Η Zιζέλ Πρασινός από την Αθήνα στην Πάτρα

Η Ζιζέλ Πρασινός
Η Ζιζέλ Πρασινός

Μια εξαιρετική συνθήκη που σχετίζεται με τον κόσμο των αρχείων είναι το αθέατο, μεταβλητό και δυναμικό δίκτυο σχέσεων που αποκαλύπτει το αρχειακό υλικό, το οποίο συχνά φωτίζει από άλλη οπτική γωνία τις καθιερωμένες συνάψεις της επίσημης λογοτεχνικής ιστορίας.
Το αρχείο της Λείας Χατζοπούλου-Καραβία είναι ένα καλό παράδειγμα αναπάντεχων επαφών, χάρη στην εξωστρέφεια και την πολυπραγμοσύνη της συγγραφέως.[1] Πέρα από τις επιστολές του Δημήτρη Χατζή που δημοσιεύτηκαν πρόσφατα,[2] μας επιφυλάσσει, ενδεχομένως, και άλλες ενδιαφέρουσες συναντήσεις. Για τη σημερινή παρουσίαση θα επικεντρωθώ στον φάκελο «Πέτρος Φρυδάς» όπου περιλαμβάνονται 14 επιστολές, 5 Δελτάρια και 5 ευχετήριες κάρτες του Αιγυπτιώτη λόγιου και λογοτέχνη Πέτρου Φρυδά προς τη Χατζοπούλου, οι οποίες, με εξαίρεση την πρώτη ακέφαλη επιστολή (Π.03+04 -2549+2550) πού χρονολογείται πιθανώς το 1965, καλύπτουν το χρονικό άνυσμα μεταξύ του 1973 και του τέλους του 1984. Στον ίδιο φάκελο περιέχονται 11 επιστολές της Gisèle Prassinos προς τη Χατζοπούλου, ένα αχρονολόγητο δελτάριο και μια φωτογραφία της. Οι 7 από τις επιστολές αυτές στάλθηκαν ανάμεσα στον Αύγουστο του 1961 και τον Σεπτέμβριο 1962, ενώ η τελευταία χρονολογημένη επιστολή στάλθηκε το 1970.
Τον φάκελο «Πέτρος Φρυδάς» παραχώρησα τον Σεπτέμβριο της ίδιας χρονιάς στον μεταφραστή του έργου της Prassinos και οικογενειακό της φίλο Χρήστο Παπάζογλου, ο οποίος τις μετέγραψε, τις μετέφρασε και τις σχολίασε ως συμβολή στο μεταπτυχιακό μου μάθημα «Αρχειακή έρευνα και Εκδοτική». Η εργασία του αναρτήθηκε στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη του ΕΑΤΤ για χρήση των ερευνητών. Επομένως, όποιος ενδιαφέρεται για το σύνολο της αλληλογραφίας μπορεί να τη βρει στην ιστοσελίδα του ΕΑΤΤ: https://eatt.philology.upatras.gr/studies/allilografia-p-fryda-g-prassinos-me-l-chatzopoulou-karavia/. Εδώ θα αρκεστώ σε έναν συνοπτικό σχολιασμό του δικτύου σχέσεων, όπως συγκροτείται από το αρχειακό υλικό και την επεξεργασία του από τον Παπάζογλου.[3]
Όταν η Gisèle Prassinos (Κωνσταντινούπολη 1920-Παρίσι 2015) γράφει την πρώτη της επιστολή προς τη Λεία Χατζοπούλου-Καραβία είναι σαράντα ενός ετών. Πριν από τρία χρόνια έχει σπάσει την εικοσάχρονη σιωπή της και έχει περάσει στη μεταϋπερρεαλιστική της περίοδο με το μυθιστόρημα Le temps n'est rien (Μα ο χρόνος δεν υπάρχει) (1958), όπως μεταφράστηκε στα ελληνικά.[4] Θυμίζω ότι έχει πίσω της μια λαμπρή διαδρομή στους κύκλους της γαλλικής πρωτοπορίας, η οποία ξεκίνησε στα δεκατέσσερα χρόνια της με σχέδια και με κείμενα στο γνωστό περιοδικό των Γάλλων σουρρεαλιστών Minotaure (1933-1938) και με την έκδοση του πρώτου της βιβλίου (La sauterelle arthritique), με εισαγωγή του Paul Eluard, φωτογραφία της από τον Μan Ray και ενθουσιώδη σχόλια του ίδιου του André Breton. Έως τα είκοσι χρόνια η Gisèle , «πραγματικό παιδί θαύμα», όπως την αποκαλεί ο Παπάζογλου, έχει στο ενεργητικό της δέκα βιβλία, πεζά και ποιήματα, σχεδόν όλα στις εκδόσεις G.L.M. (Guy-Lévis Mano, στην υπηρεσία της υπερρεαλιστικής επανάστασης) και τα εγκώμια όλων των Γάλλων υπερρεαλιστών. Στα είκοσι χρόνια σιωπής που ακολουθούν, σιωπή που είχε προβλέψει ο Breton, η Gisèle  ασχολείται μόνο με μεταφράσεις των έργων του Καζαντζάκη, σε συνεργασία με τον σύζυγό της Πέτρο Φρυδά (Αλεξάνδρεια 1915 -Παρίσι 1988), με τον οποίο είχε παντρευτεί το 1949.

Η Λεία Χατζοπούλου-Καραβία

Η κατά δώδεκα χρόνια νεότερη Λεία Χατζοπούλου-Καραβία (Αθήνα 1932) έχει ήδη στο ενεργητικό της πλούσιο ποιητικό και πεζογραφικό έργο. Δημοσιεύει ποίηση από το 1956, έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Δυο στιγμές του σίδερου (1960) και Τα παιδιά της Εστρέδα Νάδα, (ιδιωτ. έκδ., Αθήνα 1961) καθώς και το πεζό Καλοκαίρι (1959). Όταν ξεκινάει η αλληλογραφία τους, η Λεία είναι 29 χρονών, έχει δύο παιδιά και ονειρεύεται να σπουδάσει φιλολογία στην Αθήνα και θέατρο στο Παρίσι. Καταλύτης της αλληλογραφικής τους επικοινωνίας είναι η Σμαράγδα Μοστράτου,[5] φίλη της οικογένειας Λύσανδρου Πράσινου στο Παρίσι, όπου σπούδασε και καθηγήτρια της Λείας στην Αθήνα, στο αμερικανικό κολέγιο Pierce Deree, όπου δίδαξε.[6]
Η Μοστράτου παρωθεί τη Χατζοπούλου να γράψει στην Prassinos, προφανώς με στόχο να δώσει διέξοδο στην αξόδευτη ενέργεια και τις πνευματικές ανησυχίες της μαθήτριάς της, αλλά και να ευχαριστήσει τη φίλη της Gisèle, της οποίας η πρώτη εκρηκτική είσοδος στο στίβο της λογοτεχνίας είχε δώσει τη θέση της, ύστερα από ένα μεγάλο διάστημα σιωπής, σε λογοτεχνική επανεκκίνηση με νέο πρσανατολισμό. Όπως προκύπτει από την πρώτη επιστολή της Prassinos, η Χατζοπούλου της προτείνει να μεταφράσει διηγήματά της:

Παρίσι, 18 Αγούστου 1961

Αγαπητή Δεσποινίς [Χατζοπούλου],

Ευχαριστώ για το τόσο ευγενικό γράμμα σας. Η Σμαράγδα είναι μια από τις πολύ παλιές και πολύ γαπημένες φίλες μου και μου μίλησε ήδη για σας στο τελευταίο της γράμμα. Θα ήταν μεγάλη μου χαρά να δω μερικά διηγήματά μου, μεταφρασμένα από σας, να δημοσιεύονται στην Ελλάδα. Μπορείτε να διαλέξετε αυτά που προτιμάτε (εκτός από αυτό με τον τίτλο «Les Souliers» (= Τα υποδήματα), αφού προηγουμένως έχετε συμφωνήσει με τον Κύριο Σ. Τσίρκα που βρίσκεται τώρα στην Αθήνα (στον Κέδρο, Πανεπιστημίου 44), ο οποίος επιθυμεί επίσης να μεταφράσει ένα-δυο. Έλαβα μόλις τώρα την ποιητική συλλογή σας. Ευχαριστώ πάρα πολύ. Θα την διαβάσω με μεγάλη ευχαρίστηση και με ιδιαίτερη επιμέλεια, γιατί τα ελληνικά που ξέρω είναι, το ομολογώ και ντρέπομαι πολύ γιαυτό, πολύ ανεπαρκή. Ελπίζω να σας γνωρίσω στο προσεχές ταξίδι μου στην Ελλάδα και σας διαβεβαιώ, Δεσποινίς, για τα καλύτερα μου αισθήματα.

Gisèle Prassinos

Το προξενιό της Μοστράτου προφανώς απέδωσε καρπούς. Η Χατζοπούλου αμέσως μετά την έκδοση στη Γαλλία της συλλογής τής Gisèle Prassinos, Le Cavalier, Plon 1961, μεταφράζει και αποστέλλει προς δημοσίευση σε ελληνικά περιοδικά (Επιθεώρηση Τέχνης, Πανσπουδαστική, Νέα Πορεία) πέντε από τα δεκαπέντε διηγήματα της συλλογής: «Le jour de Richard» (= Η ημέρα του Ριχάρδου) με ελληνικό τίτλο: «Οι Τετάρτες του Ριχάρδου»)· «Les Retrouvailles» (= Το ξαναντάμωμα) με ελληνικό τίτλο: «Ο Γυρισμός»· «La file d'attente» (= Η σειρά αναμονής) με τίτλο: «Η ουρά του λεωφορείου»· «Les Roupes» με τίτλο «Οι Ρούπες». Ένα ακόμη διήγημα, «La robe de laine» (= «Το μάλλινο φουστάνι»), από την ίδια συλλογή, μεταφρασμένο από τη Λεία Χατζοπούλου-Καραβία, δημοσιεύθηκε σε τεύχος περιοδικού που έλαβε στο Παρίσι ταχυδρομικώς, καθώς γράφει (επιστολή G.04+05 -2598+2599 της 19.12.1961) ευχαριστώντας την η Gisèle Prassinos.
Το κύριο θέμα των επιστολών, και πιο συγκεκριμένα των 7 επιστολών του 1961 και 1962, είναι η μετάφραση και δημοσίευση σε ελληνικά περιοδικά διηγημάτων της αποστολέως. Η θερμοκρασία της σχέσης ξεκινά από την ευγενική, επαγγελματική αποστασιοποίηση για να καταλήξει σε έναν τόνο οικείο και φιλικό. Αρχικά «Chère Mademoiselle» και μετά «Chère Madame», ένα χρόνο αργότερα: «Chère amie» (= Αγαπητή φίλη) και τέλος, μετά τέσσερα χρόνια, «Chère Lia» (= Αγαπητή Λεία).
Όσον αφορά το λοιπό περιεχόμενο, η Gisèle Prassinos: Ευχαριστεί εμφατικά τη Λεία Xατζοπούλου-Καραβία για τη μετάφραση στα ελληνικά διηγημάτων της και επιβεβαιώνει κάθε φορά την παραλαβή των περιοδικών στα οποία αυτά δημοσιεύονται (7 επιστολές του 1961 και 1962)∙ θαυμάζει τη ζωτικότητα, τη δραστηριότητα και την παραγωγικότητα της αλληλογράφου της τονίζοντας τη δική της ανικανότητα να αξιοποιήσει τον χρόνο της (G.06+07 -2600+2601, G.15+16 -2610+2611, G.17+18 -2612+2613)∙ την επαινεί για το έργο της (ιδίως για Τα παιδιά της Εστρέδα Νάδα, ιδιωτ. έκδ., Αθήνα, 1961 (επιστολές G.01 -2595, G.02+03 -2596+97, G.06+07 -2600+2601)· και για τη νουβέλα Ο δρόμος του θυμωμένου ποταμού, Αθήνα 1963, Καστανιώτης 1977 (G.15+16 -2610+2611)∙ της δίνει πληροφορίες για τις δυνατότητες θεατρικών σπουδών στο Παρίσι, για τις οποίες η Χατζοπούλου ενδιαφέρεται στα τέλη 1961 - αρχές 1962 (βλ. επιστολή G.08 -2602)∙ διατυπώνει τη ντροπή της που τα ελληνικά της είναι ανεπαρκή και δυσανασχετεί που, παρά την προσπάθεια που κάνει με τη βοήθεια του λεξικού, αδυνατεί να διαβάσει εκτενέστερα κείμενα της αλληλογράφου της (G.01 -2595, G.02+03 -2596+2597, G.06+07 -2600+ 2601)∙ υπόσχεται να αποστείλει τα μυθιστορήματα που της έχει ζητήσει: Le temps n'est rien, Plon 1958 και La voyageuse, Plon 1959 (G.02+03 -2596+2597, G.13+14 -2607+2608, G.15+16 - 2610+2611) και αναγγέλλει την προσεχή έκδοση και αποστολή των μυθιστορημάτων La confidente, Grasset 1962 (G.06+07 -2600+2601, G.13+14 -2607+2608), Le visage effleuré de peine, Grasset, 1964 (G.15+16 -2610+2611, G.17+18 -2612+2613), Le Grand repas, Grasset 1966 (G.19+20 -2614+2615)∙ ενημερώνει σχετικά με την υγεία της θείας της που τη μεγάλωσε (αφού όταν πέθανε η μητέρα της ήταν 7 ετών) και την αγάπη που της έχει. (G.04+05 -2598+2599, G.06+07 -2600+2601)∙ εξαίρει τη ζεστή φιλοξενία που της επιφύλαξε η οικογένεια της Χατζοπούλου κατά τις επισκέψεις της στην Αθήνα (G.19+20 -2614+2615, G.21+22 -2616+2617). Από τις επισκέψεις αυτές προέρχεται και η φωτογραφία στο σπίτι της Χατζοπούλου στη Νέα Σμύρνη, που μου παραχωρήθηκε από τη συγγραφέα και εντάχθηκε στο Αρχείο της.
Η επιστολή που ακολούθησε είναι σημαντική και για τις πληροφορίες που δίνει σχετικά με τη διάθεση και τη δράση των δύο αλληλογράφων:

Παρίσι, 9. 12. 1965

Αγαπητή φίλη,

Το γράμμα σας και η φωτογραφία που μας θυμίζει την ευχάριστη ημέρα που περάσαμε στο σπίτι σας και στην οικογένειά σας μας έδωσαν μεγάλη χαρά. Λυπάμαι μόνο που στην φωτογραφία αυτή δεν είναι τα δυο όμορφα αγοράκια σας. Τα ειλικρινή μας συγχαρητήρια για τα καλά αποτελέσματα των εξετάσεών σας. Ήσασταν τόσο βέβαιη πως δεν θα πετυχαίνατε, ώστε να ονειρευόσαστε τόσο σοβαρά ένα ταξίδι στη Γαλλία; Άλλωστε το ένα δεν εμποδίζει το άλλο. Θα μπορούσατε, παραδείγματος χάριν, να επωφεληθείτε, από τις διακοπές του Πάσχα και να πεταχτείτε ώς εμάς. Βλέπω, κι αυτό για κάποιον σαν και σας δεν με εκπλήττει καθόλου, ότι οι σπουδές σας δεν αρκούν στη δίψα σας για μάθηση, αφού μεταφράζετε τόσο σοβαρά πράγματα όπως οι συζητήσεις του Σαρτρ και των φίλων του (σας θαυμάζω πολύ) και συγχρόνως πηγαινοέρχεστε στη Θεσσαλονίκη. Μα τι αξιοθαύμαστη ζωτικότητα η δική σας! Μ' εμένα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο. Έχω στη διάθεσή μου χρόνο, και μάλιστα πολύ, και είμαι ανίκανη να τον γεμίσω αποτελεσματικά. Ντρέπομαι γι᾽αυτό. Κι ύστερα οι μικρές ιστορίες που γράφω δεν με απορροφούν και πολύ. Μια και τόσο ετγενικά ανυπομονείτε, όπως λέτε, να πάρετε το καινούργιο μου βιβλίο, μπορώ να σας πω ότι διορθώνω τώρα τα πρώτα δοκίμια και πως θα βγει στο τέλος Ιανουαρίου. Αναρωτιέμαι αν θα σας αρέσει. Δεν είναι ιδιαίτερα ζωντανό και ευχάριστο/
Υποθέτω πως στην Αθήνα ο ουρανός είναι πάντα γαλανός. Εδώ, σήμερα, έχουμε θύελλα. Ακούμε τζάμια να σπάνε, καμινάδες να ταλαντεύονται και κεραμίδια να πέφτουν. Δεν είναι φρόνιμο να περπατάει κανείς στο δρόμο. Διαβιβάστε, σας παρακαλώ, στη μητέρα σας και στον σύζυγό σας πως ο άντρας μου κι εγώ έχουμε μείνει με τις καλύτερες αναμνήσεις. Ήσασταν όλοι τόσο καλοί μ' εμάς. Δεν το ξεχνάμε. Σ' εσάς την αγάπη μας και τή φιλία μας.

Gisèle


Από αριστερά: Λεία Χατζοπούλου, Κλεώ Χατζοπούλου, Σμαράγδα Μοστράτου, Petros Frydas, Gisèle Prassinos, η ανηψιά τους. Στο σπίτι της Λείας, Αγίου Πολυκάρπου 8, Νέα Σμύρνη


Ας δούμε, ωστόσο, τι παραπάνω μαθαίνουμε από αυτές τις επιστολές, αφού, όπως συμβαίνει με κάθε αρχείο, οι επιστολές φωτίζουν την άγνωστη συνήθως διαδρομή των επιλογών, των κατορθωμένων έργων, των προθέσεων αλλά και των ματαιώσεων, καθώς και τις σκέψεις, τα συναισθήματα ή και την ιδιωτική ζωή της επιστολογράφου.
Στις επιστολές G.08 -2602, G.13+14 -2607+2608, G.14 -2609 του 1962 γίνεται λόγος για μια πρόταση της Χατζοπούλου να εκδοθεί σε αυτοτελή έκδοση, σε δική της μετάφραση, το σύνολο της συλλογής Le Cavalier. Η πρόταση δεν πραγματώθηκε, παρόλο που έγινε ενθουσιωδώς δεκτή από την Prassinos, ίσως για λόγους διαφωνίας, όπως πιθανολογεί ο Παπάζογλου, του Έλληνα εκδότη με τον γαλλικό εκδοτικό οίκο που κατείχε τα δικαιώματα του έργου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν δύο επιστολές του 1964 (G.15+16 -2610+2611, G.17+18 -2612+2613) όπου γίνεται λόγος για ένα κείμενο που δημοσιεύεται σε ελληνικό περιοδικό με το όνομα της Gisèle Prassinos χωρίς να είναι δικό της και για τις ενέργειες της Xατζοπούλου προκειμένου να διορθωθεί το λάθος. Δυστυχώς το δημοσίευμα δεν στάθηκε δυνατό να εντοπιστεί.
Τέλος, ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τη μετάφραση του διηγήματος «Ρούπες», που δημοσιεύτηκε στα ελληνικά με τον ίδιο τίτλο, ο οποίος φαίνεται πως βασάνισε ιδιαίτερα τη μεταφράστριά του, αλλά και τη δασκάλα της, όπως προκύπτει από την τρίτη επιστολή, γραμμένη στις 3 Νοεμβρίου 1961:

[…]

Ευχαριστώ επίσης για τον κόπο που κάνετε να μεταφράζετε τα διηγήματά μου και να τα στέλνετε στα περιοδικά. Γέλασα πολύ μαθαίνοντας ότι ψάξατε τη σημασία της λέξης «roupes» στα λεξικά και ότι ρωτήσατε, εσείς και η Σμαράγδα, και άλλους γιαυτό. Γιατί αυτή η λέξη δεν υπάρχει, την εφηύρα και το γεγονός ότι δεν σημαίνει τίποτε αποτελεί τη βάση όλου του διηγήματος. Όλοι ζητούν επίμονα σάκους, κιβώτια ενός μυστηριώδους και σπάνιου και ανεύρετου πράγματος. Μπορεί να είναι φαγώσιμο, πολύτιμοι λίθοι, μια αφαίρεση… οτιδήποτε. Αν επιθυμείτε να μεταφράσετε το διήγημα, αν για σας δεν χάνεται κάτι από τη χάρη του λόγω του ότι roupes δέν σημαίνει τίποτε, μπορείτε να αντικαταστήσετε αυτή τη λέξη με μιαν άλλη της φαντασίας σας ή, πολύ απλά, να την γράψετε στα ελληνικά.

Και μια χαριτωμένη σύμπτωση: Στον ίδιο φάκελο βρέθηκε και μια επιστολή του Γιάννη Σκαρίμπα προς τον Μάριο Πράσινο, τον αδελφό της Gisèle, όπου αναρωτιέται για το «μισοτελειωμένο γράμμα» του πατέρα του, Λύσανδρου Πράσινου, το 1936, χρονιά του θανάτου του, για το οποίο γίνεται λόγος σε λανθάνουσα επιστολή του Μάριου Πράσινου. Έναν χρόνο πριν, είχε κάνει την επίσημη εμφάνισή του ο υπερρεαλισμός στην Ελλάδα με την Υψικάμινο, χρονιά που εκδίδεται στη Γαλλία η Αρθριτική ακρίδα, το πρώτο μυθιστόρημα της δεκαπεντάχρονης Prassinos αλλά, επίσης, στην Ελλάδα ο Μαριάμπας του Σκαρίμπα, ένα από τα πιο πρωτοποριακά μυθιστορήματα του Μεσοπολέμου, ενός συγγραφέα του οποίου το όνομα είχε συνδεθεί με τον υπερρεαλισμό δημιουργώντας άκριτες παραδοχές που επιβίωσαν πολλά χρόνια.

Αλλά αυτή είναι μια άλλη ιστορία από τον θαυμαστό κόσμο των αρχείων.[7]


ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: