακόμα την ώρα που γράφει το μυθιστόρημα του βίου του, μόνο που τότε ―όταν έγιναν όλα αυτά στην παιδική και εφηβική ηλικία― τα ζούσε χωρίς να μπορεί να τους δώσει όνομα,[45] ήσαν βιώματα που δεν είχαν μεταπλαστεί σε εμπειρίες.


Συνεννόηση και δικαιοσύνη

Ο Βαλτινός μιλάει για τη ζωή του, για αυτά που ξέρει καλά, αυτή είναι η πρώτη ύλη της πεζογραφίας του. Αλλά έχει επίγνωση ότι αυτό που τον σφραγίζει συγχρόνως τον συνδέει άρρηκτα με την κοινότητα, ότι είναι το άγραφο και άυλο συμβόλαιο που τον κάνει μέλος ενός κόσμου στον οποίον ανήκει. Σε αυτό το πλαίσιο και σε αυτή την προοπτική ξέρει ότι ο εθισμός στην ιστορία δεν αφορά μόνον τον ίδιο, ότι δεν είναι μια κατάσταση στιγμιαία αλλά κάτι που διαρκεί και ―για να χρησιμοποιήσω μια έκφραση του Νίτσε― έχει επιβλαβείς επιπτώσεις στη ζωή της κοινότητας.[46]
Δεν ξέρω αν ο Βαλτινός γνώριζε τον δεύτερο Ανεπίκαιρο στοχασμό του Νίτσε Περί των επιβλαβών και των επωφελών επιπτώσεων της ιστορίας στη ζωή, αλλά έχω τη γνώμη ότι ο συσχετισμός επιβάλλεται αφ’ εαυτού γιατί και οι δύο μιλούν για το ίδιο ζήτημα: τις επιβλαβείς και τις επωφελείς επιπτώσεις της ιστορίας στη ζωή. Εκκινούν από διαφορετικές αφετηρίες, κρίνουν διαφορετικές πραγματικότητες, έχουν διακριτές επιδιώξεις, αλλά τα κείμενα τους διασταυρώνονται σε πολλά σημεία, πράγμα που επιβάλλει να περιληφθεί αυτός ο στοχασμός του Νίτσε στον αστερισμό των διακειμενικών σχέσεων του έργου του Βαλτινού. Γιατί και ο ίδιος έχει επίγνωση ότι την ιστορία που γραφόταν κατά τη διάρκεια του Εμφύλιου και κατά τη μεταπολεμική περίοδο από τις αντιμαχόμενες παρατάξεις, την αποτελούσαν κατά κανόνα λόγοι εξηγητικοί και δικαιολογητικοί που παρέμεναν σταθερά διχαστικοί και για αυτόν τον λόγο επιβλαβείς για τη ζωή, καθόσον διαιώνιζαν το χάσμα και τη διάκριση «εμείς και αυτοί».
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα ο Βαλτινός επιστρατεύει τη γλώσσα και τη λογοτεχνία όχι μόνον για να ανακαλέσει «τις μνήμες ή τις εντυπώσεις του και να τις αποδώσει με λυρικό ή ποιητικό τρόπο, (…) αλλά ταυτόχρονα για να ενταχθεί μέσα σε ένα κλίμα όχι μόνον διχασμών αλλά και αντιδικιών»,[47]  σε έναν χώρο λόγων που εξιστορούν ή ερμηνεύουν μονόπλευρα το πρόσφατο παρελθόν και αμοιβαία ευτελίζουν, απονομιμοποιούν και εν τέλει εξοβελίζουν τον άλλον, τον οποίον αναγορεύουν σε εχθρό κατά την προσφιλή έκφραση του Καρλ Σμιτ.
Ο Βαλτινός μπαίνει σε αυτόν τον χώρο με τη διάθεση να αποδώσει δικαιοσύνη[48] και αναλαμβάνει το δύσκολο εγχείρημα να προωθήσει την αμοιβαία κατανόηση σε συνθήκες αντιδικίας, στους κόλπους μιας κοινότητας στην οποία η κοινή κατανόηση της ιστορίας της έχει διαταραχθεί.[49]
Πράγματι οι λόγοι για την Κατοχή και τον Εμφύλιο ―εκτός ελαχίστων σημαντικών εξαιρέσεων―[50] καθ’ όλη τη μεταπολεμική περίοδο δεν απέβλεπαν στην κοινή εννόηση της ιστορίας. Σε αδρές γραμμές ήσαν μοιρασμένοι σε δύο φάσεις: μέχρι τη Μεταπολίτευση δέσποζε η εκδοχή της Δεξιάς, μετά τη Μεταπολίτευση η εκδοχή της Αριστεράς. Κοινό στοιχείο και των δύο ήταν ο στόχος να κυριαρχήσουν στο πεδίο της πρόσληψης και της ερμηνείας των συμβάντων, να ορίσουν το λεξιλόγιο με το οποίο θα μιλιόταν ο Εμφύλιος, να σταθμίσουν τα κέρδη και τις ζημιές και να μοιράσουν άνισα το δίκιο και το άδικο.
Ο Βαλτινός συγκρούστηκε μετωπικά με αυτή την πραγματικότητα, με διαφορετικούς τρόπους σε διαφορετικές στιγμές. Κατ’ αρχάς στο πεδίο της γλώσσας: ο Εμφύλιος ―και όχι ο Συμμοριτοπόλεμος― για τον ίδιον ήταν εφιάλτης και για την κοινότητα τραγωδία, δηλαδή μια σύγκρουση στην οποία και οι δύο πλευρές είχαν εξίσου μοιρασμένο το δίκιο και το άδικο. Σε αυτή την προοπτική, στην πρώτη φάση έγραψε και δημοσίευσε την Κάθοδο των εννιά θέλοντας να δείξει τη συνέπεια και την αξιοπρέπεια ανθρώπων που στρατεύτηκαν και έδωσαν το αίμα τους σε ένα όνειρο που αποδείχτηκε εφιάλτης.[51] Ο Νικήτας, ο αρχηγός της ομάδας, το ξέρει, τη νιώθει την αντίφαση, και το λέει στον διάλογο με τον Μπρατίτσα:

«―Τόσο όνειρο ε; (…)
―Τόσο αίμα. Κι ύστερα να μην έχεις πού να φτάσεις.[52]

Στην επόμενη φάση έγραψε και δημοσίευσε την Ορθοκωστά,[53] αυτόν τον «παρατεταμένο ασπασμό στο πάτριο χώμα» κατά την πολύσημη ρήση του Κωστή Παπαγιώργη.[54] Βιβλίο ομοούσιο με την Κάθοδο το οποίο έχει το ίδιο αντικείμενο και το εμψυχώνει η ίδια διάθεση να αποδώσει δικαιοσύνη. Εκεί δίνει λόγο στον άλλον, στον ταγματασφαλίτη, λέει κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά τη δική του ιστορία, και αυτό που αναζητά είναι η συνομιλία και η συνεννόηση ―όχι η απλή κατανόηση― του ενός με τον άλλον. Και το αναζητά με τρόπο που να μπορεί ο αναγνώστης να πάρει έναν άλλο δρόμο προς την κοινή ιστορία.
Όπως ήταν αναμενόμενο σε συνθήκες αντιδικίας, η Ορθοκωστά αντιμετωπίστηκε από μερίδα της Αριστεράς ως σκάνδαλο και απόδειξη ότι ο Βαλτινός αλλαξοπίστησε, ότι έγινε εξωμότης. Κύρια επιχειρήματα αυτής της κριτικής ήσαν: α) ότι η προσέγγιση του Βαλτινού ήταν ανθρωπολογική, δηλαδή αναφερόταν απλώς σε ιστορίες ανθρώπων, και ότι αγνοούσε τα μεγάλα διακυβεύματα και τις νομοτέλειες που καθόριζε η «επιστήμη της ιστορίας», β) ότι για αυτόν τον λόγο ο Εμφύλιος δεν ήταν τραγωδία και το δίκιο και το άδικο δεν ήσαν εξίσου μοιρασμένα, γ) ότι μια επιστημονική ιστορική στάθμιση των πραγμάτων θα αποδείκνυε ότι οι ηττημένοι είχαν με το μέρος τους τη νομοτελειακή πορεία της ιστορίας και το δίκαιο.[55] Το εγχείρημα δηλώνει την άρνηση του διαλόγου ή την παραίτηση από την αναζήτηση κοινού νοήματος και κοινής αναφοράς στα πράγματα, συνεχίζοντας στο παρόν την εμφύλια διαμάχη.
Ύστερα από χρόνια, στο τέλος της πρώτης δεκαετίας του 21ου αιώνα, όταν ο κόσμος έχει μπει σε μια νέα ιστορική περίοδο, δημοσιεύεται Ο τελευταίος Βαρλάμης.[56] Πολλά έχουν αλλάξει: ο Ψυχρός Πόλεμος έχει τελειώσει, τα κομμουνιστικά καθεστώτα στις λεγόμενες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες της Ανατολικής Ευρώπης καταρρεύσαν μέσα σε λίγες μέρες σε συνθήκες κοινωνικής ενδόρρηξης, το Σύμφωνο της Βαρσοβίας έχει διαλυθεί. Η ΕΣΣΔ, η μεγάλη δύναμη που μετά τον πόλεμο τρόμαζε τις κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης, έχει διασπαστεί σε εθνικά κράτη που όταν δεν διεκδικούν εθνικιστικούς αλυτρωτισμούς προσπαθούν να οικοδομήσουν μια πιο ελεύθερη κοινωνία σε συνθήκες συχνά ακραίων κοινωνικών ανισοτήτων. Η Ελλάδα, για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της, έχει ένα δημοκρατικό καθεστώς που συγκεντρώνει ευρεία συναίνεση και είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι βαθιές ρήξεις της προηγούμενης περιόδου φαίνεται να έχουν χάσει τον έντονο και οξύ χαρακτήρα τους, οι διχαστικές αντιθέσεις φαίνεται να έχουν κάπως λειανθεί.
Σε αυτό το πλαίσιο ο Θανάσης Βαλτινός, ως εναρκτήρια ομιλία στην Ακαδημία Αθηνών, εκφωνεί τον Τελευταίο Βαρλάμη. Το μυθιστόρημα είναι ένας απολογισμός και μια μυθοπλασία που συνθέτει ιστορία και αφήγηση. Μέσα από τις περιπέτειες μιας φανταστικής οικογένειας που ξετυλίγονται για δυόμισι περίπου αιώνες, αφηγούμενος με αψιμυθίωτη ακρίβεια και με τρυφερή ειρωνεία πραγματικά και επινοημένα συμβάντα, λέει την ιστορία της νεώτερης Ελλάδας. Είναι μια περιγραφή των πραγμάτων που μπορεί να την προσυπογράψει το σύνολο της κοινότητας, μια ιστορία κοινής κατανόησης όλων των γενομένων, συν-εννόησης, συγχώρεσης και συμφιλίωσης όλων των πλευρών.
Σε αυτό το βιβλίο, δίνοντας τον λόγο στη Ρωξάνη – Ρέα Αβρολαΐτη (χαϊδευτικό Ρω-Ρω),[57] που στη διδακτορική διατριβή της συνυφαίνει ιστορία και λογοτεχνία, ο Βαλτινός ανατρέπει τις απόψεις που ισχυρίζονται ότι η Ορθοκωστά αγνοεί τους νόμους της ιστορίας και επαναλαμβάνει συνοπτικά τις αρχές που ορίζουν το έργο του:

«Η ζωή είναι αφ’ εαυτής μια αφήγηση. Η Ιστορία είναι η δευτερογενής αφήγηση της πρώτης. Όταν τα γεγονότα χάσουν τον ασπαίροντα χαρακτήρα τους και ωχριάσουν οριστικά, αναγκαστικά θα εμπιστευτούμε τη λογοτεχνία.»[58]

Ο Θανάσης Βαλτινός εμπιστεύεται τη λογοτεχνία, πιστεύει στην επιτελεστική της δύναμη και, παρότι ξέρει πολύ καλά τις δυσκολίες του εγχειρήματος, ελπίζει ότι ο διάλογος που ανοίγει η λογοτεχνία με τον άλλον μπορεί να οδηγήσει στη συνεννόηση, μπορεί να εξοβελίσει από τη ζωή της κοινότητας τον εμφύλιο Άρη και το άγος των φριχτών μάταιων ανθρωποθυσιών. Αυτό έχει γίνει στο παρελθόν πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί να ξαναγίνει στο μέλλον.[59]
Χωρίς να χάνει την αίσθηση της πραγματικότητας ή να αγνοεί την τροπή που έχουν πάρει τα πράγματα στις μέρες μας υποστηρίζει ότι η λογοτεχνία μπορεί να είναι έκφραση της συνείδησης του Έθνους.[60] Αυτή τη διατύπωση, από όσο μπόρεσα να ελέγξω, δεν την χρησιμοποίησε δεύτερη φορά. Μάλλον επειδή ακούγεται κοινότοπη, αναχρονιστική και φθαρμένη από τις ποικίλες κίβδηλες χρήσεις. Ίσως επειδή αποδίδει στη λογοτεχνία μια λειτουργία που ο μοντερνισμός αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό, όταν δεν την απορρίπτει ορθά-κοφτά. Όμως αυτό δεν σημαίνει ότι ο Βαλτινός την θεωρεί εσφαλμένη. Γιατί στο έργο και στις συνεντεύξεις του είναι σπαρμένες διαφορετικές διατυπώσεις με το ίδιο ακριβώς νόημα και απαντούν στο ερώτημα γιατί γράφει.[61]
Η άμεση ένσταση είναι ότι ο Βαλτινός, σε άλλο πλαίσιο, έχει υποστηρίξει ότι «κανένας δεν γράφει για να σώσει τον κόσμο».[62] Πράγματι, αλλά έχω τη γνώμη ότι αυτή η φράση συμπυκνώνει περισσότερες σημασίες που καμιά δεν είναι ασύμβατη με το νόημα που αποδίδω στην κρίση «η λογοτεχνία σαν έκφραση της συνείδησης του Έθνους».
Η βαθύτερη ενόρμηση κάποιου να γράψει προφανώς δεν είναι η πρόθεσή του να σώσει ή να αλλάξει τον κόσμο. Άλλα είναι εκείνα που γεννούν την ενόρμηση και του δίνουν τη δύναμη να αφοσιωθεί στο γράψιμο. Έπειτα, ακόμα και αν αυτή η πρόθεση υπάρχει ενσυνείδητα, είναι αλυσιτελής. Προδίδει την εργαλειακή σύλληψη της λογοτεχνίας «ως μηχανικής των ψυχών» που αποβλέπει στην άσκηση επιρροής ή εξουσίας. Αυτή η θεωρία περί λογοτεχνίας εφαρμόστηκε αλλά τα αποτελέσματά της ήσαν είτε οι βίαιες και φονικές διώξεις συγγραφέων και καλλιτεχνών είτε τα ανούσια διδακτικά έργα του σοσιαλιστικού ρεαλισμού. Ήσαν ο τρόπος με τον οποίον η ίδια η θεωρία ακύρωσε τις προθέσεις της και έχασε τους στόχους της.
Αυτά ισχύουν και σε αυτά αναφέρεται ο Βαλτινός. Αλλά δεν ακυρώνουν τη σημασία της λογοτεχνίας και τη λειτουργία της. Γιατί αν ο αναγνώστης μέσα από τη συνομιλία του με το έργο προσυπογράψει εν όλω ή εν μέρει και υιοθετήσει την εικόνα των πραγμάτων που φτιάχνει ο συγγραφέας μιλώντας αληθινά για τον εαυτό του και τον κόσμο του, αν συμμορφώσει με αυτήν την εικόνα τη στάση και την πρακτική του, τότε η λογοτεχνία ασκεί την ιδιαίτερη δύναμή της, αποδεικνύει ότι μπορεί να είναι έκφραση της συνείδησης του έθνους και ότι μπορεί πράγματι να αλλάξει τον κόσμο.

_______________
Κεφάλαιο του βιβλίου Στον ίσκιο του Θανάση Βαλτινού που θα βγει τέλη Σεπτεμβρίου από τις εκδ. Νίκας

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: