Τα ποιήματα ως όνειρα και ως αυτό-αναλυτικό υλικό στο πεζό κείμενο του Ανδρέα Εμπειρίκου «Our Dominions Beyond the Seas ή Η βίωσις των στίχων»

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος
Ο Ανδρέας Εμπειρίκος

Θα σχολιάσω εδώ το πρώτο μέρος του πεζού κείμενου του Ανδρέα Εμπειρίκου «Our Dominions Beyond the Seas ή Η βίωσις των στίχων».[1] Το κείμενο αυτό δημοσιεύτηκε πρόσφατα ολόκληρο στο βιβλίο Οι Κύκλοι του Ζωδιακού[2] που περιλαμβάνει ανέκδοτα κείμενα από την συλλογή πεζών κειμένων Γραπτά ή Προσωπική μυθολογία, το οποίο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά το 1960.[3] Το κείμενο έχει τρία μέρη που αντιστοιχούν στης αναλύσεις τριών ποιημάτων που ο Εμπειρίκος γράφει την 1η, στις 3 και στις 8 Ιανουαρίου του 1942. Πρόκειται για ένα ιδιαίτερα πρωτότυπο και επινοητικό κείμενο, όπου η ποίηση συναντά την ιστορία και την ψυχανάλυση ―και συγκεκριμένα την αιρετική μορφή του Σάντορ Φερέντσι― όπου διατυπώνεται μια πρωτότυπη θεωρία για την ποιητική δημιουργία καθώς και η θεωρία του Εμπειρίκου για την λυτρωτική δύναμη της ερωτικής κυριολεξίας.
Αν και ξεκίνησε με την αυτόματη γραφή, ο υπερρεαλισμός δεν σταμάτησε σε αυτήν. Στην προσπάθειά τους να γεφυρώσουν ποιητικά το χάσμα που χωρίζει το συνειδητό από το ασυνείδητο, οι υπερρεαλιστές εφηύραν μια σειρά από «τεχνικές» όπως η ανάλυση ονείρων και γεγονότων, τα cadavre exquis, η décalcomanie, η κριτική παρανοϊκή (paranoïaque critique), κ.ά. Το 1935, ο Ανδρέας Εμπειρίκος επέλεξε συνειδητά να εισαγάγει τον υπερρεαλισμό στην Ελλάδα με μια συλλογή ποιημάτων αυτόματης γραφής, την Υψικάμινο. Η πράξη αυτή είχε διακηρυκτικό χαρακτήρα, καθώς θεωρούσε πως, για να ορθοποδήσει, ο υπερρεαλισμός έπρεπε πρώτα να γίνει γνωστός στην Ελλάδα στην αρχική του μορφή.[4] Στη συνέχεια όμως, ο Εμπειρίκος πειραματίζεται δοκιμάζοντας διαφορετικούς υπερρεαλιστικούς τρόπους και τεχνικές. Η περίοδος του έντονου πειραματισμού συμπίπτει με την ενεργή ενασχόλησή του με την ψυχανάλυση, την οποία ο Εμπειρίκος εξασκεί επαγγελματικά από το 1936 μέχρι το 1951.[5] Το 1936 αρχίζει επίσης ο Εμπειρίκος να γράφει τα Γραπτά, όπου ο υπερρεαλιστικός πειραματισμός πλέκεται πυκνά με την εμπειρία της ψυχαναλυτικής πρακτικής και την μεταψυχολογική αναζήτηση.
Το εύρος του εγχειρήματος από το οποίο προήλθαν τα Γραπτά είμαστε σε θέση να εκτιμήσουμε πια σήμερα μετά την έκδοση, το 2018, του βιβλίου Οι Κύκλοι του ζωδιακού,[6] το οποίο περιλαμβάνει διάφορα πεζά κείμενα μεγάλης ποιητικής αξίας που για διάφορους λόγους δεν συμπεριέλαβε η έκδοση των Γραπτών του 1960. Βλέπουμε εκεί ότι τα «Γραπτά»[7] ήταν ένα εργαστήριο υπερρεαλιστικού λόγου, ένα πολύτροπο εγχείρημα που περιελάμβανε τον συνεχή πειραματισμό και την επεξεργασία νέων τεχνοτροπιών. Μέσω του υπερρεαλιστικού πειραματισμού ο Εμπειρίκος προσπαθεί να εκφράσει την ιστορική αγωνία που του εμπνέει η ταραγμένη εποχή κατά την οποία γράφει, μετουσιώνοντας την αγωνία αυτή σε ένα όραμα για την σωτηρία της ανθρωπότητας. Εργαλείο του είναι η ψυχανάλυση ―η ψυχαναλυτική θεωρία και πρακτική― μέσα στην οποία ξαναβαφτίζει διαρκώς τον υπερρεαλισμό.
Το πεζό κείμενο «Our Dominions Beyond the Seas ή Η βίωσις των στίχων» που σχολιάζω εδώ, είναι ένα εκτεταμένο κείμενο ανάλυσης ποιημάτων. Η «ανάλυση» ―με την αφετηρία την φροϊδική έννοια― ονείρων, γεγονότων, τυχαίων συμβάντων (το «αντικειμενικό τυχαίο»), της τρέλας, του έρωτα, της μαγείας κ.ά. είναι για τον Μπρετόν ένα από τα κλειδιά του υπερρεαλισμού. Πρόκειται κυρίως για αυτοανάλυση, καθώς αυτό που αναλύεται είναι η υπερρεαλιστική εμπειρία της δημιουργίας ή της επαφής με αυτά τα αντικείμενα. Η αυτοανάλυση, η ανάλυση της υπερρεαλιστικής υπόστασης διαφόρων ξεχωριστών βιωμάτων, είναι η μέθοδος που εφαρμόζει στα βιβλία του: στην Νατζά, στα Συγκοινωνούντα δοχεία, στον Τρελό έρωτα, κ.ά. Ο Εμπειρίκος θαυμάζει ιδιαίτερα τον Μπρετόν· τον γνωρίζει και τον συναναστρέφεται πριν από τον πόλεμο, μέσα στην ομάδα των υπερρεαλιστών. Έχει διαβάσει με ενθουσιασμό τα βιβλία του, μελετήσει τη σκέψη του και θέλει να εντάξει την αυτοανάλυση στην δική του υπερρεαλιστική ποίηση. Το πρώτο σχέδιο των «Γραπτών» περιλαμβάνει τρία κείμενα αυτοανάλυσης που κατατάσσονται ξεχωριστά στα περιεχόμενα του 1944, τα πρώτα που διαθέτουμε, κάτω από τον τίτλο «αντικείμενα υποκειμένου» (ενώ τα υπόλοιπα πεζά κείμενα κατατάσσονται ως «υποκείμενα αντικειμένων»).[8] Τα τρία αυτά (αυτο)αναλυτικά κείμενα είναι: το «Αμούρ-Αμούρ», το «Τα Τεκταινόμενα» και το «Our Dominions Beyond the Seas ή Η βίωσις των στίχων».
Όπως υποδηλώνει το δεύτερο μέρος του τίτλου: «Η βίωσις των στίχων», το κείμενο αυτό αναλύει τον τρόπο με τον οποίον οι στίχοι των ποιημάτων βιώνονται από τον συγγραφέα τους. Η μέθοδος είναι έκδηλα εμπνευσμένη από την ψυχαναλυτική διαδικασία. Ενώ χρησιμοποιούνται οι ελεύθεροι συνειρμοί (η λεγόμενη «κυμαινόμενη προσοχή» του ψυχαναλυτή), παρεισφρέει πολύ συχνά ο συνειδητός ειρμός, η «διανόησις» (όπως την ονομάζει ο Εμπειρίκος αλλού, μιλώντας για τον Μπρετόν),[9] το κατεξοχήν μέσον της ανάλυσης. Η ανάλυση των ποιημάτων ακολουθεί τους κανόνες της φροϋδικής ανάλυσης των ονείρων. Πίσω από τα ζητήματα της επικαιρότητας (τα «υπολείμματα της ημέρας», όπως τα ονομάζει ο Φρόιντ) που απασχόλησαν το υποκείμενο όσο βρισκόταν σε εγρήγορση, ανιχνεύονται οι αναμνήσεις της παιδικής ηλικίας, οι φορτισμένες πρώιμες εμπειρίες που θεμελίωσαν την προσωπικότητα και πάνω στις οποίες τα «υπολείμματα της ημέρας» επικάθονται.


Η βίωσις της Ιστορίας

Ο τίτλος του σπονδυλωτού κειμένου παραπέμπει στα «British Dominions Beyond the Seas», τα υπερπόντια μέλη της Βρετανικής Κοινοπολιτείας: Καναδάς, Αυστραλία, Νέα Ζηλανδία και Νότιος Αφρική, που, σύμφωνα το Καταστατικό του Westminster του 1931, είναι όλα τους ανεξάρτητα και ισότιμα με την Βρετανία. Ο όρος Dominion προέρχεται από την αγγλική μετάφραση του στίχου 72.8 των Ψαλμών του Σολομώντα «He shall have dominion also from sea to sea, and from the river unto the ends of the earth» (KJV, «Και θέλει κατακυριεύει από θαλάσσης έως θαλάσσης και από του ποταμού έως των περάτων της γης», Ο΄). Χρησιμοποιήθηκε για πρώτη φορά για τον ενοποιημένο Καναδά το 1860, με την πρωτοβουλία του πρεσβυτεριανού πάστορα και γραμματέα του εφευρέτη Stanford Fleming, George Monro Grant. Καθιερώθηκε για τα υπόλοιπα μέλη της Κοινοπολιτείας στη νομοθετική σύνοδο του Saskatchewan του 1906.
Η χρήση του όρου από τον Εμπειρίκο στο «Our Dominions», που γράφεται την πρωτοχρονιά του 1942, έχει ως έναυσμα τα ιστορικά γεγονότα της εποχής. Παρότι δεν έχουν επικυρώσει όλα τους το καταστατικό του Westminster και η στάση που οφείλουν να τηρήσουν μετά την κήρυξη του πολέμου στη Γερμανία από τη Βρετανία επιδέχεται διαφόρων νομικών ερμηνειών, τα υπερπόντια Dominions κηρύττουν αυτοβούλως τον πόλεμο στους Γερμανούς και τις άλλες δυνάμεις του Άξονα και συμμετέχουν στην πολεμική προσπάθεια των Συμμάχων. Πολυάριθμοι είναι οι Νεοζηλανδοί και οι Αυστραλοί στρατιώτες στις τάξεις της W Force, του εκστρατευτικού σώματος που η Κοινοπολιτεία στέλνει στην Ελλάδα για να πολεμήσει εναντίον του Άξονα και οι οποίοι, μετά την κατάληψη των Αθηνών, πολεμούν στη Μάχη της Κρήτης. Έναν από αυτούς τους Νεοζηλανδούς στρατιώτες ξέρουμε ότι φιλοξένησε για λίγες μέρες, πριν αναχωρήσει για την Κρήτη, ο Ανδρέας Εμπειρίκος στην Αθήνα.[10] Τα υπερπόντια μέλη της Κοινοπολιτείας, τα Dominions Beyond the Seas, έχουν λοιπόν για τον Εμπειρίκο την φιλική όψη ευγενών συμμάχων που πολέμησαν μαζί με τους Άγγλους και τους Έλληνες εναντίον του Άξονα. Αυτό είναι το πρώτο, άμεσα βιωμένο, επίπεδο του όρου.
Ως σύμβολο, τα Dominions Beyond the Seas απηχούν τον αδάμαντα Κο-ι-νόρ των «Τεκταινομένων», ένα αποικιακό σύμβολο (το μεγαλύτερο διαμάντι του βρετανικού στέμματος) που μετατρέπεται σε ένα αντιαποικιακό σύμβολο: αφού δεν «πρέπει επ’ άπειρον να μείνει ο αδάμας ο Κο-ι-νόρ στα χέρια αυτών που τον κατέχουν», και αλλού: «Έτσι μια μέρα ο Κο-ι-νόρ δεν θα στολίζη πια το στέμμα ή τον θησαυρό του ενός ή του άλλου περιουσίου λαού, μα θα κοσμεί απίστροφα και αμετακλήτως το διάστικτον από χίλια-δυο πετράδια διάδημα της ενιαίας ανθρωπότητος».[11] Ο ψαλμός 72 είναι ένας ύμνος στην εξουσία, την παγκόσμια κυριαρχία του βασιλέα Σολομώντα πέραν των φυσικών ορίων, μέχρι τα πέρατα της γης. Όπως και στην περίπτωση του Κο-ι-νορ, η Βρετανική Αυτοκρατορία χρησιμοποιεί αυτό το σύμβολο. Με μία διαφορά : η χρήση δεν αφορά τις καθαυτό αποικίες, αλλά τις πρώην αποικίες που εξελίσσονται σε ισοδύναμα, ισότιμα μέλη και που, μαζί με τις ανεξάρτητες από καιρό Ηνωμένες Πολιτείες και την Σοβιετική Ένωση συμμετέχουν στην Χάρτα του Ατλαντικού, προοιωνίζοντας, μαζί, την «τόσο ποθητή και τόσο αναγκαία ανάπλασι του κόσμου τούτου» (όπως γράφει ο Εμπειρίκος στο «Our Dominions»). Η «ανάπλασι του κόσμου τούτου» (για την οποία μιλά και στα «Τεκταινόμενα») δεν είναι βέβαια απαραίτητο να έχει σαν αφετηρία τον «Καταστατικό Χάρτη του Ατλαντικού» αλλά μπορεί να ξεκινήσει από «οποιοδήποτε ανάλογο Χάρτη».[12] Η διαφορά με τα «Τεκταινόμενα» είναι ότι στο «Our Dominions» του 1942 απτό προοίμιο της εν λόγω «ανάπλασης» αποτελεί η συμμαχική πολεμική προσπάθεια και οι πρώτοι καρποί της. Είναι αυτά τα συγκεκριμένα ελπιδοφόρα γεγονότα που κάνουν στα μάτια του τη Χάρτα του Ατλαντικού ένα εφαλτήριο της παγκόσμιας κοινοπολιτείας που ποτέ δεν σταμάτησε να ονειρεύεται.
Ο Εμπειρίκος είναι ιδιαίτερα ενήμερος για τα παγκόσμια ιστορικά γεγονότα· τα μελετά προσεκτικά και τα βιώνει με ένταση. Τα κείμενα που γράφει στα χρόνια του πολέμου απηχούν τον ιδιαίτερο τρόπο με τον οποίον συμμετέχει στο ιστορικό γίγνεσθαι της εποχής του. Γραμμένα στα 1939, τα «Τεκταινόμενα», το δεύτερο κείμενο αυτό-ανάλυσης των «Γραπτών», ξεκινούν με την ναζιστική εισβολή στην Πολωνία, και στιγματίζουν τον υποκριτικό λόγο του Γκέριγκ «περί αποικιών και πρώτων υλών […] για να μη φανεί, να μη νοηθεί από κανένα, εντός και εκτός της Γερμανίας τι θέλει ο Χίτλερ και όλες οι ύαινες του ναζισμού».[13] Την ίδια στιγμή μιλάει και κατά της Τρίτης Διεθνούς και του μπολσεβικισμού, που υπέγραψαν το σύμφωνο μη-επίθεσης με τους ναζί (το λεγόμενο σύμφωνο Ρίμπεντροπ-Μολότοφ) κι έπειτα μοίρασαν μεταξύ τους την Πολωνία.
Έπειτα, την 28η Οκτωβρίου του 1940, όταν οι δυνάμεις του Άξονα επιτίθενται στην Ελλάδα, ο Εμπειρίκος γράφει εν θερμώ τους παρακάτω στίχους:[14]

Είμαι φιλήδονος και σοσιαλιστής
Κι έχω τη γνώμη πως έτσι πάντοτε θα μείνω
Μ’ αυτά που γίνηκαν και γίνονται στον κόσμο
Με κάνουνε να σηκωθώ και να φωνάξω:
Κάτω οι Εθνικοσοσιαλισταί
Κάτω οι Φασισταί
Κάτω οι βδελυροί υποκριταί της Μόσχας
Πράγματι νυν υπέρ πάντων ο αγών
Ζήτω η Ελλάς
Ζήτω η Αγγλία
Που πολεμάν γι’ αυτά που αγαπάμε
Ενάντια σε όσα μας είναι μισητά

Πράγματι, τη στιγμή αυτή, που, μετά την απρόσμενη ήττα της Γαλλίας, πριν η Γερμανία να επιτεθεί στη Σοβιετική Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες προσχωρήσουν «με τα ανεξάντλητα μέσα των» («Our Dominions») στους Συμμάχους, μόνο η Ελλάδα και η Αγγλία (μαζί με τα Dominions) πολεμούν τον Άξονα. Εξού το ποίημα συνεχίζει:

Η Ελευθερία δεν έγινε ποτέ
Με ψέματα ούτε με σκέτες θεωρίες
Μα με τις πράξεις και οσάκις ήτο ανάγκη με το αίμα

Εκείνη την εποχή, η Αγγλία, ως η μόνη μεγάλη δύναμη που αντιτίθεται στον Άξονα, αποκτά για τον Εμπειρίκο πολύ μεγάλη σημασία. Αυτό δεν σημαίνει ότι ως ιδεολόγος, ως «φιλήδονος σοσιαλιστής» που δηλώνει ότι είναι και που πιστεύει ότι πάντοτε θα παραμείνει, αποδέχεται την Βρετανική Αυτοκρατορία σαν πολιτικό μόρφωμα. Αυτό δηλώνει το «μα» του ποιήματος («Μ’ αυτά που γίνηκαν και γίνονται στον κόσμο»). «Η ελευθερία» όμως «δεν έγινε ποτέ […] με σκέτες θεωρίες/μα με τις πράξεις» και «με το αίμα»: με τον πόλεμο δηλαδή κατά του Άξονα και με την αποδοχή, και το θαυμασμό, μέσα στη συγκυρία, της Αγγλίας – καθώς και με τον πατριωτισμό, που ο «φιλήδονος σοσιαλιστής» δυνητικά θα υπερβεί μέσα σε μια παγκόσμια συμπολιτεία. Το 1942, όμως, που γράφεται το «Our Dominions» το συμμαχικό μέτωπο έχει οργανωθεί. Το μέτωπο αυτό, «η παράταξίς μας», όπως γράφει τώρα ο Εμπειρίκος, αποτελεί στα μάτια του τη μαγιά ενός μελλοντικού μετά-ιμπεριαλιστικού κόσμου. Τα υπερπόντια Dominions αποτελούν τους οιονεί πρωτοπόρους του κόσμου αυτού: τα πρόδρομα μέλη μιας παγκόσμιας κοινοπολιτείας εντός της οποίας η έννοια της κυριαρχίας (Dominion) αλλάζει μορφή.
Και εδώ όμως, όπως και στην περίπτωση του Κο-ι-νόρ, το σύμβολο δεν περιορίζεται στην κείμενη πολιτική σημασία του, αυτήν των ισοτίμων μελών μιας κοινοπολιτείας κυρίαρχων κρατών, την υπερβαίνει, όπως κι ο νέος κόσμος που ο Εμπειρίκος οραματίζεται χρειάζεται να την υπερβεί. Τα Dominions, οι «κτήσεις» για τις οποίες το σπονδυλωτό αυτό πεζό μιλά είναι οι κατακτήσεις της ποίησης και της ψυχανάλυσης. Εκτείνονται στις απέραντες ηπείρους του ανθρώπινου ψυχισμού, του ψυχισμού του ίδιου καταρχήν του ποιητή και των άλλων στη συνέχεια ανθρώπων, στο ποσοστό που η κατάδυση του στα βάθη της δικής του ψυχής μπορεί να του ανοίξει τον δρόμο στην κατανόηση της δικής τους. Μόνο μέσω αυτών των εσωτερικών υπερποντίων Dominions «η τόσο ποθητή και αναγκαία ανάπλαση του κόσμου τούτου» είναι δυνατόν να επιτευχθεί. Αυτό είναι το πιστεύω του υπερρεαλιστή ποιητή και ψυχαναλυτή Ανδρέα Εμπειρίκου. Με τη χεγκελιανή φιλοσοφική του αποσκευή, βιώνει την ιστορία ως το πεδίο της ολοκλήρωσης του ανθρώπου μέσω της πραγμάτωσης της ελευθερίας. Με αγωνία και ενθουσιασμό συγκεντρώνει ακούραστα πληροφορίες, παρακολουθεί όλες τις πτυχές του πολέμου, με την ελπίδα της απολύτρωσης, διατηρώντας όμως πάντοτε τη διαύγεια του προσεκτικού αναλυτή.

Το κείμενο αρχίζει με την ανάλυση των πρώτων δύο στίχων ενός αυτόματου ποιήματος γραμμένου την πρώτη Ιανουαρίου 1942:[15]

Εν όψει όλων των καιρών
Εν όψει όλων των εκτάσεων

Ο Εμπειρίκος συσχετίζει τους παραπάνω στίχους με τις πρώτες νίκες του Ερυθρού Στρατού, που μόλις έχει αναχαιτίσει τη ναζιστική προέλαση κάνοντας για πρώτη φορά την πλάστιγγα του πολέμου να γύρει υπέρ των συμμάχων (στις μάχες της Μόσχας και του Ροστόφ), καθώς και με τις πρόσκαιρες επιτυχίες των Άγγλων κατά του Rommel το Δεκέμβριο του 1941 (ο Ρόμελ θα πάρει στη συνέχεια και πάλι την πρωτοβουλία ταλαιπωρώντας για πολύ καιρό με τους ευφάνταστους ελιγμούς του τα συμμαχικά στρατεύματα στη Βόρειο Αφρική). Την αισιοδοξία που απηχούν αυτές οι νίκες ακολουθεί μια ανάλυση εξαιρετικά εναργής. Ο Εμπειρίκος προβλέπει ότι παρ’ όλες τις τεράστιες δυνάμεις των συμμάχων και τα ανεξάντλητα μέσα που θέτουν πια στη διάθεσή τους οι Ηνωμένες Πολιτείες, ο πόλεμος θα κρατήσει ακόμα δύο ή τρία χρόνια, εκτός αν ανατραπεί το εθνικοσοσιαλιστικό καθεστώς μέσα στη Γερμανία. Ο πόλεμος θα λήξει όταν οι σύμμαχοι εξοπλιστούν επαρκώς και από αμυνόμενοι γίνουν επιτιθέμενοι, όταν η επίθεση «θα διεξάγεται επάνω σε γερμανικά εδάφη», «όταν θα ακούονται αδιάκοπα οι πάταγοι των σπιτιών και των κτιρίων που θα καταρρέουν και θα σωριάζονται στον τόπο των ίδιων των Γερμανών, μέσα στα δικά τους χωριά και μέσα στις δικές τους πόλεις».[16]
Αυτά γράφονται την πρωτοχρονιά του 1942 και δεν μπορεί κανείς παρά να θαυμάσει εκ των υστέρων το ιστορικό αίσθημα του Εμπειρίκου και την διεισδυτικότητά του στα παγκόσμια ιστορικά γεγονότα. Όπως το είχε προβλέψει ο ποιητής, πάνω από 100 γερμανικές πόλεις ισοπεδώθηκαν σχεδόν ολοκληρωτικά λόγω της άρνησης του Χίτλερ να συνθηκολογήσει,[17] μέχρι την αυτοκτονία του τον Απρίλιο του '45, όταν πια οι Ρώσοι στρατιώτες μάχονταν στους δρόμους του Βερολίνου. Έτσι μόνο, όμως, συνεχίζει ο Εμπειρίκος, θα επιτευχθεί η αναγκαία, «γερά σφυρηλατημένη Νίκη», «μια νίκη ποιοτική και όχι μόνο ποσοτική», ούτε «σχεδόν θεωρητική, όπως το 1918», ώστε να μπορεί να σηκώσει μια ειρήνη, που «να μην πέσει πάλι σε χίλια συντρίμματα ύστερα από δέκα, είκοσι ή τριάντα χρόνια».[18]
Εδώ, η αυτοανάλυση, μέσω της ανάλυσης των στίχων, δεν είναι απλά μια αφορμή να μιλήσει ο ποιητής για τα γεγονότα. Είναι ανάγκη να τοποθετήσει το ποίημα μέσα στο ιστορικό γίγνεσθαι που παρεισφρέει στην παραγωγή του, όπως παρεισφρέει στα όνειρα. Μέσα από τη διαδικασία αυτήν το ποίημα συμπληρώνεται διαλεκτικά, καθώς αναβαπτίζεται στις διαφορετικές πηγές της, συνειδητής και ασυνείδητης, πραγματικότητας που το παρήγαγε ― η οποία παράλληλα επανερμηνεύεται υπερρεαλιστικά. Μην ξεχνάμε άλλωστε πως η υπερρεαλιστική ποίηση δεν έχει αμιγώς αισθητική πρόθεση, αίτημά της είναι η βαθύτερη κατανόηση του ανθρώπου και κατ’ επέκτασιν της ιστορίας. Περιλαμβάνοντας της ιστορική ερμηνεία στην αυτοανάλυση του ποιήματος που γράφει την πρώτη μέρα του Γενάρη του 1942, ο Ανδρέας Εμπειρίκος μας χαρίζει μερικές από τις πιο δυνατές και πιο εναργείς σελίδες που γράφτηκαν στα ελληνικά σχετικά με το Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο κατά τη διάρκεια του πολέμου.

«…δύναμις σφριγηλή του οραματισμού και του συνταυτισμού συγχρόνως»

Το «Our Dominions» είναι ο ομφαλός των «Γραπτών», ο αναλυτικός/θεωρητικός τους καμβάς. Οι αναλύσεις που περιέχει αγγίζουν όλα τα ζητήματα ποιητικής που θέτουν τα «Γραπτά», ειδικότερα αυτά που γράφονται κατά ή μετά τον πόλεμο. Μερικά από αυτά τα ζητήματα μοιάζουν μάλιστα να γεννιούνται μέσα στο «Our Dominions»: μέσα στις θεωρητικοποιήσεις που η ανάλυση των ποιημάτων υπαγορεύει.
Η ανάλυση του στίχου «Μέχρι των παλατιών της μεσημβρίας» οδηγεί τον Εμπειρίκο στον βασιλικό κήπο (τον σημερινό εθνικό κήπο) των Αθηνών και στις διάφορες φαντασιώσεις και ονειροπολήματα που ο κήπος αυτός (όπως και οι κήποι των μητρικών θείων του στην Κριμαία) «πλαισίωνε», σαν κινηματογραφικό ντεκόρ, με τις «χίλιες δυο χλοερές γωνίες του».[19] Οι πρώιμες αυτές φαντασιώσεις έχουν για τον Εμπειρίκο ιδιαίτερη σημασία, καθώς αποτελούν τη βάση για τις μεταγενέστερες, με τον ίδιο τρόπο που οι πρωταρχικές ερωτικές σκηνές, αποτελούν ένα είδος υπόβαθρου της ερωτικής ζωής.
Στα δύο αυτά στοιχεία, στον πρωταρχικό μηχανισμό των συνειρμών και στις πρωταρχικές ερωτικές σκηνές, εστιάζει εδώ η ανάλυση – όπως άλλωστε και στο «Αμούρ-Αμούρ». Αναπολεί λοιπόν πως, νεαρό αγόρι, μέσα στον κήπο παρατήρησε το αιδοίο ενός μικρού κοριτσιού που είχε σηκώσει τη φούστα του για να κατουρήσει και πως αυνανίστηκε στη συνέχεια επανειλημμένα· πως δεν τόλμησε όμως να πλησιάσει το κορίτσι, καθώς για μια αντίστοιχη πράξη (όταν τον συνέλαβαν να «ψαύει το αιδοίον μιας κορασίδος») είχε υποστεί άγριο ξυλοκόπημα πριν από τρία ή τέσσερα χρόνια στα κτήματα των θείων του στην Κριμαία.[20] Πρόκειται για μια «πρωταρχική σκηνή», με την ευρεία χρήση του όρου που κάνει ο Εμπειρίκος[21] και για την αναφορά σε μια άλλη, αλλά και στην δριμεία καταστολή που έδωσε τέλος στα πρώτα παιδικά ερωτικά του ανδραγαθήματα.
Παρόμοιες «πρωταρχικές σκηνές» περιγράφει στο «Αμούρ-Αμούρ», όταν αφηγείται τα ερωτικά παιγνίδια των νεαρών Τατάρων της Κριμαίας. Σε αυτά τα στοιχεία αυτοανάλυσης, με την ψυχαναλυτική έννοια, που επισύρει η ανάλυση των στίχων, προστίθεται, και μια ευρύτερη προσπάθεια προσέγγισης του παιδικού ψυχισμού, μέσω της οποίας το κείμενο περνά από το στενό βιογραφικό επίπεδο σε αυτό μιας θεωρίας του πρωταρχικού ποιητικού μηχανισμού :

«Καίτοι υπήρξαν όλοι κάποτε παιδιά, πόσον ολίγοι άνθρωποι εννοούν πώς λειτουργεί ο ψυχισμός των ανηλίκων. Τι εξάρσεις, τι μίση, τι έρωτες φλογεροί, τι πάθη, τι εκστάσεις, τι καημοί, τι μίση, τι τρικυμίες και τι ηδονές, πριν φύγει και πριν ακόμη εξελιχθεί το πρώτο-πρώτο χνούδι. Και κάτι ακόμη θα προσθέσω. Πόσον ολίγοι εννοούν, τι ποιηταί (δεν θα διστάξω μάλιστα να πω, τι ποιηταί μεγάλοι) που είναι συχνά οι άνθρωποι στα παιδικά τους χρόνια»!

Πιο συγκεκριμένα, θυμάται ο Εμπειρίκος, μέσα στους κήπους αυτούς «της μεσημβρίας» (τον «βασιλικό κήπο» της Αθήνας και τα κτήματα των συγγενών του στη Ρωσία), πιότερο «παρά οπουδήποτε αλλού – τόσο μέσ’ τα παιγνίδια όσο και μέσ’ τη φαντασία μου γινόμουν ο σύζυγος όλων των κοριτσιών που μου άρεζαν, γινόμουν εξερευνητής στα δάση και στους ποταμούς της Βραζιλίας, κυνηγός στην Αφρική, πολεμιστής ενάντια σε ερυθροδέρμους ή ερυθρόδερμος πολεμιστής, ληστής ασύλληπτος ή τίμιος καβαλάρης στις βορειοαμερικανικές πραιρίες».[22] Δεν είναι τυχαίο ότι σε αυτά τα θέματα της παιδικής του φαντασίας θα βαλθεί ο Εμπειρίκος να ξαναδώσει ζωή στη μεταπολεμική πεζογραφία του. Σε αυτήν την απόπειρα θα χρησιμοποιήσει τον τρόπο που εδώ διακρίνει ως κατεξοχήν τρόπο της παιδικής ονειροπόλησης: την ταύτιση.
Η ταύτιση, το πιο δυναμικό στοιχείο του παιχνιδιού, συνίσταται σε ένα γίγνεσθαι εντός της φαντασίωσης: εντός του πόθου και των συναισθημάτων. Γινόμουν, λέει, «ο σύζυγος όλων των κοριτσιών … », γινόμουν «εξερευνητής», «κυνηγός», «πολεμιστής», «ερυθρόδερμος», «ληστής», «τίμιος καβαλάρης» ... Η αρχή της απόλαυσης στην οποία η ονειροπόληση του παιδιού αντιστοιχεί, όπως ο Εμπειρίκος τη βίωνε παιδί, και την ανακαλεί στο «Our Dominions», περιλαμβάνει το γίγνεσθαι αυτό, την ταύτιση με τους ήρωες του παιδικού κόσμου, μια «δύναμις σφριγηλή του οραματισμού και του συνταυτισμού συγχρόνως» (όπως θα γράψει, τρία χρόνια αργότερα, το 1945, για τον Νίκο Εγγονόπουλο, εκφράζοντας τα δικά του πρότυπα, όπως κάθε ένας που εξυμνεί κάποιον άλλον).[23]

Από τη στιγμή που η ανάλυση των στίχων (και η ακόλουθη αυτοανάλυση που γίνεται στο «Our Dominions») φέρνουν στην επιφάνεια την ποιητική δύναμη της ταύτισης, του «συνταυτισμού», ο Εμπειρίκος τοποθετεί την δυναμική αυτή στο κέντρο των «Γραπτών». Ο συνταυτισμός, το γίγνεσθαι ένα άλλο πρόσωπο (μυθικό, ιστορικό ή απλά ένα πρόσωπο που βρίσκεται μπροστά σε ένα σημαντικό δίλημμα ή συνοψίζει το δίλημμα αυτό) γίνεται ο τρόπος, αποτελεί την κύρια τεχνοτροπία των «Γραπτών», ιδιαίτερα αυτών που γράφονται μετά το τέλος του πολέμου, το 1946, των Χαϊμαλιών του Έρωτα και του Ανατολικού. Στο σημείο αυτό είναι αναγκαία, μια αναφορά στα συμφραζόμενα της λογοτεχνικής αυτής απόπειρας: στην ψυχαναλυτική θεωρία της ταύτισης.
Ο Εμπειρίκος ήξερε σίγουρα[24] ότι η ταύτιση ορίζεται από τον Φρόιντ ως «η πιο αρχαϊκή μορφή του συναισθηματικού δεσμού με ένα αντικείμενο», ότι «μέσω οπισθοδρόμησης γίνεται το υποκατάστατο μιας λιβιδινικής σχέσης προς αντικείμενο, με την ενδοβολή, κατά κάποιον τρόπο, του αντικειμένου εντός του εγώ» και ότι μπορεί να προκύψει «κάθε φορά που γίνεται αντιληπτός ένας βαθμός κοινωνίας με ένα πρόσωπο που δεν είναι αντικείμενο ερωτικών ενορμήσεων».[25] Επίσης, και πάλι σε σχέση με την ταύτιση, ο Φρόιντ, γράφει πως «βρισκόμαστε μπροστά σε μια διαδικασία που η ψυχολογία καλεί ενσυναίσθηση (Einfühlung) και στην οποία οφείλουμε το μεγαλύτερο μέρος της κατανόησης κάθε παράξενου στοιχείου που υπάρχει στο δικό μας εγώ και στους άλλους».[26]
Στο σημείο αυτό του διάσημου κειμένου «Η ψυχολογία των μαζών και η ανάλυση του εγώ» ο Φρόιντ απεικονίζει συνοπτικά ένα γνωσιολογικό κατώφλι, μια μέθοδο κατανόησης του εαυτού και των άλλων βασισμένη στην πρωταρχική διαδικασία διαμόρφωσης του εγώ μέσω της σχέσης του με τους άλλους («την πιο αρχαϊκή μορφή του συναισθηματικού δεσμού»): την ταύτιση. Ενώνοντας με μια γραμμή, μέσω της ταύτισης, τα πρωτεϊκά βάθη του ψυχισμού με την συναισθηματική κατανόηση του άλλου, την ενσυναίσθηση, προσφέρει δυνητικά ένα μεγάλο φάσμα υποκειμενικών επιλογών στη θεραπεία. Στη διατύπωση αυτή του Φρόιντ ενέχονται, ως πιθανότητες, όλες οι απόπειρες να ενταχθεί η υποκειμενική κατανόηση εντός της ψυχαναλυτικής τεχνικής, όπως τις αντιλαμβάνεται φέρ’ ειπείν ο Heinz Kohut, κατά τον οποίον η «ενσυναισθητική κατάδυση» μέσα στον άλλον/αναλυόμενο εξαρτάται από την δυνατότητα ενδοσκόπησης του υποκειμένου/αναλυτή.[27] O ίδιος όμως ο Φρόιντ – όπως συνέβη συχνά με τις προεκτάσεις της μεταψυχολογίας του – έκανε ό,τι μπορούσε ώστε να σταματήσει την εκκόλαψη αυτών των δυνατοτήτων, επιμένοντας αυστηρά στην τήρηση μιας θεραπευτικής πρακτικής που να στηρίζεται σε «αντικειμενικά» ερμηνευτικά κριτήρια χωρίς να παρεισφρέει η υποκειμενικότητα του θεραπευτή. Οι μεγαλύτερες αποκλίσεις από την φροϋδική ορθοδοξία ως προς την ψυχαναλυτική τεχνική στην ιστορία της προπολεμικής ψυχανάλυσης απαντούν στο έργο και την πρακτική του alter ego του Φρόιντ που αποτέλεσε ο Ούγγρος ψυχαναλυτής Sándor Ferenzci, ο μόνος «αιρετικός» που, παρ’ όλες τις συγκρούσεις τους, ο Φρόιντ δεν αποκήρυξε.
Ο Φερέντσι προσπάθησε περισσότερο από τους υπόλοιπους ψυχαναλυτές της γενιάς του να καταστήσει τον αναλυτή έναν όσο γίνεται πιο ευαίσθητο δέκτη της ψυχής του αναλυομένου.[28] Στο περίφημο κείμενο του 1928 για την «Ελαστικότητα της θεραπείας» εισήγαγε την έννοια του «ψυχολογικού ‘τακτ’», της Einfühlung (ενσυναίσθησης), που συνιστά η δυνατότητα του αναλυτή να διεισδύσει στο πεδίο των ασυνείδητων συνειρμών του αναλυόμενου μέσω της γνώσης «που αποκτήθηκε από την εξέταση πολλών ανθρώπινων ψυχισμών, αλλά κυρίως από την εξέταση του δικού [του]».[29] Οι διαφορετικές, εκκεντρικές συχνά, απόπειρες ανανέωσης της πρακτικής που ο Φερέντσι επιχειρεί (και τον φέρνουν μάλιστα αντιμέτωπο με τον Φρόιντ) έχουν στόχο να καταστήσουν την τεχνική της ανάλυσης μια «ελαστική κορδέλα» που υποχωρεί με απεριόριστη επιείκεια στις τάσεις του ασθενούς ευνοώντας την κατανόησή του από τον θεραπευτή, μέσω της «καλοσύνης» του τελευταίου, «μιας ‘καλοσύνης’ που δεν αποτελεί παρά μια όψη της ψυχαναλυτικής κατανόησης».[30]
Σε αυτήν την «ελαστική κορδέλα » του Φερέντσι ενδέχεται μάλιστα να παραπέμπει το πεζό «Η Κορδέλα» των «Γραπτών», στο τέλος του οποίου: «Ένας άνθρωπος ερυθρός, σαν ιατροϊερεύς φυλής ερυθροδέρμων, καθισμένος στην αμμουδιά, ξαφνικά την σταμάτησε και με στοργή άπειρη, ικανή να κορέσει και την δίψα μιας χώρας σαν τη Γη του Πυρός» περιποιείται τα «φλογισμένα και αιμάσσοντα πόδια» του νεαρού κοριτσιού που αποτελεί το κεντρικό πρόσωπο του διηγήματος, παίρνοντας «την κορδέλα που κρατούσε στο χέρι της», κόβοντάς την «σε δύο ίσα μέρη» και δένοντας «το καθένα γύρω από τους αστραγάλους της όπως δένουν τους ιμάντας».[31]
Είναι πολύ πιθανόν ο «ερυθρός» αυτός άνθρωπος να είναι ο Φερέντσι, που υποστηρίζει, σε μια από τις τελευταίες διαλέξεις του (με τίτλο « Ανάλυση παιδιών με ενήλικες», του 1931) ότι οι ψυχαναλυτές πρέπει να περιβάλλουν τους αναλυόμενους με άπειρη μητρική στοργή.[32] Η «Κορδέλα» άλλωστε ενδέχεται να χρωστά περισσότερα στον Φερέντσι και ειδικότερα στο κείμενό του «Σύγχυση της γλώσσας ανάμεσα στους ενήλικες και το παιδί: Η γλώσσα της τρυφερότητας και του πάθους» (1932). Η ένταση που δημιουργείται στο πεζό αυτό του Εμπειρίκου μεταξύ του κοριτσιού και της μητέρας της γύρω από το γυναικείο κόσμημα που αποτελεί η λευκή κορδέλα αντιστοιχεί στην απόκλιση μεταξύ του τρυφερού ερωτισμού του κοριτσιού («την σφριγηλή ποιητικότητα»),[33] που δοκιμάζει την κορδέλα στο αδιαμόρφωτο σώμα της και της τραχιάς, και ζηλότυπης, αντίδρασης της ενήλικης μητέρας της, κατόχου της κορδέλας, που στολίζει με αυτήν το σχηματισμένο ερωτικό της σώμα. Εντός αυτής της απόκλισης, εντός της παρεξήγησης, φωλιάζουν οι ενοχές και ο κίνδυνος της σχάσης (split) του υποκειμένου (όταν η απόκλιση αποκτά τραυματική χροιά) που μετατρέπουν το παιδί (την κοπέλα του διηγήματος εν προκειμένω) σε ένα αυτόματο, σε άνθρωπο «απόντα από τον εαυτό του»:[34] την παιδίσκη που περιφέρεται αενάως «σαν ξύπνια ενώ είναι κοιμισμένη», στην ακρογιαλιά.[35]
Όπως γράφει ο Φερέντσι στο ιδιαίτερα ευαίσθητο κείμενο για τη σύγχυση γλωσσών, ήταν από καιρό γνωστό στους ψυχαναλυτές ότι η καθήλωση σε ένα προγενέστερο στάδιο της λίμπιντο, δεν οφείλεται μόνο στην σεξουαλική κακοποίηση του παιδιού αλλά και στις άγριες τιμωρίες. Στη δεύτερη περίπτωση, οι παιχνιδιάρικες παραβάσεις του παιδιού (που προσποιείται το μεγάλο παίζοντας με τον ερωτισμό, παραμένοντας όμως εντός των ορίων της γλώσσας της τρυφερότητας) τιμωρούνται σκληρά από τον ενήλικα που μιλά τη γλώσσα του πάθους. Το αποτέλεσμα είναι η καταστροφή του παιχνιδιού και η παλινδρόμηση του παιδιού σε ένα παρελθόν όπου μπορούσε ακόμα να χαρεί.[36] Κάτι ανάλογο συνέβη στην μικρή πρωταγωνίστρια του πεζού «Η κορδέλα», που είχε κλέψει την κορδέλα της μητέρας της και την δοκίμαζε επάνω στο σώμα της παριστάνοντας έτσι την ώριμη και ποθητή γυναίκα:

«Η μανία αυτή διήρκεσε περίπου μια εβδομάδα. Τέλος, ετέθη τέρμα σε αυτή την σφριγηλή ποιητικότητα, από ένα βίαιο συναίσθημα μίσους που κατέλαβε την μητέρα της όταν ανεκάλυψε την κλοπή. Χωρίς να συγκινηθεί καθόλου από τις χαριτωμένες προσπάθειες της κόρης της, την απέπεμψε, αφού την έδειρε πρώτα κραυγάζουσα κατά τρόπον σκληρό και με τη φωνή της τόσο υψωμένη, που όλα τα μέλη της οικογένειας φοβήθηκαν μήπως διαρραγεί».[37]


Η σκληρή τιμωρία, η σύγκρουση της γλώσσας της τρυφερότητας («σφριγηλή ποιητικότητα», «χαριτωμένες προσπάθειες») με τη γλώσσα του πάθους («ένα βίαιο συναίσθημα μίσους»), προκάλεσαν τον διαχωρισμό του υποκειμένου (split): το αγιάτρευτο τραύμα της μικρής κοπέλας και της μεταγενέστερης νέας γυναίκας, (που «κανείς δεν μπόρεσε ποτέ να την ξυπνήσει»).[38]
Ο Εμπειρίκος, που γνώριζε τα κείμενα του Φερέντσι, αναφέρεται σε αυτόν ως έναν από τους διαμορφωτές της ψυχαναλυτικής πρακτικής, σε σχετική διάλεξη του – πράγμα αρκετά τολμηρό, όταν ξέρουμε τις αντιδράσεις του Φρόιντ στους πειραματισμούς του Φερέντσι.[39] Γνωρίζουμε ότι η πρακτική του Εμπειρίκου ήταν εντελώς «ορθόδοξη». Γεγονός διόλου παράξενο εφόσον, υπό την αιγίδα, και τις προτροπές της Μαρίας Βοναπάρτη, προσπαθούσε να γίνει πλήρες μέλος της Société Psychanalytique de Paris (SPP), ώστε να θεμελιώσει την φροϊδική ψυχανάλυση στην Ελλάδα.[40] Αυτό όμως δεν τον εμπόδιζε να πρεσβεύει (ή και να εφαρμόζει) μια αντίληψη της ψυχαναλυτικής ακρόασης και κατανόησης που, κατά το παράδειγμα του Φερέντσι, να δίνει μεγαλύτερη έμφαση στην υποκειμενική συμμετοχή του αναλυτή.
Τέτοιες ενδείξεις έχουμε, όχι από ψυχαναλυτικά γραπτά του Εμπειρίκου (κάτι τέτοιο δεν θα τον βοηθούσε να ενταχθεί στην, άκρως συντηρητική εκείνη εποχή, SPP)[41] αλλά από τη λογοτεχνία του. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το παρακάτω χωρίο από τον Μεγάλο Ανατολικό, όταν ο Σκώτος συγγραφέας Γεώργιος Μακ Γκρέγκορ, που προσπαθεί να λύσει το μυστήριο του εγκλήματος που συνέβη πάνω στο μυστηριώδες ιστιοφόρο Αλμπέρτα, αντιλαμβάνεται ότι «η απλή λογική ήτο ανεπαρκής δια να βοηθήσει εις την διά της διανοίας έρευναν. Διά να εξηγήσει τα περαιτέρω ο Σκώτος συγγραφεύς ησθάνθη ότι έπρεπε να διανοηθεί ψυχολογικάς αντιδράσεις, που υπό ομαλάς συνθήκας, ουδεμίαν σχέσιν έχουν με το προϊόν των συνήθων συναισθηματικών συγκρούσεων ή εναρμονίσεων, ότι θα χρειάζετο να φαντασθεί παρορμήσεις που εκπορεύονται από τα βαθύτερα στρώματα του ψυχισμού του ανθρώπου εκεί που (ο Γεώργιος Μακ Γκρέγκορ ερρίγησε εκ νέου σκεπτόμενος ότι υπό ορισμένας συνθήκας ίσως και αυτός να παρουσίαζε παρομοίας ώσεις) ο καθείς δύναται να υπερβεί όλα τα πλαίσια πάσης διδασκαλίας, πάσης ηθικής, πάσης εννόμου τάξεως, παντός κανονικού ρυθμού και να υπακούσει εις τα κραταιάς εκείνας τυφλάς της φύσεως δυνάμεις που αποτελούν την κινητήριον δύναμιν της ακυβερνήτου ενεργείας.»[42]
Οιονεί ψυχαναλυτής, ο Γεώργιος Μακ Γκρέγκορ λύνει τελικά το μυστήριο βυθιζόμενος στον δικό του ψυχισμό, επιτελώντας ένα είδος «οπισθοδρόμησης» στα βάθη αυτά του ψυχισμού όπου, μέσω της ταύτισης, η κατανόηση διευρύνεται. Εξερχόμενος από την ειδική αυτή κατάσταση, «φρίττων» με ό,τι φαντάστηκε ώστε ν’ ανακαλύψει το σαδιστικό αιμομικτικό έγκλημα, «ήτο» παράλληλα «ευτυχής που δι’ αυτόν ο έρως ήτο τελείως αντίθετος με τον θάνατον. Ήτο ευτυχής που ο ιδικός του ίμερος δεν ήτο νεκρός. Ήτο ευτυχής που ηγάπα την άνευ θανάτων ηδονήν, που ηγάπα ταις γυναίκες που ηγάπα την ζωήν».[43] Δηλώνει έτσι ο Μακ Γκρέγκορ (και ουσιαστικά ο Εμπειρίκος) ότι η ταύτιση ακόμα και με τον εγκληματία, αν και αναγκαία για την βαθύτερη ψυχολογική κατανόηση του εγκλήματος, δεν κινδυνεύει να βλάψει έναν υγιή ψυχισμό.
Μέσω του πρωταρχικού χαρακτήρα της η ταύτιση («η πιο αρχαϊκή μορφή του συναισθηματικού δεσμού») είναι δυνατόν, ξεκινώντας από τον οικείο δεσμό της ανθρώπινης εγγύτητας (των στοιχείων που οι άνθρωποι κοινωνούν), να οδηγήσει στα βαθύτερα επίπεδα της ανθρώπινης ψυχής: εκεί όπου, μέσω των ταυτίσεων πλάθεται η προσωπικότητα και τα ψυχολογικά συμπλέγματα. Αυτή είναι η οδός που φαίνεται ότι ακολουθεί ο Εμπειρίκος, τουλάχιστον στην λογοτεχνία του, καθιστώντας την ταύτιση/ενσυναίσθηση ένα εργαλείο κατανόησης των άλλων ανθρώπων, των άλλων ψυχισμών.

Οι «ωραίες και αδικημένες λέξεις»

Ξεκινώντας αυτή τη φορά από τον στίχο «Από τους κύκλους του Ζωδιακού», που γίνονται, μέσα στη ροή της συγγραφής, ένας προσωρινός τίτλος του βιβλίου που γράφει, ο Εμπειρίκος οδηγείται συνειρμικά, μέσω των βιβλίων Τροπικός του Καρκίνου και Τροπικός του Αιγόκερω στον Henry Miller. Ο Εμπειρίκος βρίσκει έτσι την ευκαιρία να μιλήσει για την ελευθεροστομία του Μίλερ, που χρησιμοποιεί στα έργα του «τις ωραίες και αδικημένες λέξεις» γαμώ, ψωλή, μουνί, βυζί, κώλος, ψωλόχυμα, μαλακία.[44] Είναι ακριβώς η εποχή που ο Εμπειρίκος εισάγει στο έργο του τις λέξεις που ―πέραν των επιστημονικών όρων, που λίγοι γνωρίζουν― οι άνθρωποι χρησιμοποιούν στην περιγραφή των ερωτικών οργάνων, των εκκρίσεων και της ερωτικής πράξης: τις απόκρυφες ή, καλύτερα απωθημένες αυτές λέξεις, που όλοι ξέρουν, αλλά δεν εκφέρουν δημόσια.
Για να καταλάβουμε αυτό το εγχείρημα είναι σημαντικό, ν’ αναφερθούμε, πριν ακόμα και από την κριτική που κάνει στον Μίλερ ο Εμπειρίκος, σε ένα κείμενο του Φερέντσι, που υπήρξε, αν όχι η μοναδική, σίγουρα μία από τις βασικότερες αφετηρίες αυτής της κριτικής. Πρόκειται για ένα κείμενο που έχει γράψει ο Φερέντσι στα 1911, με τίτλο «Πρόστυχες λέξεις. Συμβολή στην ψυχολογία της λανθάνουσας περιόδου» (μεταφράστηκε και εκδόθηκε στα αγγλικά από τον ψυχαναλυόμενο και μαθητή του Φερέντσι Ernest Jones το 1916, η έκδοση αυτή βρίσκεται στην βιβλιοθήκη του Εμπειρίκου.[45]) Αφετηρία της συλλογιστικής του Φερέντσι αποτελεί εδώ η σημασία που είναι δυνατόν να έχει η χρήση μιας «πρόστυχης λέξης» κατά τη θεραπεία, λόγω της πολύ μεγαλύτερης δύναμης που έχει να ανακαλεί το αναπαριστάμενο αντικείμενο (ή τη λειτουργία) σε σχέση με τον αντίστοιχο επιστημονικό όρο (που ο Φρόιντ συνιστά να χρησιμοποιούν οι ψυχαναλυτές).
Η ώθηση που δίνει η χρήση μιας τέτοιας λέξης μπορεί μάλιστα να βοηθήσει στην επανεκκίνηση μιας βαλτωμένης θεραπείας. Με αυτό το δεδομένο, και διαπιστώνοντας την τεράστια δυσκολία που είχε αρχικά να προφέρει ο ίδιος αυτές τις λέξεις, ο Φερέντσι προσπαθεί να εμβαθύνει στο ζήτημα μέσω της αυτοανάλυσης και της εξέτασης των ασθενών του. Συμπεραίνει ότι η «ειδική δύναμη, που έχει η πρόστυχη λέξη συνίσταται στο ότι υποχρεώνει κατά κάποιον τρόπο τον ακροατή να φανταστεί αυτό που ονομάζεται, το όργανο ή την σεξουαλική λειτουργία, μέσα στην υλική τους πραγματικότητα […] Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι οι λέξεις αυτές μπορούν να προκαλέσουν στον ακροατή την παραισθητική επιστροφή μνημονικών εικόνων, μέσω οπισθοδρόμησης (regression). […] Τα αίτια αυτού του φαινομένου πρέπει να αναζητηθούν στον ίδιο τον ακροατή, υποθέτοντας πως έχει στο βάθος της μνήμης του ένα ορισμένο αριθμό φραστικών ακουστικών ή γραφικών αναπαραστάσεων, με ερωτικό περιεχόμενο, που διακρίνονται από τις άλλες από μια έντονη τάση προς την οπισθοδρόμηση. Όταν μια χυδαία λέξη διακρίνεται οπτικά ή ακουστικά, η ιδιότητα αυτή των μνημονικών ιχνών τίθεται σε κίνηση. […] Αν μάλιστα παραδεχθούμε τη θέση του Φρόιντ […] σύμφωνα με την οποία κατά την οντογενετική εξέλιξη ο ψυχικός μηχανισμός περνά από την κατάσταση του κέντρου κινητικών-παραισθησιακών αντιδράσεων σε αυτή του οργάνου της σκέψης, οφείλουμε να συμπεράνουμε ότι οι χυδαίες λέξεις έχουν τα χαρακτηριστικά που, σε ένα παλαιότερο στάδιο της ψυχικής ανάπτυξης, είχαν όλες οι λέξεις.»[46]
Με άλλα λόγια, τα στοιχεία αυτά του λεξιλογίου μας παραμένουν αρχαϊκά γιατί, εφόσον κατά την είσοδο του παιδιού στην λανθάνουσα περίοδο, υφίστανται (μερική μεν, σημαντική δε) απώθηση, δεν εξελίσσονται όπως τα άλλα στοιχεία της γλώσσας, διατηρώντας τα έντονα κινητικά-παραισθησιακά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τα πρώτα στάδια της οντογενετικής ανάπτυξης που οι περισσότερες άλλες λέξεις έχουν απωλέσει. Εξ ού η σχεδόν παραισθησιογόνος ιδιότητά τους και η δύναμίς τους να κινητοποιούν. Οι λέξεις αυτές διατηρούν μια υλικότητα («τα παιδιά χειρίζονται τις λέξεις σαν αντικείμενα» λέει ο Φρόιντ) μια «παραισθησιακή πραγματικότητα» που οι άλλες λέξεις (μέσα στη διαδικασία του πολιτισμού) έχουν χάσει.
Μπαίνοντας τέλος στην εφηβεία, όταν ο έρωτας γίνεται πιεστικός και σπάει σιγά σιγά τις απωθήσεις, το νεαρό άτομο έχει και πάλι να διαχειριστεί τις «απαγορευμένες λέξεις», μόνο που αυτές, δεμένες πια πολύ συχνά με το οιδιπόδειο, έχουν αποκτήσει μια αντίστροφη, νοσηρή σημασία. Συνδυασμένες, γενικότερα, με την λανθάνουσα περίοδο, στην αρχή της οποίας, ενώ τα παιδιά τις ανακαλύπτουν και τείνουν να τις χρησιμοποιούν, αναγκάζονται να τις απωθούν, επανέρχονται στην εφηβεία περιβεβλημένες με αισθήματα ντροπής και, αντίστροφα, θράσους και προκλητικότητας.

Εξοπλισμένοι με αυτήν την, γνωστή στον Εμπειρίκο και αποδεκτή πιστεύω από αυτόν θεωρία, είναι εύκολο να καταλάβουμε την ψυχαναλυτική προσέγγιση του έργου του Χένρι Μίλερ και της ελευθεροστομίας του. Ο Εμπειρίκος δεν θέλει να αδικήσει τον Μίλερ, τον οποίο αποκαλεί έναν από τους γνήσιους πνευματικούς υιούς του Walt Whitman· και το εννοεί πραγματικά καθώς είκοσι περίπου χρόνια μετά θα τον κατατάξει μεταξύ των Μπεάτων της Οκτάνας.[47] Εν σχέσει, όμως, με την ελευθεροστομία του (που την υποστηρίζει «με διαφορετικόν όμως προσανατολισμόν») διαπιστώνει ότι στη «χρήσι των λέξεων», ο Μίλερ, μοιάζει «να ολοκληρώνει με ηδονή μιαν οργιαστική κατάστασι αγχώδη, συνυφασμένη με φόβο και συναισθήματα ενοχής, κάτω από μιαν επιφάνεια δήθεν περιφρονήσεως και νταϊλικιού, που δεν του επιτρέπουν να δεχθεί πραγματικά μήτε να εκφράσει τον έρωτα και το ρήμα γαμώ σαν κάτι φυσικό κ’ ευχάριστο μα σαν κάτι το τρομερό και απαγορευμένο, που συνεπάγεται αναποδράστως φοβερές κυρώσεις.»[48]
Τα συναισθήματα ενοχής και το «νταϊλίκι» (το θράσος στο οποίο αναφέρεται ο Φερέντσι) είναι όμως οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος: τα στοιχεία του συμπλέγματος η δημιουργία του οποίου συνόδεψε την απαγόρευση των λέξεων που ο Αμερικανός συγγραφέας χρησιμοποιεί, «πιστεύων, ίσως καλή τη πίστει, ότι ενεργεί τοιουτοτρόπως από ελευθερίαν, ενώ ουσιαστικά προδίδει ανελευθερίαν εις το κεφάλαιον του έρωτος και της ηδονής, ανελευθερίαν και πάμπολλους αβάσταχτους καημούς.»[49] Τους καημούς αυτούς, γράφει ο ψυχαναλυτής Εμπειρίκος, ο Μίλερ «παρ’ όλη του την πραγματική ειλικρίνεια» δεν μπορεί «να τους ομολογήσει», αλλά μόνο «να τους προδώσει» (να αφήσει να γίνουν κατανοητοί από τους άλλους), διότι η αιτία τους είναι ασυνείδητη και, μάλιστα του προκαλεί άγχος. Κι έτσι, δίχως να το θέλει, όταν «φωνάζει ΓΑΜΩ», προφέρει αυτόν τον «νικητήριο παιάνα» ωσάν «εμπαθή και κατασπιλωτικήν βλαστήμια».[50]
Σαν «ένα πονεμένο παιδί που θέλει να κάνει τον πεπειραμένο μεγάλο» (σαν έφηβος που δεν έχει λυτρωθεί από τις απαγορεύσεις της λανθάνουσας περιόδου) ο Μίλερ χρησιμοποιεί τις «φυσικές λέξεις πέος-ψωλή, μουνί-αιδοίον […]» όπως «θα τάλεγε ένας βωμολόχος ή υβριστής, σαν κάποιος που κατά βάθος θεωρεί τον έρωτα και τα ερωτικά όργανα των ανθρώπων βρωμερά, τρομαχτικά και άσεμνα πράγματα των οποίων η χρήσις και η λειτουργία συνεπάγεται καταστροφικάς συνεπείας, και όχι όπως θα τα έλεγε ένας ελεύθερος λιβιδινικά άνθρωπος, οσάκις θάθελε να κάμει τον έρωτα ή να τον δοξάσει, ή απλώς να περιγράψει αυτά που εννοούμε λέγοντας ή σκεπτόμενοι τις φυσικές λέξεις γαμώ, ψωλή, βυζί, μουνί …».
Ένα ολόκληρο πρόγραμμα υπάρχει μέσα σε αυτές τις φράσεις. Η κριτική εκφράζει όπως είπαμε τις σκέψεις (συχνά και τις προθέσεις) του κριτή, που ταυτίζεται αναπόφευκτα με τον κρινόμενο.[51] Όταν ο Χένρι Μίλερ ήρθε στην Αθήνα στον Μεσοπόλεμο δεν συνάντησε τον Εμπειρίκο. Δεν ξέρω τους λόγους και δεν μπορώ εδώ να τους διερευνήσω. O Μίλερ πέρασε πολύ κοντά, συνάντησε φίλους και γνωστούς του Εμπειρίκου και είναι σίγουρο πως αν ο Έλληνας υπερρεαλιστής ποιητής το ήξερε, θα ήθελε οπωσδήποτε να τον γνωρίσει και θα είχε πολλά να του πει. Η μη πραγματοποιηθείσα συνάντηση πραγματοποιείται, κατά κάποιον τρόπο, στο πεδίο της «διανόησης», μέσα στο «Our Dominions». Η νοερή αυτή συνάντηση δίνει την ευκαιρία να διατυπωθεί στο κείμενο αυτό η θεωρία της ερωτικής κυριολεξίας που ο Εμπειρίκος έχει ήδη αρχίσει να εφαρμόζει, «δειλά», στο πεζό οι «Ορίζοντες» και θα εφαρμόσει στα επόμενα πεζά του, την «Ανατολή» και, κυρίως, τον Μεγάλο Ανατολικό. Πριν από αυτά τα κείμενα, υπερβαίνοντας καταρχάς τις αναστολές σε προσωπικό επίπεδο ο Εμπειρίκος θα περιγράψει στo αυτοαναλυτικό «Our Dominions», χωρίς αναστολές, δικές του ερωτικές εμπειρίες. Η υπέρβαση των αναστολών σε προσωπικό επίπεδο (όπως είδαμε στην θεωρία της ταύτισης) είναι άλλωστε η προϋπόθεση για να μπορέσει να φανταστεί πως μια τέτοια υπέρβαση μπορεί να συμβεί σε άλλα άτομα.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: