Γιουχάν Τικόπια, Αθήνα
Η Γουχάν είναι πόλη. Πολυπληθής μεν, αλλά άγνωστος στους περισσότερους που κατοικούν εκτός του αρχαιότατου βασιλείου στο οποίο ανήκει.
Εσχάτως όμως το όνομά της αναφέρεται διαρκώς στα δελτία των ειδήσεων. Τα νέα είναι άκρως ανησυχητικά. Καινοφανής ιός, δυνητικά θανατηφόρος, με αρχικά συμπτώματα βήχα ξηρό και πυρετό, διασπείρεται στην περιοχή. Ξεκίνησε, ως φαίνεται, από τη λαϊκή αγορά της πόλεως, όπου ζώα άγρια διατίθενται προς σφαγή και βρώση επιτοπίως. Το φαινόμενο είναι γνωστό στους επιδημιολόγους ως ζωονοσολογική εξάπλωση. Η πρώτη λέξη ηχεί στριφνή, ανοίκεια στους περισσότερους, αλλά η δεύτερη, η εξάπλωση, ηχεί, σε εμένα τουλάχιστον, θανασίμως απειλητική για όλους εμάς που κατοικούμε σε αυτό το κατ’ ευφημισμόν μεν αλλά δικαίως αποκαλούμενο πλανητικό χωριό.
Διότι, ως γνωστόν, σε ένα χωριό τα νέα και οι παθογόνοι οργανισμοί διαδίδονται αστραπιαία.
Η Αθήνα είναι πόλη. Αρχαιότατη. Το πάλαι ποτέ ευκλεής. Προσφάτως ενδεής. Ενδεής σημαίνει ότι στερείται τα αναγκαία μέσα και αγαθά. Κυρίως στον τομέα της δημόσιας υγείας. Γεγονός πιθανότατα καταστροφικό σε περίπτωση πανδημίας.
Προς το παρόν ο κίνδυνος υποτιμάται. Περισσότερη συζήτηση γίνεται, ως συνήθως, όχι για τον ίδιο τον κίνδυνο, αλλά για το όνομά του. Εάν δηλαδή θα πρέπει να ονομάζεται κοροναϊός ή κορονοϊός. Όταν το δάσος φαντάζει σκοτεινό και απειλητικό, το βλέμμα των ανθρώπων δραπετεύει σε ένα πεσμένο φύλλο και ασχολείται με το αν θα έπρεπε να χαρακτηρισθεί κιτρινοπράσινο ή πρασινοκίτρινο.
Κλείνω τη σελίδα που φιλοξενεί τη σχετική διχογνωμία και αποπειρώμαι να ξεχαστώ διαβάζοντας κάτι διαφορετικό. Εισάγω στο πρόγραμμα περιήγησης τις λέξεις-κλειδιά (Εγγονόπουλος, Ελμπασάν) και αφήνω το βλέμμα μου να ξεπλυθεί στη στέρνα των υδάτων και των χρωμάτων του ποιητή. «Εγώ, κάποτες, μία μέρα οδυνηρής μοναξιάς, μία μέρα όπου είχα ζήσει μακριά από τα πουλιά, πήδηξα, σα βράδιασε, τις φωτιές που είχαν ανάψει σε μια οποιαδήποτε λαϊκή γειτονιά των Αθηνών, με το βαθύ πόθο της Αλβανίας μες στην καρδιά μου. Πήδηξα μια, πήδηξα δυο. Τίποτες. Την τρίτη φορά βρέθηκα απότομα στο Ελμπασάν».
Πόσο όμορφη, αλλά και πόσο λάθος πλέον, η επιλογή του Ελμπασάν ως ποιητικού προορισμού. Βέβαια, σαν να το είχε προβλέψει αυτό ο ποιητής, στην αρχή της διήγησής του μας λέει: «Μόνο τότε, σα βραδιάσει, ο νοσταλγός των μακρινών τόπων μπορεί, πηδώντας τις φωτιές, να βρεθεί σ’ όποια πόλη έχει ποτέ του επιθυμήσει». Σε όποια πόλη. Σε όποιον τόπο. Η ποίηση, η πραγματική ποίηση, ποτέ δεν ανεχόταν περιορισμούς.
Η Τικόπια είναι νήσος. Νήσος απομακρυσμένη. Ευρίσκεται στο νοτιοδυτικό άκρο του παμμεγίστου Ειρηνικού Ωκεανού. Είναι το νοτιότερο τμήμα του συμπλέγματος των Νήσων του Σολομώντος. Θα μπορούσε λοιπόν, στο δικό μου μυαλό τουλάχιστον, να αποτελέσει λύση, έστω και σολομώντειο.
Η Τικόπια είναι μικρή, πολύ μικρή, ως προς την έκταση. Μόλις πέντε τετραγωνικά χιλιόμετρα, που επαρκούν μόνον για έναν πολύ μικρό πληθυσμό ανθρώπων. Οι κάτοικοί της ασκούν ένα εντατικό σύστημα γεωργίας, παρόμοιο με την κηπουρική των δασών. Οι γεωργικές πρακτικές τους συνδέονται έντονα και συνειδητά με την πυκνότητα του πληθυσμού.
Για παράδειγμα, περίπου το 1600 μ.Χ., οι κάτοικοι συμφώνησαν να σφάξουν όλους τους χοίρους στο νησί και να αντικαταστήσουν την τροφή αυτή με αλιευτικά προϊόντα, επειδή οι χοίροι έτρωγαν πάρα πολύ φαγητό που θα μπορούσε να καταναλωθεί από τους ανθρώπους.
Οι αυστηροί κοινωνικοί έλεγχοι στην αναπαραγωγή (διάρκειας τριών χιλιάδων χρόνων) απέτρεψαν την ανεξέλεγκτη αύξηση του πληθυσμού: διακοπή της συνουσίας πριν από την εκσπερμάτιση, αμβλώσεις, κοινωνική αποδοχή ερωτικών σχέσεων εκτός γάμου, εκούσια ή ακούσια απομάκρυνση του πλεονάζοντος πληθυσμού, από κοινού συμφωνημένες βρεφοκτονίες.
Σε αντίθεση με άλλα μέρη της επαρχίας Τεμότου, που αλλάζουν γρήγορα κατά το δυτικό πρότυπο, η Τικόπια έχει μεταβληθεί ελάχιστα από την αρχαιότητα.
Η Τικόπια δεν είναι παράδεισος. Αλλά είναι λύση. Εφαρμοσμένη.
Θα πρέπει όμως να βιαστώ. Η εξάπλωση του ιού έχει ξεκινήσει. Είναι ζήτημα χρόνου να κλείσουν τα αεροδρόμια. Και το ταξίδι ως εκεί είναι δύσκολο. Ακόμη και με τα σύγχρονα μέσα. Πρέπει να ελέγξω τι πτήσεις υπάρχουν, όσο πραγματοποιούνται ακόμη. Να φτάσω τουλάχιστον αεροπορικώς μέχρι τη Νέα Γουινέα. Από εκεί θα βρω τρόπο να φτάσω στην Τικόπια.
Και βρήκα τρόπο. Και έφτασα στην Τικόπια. Την μεγαλοπρεπή. Διότι, όπως είπε ένας ποιητής, το μέγιστο και το ελάχιστο είναι ίσα.
Καθώς το μικρό ιστιοφόρο, η σκούνα, πλησίαζε τις ακτές του νησιού, τα αισθήματά μου ήταν μεικτά. Όπως η γλώσσα που σας γράφω. Αδημονία για το όμορφο, αλλά και φόβος για το άγνωστο. Οι φόβοι μου όμως εξανεμίστηκαν – σαν πουλιά που εκτινάσσονται από τα φυλλώματα δένδρων αιωνόβιων μετά από αιφνίδιο ήχο πυροβολισμού σε πυκνό τροπικό δάσος – όταν πλησίασε η πρώτη πιρόγα των ιθαγενών κατοίκων, πλήρης μαστών και καρπών καρύδας.
Στην αμμώδη ακτή σμάρι ημίγυμνων παιδιών και νεανίδων με υποδέχθηκαν με μάτια και χέρια περίεργα για τα ανόητα και αχρείαστα ρούχα που φορούσα. Για τις παράξενες σκέψεις και ιδέες που έφερνα μαζί μου – τις έβλεπαν ολοκάθαρα, σαν στίγματα, σαν τατουάζ μιας φυλακής από την οποία είχα παρ’ ελπίδα δραπετεύσει, ισοβίτης αρχικά, μελλοθάνατος εν συνεχεία.
Μετά από λίγο έδειξαν να αδιαφορούν παντελώς για την ύπαρξή μου, αλλά μάλλον αυτό δεν είχε να κάνει με εμένα, παρότι όλοι εμείς, εσείς κι εγώ, έχουμε συνηθίσει να θεωρούμε τον εαυτό μας το κέντρο του σύμπαντος. Είχε να κάνει μάλλον με τις πυρετώδεις προετοιμασίες που έπρεπε να αρχίσουν για να γιορτάσουν ή να εξευμενίσουν – είναι το ίδιο και το αυτό εξάλλου – τη νύχτα που πλησίαζε.
Ο ήχος των κυμβάλων ξεκίνησε αργά, μα μετά ο ρυθμός επιταχύνθηκε, υποσχόμενος ότι θα αγγίξει τη φρενίτιδα περί τη μεταμεσονύχτια ώρα.
Κι εκείνη ακριβώς τη στιγμή γύρισες πάλι κοντά μου, με τα μαλλιά να κυματίζουν στον άνεμο λυτά, παρόλο που η άπνοια ήταν απόλυτη, τροπική, και μου άπλωσες το χέρι, άοπλο αυτή τη φορά, χωρίς το μαχαίρι του χωρισμού να αστράφτει μέσα στη νύχτα, και έμεινες μαζί μου μέχρι το πρωί, μέχρι την άλλη μέρα και μέχρι την άλλη νύχτα, στους αιώνες των αιώνων της μικρής και ασήμαντης ζωής που μας ανήκει – είναι το μόνο που πράγματι μας ανήκει –, και μοιράστηκες μαζί μου την ομορφιά σου απλόχερα, σε αυτή τη δεύτερη ευκαιρία που ανέλπιστα μας δόθηκε, ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους, που ο τόπος τους είναι τόσο μικρός μέσα στην απέραντη θάλασσα που τον περιβάλλει, και δεν μπορούν να της ξεφύγουν – ακόμα κι όταν δεν την βλέπουν, όταν καταφεύγουν στο εσωτερικό του νησιού τους, ακόμα κι εκεί δεν γίνεται να μην ακούν τον ήχο της, που τους υπενθυμίζει πόσο μικροί και ασήμαντοι είναι μέσα στην απεραντοσύνη του κόσμου. Αλλά το έχουν αποδεχθεί και έχουν μάθει να μιλάνε με τη γλώσσα της θάλασσας και μόνο μ’ αυτήν.
Εδώ δεν υπάρχουν λέξεις όπως «δεξιά» ή «αριστερά». Μια μέρα ακούσαμε μαζί κάποιον να εφιστά την προσοχή ενός άλλου λέγοντας «Υπάρχει ένας λεκές από λάσπη στο μάγουλό σου που κοιτά προς τη θάλασσα», και τότε σου έδωσα όρκο ιερό να μην αφήσω ποτέ ένα δάκρυ να κυλήσει σε καμία πλευρά του προσώπου σου, μήτε σ’ αυτήν που κοιτά προς τη θάλασσα μήτε στην άλλη που κοιτάζει προς το εσωτερικό του μικρού νησιού που είναι η ζωή μας.
[...] (Δύο μήνες μετά)
Δεν υπήρχε λιμάνι. Φουντάρανε διακόσια μέτρα από την ακτή.
Το πόσιμο νερό είχε τελειώσει. Αλλά ήξεραν πού μπορούσαν να βρουν. Στη λίμνη Τε Ρότο. Στην Τικόπια.
Αφήσανε τον λοστρόμο κλειδωμένο στην καμπίνα να ψήνεται στον πυρετό, να πνίγεται απ’ τον βήχα. Γέμισαν το ντίνκι με άδεια πλαστικά μπιτόνια και κινήσανε για την αμμώδη παραλία. Βήχοντας συνεχώς και βαριανασαίνοντας.
Οι Πολυνήσιοι τους κοίταζαν που πλησίαζαν. Στέκονταν ακίνητοι. Σιωπηλοί.
Λίγο πιο κει, ένας λευκός άνδρας, μισόγυμνος, δεν κοιτούσε προς αυτούς που πλησίαζαν με το ντίνκι. Κοιτούσε πλάι του και όλο κάτι ψιθύριζε.
Δίπλα του δεν υπήρχε κανείς.