Η συλλογική μετάφραση έγινε την Άνοιξη του 2026 στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Παντελής Κουτσιανάς, Χριστίνα Μπατσίλα, Κωνσταντίνος Παπακωνσταντίνου, Χρύσα Παπανικολάου.
Η δύναμη της λέξης
1 Λέγομαι Σουσάνα Σίλβια Σισιλιάνι. Είμαι καθηγήτρια Γλώσσας και Λογοτεχνίας στο κολέγιο των Εκπαιδευτηρίων «Το Εξαίρετο Μαόνι» (μεικτό, κοσμικό και δίγλωσσο και με τσουχτερά μηνιαία δίδακτρα) στη συνοικία Μπελγκράνο Ρ, στην πόλη του Μπουένος Άιρες.
Η Γιασμίν Μαγαλί Κορμπάτα, μια από τις μαθήτριες μου της πέμπτης τάξης, πήρε μέρος σε κάποιο τηλεπαιχνίδι γνώσεων στην κατηγορία Ισπανοαμερικανική Λογοτεχνία. Το κορίτσι παρόλο που ήταν αρκετά ασχημούτσικο και χαμηλού αναστήματος και με ανατριχιαστικό ονοματεπώνυμο, σαν προπατορικό αμάρτημα με το οποίο την τιμώρησαν οι γονείς της, ήταν πάντα μια άριστη μαθήτρια και γι’ αυτό τον λόγο έχαιρε της μεγαλύτερης εκτίμησής μου.
Προέκυψε η ακόλουθη διένεξη.
Μπροστά στην τηλεοπτική κριτική επιτροπή η Γιασμίν Μαγαλί έπρεπε να αναφέρει τρία οποιαδήποτε έργα που δημοσίευσε ο Εκουαδοριανός συγγραφέας Χουάν Μοντάλβο. Καλά προετοιμασμένη καθώς ήταν (κατά κύριο λόγο χάρη στην παιδαγωγική μου αποτελεσματικότητα) είπε χωρίς δισταγμό: Catilinarias, Geometría moral και Siete tratados. Σύμφωνα με όσα μου διηγήθηκε, τα τρία μέλη της κριτικής επιτροπής (κάτι τιποτένιοι, συγγραφείς μπεστ-σέλερ) συμβουλεύτηκαν ο ένας τον άλλον με το βλέμμα, ξεφύλλισαν κάποια χαρτιά, μίλησαν χαμηλόφωνα, και τελικά, ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής έκρινε την απάντηση λανθασμένη, καθώς σύμφωνα με τα στοιχεία τους, ο Μοντάλβο δεν είχε δημοσιεύσει ποτέ κανένα έργο με τον τίτλο Geometría moral.
Ως εκ τούτου η Γιασμίν Μαγαλί αποκλείστηκε από το τηλεπαιχνίδι και δεν κατάφερε να περάσει στον επόμενο γύρο.
Όμως μια τέτοια αδικία δεν επρόκειτο να μείνει ατιμώρητη.
Δασκαλεμένη από εμένα, μερικές μέρες αργότερα η Γιασμίν Μαγαλί, συνοδευόμενη από τον δόκτορα Τομάς Τολεδάνο (που, εκτός από δικηγόρος, είναι και σύζυγός μου εδώ και μία αιωνιότητα), παρουσιάστηκε στο τηλεοπτικό κανάλι με καταγγελτική διάθεση κι έναν φάκελο Α4. Στην πρώτη έφερε τη δίκαιη αγανάκτησή της, στον δεύτερο δύο φωτοτυπίες, πιο συγκεκριμένα:
1) Τη σελίδα 162 του Historia de la literatura americana y argentina, των Φερμίν Εστρέγια Γκουτιέρες και Εμίλιο Σουάρες Καλιμάνο, 2) τη σελίδα 211 του Escritores de Hispanoamérica, του Ροδόλφο Μ. Ραγκούτσι. Και στις δύο αναφερόταν ότι, όντως, ο Χουάν Μοντάλβο είχε γράψει ένα έργο με τον τίτλο Geometría moral.
Οι τρεις ανίδεοι συγγραφείς μπεστ-σέλερ συσκέφτηκαν μεταξύ τους και, καθώς δεν ήξεραν και πολύ καλά τι στον κόρακα να κάνουν, διαβίβασαν τον βραχνά στη διοίκηση του καναλιού, η οποία υποσχέθηκε «να εξετάσει το ζήτημα και να πράξει αναλόγως». Σύμφωνα με μια ποδοσφαιρική μεταφορά που χρησιμοποίησε ο σύζυγός μου, αυτό που έκαναν οι συγκεκριμένοι ιθύνοντες ήταν «να πετάξουν την μπάλα στην κερκίδα», δηλαδή, προσπάθησαν να απεμπλακούν από το πρόβλημα χωρίς να αναζητήσουν λύση.
Υπό την πίεση των περιστάσεων (δηλαδή, πέντε απειλητικές επιστολές-ντοκουμέντα που συνέταξε ο Τομάς, ο προαναφερθείς δικηγόρος σύζυγός μου), ο γενικός διευθυντής του καναλιού αυτοπροσώπως συναντήθηκε μαζί του και με τη Γιασμίν Μαγαλί. Υποστήριξε, εν είδει κακεντρεχούς σοφιστείας, ότι η ερώτηση αναφερόταν σε έργα δημοσιευμένα από τον Μοντάλβο και, δεδομένου ότι η Geometría moral δεν είχε δημοσιευτεί από τον συγγραφέα, παρά κυκλοφόρησε το 1902, δηλαδή όταν ο συγγραφέας είχε ήδη αποδημήσει εις Κύριον το 1889, η απάντηση της διαγωνιζομένης δεν μπορούσε να θεωρηθεί σωστή.
Όπως μου τα διηγήθηκε ο Τομάς, εκείνος ευθύς αμέσως «έκοψε τον βήχα» του θρασύτατου στελέχους, που στόχευε να τον παγιδέψει με λεκτικά παιχνίδια, και τον απείλησε ότι θα κινηθεί νομικά ipso facto κατά του προγράμματος, κατά του τηλεοπτικού σταθμού και κατά της εταιρείας multimedia, ιδιοκτήτριας του καναλιού. Παρεμπιπτόντως, άφησε να εννοηθεί ότι ο φοβερός και τρομερός Τίρσο Τολεδάνο, επικεφαλής του Συνδικάτου Οδηγών Εκσκαφέων και Σκαπτικών Μηχανημάτων, ήταν ο μεγάλος του αδελφός.
Τότε, το διευθυντικό στέλεχος κώλωσε –πάντοτε σύμφωνα με την εκδοχή του Τομάς– και, για να μη δώσει στη διαμάχη μεγαλύτερες διαστάσεις, πρότεινε μια μέση λύση, που θα λειτουργούσε κιόλας ως «πολιτιστική» διαφήμιση: η Γιασμίν Μαγαλί θα έπρεπε να καταφέρει να πάρει μια γραπτή γνωμοδότηση κάποιου Αργεντινού ακαδημαϊκού, στην οποία εκείνος θα πιστοποιούσε ότι, κατά την κρίση του, δεν υπήρχαν και δεν θα μπορούσαν να υπάρχουν διαφορές μεταξύ ενός εν ζωή δημοσιευμένου έργου του συγγραφέα και ενός έργου δημοσιευμένου μετά τον θάνατό του. Με αυτό το απλό προαπαιτούμενο, η Γιασμίν Μαγαλί θα συμμετείχε ξανά στον διαγωνισμό και θα περνούσε αυτόματα στον επόμενο γύρο από τον οποίο είχε προηγουμένως αποκλειστεί.
2 Ως εξαίρετη καθηγήτρια που είμαι, ανέλαβα την ευθύνη να πάρω το απαλλακτικό έγγραφο μιας και, αφού δεν έγινα μητέρα, θεωρώ πως όλοι οι μαθητές μου αποτελούν κατά κάποιον τρόπο τα παιδιά που δεν απέκτησα (πλην ορισμένων που, επειδή ήταν ανυπόφοροι, θα με είχαν μετατρέψει σε παιδοκτόνο).
Στο γραφείο καθηγητών εξέθεσα την περίπτωση και έλαβα εκ μέρους όλων σχεδόν των συναδέλφων (στους οποίους ευρεία πλειονότητα αποτελούν οι αφελείς) διάφορα ανούσια σχόλια που δεν χρησίμευσαν σε τίποτα.
