___________________
To νευροκόπημα
Ο Αντονέν Αρτό (Αntonin Artaud, 1896-1948) ήταν Γάλλος ηθοποιός, σκηνοθέτης, ποιητής και θεωρητικός του θεάτρου. Γεννήθηκε στη Μασσαλία, με καταγωγή από τη Σμύρνη από τη μεριά της μητέρας του. Μεγάλωσε με εύθραυστη υγεία και μακροχρόνια παραμονή σε σανατόρια και ψυχιατρικά άσυλα, όπου εθίστηκε σε παυσίπονες και σε παραισθησιογόνες ουσίες. Το 1920 εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου προσχώρησε στον Υπερρεαλισμό και ήταν τακτικός συνεργάτης του περιοδικού Η Υπερρεαλιστική Eπανάσταση (La Révolution Surréaliste). Το 1948 διαγνώστηκε με καρκίνο του εντέρου και πέθανε λίγους μήνες αργότερα (πιθανώς αυτοκτόνησε με ένεση υπερβολικής δόσης ηρεμιστικού). Επηρεάστηκε από τις τελετές εξωτικών λαών (Μπαλινέζοι, Ταραχουμάρας του Μεξικού) κι έγραψε πλήθος δοκιμίων και μελετών για το θέατρο και τη δραματολογία. Επινόησε το Θέατρο της Σκληρότητας (Théâtre de la Cruauté), ένα μείγμα μυστικισμού, μαγείας, και αλχημείας, ως αντίδοτο στη σκληρότητα της ύπαρξης. Ως ηθοποιός, εμφανίστηκε σε δύο κλασικές κινηματογραφικές ταινίες: Ναπολέων του Αμπέλ Γκανς (1927) και Τα πάθη της Ζαν ντ' Αρκ του Καρλ Ντράγιερ (1928).
«Άπαξ και διαβάσει κανείς Αρτό δεν συνέρχεται ποτέ. Τα κείμενά του είναι από εκείνα, τα πολύ σπάνια, που μπορούν να κατευθύνουν και να βάλουν νεύρο για μια ολόκληρη ζωή, να επηρεάσουν άμεσα ή έμμεσα τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε και σκεπτόμαστε, να οδηγήσουν σε μια συμπεριφορά ανατρεπτική μέσα από κάθε είδος αισθήσεις, προκαταλήψεις και ταμπού, τα οποία, στο εσωτερικό της “κουλτούρας” μας, βάζουν φρένο και συχνά μπλοκάρουν μια βασική παρόρμηση. Από αυτή την άποψη το έργο του είναι ιδιαίτερα σημαντικό, δεδομένου ότι δεν παύει να θέτει ερωτήματα στα οποία φαίνεται, ακόμη και σήμερα, ότι είναι αδύνατον να δώσουμε συγκεκριμένες απαντήσεις. Ο Αρτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε συγγραφέας, ούτε ποιητής, ούτε σκηνοθέτης, ούτε θεωρητικός, αλλά ως κάποιος που προσπαθεί να ξεφύγει από όλους αυτούς τους ορισμούς και προς τον οποίο η κοινωνία στην οποία ζούμε προβάλλει τη μεγαλύτερη αντίσταση, τη μεγαλύτερη κώφωση, τη μεγαλύτερη δυνατή καταπίεση» (Αλέν Ζουφρουά).
Έγραψε χαρακτηριστικά: «Όπου μυρίζει σκατά, μυρίζει ον». Υπήρξε ένας άνθρωπος ταλαιπωρημένος, εξευτελισμένος. Η ιδιοφυία του ποδοπατήθηκε βάναυσα. Έζησε στην Κόλαση, ένας αυτοκτονημένος της κοινωνίας. Τόλμησε να σκεφτεί τη ζωή του μέσα από την πηγή της Ποίησης. Καιγόταν αδιάκοπα στην πηγή κάθε Φωτός. Ακούγοντας τη Σιωπή. Μια φωνή που ξέφτισε ουρλιάζοντας διαρκώς υπέρ της Ελευθερίας. Είναι αδιανόητος, είναι ανυπόφορος: είναι απαραίτητος. Κάποιες φωνές κυλάνε μέσα μας σαν κρυστάλλινο και δροσερό νερό. Άλλες ξεχύνονται σαν αηδιαστικό λικέρ, ένα κοκτέιλ πανικού κι έκστασης. Επιβάλλεται να τολμήσουμε να έρθουμε αντιμέτωποι με τον λόγο του Αντονέν Αρτό. Να περάσουμε τη δοκιμασία του «Νευροκοπήματος».
Το «Νευροκόπημα» είναι μια κολασμένη κάθοδος στον κυτταρικό μκρόκοσμο, στη νευροφυσιολογία της γραφής. Ο ποιητής βυθίζεται στις νευρωνικές λειτουργίες παραγωγής σκέψης, στις χαώδεις πηγές του πνεύματος, στο μυστήριο της ευφυίας. Περιγράφει τις συνθήκες δημιουργίας εικόνων, ιδεών, εννοιών, μέσα από τον φακό της νέας προσέγγισης που υπηρετεί ο ίδιος, τον σουρεαλισμό. Το πνεύμα που παρατηρεί τον εαυτό του να παρατηρεί τον εαυτό του που γεννιέται. Στο τέλος του έργου επιδίδεται σε μια γενικευμένη επίθεση, τόσο στην τέχνη του λόγου γενικότερα, όσο και στους συγγραφείς της εποχής του ειδικότερα. «Ολόκληρη η γραφή είναι γουρουνιά». «Νευροκόπημα»:
για αναγνώστες με γερά νεύρα.
Σχετικά με την επιλογή του ελληνικού τίτλου. Το «Pése-Nerfs» ( το έργο εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1925 στο Παρίσι, από τον εκδοτικό οίκο Leibovitz ),μπορεί να ερμηνευτεί με δύο τρόπους. Ο πρώτος είναι ως ένα είδος φανταστικής συσκευής που ζυγίζει τα νεύρα, και ο δεύτερος ως κάτι που βαραίνει στο νευρικό σύστημα. Δεδομένων της γενικότερης κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας του σύμπαντος του Αρτό και ειδικότερα αυτής του συγκεκριμένου έργου του, για μένα η επιλογή ήταν περισσότερο από προφανής. Εξάλλου, δίνει και ο ίδιος το στίγμα του όρου σε κάποιο σημείο του έργου: «Και σας το είπα ήδη: ούτε έργα, ούτε γλώσσα, ούτε λόγος, ούτε πνεύμα, τίποτα. Τίποτα, μόνο ένα ωραίο Νευροκόπημα. Ένα είδος σταθμού ακατανόητου και κατ’ ευθείαν στη μέση όλων αυτών που περιέχονται στο πνεύμα». Ακολουθήθηκε η στίξη του πρωτοτύπου).
―Δ.Χ.
Το νευροκόπημα
__________
Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α
_________
Αισθάνθηκα στ’ αλήθεια ότι τσακίζατε την ατμόσφαιρα γύρω μου, ότι δημιουργούσατε ένα κενό για να μπορέσω να προχωρήσω, για να δώσετε θέση σε έναν χώρο αδύνατο που δεν ήταν ακόμη παρά μια δυνατότητα εντός μου, σε μια ολόκληρη εικονική ανάπτυξη, και που όφειλε να γεννηθεί, ρουφηγμένη από την κενή θέση που υπήρχε.
Μπήκα πολλές φορές σε αυτή την κατάσταση παράλογης αδυναμίας, για να κάνω να γεννηθεί μέσα μου σκέψη. Είμαστε μερικοί αυτή την εποχή που θελήσαμε να επιτεθούμε στα πράγματα, να δημιουργήσουμε μέσα μας χώρους για τη ζωή, χώρους που δεν είχαν ούτε έδειχναν πως θα έβρισκαν θέση στον χώρο.
Πάντα με εντυπωσίαζε αυτή η επιμονή του πνεύματος να θέλει να σκέφτεται σε διαστάσεις και σε χώρους, και να προσκολλάται σε αυθαίρετες καταστάσεις των πραγμάτων για να σκεφτεί, για να σκεφτεί σε αποσπάσματα, σε αποκρυσταλλώσεις, και κάθε τρόπος της ύπαρξης να παραμένει στην αρχή, και η σκέψη να μην είναι σε στιγμιαία και αδιάκοπη επικοινωνία με τα πράγματα, αλλά αυτή η προσκόλληση κι αυτός ο παγετός, αυτό το είδος μνημειοποίησης της ψυχής, να πραγματοποιείται, για να το πούμε έτσι, ΠΡΙΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΚΕΨΗ. Είναι εμφανώς η κατάλληλη προϋπόθεση της δημιουργίας.
Αλλά εντυπωσιάστηκα ακόμη περισσότερο από αυτή την επίμονη, τη μετέωρη ψευδαίσθηση που μας υπαγορεύει αρχιτεκτονικές καθορισμένες, περιγεγραμμένες, εσκεμμένες, αυτά τα κομμάτια αποκρυσταλλωμένης σκέψης, που μοιάζουν με μια μεγάλη πλαστική σελίδα σε όσμωση με όλη την υπόλοιπη πραγματικότητα. Και η υπερπραγματικότητα είναι σαν μια συρρίκνωση της όσμωσης, ένα είδος αντεστραμμένης επικοινωνίας. Όχι μόνο δεν βλέπω εδώ μια μείωση του ελέγχου, αντιθέτως βλέπω έναν μεγαλύτερο έλεγχο, αλλά έναν έλεγχο που αντί να δρα επιφυλάσσεται, έναν έλεγχο που εμποδίζει τις συναντήσεις της συνηθισμένης πραγματικότητας κι επιτρέπει συναντήσεις πιο λεπτοφυείς και σπάνιες, συναντήσεις που γίνονται λιγνές σαν σκοινί που καίγεται αλλά δεν σπάει ποτέ.
Φαντάζομαι μια ψυχή δουλεμένη και σαν γεμάτη θειάφι και φώσφορο από αυτές τις συναντήσεις, σαν τη μόνη αποδεκτή κατάσταση της πραγματικότητας. Αλλά είναι δεν ξέρω ποια ακατανόμαστη διαύγεια, άγνωστη, που μου δίνει τον τόνο και την κραυγή και με κάνει να τα αισθάνομαι εγώ ο ίδιος. Τα αισθάνομαι σαν μια ορισμένη αξεδιάλυτη ολότητα, εννοώ το συναίσθημα από το οποίο καμιά αμφιβολία δεν δαγκώνει. Κι εγώ, σε σχέση με αυτές τις ταραχώδεις συναντήσεις, βρίσκομαι σε μια κατάσταση ελάχιστης κίνησης, θα ήθελα να φανταστούμε μια κατάσταση ακινητοποιημένη, μια μάζα πνεύματος κρυμμένου κάπου, που έγινε εικονικότητα.
Έναν ηθοποιό τον βλέπουμε σαν ανάμεσα από κρυστάλλους.
Η βαθμιδωτή έμπνευση.
Δεν πρέπει να αφήνουμε να περνάει πολλή λογοτεχνία.
Δεν εστίασα παρά μόνο στον μηχανισμό της ψυχής, δεν κατέγραψα παρά μόνο τον πόνο μιας αποτυχημένης προσαρμογής. Είμαι μια ολόκληρη άβυσσος. Όσοι με πίστευαν ικανό για έναν πόνο ολοκληρωτικό, για έναν ωραίο πόνο, για αγωνίες γεμάτες και σαρκώδεις, για αγωνίες που είναι μια μείξη αντικειμένων, μια ταραχώδης συντριβή δυνάμεων και όχι ένα μετέωρο σημείο –ωστόσο με παρορμήσεις τρικυμιώδεις, σαρωτικές, που προέρχονται από την αντιπαράθεση των δυνάμεών μου με αυτές τις αβύσσους του απόλυτου προσφερόμενου (αντιπαράθεση δυνάμεων σε υψηλή ένταση) και δεν υπάρχουν πια παρά ογκώδεις άβυσσοι, η στάση, το κρύο– αυτά που μου χάρισαν περισσότερη ζωή, που με σκέφτηκαν σε έναν βαθμό μικρότερο της πτώσης του εαυτού, που με νόμισαν βουτηγμένο σε έναν βασανισμένο θόρυβο, σε μια μαυρίλα βίαιη με την οποία μαχόμουν – χάθηκαν μες στα ερέβη του ανθρώπου.
Κοιμισμένος, νεύρα τεντωμένα κατά μήκος των γαμπών.
Ο ύπνος πήγαζε από μια μετακίνηση της πίστης, η λαβή χαλάρωνε, το παράλογο μού πατούσε το πόδι.
Πρέπει να γίνει κατανοητό ότι oλόκληρη η ευφυία δεν είναι παρά μια απέραντη πιθανότητα, και ότι μπορούμε να την χάσουμε, όχι σαν τον ψυχασθενή που πεθαίνει, αλλά όπως ο ζωντανός που είναι μες στη ζωή και που αισθάνεται πάνω του την έλξη και την πνοή (της ευφυίας, όχι της ζωής) .
Τα γαργαλητά της ευφυίας κι αυτή η ξαφνική ανατροπή των μερών.
Οι λέξεις σε μισό δρόμο απόσταση από την ευφυία.
Αυτή η πιθανότητα τού να σκέφτεσαι αντίστροφα και να εκφράζεις βίαια ξαφνικά τη σκέψη σου.
Αυτός ο διάλογος μέσα στη σκέψη.
Η απορρόφηση, η διάσταση των πάντων.
Και ξαφνικά αυτό το ρυάκι νερού πάνω σε ένα ηφαίστειο, η λιγνή και αργή πτώση του πνεύματος.
Να βρίσκομαι σε μια κατάσταση ακραίας αναταραχής, φωτισμένης από εξωπραγματικότητα, κι ωστόσο με κομμάτια του αληθινού κόσμου σε μια γωνιά του εαυτού.
Να σκέφτομαι δίχως την παραμικρή παύση, δίχως παγίδες στην σκέψη, δίχως καμιά από εκείνες τις υπεκφυγές στις οποίες συνήθισε το μεδούλι μου και είναι σαν πομποί ρευμάτων.
Συχνά το μεδούλι μου διασκεδάζει με αυτά τα παιχνίδια, αρέσκεται σε αυτά τα παιχνίδια, αρέσκεται σε αυτές τις φευγαλέες αρπαγές, στις οποίες προεδρεύει η κεφαλή της σκέψης μου.
Είναι φορές που θα μου αρκούσε μια απλή λέξη, μια μικρή ασήμαντη λεξούλα, για να είμαι μεγάλος, για να μιλώ με το ύφος των προφητών, μια λέξη μάρτυρας, μια λέξη ακριβής, μια λέξη έξυπνη, μια λέξη καλά μαριναρισμένη στο μεδούλι μου, βγαλμένη από μένα, που θα έστεκε στην πιο απόμακρη άκρη του είναι μου, και η οποία, για όλους τους υπόλοιπους, δεν θα σήμαινε τίποτα.
Είμαι μάρτυρας, είμαι ο μόνος μάρτυρας του εαυτού μου.
Αυτή η φλούδα από λέξεις, αυτές οι αδιόρατες μεταμορφώσεις της χαμηλόφωνης σκέψης μου, αυτού του μικρού μέρους της σκέψης μου που ισχυρίζομαι ότι ήταν ήδη εκφρασμένη, και που χάνεται, είμαι ο μόνος κριτής που βλέπει την έκτασή της.
Ένα είδος διαρκούς χαμού του κανονικού επιπέδου της πραγματικότητας.
Κάτω από αυτή την κρούστα οστών και δέρματος, που είναι το κεφάλι μου, υπάρχει μια σταθερά από αγωνίες, όχι κάτι σαν ηθικό σημείο, όπως οι λεπτοφυείς συλλογισμοί μιας ανόητα εξονυχιστικής φύσης, ή εμψυχωμένης από τη μαγιά μιας ανησυχίας ως προς την κατεύθυνση του ύψους της, αλλά σαν μια (απόσταξη)
στο εσωτερικό,
σαν απόρριψη της ζωτικής μου ουσίας
σαν φυσική και ουσιώδης απώλεια
(εννοώ απώλεια από τη μεριά της ουσίας)
μιας αίσθησης.
Μια αδυναμία να αποκρυσταλλώσω υποσυνείδητα, το σπασμένο σημείο του αυτοματισμού σε οποιονδήποτε βαθμό.
Το δύσκολο είναι να βρεις τη σωστή σου θέση και να ξαναβρείς την επικοινωνία με τον εαυτό σου. Το σύνολο βρίσκεται σε μια ορισμένη νιφαδοποίηση των πραγμάτων, μες στον σωρό όλης αυτής της νοητικής ξερολιθιάς γύρω από ένα σημείο που πρέπει να βρούμε.
Και να, εγώ, τι σκέφτομαι για τη σκέψη:
ΣΙΓΟΥΡΑ Η ΕΜΠΝΕΥΣΗ ΥΠΑΡΧΕΙ.
Και υπάρχει ένα σημείο φωσφορούχο όπου κάθε πραγματικότητα ξαναβρίσκεται, αλλά αλλαγμένη,
μεταμορφωμένη –και από τι;– ένα σημείο μαγικής χρήσης των πραγμάτων. Και πιστεύω στους νοητικούς αερόλιθους, στις προσωπικές κοσμογονίες.
Γνωρίζετε τι είναι η μετέωρη ευαισθησία, αυτό το είδος τρομακτικής και χωρισμένης στα δύο ζωτικότητας, αυτό το σημείο της απαραίτητης συνοχής στο οποίο το ον δεν ανυψώνεται πλέον, αυτός ο απειλητικός τόπος, αυτός ο συντριπτικός τόπος.
Αγαπητοί φίλοι,
Αυτό που περάσατε για τα έργα μου δεν ήταν παρά τα σκουπίδια του εαυτού μου, τα ξύσματα της ψυχής που ο φυσιολογικός άνθρωπος δεν αποδέχεται.
Αν αυτό το κακό οπισθοχώρησε ή προχώρησε έκτοτε, για μένα το πρόβλημα δεν βρίσκεται εκεί, βρίσκεται στην οδύνη και στη διαρκή εμβρόντηση του πνεύματός μου.
Να ’μαι ξανά πίσω στο Μ…, όπου ξαναβρήκα την αίσθηση της χαύνωσης και του ιλίγγου, αυτή την ξαφνική και τρελή επιθυμία για ύπνο, αυτή την ξαφνική απώλεια των δυνάμεών μου και με την αίσθηση μιας απέραντης οδύνης, μιας ακαριαίας αποβλάκωσης…
Να ένας μέσα στο πνεύμα του οποίου καμιά θέση δεν γίνεται σκληρή, και που ξαφνικά δεν αισθάνεται την ψυχή του στ’ αριστερά, στη μεριά της καρδιάς. Να ένας για τον οποίο η ζωή είναι ένα σημείο και για τον οποίο η ζωή δεν έχει φέτες, ούτε το πνεύμα αρχή.
Είμαι ηλίθιος λόγω κατάργησης, λόγω δυσμορφίας της σκέψης, είμαι κενός λόγω εμβρόντησης της γλώσσας.
Δυσμορφία, δυσυσσώρευση ενός συγκεκριμένου αριθμού από αυτά τα υαλώδη σωματίδια τα οποία χρησιμοποιώ τόσο απερίσκεπτα. Μια χρήση που εσύ αγνοείς, στην οποία ποτέ δεν παραβρέθηκες.
Όλοι οι όροι που χρησιμοποιώ για να σκέφτομαι, για μένα είναι κυριολεκτικά ΟΡΟΙ, γνήσιες καταλήξεις, αποτελέσματα των νοητικών μου, όλων των καταστάσεων στις οποίες υπέβαλα στη σκέψη μου.
ΕΝΤΟΠΙΖΟΜΑΙ στ’ αλήθεια από τους όρους μου, κι όταν λέω ΕΝΤΟΠΙΖΟΜΑΙ από τους όρους μου, εννοώ ότι δεν τους αναγνωρίζω ως έγκυρους για τη σκέψη μου. Έχω κυριολεκτικά παραλύσει από τους όρους μου, από μια αλληλουχία καταλήξεων. Και όσο ΑΛΛΟΥ κι αν είναι η σκέψη μου αυτές τις στιγμές, δεν μπορώ παρά να την κοινοποιήσω μέσα από αυτούς τους όρους, τους τόσο αντιφατικούς προς την ίδια, όσο αμφιλεγόμενοι κι αν είναι, όσο παράλληλοι, όσο διφορούμενοι κι αν είναι, υπό την απειλή να σταματήσω να σκέφτομαι αυτές τις στιγμές.
Αν μπορούσε κανείς να γευτεί το μηδέν του, αν μπορούσε ν’ αναπαυτεί μέσα στο μηδέν του, κι αν αυτό το μηδέν δεν είναι μια συγκεκριμένη μορφή τού είναι αλλά ούτε κι ο θάνατος εντελώς.
Είναι τόσο σκληρό να μην υπάρχεις πια, να μην είσαι μέσα σε κάποιο πράγμα. Η αληθινή οδύνη είναι να νοιώθεις μέσα σου να μετακινείται η σκέψη σου. Αλλά η σκέψη σαν ένα σημείο σίγουρα δεν είναι βασανιστική.
Βρίσκομαι στο σημείο να μην αγγίζω πια τη ζωή, αλλά παραμένουν μέσα μου οι ορέξεις και το επίμονο γαργάλισμα τού είναι. Δεν έχω πλέον παρά μόνο μια έγνοια, να με ξαναφτιάξω.
Μου λείπει μια συμφωνία των λέξεων με τη στιγμή των καταστάσεών μου. «Μα είναι φυσιολογικό, μα σε όλους λείπουν οι λέξεις, μα είστε πολύ δύσκολος με τον εαυτό σας, μα ακούγοντάς σας αν και δεν φαίνεται, εκφράζεστε τέλεια στα γαλλικά, μα δίνετε μεγάλη σημασία στις λέξεις».
Είστε μαλάκες, από τον έξυπνο μέχρι τον λειψό, από τον οξυδερκή μέχρι τον ανθεκτικό, είστε μαλάκες, εννοώ ότι είστε σκυλιά, εννοώ ότι γαβγίζετε εκτός τόπου, ότι λυσσομανάτε να μην καταλάβετε. Γνωρίζω τον εαυτό μου κι αυτό μου αρκεί, κι αυτό θα έπρεπε να ήταν αρκετό, γνωρίζω τον εαυτό μου επειδή με βοηθάω, επειδή βοηθάω τον Αντονέν Αρτό.
― Γνωρίζεις τον εαυτό σου, αλλά εμείς σε βλέπουμε, βλέπουμε καλά αυτό που κάνεις.
― Ναι, αλλά δεν βλέπετε τη σκέψη μου.
Στο καθένα από τα στάδια της σκεπτόμενης μηχανικής μου, υπάρχουν τρύπες, στάσεις, δεν εννοώ, καταλάβετέ το καλά, μέσα στον χρόνο, εννοώ μέσα σε ένα είδος χώρου (με κατανοώ), δεν εννοώ μια σκέψη σε μήκος, μια σκέψη σε διάρκεια σκέψης, εννοώ ΜΙΑ σκέψη, μια μοναδική, και μια σκέψη ΣΕ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟ, μα δεν εννοώ μια σκέψη του Πασκάλ, μια σκέψη φιλοσόφου, εννοώ τη μετακινημένη εμμονή, τη σκλήρωση μιας ορισμένης κατάστασης. Και πιάστο!
Με σκέφτομαι μέσα στη λεπτολογία μου. Βάζω το δάχτυλο στο συγκεκριμένο σημείο της ρωγμής, του ανομολόγητου ολισθήματος. Διότι το πνεύμα είναι πιο ερπετοειδές από εσάς, κύριοι, ξεφεύγει όπως τα φίδια, ξεφεύγει μέχρι να επιτεθεί στις γλώσσες μας, εννοώ να τις αφήσεις εκκρεμείς.
Είμαι εκείνος που αισθάνθηκε καλύτερα την αποσβολωτική αμηχανία της γλώσσας του στις σχέσεις της με τη σκέψη. Είμαι εκείνος που εντόπισε καλύτερα τη στιγμή των πιο μύχιων, των πιο ανυποψίαστων ολισθημάτων. Στην πραγματικότητα χάνομαι μέσα στη σκέψη μου όπως ονειρευόμαστε, όπως μπαίνουμε ξαφνικά στη σκέψη μας. Είμαι αυτός που γνωρίζει τις γωνιές της απώλειας.
Ολόκληρη η γραφή είναι γουρουνιά. Αυτοί που βγαίνουν από το ακαθόριστο για να προσπαθήσουν να ακριβολογήσουν για οτιδήποτε συμβαίνει στη σκέψη τους, είναι γουρούνια. Όλοι οι λογοτέχνες είναι γουρούνια, και ειδικά αυτοί του καιρού μας. Όλοι αυτοί που έχουν σημεία αναφοράς στο πνεύμα, εννοώ σε μια συγκεκριμένη μεριά του κεφαλιού, σε κάποιες καθορισμένες περιοχές του εγκεφάλου, όλοι αυτοί που είναι κάτοχοι της γλώσσας τους, όλοι αυτοί για τους οποίους οι λέξεις έχουν νόημα, όλοι αυτοί για τους οποίους υπάρχουν υψόμετρα στην ψυχή και ρεύματα στη σκέψη, αυτοί που είναι τα πνευματικά ρεύματα της εποχής και που έδωσαν ονόματα σε αυτά τα ρεύματα, αναλογίζομαι τον συγκεκριμένο μόχθο τους και τους μηχανικούς τριγμούς που σκορπάει στους τέσσερις ανέμους το πνεύμα τους,
― είναι γουρούνια.
Αυτοί για τους οποίους οι λέξεις έχουν κάποιο νόημα και ορισμένους τρόπους ύπαρξης, αυτοί που φτιάχνουν τόσο καλά τεχνοτροπίες, αυτοί για τους οποίους τα συναισθήματα έχουν κλίμακα και που συζητούν σχετικά με κάποιον βαθμό της τραγελαφικής ιεράρχησής τους, αυτοί που πιστεύουν ακόμη σε «όρους», αυτοί που ανακατεύουν ιεραρχημένες ιδεολογίες της εποχής, αυτοί των οποίων οι γυναίκες μιλάνε τόσο όμορφα κι αυτές οι γυναίκες επίσης που μιλάνε τόσο όμορφα και που μιλάνε για τα ρεύματα της εποχής, αυτοί που πιστεύουν ακόμη σε έναν προσανατολισμό του πνεύματος, αυτοί που ακολουθούν δρόμους, που ταρακουνάνε ονόματα, που κάνουν να ουρλιάζουν οι σελίδες των βιβλίων,
― αυτοί είναι τα χειρότερα γουρούνια.
Δεν έχετε στόχο, νεαρέ! Όχι, έχω κατά νου κάτι γενειοφόρους κριτικούς. Και σας το είπα ήδη: ούτε έργα, ούτε γλώσσα, ούτε λόγος, ούτε πνεύμα, τίποτα. Τίποτα, μόνο ένα ωραίο Νευροκόπημα. Ένα είδος σταθμού ακατανόητου και κατ’ ευθείαν στη μέση όλων αυτών που περιέχονται στο πνεύμα. Και μην ελπίζετε ότι θα σας κατονομάσω αυτά τα όλα, σε πόσα μέρη χωρίζονται, να σας πω το βάρος τους, ότι θα την πατήσω, ότι θα αρχίσω να συζητάω γι’ αυτά τα όλα, και ότι, συζητώντας, θα χαθώ και θα αρχίσω έτσι ΝΑ ΣΚΕΦΤΟΜΑΙ χωρίς να το γνωρίζω – και ότι το Νευροκόπημα θα φωτιστεί, ότι θα ζήσει, ότι θα στολιστεί με μια πλειάδα λέξεων, όλες στιλβωμένες με νόημα, όλες διαφορετικές και ικανές να βγάλουν στο φως όλες τις στάσεις, όλες τις αποχρώσεις μιας πολύ ευαίσθητης και διαπεραστικής σκέψης.
Α, αυτές οι καταστάσεις που δεν κατονομάζουμε ποτέ, αυτές οι διακεκριμένες καταστάσεις της ψυχής, α, αυτά τα ενδιάμεσα κενά του πνεύματος, α, αυτά τα απειροελάχιστα χαμένα που είναι το καθημερινό ψωμί των ωρών μου, α, αυτός ο λαός που ξεχειλίζει από δεδομένα – είναι πάντα οι ίδιες λέξεις που με υπηρετούν και στ’ αλήθεια δεν φαίνεται να κινούμαι και πολύ μες στη σκέψη μου, μα στην πραγματικότητα κινούμαι περισσότερο από εσάς, γενειάδες γαϊδάρων, ακριβολόγα γουρούνια, αυθεντίες του απατηλού λόγου, κυνηγοί πορτραίτων, συγγραφείς έργων σε συνέχειες για περιοδικά, ισόγεια, βοτανολόγοι, εντομολόγοι, πληγή της γλώσσας μου.
Σας το είπα ότι δεν έχω πια τη γλώσσα μου, κι αυτό δεν είναι λόγος για να το τραβάτε, για να επιμένετε στο θέμα της γλώσσας.
Άντε, θα με καταλάβετε σε δέκα χρόνια μέσα από ανθρώπους που κάνουν αυτό που κάνετε εσείς σήμερα. Τότε λοιπόν θα γνωρίσετε τα γκέιζερ μου, θα δείτε τους πάγους μου, θα έχετε μάθει να εξουδετερώνετε τα δηλητήριά μου, να ανιχνεύετε τις ψυχικές μου καταστάσεις.
Τότε όλα τα μαλλιά μου θα έχουν γίνει ασβέστης, όλες οι φλέβες μου νοητικές, τότε θα κατανοήσετε το ζωολόγιό μου, και ο μυστικισμός μου θα μεταμορφωθεί σε καπέλο. Τότε θα δείτε να καπνίζουν οι ενώσεις στις λιθοδομές και διακλαδώσεις από μπουκέτα νοητικών ματιών να κρυσταλλοποιούνται σε μορφή γλωσσαρίων, θα δείτε να ανεβοκατεβαίνουν αερόλιθοι, θα δείτε χορδές, τότε θα κατανοήσετε τη γεωμετρία δίχως χώρο και θα μάθετε τι είναι η διαμόρφωση του πνεύματος, και θα αντιληφθείτε πώς αποτρελάθηκα.
Τότε θα κατανοήσετε γιατί το πνεύμα μου δεν είναι εδώ, τότε θα δείτε όλες τις γλώσσες μου να στερεύουν, όλες τις γλώσσες να ζαρώνουν, τις ανθρώπινες μορφές να πλατειάζουν, να φουσκώνουν, σαν να απορροφώνται από αποξηραντικές βεντούζες, κι αυτή η λιπαντική και καυστική μεμβράνη, αυτή η μεμβράνη με δύο πάχη, με πολλές διαβαθμίσεις, με άπειρες ρωγμές, αυτή η μελαγχολική και υαλώδης μεμβράνη, αλλά η τόσο ευαίσθητη, η τόσο ακριβής κι αυτή επίσης, η τόσο ικανή να πολλαπλασιάζεται, να διπλασιάζεται, να αναποδογυρίζει με τις λάμψεις της από ρωγμές, από έννοιες, από εκπλήξεις, από διαπεραστικές και δηλητηριώδεις,
τότε όλα αυτά θα τα βρείτε καλά,
και δεν θα χρειάζεται να μιλάω άλλο.