Το δέντρο αυτό και το τρεμούλιασμά του
ένα σκοτεινό δάσος από φωνάγματα,
κραυγές,
καταπίνει τη σκοτεινή καρδιά της νύχτας.
Ξίδι και γάλα, ο ουρανός, η θάλασσα,
η πυκνή μάζα του στερεώματος,
όλα συνωμοτούν σ’ αυτό το τρεμούλιασμα,
που φιλοχωρεί στην πυκνή καρδιά της σκιάς.
Μια καρδιά που εκρήγνυται, ένα άστρο σκληρό
που σπάει στα δυο κι εκτοξεύεται στον ουρανό,
ο διαυγής ουρανός που ραγίζει
στο φώναγμα του ήλιου που ηχεί καθάρια,
κάνουν το ίδιο βουητό, κάνουν το ίδιο βουητό,
όπως η νύχτα και το δέντρο στο κέντρο του ανέμου.
L’Ombilic des Limbes (Ο ομφαλός του λίμπο), 1925.