Καθηγήτρια μαθημάτων εξαιρετικών ακατανόητων όπως τα μαθηματικά και η φυσική, η Γκαμπριέλα Ιρένε Λαγούνα είναι μια καλή μου
φίλη (παρά τα κάποια ελαττώματά της που δεν είναι σκόπιμο να εκτεθούν εδώ).
«Δεν υπάρχει πρόβλημα, Σου», αναφώνησε. «Στα δύο τετράγωνα από το σπίτι μου μένει ο ακαδημαϊκός Μπενίτο Μπενβεστίτι. Είναι ένας ασθενικός γέροντας, μισοξεμωραμένος που κάνει τα ψώνια του στο μανάβικο και στον φούρνο. Είναι συμπαθητικός, χαμογελάει πάντα και χαιρετάει όλο τον κόσμο, ποτέ όμως εμένα η αλήθεια να λέγεται. Φαντάζομαι πως δεν θα του είναι πρόβλημα να συντάξει και να υπογράψει το ζητηθέν. Εγώ μένω στην οδό Πιτσέουτα και ο γεροξεκούτης στην Μπάρκο Σεντενέρα».
Εγώ, παρά την ενδελεχή και ευρεία κατάρτιση μου στα Γράμματα, δεν είχα ακούσει ποτέ μου ούτε καν το όνομα του Μπενβεστίτι, αλλά το θεώρησα καλό οιωνό που είχαμε βρει τόσο γρήγορα ένα πρόσωπο κατάλληλο για να θέσουμε σε εφαρμογή το σχέδιό μας.
Πράγματι, την επόμενη εβδομάδα, η Γκάμπι μου ανακοίνωσε στο τηλέφωνο πως είχε ήδη κανονίσει μια συνάντηση με τον «διάσημο ακαδημαϊκό» (έτσι τον αποκάλεσε με υπερβολή). Μας περίμενε το Σάββατο στις 18 του μήνα, στις 11 το πρωί στο διαμέρισμά του στον έκτο όροφο της οδού Μπάρκο Σεντενέρα, στη συνοικία Πάρκε Τσακαμπούκο.
Έλαβα το νέο μ’ ένα μείγμα χαράς και κακής διάθεσης· η πρώτη, επειδή όλα έβαιναν καλώς ως προς τον στόχο μας· η δεύτερη, επειδή, δεδομένου ότι μένω στη συνοικία Ολίβος –στη σικάτη οδό Καταμάρκα, για να είμαι πιο ακριβής–, δεν μου κάνει κόπο να οδηγήσω μέχρι το κολέγιό μας στην οδό Εστόμπα, στο Μπελγκράνο Ρ, αλλά απεχθάνομαι να πρέπει να μετακινηθώ σε μέρη ενός άλλου γαλαξία, όπως η Πομπέγια, το Σολδάτι, το Λουγάνο ή, εν προκειμένω, το Πάρκε Τσακαμπούκο.
Παρ’ όλα αυτά, και αφού συμβουλεύτηκα έναν χάρτη του Μπουένος Άιρες και με προσανατόλισε γεωγραφικά ο σύζυγός μου, –ο οποίος, παρότι άχρηστος σε πολλά πράγματα, γνωρίζει εντούτοις καλά τους δρόμους–, έπιασα το τιμόνι του αυτοκινήτου μου –έχουμε δύο, αμφότερα πολυτελή, ένα λευκό κι ένα μαύρο, ίδια μάρκα και ίδιο μοντέλο– και, επικουρούμενη από το GPS, κατευθύνθηκα στα μέρη της οδού Πιτσέουτα. Έφτασα λίγο νωρίτερα, στις παρά δέκα. Στο πεζοδρόμιο με περίμενε η Γκαμπριέλα.
Είπε:
«Θες ν’ ανέβεις για ένα καφεδάκι;»
Μια εντελώς ανώφελη και καθόλου πρακτική πρόσκληση. Γιατί να χάνουμε χρόνο για καφέ, αφού στις έντεκα, δύο τετράγωνα από εκεί, μας περίμενε ο ακαδημαϊκός;
Ως απάντηση, χτύπησα το ρολόι μου τρεις φορές με τον δείκτη του χεριού μου και βάλαμε πλώρη για την οδό Μπάρκο Σεντενέρα.
Η Γκαμπριέλα κι εγώ, χωρίς να το έχουμε συμφωνήσει, είχαμε καλλωπιστεί, έτσι ώστε να αποπνέουμε έναν αέρα γοητευτικό, αλλά, ταυτόχρονα, βαθύ και διανοουμενίστικο. Εγώ το έκανα με τη συνήθη αυτοσυγκράτηση και ποιότητά μου.
Στα όρια της υπερβολής, η Γκαμπριέλα, που δεν την είχα δει ποτέ με γυαλιά, φορούσε τώρα ένα ζευγάρι με εντυπωσιακό μαύρο σκελετό, που της προσέδιδε έναν αδιαμφισβήτητο αέρα αριστερής κοινωνιολόγου, τονισμένο από τα άβαφα χείλη, τα ελαφρώς φριζαρισμένα μαλλιά και ένα ύφος μετρημένο, με βαθιά πολιτική ανησυχία. Ωστόσο, ο συνδυασμός μακριάς φούστας Chanel με αυστηρό σακάκι γεμάτο τσέπες και φερμουάρ την έκανε να μοιάζει με ένα είδος έγκλειστης μοναχής που φιλοδοξούσε να μπει στο σώμα των εθελοντών πυροσβεστών. Εντέλει, η καημένη η Γκάμπι, με όλα τα ντεσού της, είναι καλό άτομο, αλλά με μεγάλη τάση προς το γελοίο.
Συνηθισμένη στην έπαυλή μου, σκανδιναβικού design, στην Ολίβος, με σόκαρε δυσάρεστα το κτίριο της οδού Μπάρκο Σεντενέρα, άσχημο και γκρίζο, κλασικής μικρομεσαίας τάξης. Οι συντεταγμένες στο θυροτηλέφωνο μας ενημέρωσαν ότι το κτίριο αποτελούνταν από οκτώ ορόφους. Μιας που η Γκαμπριέλα ήταν από τη γειτονιά, το πρέπον θα ήταν να χτυπήσει εκείνη το κουδούνι του διαμερίσματος 6Α.
Δεν χρησιμοποίησε τον δείκτη αλλά τον αντίχειρα. Μετά από μια αιωνιότητα τουλάχιστον τριών λεπτών, ακούσαμε μια σβησμένη φωνή:
«Ποιος είναι;»
Για να μου δείξει πόσο κουλ ήταν, η Γκάμπι, πάντα θεατρινίστικη, χαμογέλασε, σαν να ήταν επί σκηνής, και με τραγουδιστή φωνή σοπράνο είπε κάνοντας τη νεαρά:
«Οι καθηγήτριες που ήρθαμε να σας συμβουλευτούμε για το ζήτημα του Χουάν Μοντάλβο».
Ακούστηκε να ανοίγει η πόρτα, τη σπρώξαμε και μπήκαμε σε μια είσοδο με μυρωδιά σούπας μινεστρόνε. Πήραμε το ασανσέρ –σ’ έναν τοίχο κάποιος είχε γράψει ΟΠΟΙΟΣ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΕΙ ΑΥΤΟ ΕΙΝΑΙ ΜΑΛΑΚΑΣ– και φτάσαμε στον έκτο.
Ο ακαδημαϊκός, ντυμένος μ’ ένα είδος φθαρμένου κιμονό, σε χρώμα αρουραίου των υπονόμων, μας περίμενε, καπνίζοντας, στο κατώφλι της πόρτας του διαμερίσματος. Ήταν ένας άντρας χαμηλού αναστήματος, γκριζομάλλης, αχτένιστος και με απεριποίητο και αντιαισθητικό μούσι. Μια απαίσια δυσωδία τσιγάρου έφτανε μέχρι το πλατύσκαλο.
Μας έτεινε ένα χέρι ασπρουλιάρικο και κρύο σαν φιλέτο μπακαλιάρου και μ’ ένα νεύμα μάς υπέδειξε να καθίσουμε σε μια πολυθρόνα αρκούντως ξεχαρβαλωμένη, σκονισμένη και με άφθονους λεκέδες.
Ο γέρος κάπνιζε ενδεχομένως το ενδέκατο τσιγάρο του πρωινού. Σ’ ένα χοντροκομμένο γυάλινο σταχτοδοχείο υπήρχαν, τουλάχιστον, δέκα γόπες με καφέ φιλτράκια. Πλάι του, μια κορνιζαρισμένη φωτογραφία: ο συγγραφέας κατά την παλαιολιθική του εποχή, δίπλα σε μια γυναίκα, πιθανόν την αποβιώσασα σύζυγό του, με τσιμπλιάρικα μάτια και πρόσωπο καμήλας δρομάδας.
Τόσο η Γκαμπριέλα όσο κι εγώ, ήμαστε «μετανοημένες μαγδαληνές»: υπήρξαμε μανιώδεις καπνίστριες στα νιάτα μας, όμως, τώρα, αφού εγκαταλείψαμε την έξη για πάντα, δεν μπορούσαμε να αντέξουμε καπνό τσιγάρου ούτε στα είκοσι μέτρα. Πόσω μάλλον σ’ εκείνο το μικρό διαμέρισμα, αναμφίβολα αρκετά βρόμικο μην πω και τρισάθλιο, όπου ήμαστε σαν να πλέαμε στην ομίχλη.
Η Γκαμπριέλα άρχισε να βήχει, αν και κάπως μαζεμένα, ώστε να μη σκεφτεί ο γέρος ότι την ενοχλεί ο καπνός από τα τσιγάρα.
«Λοιπόν, δεσποινίδες ή κυρίες, πείτε μου τι σας φέρνει ως εδώ. Σας ακούω».
Και μας έριξε ένα αυστηρό βλέμμα.
Δεδομένου ότι εγώ ήμουν η διδάσκουσα Λογοτεχνίας, ένιωσα υποχρεωμένη να εξηγήσω:
«Εμείς, λοιπόν, είμαστε καθηγήτριες στο κολέγιο “Το Εξαίρετο Μαόνι”…»
«Ναι, το ξέρω. Μου το είπε το κακορίζικο άτομο που, την ώρα της σιέστας, με σήκωσε από το κρεβάτι για να απαντήσω στο τηλέφωνο».
«Εγώ ήμουν αυτό το άτομο, με συγχωρείτε», παραδέχτηκε η Γκαμπριέλα.
«Ονομάτισα μόνο το αμάρτημα. Δεν με ενδιαφέρει ποιος είναι ο αμαρτωλός ή η αμαρτωλή. Συνεχίστε την ιστορία, δεν έχω όλο το πρωινό για χάσιμο με ανόητες λεπτομέρειες!»
«Λοιπόν, όπως σας έλεγα, –ξανάρχισα, αν και λίγο τρομαγμένη–, στο κολέγιο “Το Εξαίρετο Μαόνι”, εγώ είμαι καθηγήτρια Γλώσσας και Λογοτεχνίας και η Γκαμπριέλα Μαθηματικών…»
Ο ακαδημαϊκός κούνησε το δεξί του χέρι:
«Σβέλτα, σβέλτα, σβέλτα! Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι αυτοβιογραφίες, πόσω μάλλον τα επαγγελματικά βιογραφικά, που συνήθως βρίθουν ψεμάτων και αναληθών πληροφοριών».
Ξεροκατάπια:
«Το θέμα είναι ότι μία από τις μαθήτριές μου συμμετείχε στο γνωστό τηλεπαιχνίδι Ας δούμε ποιος ξέρει περισσότερα, που προβάλλει το τηλεοπτικό κανάλι 73bis Μεταδοτική Χαρά».
«Δεν ξέρω γιατί αποκαλείτε “γνωστό” το τηλεπαιχνίδι», είπε ο ακαδημαϊκός. «Εγώ δεν το έχω ακούσει ποτέ μου. Και σιγά μην κάτσω να ασχοληθώ με αυτές τις ανοησίες που τόσο πολύ αρέσουν στις άθλιες και αδαείς μάζες».
Υπήρξε μια στιγμή σιωπής. Κατέβαλα υπεράνθρωπη προσπάθεια και συνέχισα:
«Εκεί, λοιπόν, τη ρώτησαν για τρία έργα του Χουάν Μοντάλβο και, δεδομένου ότι υπήρξε ένα είδος διάστασης απόψεων μεταξύ της απάντησης της μαθήτριάς μου και των κριτηρίων της επιτροπής, εκείνοι συνέστησαν, κάτι σαν ένα είδος γραπτής διαμεσολάβησης, την προσκόμιση ενός επικυρωτικού εγγράφου που θα επιβεβαίωνε την εγκυρότητα, εάν όχι εκατό τοις εκατό, τουλάχιστον κατά προσέγγιση, της εν λόγω απάντησης, η οποία ερχόταν σε αντίθεση με τα συλλεχθέντα εκ των μελών της κριτικής επιτροπής στοιχεία από αμφίβολες ενδεχομένως πηγές, αλλά…»
Ο γέρος σηκώθηκε όρθιος και, για μερικά δευτερόλεπτα, έκλεισε με αμφότερα τα χέρια τα αυτιά του:
«Πώς περιμένετε να καταλάβω αυτές τις παρανοϊκές ασυναρτησίες, αυτόν τον λαβύρινθο από μαθήτριες, κριτικές επιτροπές και έγγραφα; Μιας και λέτε ότι είστε καθηγήτρια Λογοτεχνίας, το λιγότερο που μπορεί να περιμένει κανείς από εσάς είναι να ξέρετε να εκφράζεστε με την ελάχιστη σαφήνεια».
Η φωτιά απ’ το αναψοκοκκίνισμα μου κατέτρωγε τα μάγουλα και ένας καταρράκτης ιδρώτα κύλησε στις μασχάλες μου. Αντιθέτως, μια νεκρική χλομάδα είχε κυριεύσει το πρόσωπο της Γκαμπριέλα.
«Συνοψίζοντας» –κολοσσιαία προσπάθεια να ξαναπιάσω το νήμα του λόγου μου– «αυτό που χρειαζόμαστε εμείς, αν έχετε την ευγενή καλοσύνη, είναι να μας συντάξετε ένα έγγραφο που να βεβαιώνει ότι ο Χουάν Μοντάλβο…»
«Φτάνει!», αναφώνησε. «Αυτό συνιστά μια άθλια κοροϊδία απέναντι στο πρόσωπό μου και θα σας πω το γιατί. Κατά πρώτον, το μόνο που προσπάθησα να διαβάσω από Μοντάλβο ήταν ένα αφόρητα πληκτικό βιβλίο, όπου επινοούσε ούτε κι εγώ ξέρω τι παράλογες νέες περιπέτειες του δον Κιχότε και μου φάνηκε τόσο κακό που εγκατέλειψα την ανάγνωσή του στη δέκατη σελίδα. Όπως καταλαβαίνετε, δεν μπορώ να σας πω τίποτα σχετικά με αυτόν τον ανυπόφορο συγγραφέα».
«Με συγχωρείτε», επενέβη η Γκαμπριέλα, «δεν ήταν πρόθεσή μας να σας ενοχλήσουμε. Είμαστε, απλώς, διδάσκουσες που…»
«Κατά δεύτερον, δεν πιστεύω ότι εσείς είστε καθηγήτριες σε τίποτα απολύτως. Είστε δύο απατεώνισσες, πιθανόν με διεθνές ένταλμα σύλληψης. Και εάν εσείς, με την άγνοια που δείχνετε και με τη γελοία όψη που επιδεικνύουν τα πρόσωπα και η αμφίεσή σας, είστε πραγματικά καθηγήτριες, λυπάμαι τους μαθητές σας που δεν θα μπορέσουν ποτέ να μάθουν τίποτα από τις διδασκαλίες σας!»
«Καλώς, σε αυτήν την περίπτωση…»
«Σε αυτήν την περίπτωση, τίποτα! Το καλύτερο που μπορείτε να κάνετε είναι να αποχωρήσετε από το σπίτι μου και να μη γυρίσετε ποτέ ξανά με αυτές τις ασυναρτησίες και τα αποκυήματα φαντασίας και τις ανοησίες διαγωνισμών, μοντάλβων και εξαιρετικών μαονίων».
Συγχυσμένες, φοβισμένες, αγανακτισμένες, η Γκαμπριέλα κι εγώ, βάζοντας τις τσάντες κάτω από τη μασχάλη σαν μπάλες του ράγκμπι λες και τρέχαμε προς τη γραμμή τέρματος, εγκαταλείψαμε, σε στυλ μεγάλης φυγής, το κτίριο της οδού Μπάρκο Σεντενέρα.
Περπατήσαμε μισό τετράγωνο. Η Γκαμπριέλα είχε ξαναβρεί το χρώμα της και είχε τα χέρια της σφιγμένα γροθιές και τα νύχια μπηγμένα στις παλάμες.
«Πάμε λίγο πίσω» είπε. «Ξέχασα κάτι».
Δεν μου είπε τι, κατάλαβα όμως τι είχε στο μυαλό της. Από εμπειρία, ξέρω ότι η Γκάμπι μπορεί να γίνει ζόρικη.
Ο αντίχειράς της πίεσε για αρκετή ώρα το κουδούνι του 6A. Μετά από μια νέα αιωνιότητα τουλάχιστον τριών λεπτών, ακούσαμε ξανά την ίδια σβησμένη φωνή:
«Ποιος είναι;»
Για να μου δείξει πόσο ψύχραιμη ήταν, η Γκαμπριέλα χαμογέλασε, και πάλι σαν να βρισκόταν πάνω στη σκηνή, και με μελωδική φωνή, βαρύτονη τώρα, είπε:
«Ο κύριος Μπενβεστίτι;»
«Ο ίδιος. Τι θα θέλατε;»
«Τι θα ήθελα; Θα ήθελα να πας να γαμηθείς, γεροξεκούτη, ραμολί, ξεμωραμένε, ετοιμοθάνατε μπάσταρδε!»
Δεν ξέρουμε αν ο περί ου ο λόγος έθεσε σε εφαρμογή την προτροπή, καθώς, αντί να απαντήσει, έκλεισε το ακουστικό του θυροτηλεφώνου.
Από εκεί πήγαμε στο διαμέρισμα της Γκάμπι, το οποίο, παρεμπιπτόντως, ήταν επιπλωμένο με αποτρόπαιο γούστο και με πλήθος φρικιαστικών διακοσμητικών στους τοίχους και στα ράφια. Εν ολίγοις, ένα κοσμολογικό μπουρδέλο. Αλλά, το ομολογώ, η Γκαμπριέλα, παρά τα ελαττώματά της, είναι μια από τις καλύτερες φίλες μου.
«Ο Έκτορ και τα παιδιά πήγαν να δουν ένα τουρνουά 5Χ5» με ενημέρωσε μόλις μπήκαμε.
«Α, τι κρίμα. Θα ήθελα πολύ να τους πω πάλι ένα γεια» απάντησα, ενώ σκεφτόμουν: «Καλύτερα που δεν είναι εδώ. Ο άντρας της είναι
καραβαρετός, και τα παιδιά, δύο βλαμμένα που σου σπάνε τ’ αρχίδια».
Η ταπείνωση στην οποία μας είχε υποβάλει ο απεχθής Μπενβεστίτι επέφερε μια διουρητική παρενέργεια: πιεζόμενη από το κατούρημα που απαιτούσε άμεση απελευθέρωση, η Γκάμπι έτρεξε στο μπάνιο κι εγώ την ακολούθησα λίγα λεπτά αργότερα. Σε εκείνο το απομονωτήριο διαπίστωσα ότι το χαρτί υγείας ήταν χειρίστης ποιότητας και μου αρκούσε μια ματιά για να καταλάβω ότι οι τέσσερις οδοντόβουρτσες είχαν ήδη εξαντλήσει τη διάρκεια ζωής τους.
Ως μέσο για να ανακάμψουμε από την πρόσφατη μάχη με τον γέροντα, ήπιαμε καφέ με βουτήματα (ελαφρώς παπαριασμένα, σίγουρα επειδή δεν είχαν φυλαχτεί με τον κατάλληλο τρόπο) στην κουζίνα (γαλάζια πλακάκια, μερικά ραγισμένα).
Στη συνέχεια, με σταυρωτά φιλιά, αποχαιρέτησα την Γκάμπι, έως τη Δευτέρα που θα ξαναβλεπόμασταν στο σχολείο.
3Τη Δευτέρα στις 20 του μήνα, το πρωί, εξήγησα στη Γιασμίν ότι ο ακαδημαϊκός Μπενβεστίτι, ένας αξιολάτρευτος τζέντλεμαν, μας συμπεριφέρθηκε με εξαίσια αβρότητα και σεβασμό, αλλά μας ζήτησε ευγενικά να τον συγχωρήσουμε επειδή δεν θα μπορέσει να συντάξει το έγγραφο που αιτηθήκαμε: αυτήν εδώ την εβδομάδα πρέπει να υποβληθεί σε μια λεπτή χειρουργική επέμβαση την οποία προτίμησε να μην προσδιορίσει.
Η Γιασμίν δεν φάνηκε και πολύ συφοριασμένη:
«Καλώς», είπε, «αλλά δεν είναι ο μοναδικός ακαδημαϊκός που υπάρχει. Θα μπορούσαμε να αναζητήσουμε άλλον…»
«Φυσικά και μπορούμε», της απάντησα. «Σε κάθε περίπτωση, όμως, ανάλαβε εσύ το ζήτημα. Εγώ τώρα είμαι πολύ φορτωμένη και δεν έχω χρόνο για επισκέψεις σε ακαδημαϊκούς».
4Εκείνη την ίδια Δευτέρα, το απόγευμα, ήμουν στο σπίτι πίνοντας μάτε και ξεφυλλίζοντας αφηρημένα την εφημερίδα La Nación. Έπεσα πάνω σ’ αυτή την είδηση:
Μπενίτο Μπενβεστίτι, μια στιβαρή προσωπικότητα του πολιτισμού
Βαθύ αίσθημα θλίψης προκάλεσε στους ακαδημαϊκούς και πνευματικούς κύκλους ο αιφνίδιος χαμός του δόκτορος Μπενίτο Μπενβεστίτι, λατινιστή και ελληνιστή, με βαθιά κλασική παιδεία, το περασμένο Σάββατο, λόγω καρδιακής ανακοπής, στη θρυλική κατοικία του στο Πάρκε Τσακαμπούκο, όπου συναθροίζονταν πολλάκις επιφανείς καλλιτέχνες και συγγραφείς για να ακούσουν τα λόγια του δασκάλου.
Σε ηλικία 82 ετών διατηρούσε πλήρως τις φυσικές και νοητικές του ικανότητες και τίποτα δεν προοιώνιζε τέτοια ατυχή κατάληξη. Γέννημα θρέμμα του Μπουένος Άιρες, ήρθε στον κόσμο το 1938 στους κόλπους μιας οικογένειας ποιητών, ζωγράφων και μουσικών.
Το έργο του, εκτενές και πλούσιο, ξεκίνησε το 1965 με το βιβλίο δοκιμίων Influencias de la poesía latina en la lírica hispanoamericana. Έκτοτε, δημοσίευσε πάνω από 40 έργα, από τα οποία το σημαντικότερο και πιο χαρακτηριστικό είναι το κλασικό Itinerario de Juan Montalvo: poeta, prosista y ensayista de dimensión universal, το πιο πλήρες και εμπεριστατωμένο δοκίμιο σχετικά με το έργο του πολυγραφότατου συγγραφέα από το Εκουαδόρ, χάρη στο οποίο ανακηρύχθηκε επίτιμο μέλος της Μονταλβιανής Εταιρείας Λογοτεχνίας, με έδρα το Κίτο.
Ακολουθούσε η απαρίθμηση των τιμητικών διακρίσεων και των βραβείων που έλαβε ο συγγραφέας και τελείωνε με αυτή την πληροφορία:
Η σορός του θα τεθεί σε προσκύνημα στην έδρα της Εταιρείας Αργεντινών Συγγραφέων και θα ενταφιαστεί αύριο στις 10:00 στο Κοιμητήριο του Φλόρες.
Απευθείας σήκωσα το τηλέφωνο και πήρα την Γκαμπριέλα. Με το που είπε «Γεια», την πήρα μονότερμα:
«Γκάμπι, άνοιξε καλά τ’ αυτιά σου, θα σου διαβάσω κάτι ενδιαφέρον».
Και, απνευστί, της διάβασα όλη την αναγγελία θανάτου της La Nación.
«Καλά», απάντησε. «Θα πρέπει να πιστέψουμε στη δύναμη της λέξης. Φαίνεται ότι ο γερο-έκφυλος με άκουσε και πήγε εκεί που τον
έστειλα».
«Έτσι φαίνεται, έτσι ακριβώς».
«Και τι να κάν’ς; Ας αναπαυθεί εν ειρήνη».