Χτύπησε το τηλέφωνο. Στην οθόνη εμφανίστηκε το μεγάλο «μωρό μου», με φωτογραφία τον σκύλο του. Ήταν του Αϊ-Γιαννιού, είχε περάσει η επέτειός μας λίγες μέρες πριν και περιμέναμε να ξεκινήσει κανονικά η χρονιά. Δουλειές, υποχρεώσεις και οι δύο μέρες την εβδομάδα δικές μας.
Το σήκωσα με χαρά, όπως πάντα. «Έλα, μωρό μου».
Κλάματα στην άλλη άκρη της γραμμής. «Πέθανε ο Αναστάσης».
«Τι; Δεν καταλαβαίνω, μωρό μου».
Καθάρισε λίγο τον λαιμό του. «Πέθανε ο Αναστάσης».
«Ποιος Αναστάσης; Ο δικός μας; Χθες μιλήσαμε, να με καλέσει στο Big για τα γενέθλιά του το Σάββατο. Τι λες;»
«Αυτός ο Αναστάσης. Το αγόρι μου».
«Τι; Πώς; Κλείσε, έρχομαι από εκεί».
Σε ένα τέταρτο ήμουν εκεί. Άνοιξε την πόρτα με μάτια κόκκινα, ακόμα κλαψουρίζοντας. Έπεσε στην αγκαλιά μου και έμεινε για λίγο. Καθίσαμε στον καναπέ.
«Πες μου. Τι έγινε;»
«Πνευμονική εμβολή. Δεν αισθανόταν καλά από το πρωί. Χτύπησε την πόρτα της γειτόνισσας και κατέρρευσε εκεί. Μέχρι να έρθει το ασθενοφόρο, είχε φύγει».
Τα κλάματα τον νίκησαν πάλι, πέφτοντας στον ώμο μου.
«ΟΚ. Πες μου τι χρειάζεσαι από μένα και θα το κάνω. Η κηδεία πότε θα γίνει; Πού ακριβώς;»
«Θα μιλήσω με τον Φώτη και θα σου πω.»
«Αυτός πρέπει να είναι χάλια, ε;» ρώτησα με συνοφρυωμένο πρόσωπο.
«Μα γι’ αυτόν στενοχωριέμαι πιο πολύ. Τον ξέρω από δεκαοχτώ χρονών και έχει φτάσει τριάντα πέντε. Ήμουν σαν τον πατέρα με τον οποίο μπορούσε να μιλήσει για τη
σεξουαλικότητά του.
Τον Αναστάση τον ξέρω μόνο πέντε χρόνια. Αλλά είναι… ήταν καταπληκτικό παιδί.
Δεν ξέρω λεπτομέρειες. Είμαι σε συνεχή επαφή με τον Φώτη. Ξέρω πως δεν τον συμπαθείς ιδιαίτερα. Αλλά να είσαι ευγενικός μαζί του».
«Έλα, ρε μωρό μου, τώρα. Εννοείται. Αλλά εγώ είμαι εδώ για σένα. Και αν θέλεις να στηρίξεις τον Φώτη με οποιονδήποτε τρόπο, θα ακολουθήσω».
«Θα μείνεις εδώ απόψε;»
«Και το ρωτάς;»
Το πρωί χτύπησε το τηλέφωνό του όσο ήμασταν ακόμα στο κρεβάτι. Ήταν ο Φώτης, τον έβαλε ανοιχτή ακρόαση.
«Έλα, αγόρι μου, πώς είσαι;»
Ρουφούσε τη μύτη του, αλλά η φωνή του ήταν σταθερή. «Το Σάββατο θα κάνουν οι δικοί του την κηδεία κι εμείς μπορούμε να τον αποτεφρώσουμε».
«Εξήγησέ μου, κάπου σε έχασα».
«Ευτυχώς με τον Αναστάση είχαμε πάει και είχαμε υπογράψει Δήλωση Επιθυμίας Αποτέφρωσης. Πριν μερικούς μήνες. Χωρίς να το ξέρει κανείς. Η μαλακισμένη η μάνα του δεν το δέχεται αυτό, έχει λυσσάξει και θα κάνει κηδεία με άδειο φέρετρο. Νομίζει πως θα επιλέξει αυτή ακόμα και στον θα… Ακόμα και τώρα».
«Αυτό σίγουρα του ταιριάζει περισσότερο. Το Σάββατο όμως, τη μέρα των γενεθλίων του; Είναι λίγο περίεργο».
«Όλα είναι περίεργα. Όλα λάθος είναι. Από σένα θέλω μεταφορικό μέσο. Δεν χρειάζεται να κάνεις τίποτα άλλο. Θα τα κανονίσω. Αν θέλει ο Άρης να μας μεταφέρει στη Ριτσώνα;»
Έγνεψα το κεφάλι μου καταφατικά.
«Ναι, ναι. Κανένα πρόβλημα».
«Ίδια μέρα κηδεία και γενέθλια; Πολύ σκληρό!» είπα κοιτώντας τον τοίχο, έχοντας ανατριχιάσει ολόκληρος.
«Ναι, μωρό μου, το ξέρω. Αν αισθάνεσαι άσχημα μην έρθεις, θα βρούμε τρόπο».
Ξεκόλλησα από τη στιγμή, γυρνώντας προς το μέρος του. «Φυσικά θα έρθω. Σου είπα, θα ακολουθήσω σε οτιδήποτε», χαμογέλασα. «Πες μου τώρα. Γιατί μίλησε έτσι για τη μητέρα του, τι συμβαίνει;»
«Ο Αναστάσης ήταν λίγο θηλυπρεπής, όπως ξέρεις. Επειδή είναι από την επαρχία και η μάνα του όντως δεν ήταν υποστηρικτική, τον είχε σύρει σε διάφορες πρακτικές μεταστροφής στην εφηβεία του».
«Τι;» αντέδρασα. «Μα αυτά δεν απαγορεύονται καταρχάς; Πώς μπορούν οι γονείς να κάνουν τέτοια; Ήταν πολύ χαμογελαστός και καλόψυχος για να έχει περάσει τέτοιες καταστάσεις. Δεν είχα ιδέα... Τον γλυκούλη».
«Είχε έρθει στην Αθήνα για να ζήσει. Να αποκοπεί από αυτή την τοξικότητα. Να αποκτήσει εμπειρίες και δικούς του ανθρώπους».
«Θυμάμαι. Γι’ αυτό αρχές Φλεβάρη θα μετακόμιζε απέναντί σου. Στην Κυψέλη, στο κέντρο όλων. Θυμάμαι και τα σχέδια που κάναμε για τις βόλτες μας. Ουφ».
«Ναι, το περίμενε πώς και πώς. Και τώρα… τέλος».
«Έλα, μωρό μου, πάμε να πάρουμε έναν καφέ, να βγούμε λίγο έξω».
Κανονίστηκε να είμαστε δέκα άτομα. Τρία αυτοκίνητα δηλαδή. Εγώ θα έπαιρνα τον Φώτη, που προτιμούσε να βρίσκεται με τον δικό μου και την κολλητή των δυο αγοριών. Είχα μαζί μου τον πυρήνα. Δεν ήξερα τι μουσική να βάλω. Δεν ήθελα να είναι ούτε πολύ χαρούμενη ούτε και πολύ λυπητερή. Κι αν έμπαινε κάποιο τραγούδι που κάτι τους θύμιζε και έβαζε αλάτι στην πληγή; Αποφάσισα να βάλω μια συλλογή deep house. Ούτε γρήγορη, ούτε αργή, ούτε λέξεις.
Η κουβέντα ξεκίνησε από τον Φώτη, που μιλούσε για εκείνον. Συμμετείχε και η Δέσποινα, και μετά ο δικός μου. Έμεινα σιωπηλός. Δεν ήξερα τι να πω. Τα λόγια τους ήταν γεμάτα αγάπη, αστείες ιστορίες, χαρούμενες στιγμές. Τίποτα σκοτεινό. Μόνο ο ουρανός ήταν γεμάτος σύννεφα και ψιχάλιζε. Κι όμως, ήμασταν όλοι ντυμένοι στα μαύρα, με γυαλιά ηλίου να κρύβουν τα μάτια μας.
Ο δρόμος ήταν άδειος. Ήθελα οι ρόδες να κυλήσουν, να μας πάρουν μακριά, να μας πάνε αλλού και όχι σε ένα αντίο. Πρόωρο και άδικο. Όχι ότι ο αποχαιρετισμός αλλάζει την υφή του ανάλογα με την ηλικία. Απλώς, ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν στο τελευταίο αντίο ενός μικρότερού μου. Δεν έχω μεγαλώσει τόσο, και τα τριάντα πέντε είναι αριθμός ζωής και έρωτα και ενέργειας και δημιουργίας. Όχι στάχτης.
Έστριψα στον παράδρομο, γιατί έπρεπε, και βρεθήκαμε μπροστά στο υπερσύγχρονο, λευκό κτήριο. Το ένα αμάξι ήταν ήδη εκεί και περιμέναμε το τρίτο. Παρά το ψιλόβροχο, όλοι ήμασταν έξω και οι περισσότεροι ανάψαμε τσιγάρο. Μαυροντυμένες φιγούρες, μπροστά σε ένα κτήριο στο οποίο αρνούνταν να εισέλθουν. Έγιναν αγκαλιές, δάκρυα κύλησαν και συλλυπητήρια πετάχτηκαν στον αέρα. Ο ένας παρηγορούσε τον άλλον, για την ίδια απώλεια υπό άλλο πρίσμα.
«Η αίθουσα του αποχαιρετισμού είναι έτοιμη. Μπορείτε να περάσετε», μας ενημέρωσε ένας κύριος με κοστούμι, σκορπίζοντας σιωπή ανάμεσά μας.
Είχαμε μαζευτεί όλοι πια. Αρχίσαμε να τον ακολουθούμε. Στην αρχή ο πυρήνας, ύστερα οι δυο του φίλες από τη δουλειά, η πρώτη του σοβαρή σχέση με τον τωρινό του σύντροφο, ένας τύπος που αντιπαθούσα φρικτά και κάνα δυο άλλοι που τους έβλεπα για πρώτη φορά. Ακολούθησα τελευταίος και απόμακρος. Μπήκαμε στην αίθουσα, με τον απαλό φωτισμό. Το φέρετρο πάνω σε ένα βάθρο, ανοιχτό.
«Μα ανοιχτό;» σκέφτηκα. «Γιατί η τελευταία εικόνα του ανθρώπου να είναι η νεκρή;» Δεν είπα τίποτα. Ένας ένας πήγε κοντά του. Άλλοι τον φιλούσαν, άλλοι του μιλούσαν, άλλοι σιωπούσαν.
Με αναζήτησε ο δικός μου και με προσκάλεσε με το βλέμμα να πάω κοντά του. Δεν ήθελα, αλλά πήγα. Στάθηκα σε κοντινή απόσταση. Πόσο όμορφος ήταν; Ακόμα και τώρα που δεν μιλούσε, που δεν γελούσε. Όμορφος και ήρεμος. Τα μάτια μου έτρεχαν και μούσκευαν το μούσι μου. Το πρόσωπό μου παρέμενε σταθερό και ίσιο. Ο ίδιος πήγε κοντά του, τον αγκάλιασε και του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο.
«Γιατί ρε αγόρι μου;» Έπεσε στην αγκαλιά μου και ξέσπασε σε κλάματα που ακούστηκαν σε όλο το δωμάτιο.
«Ο χρόνος τελείωσε», μας ενημέρωσε ο ίδιος κύριος. Μας έκανε ένα ευγενικό νεύμα να απομακρυνθούμε και δυο κουρτίνες άρχισαν να κλείνουν μπροστά στα μάτια μας. Αυτή η σύντομη παράσταση είχε τελειώσει. Δεν είχε ευτυχισμένο τέλος. Ήταν απλώς το τέλος. Χωρίς υπόκλιση. Χωρίς χειροκρότημα. Μόνο απουσία. Τώρα οι φλόγες θα μηδενίσουν το σώμα και την ψυχή. Τίποτα δεν θα φύγει. Τίποτα δεν θα μείνει. Ένα δοχείο με στάχτες μιας κάποτε ύπαρξης.
Προτιμήσαμε να πάμε έξω πάλι. Είχε σταματήσει να βρέχει, αλλά φυσούσε. Το κάτω μέρος των παλτών μας χόρευε απόσυντονισμένα. Ο Φώτης μας πρότεινε το βράδυ να πάμε στο Big. Ο Αναστάσης είχε κλείσει τραπέζι, το οποίο παρέμενε ακόμα στο όνομά του. Δεν έπαυε να είναι η μέρα των γενεθλίων του. Να τσουγκρίσουμε τα ποτήρια μας για χάρη του. Να τον γιορτάσουμε. Όλοι συμφώνησαν, ελάχιστοι δώσαμε το παρών.
Οι ώρες πέρασαν και η Δέσποινα πήγε να πάρει τη γεμάτη τεφροδόχο. Ήταν γαλάζια και έγραφε με χρυσά γράμματα πάνω «Αναστάσης». Καμία άλλη πληροφορία. Δεν χρειαζόταν όμως. Έτσι κι αλλιώς, το μικρό μας κομβόι θα κατευθυνόταν στο Σούνιο, στον Ναό του Ποσειδώνα. Εκεί είχαν επιλέξει οι στενότεροι φίλοι του να τον σκορπίσουν. Έπρεπε να βιαστούμε να προλάβουμε το ηλιοβασίλεμα.
Παρκάραμε τα αυτοκίνητα και πήραμε το χωμάτινο μονοπάτι προς τα πάνω. Ο ουρανός είχε ανοίγματα, το χρυσό φως εναλλασσόταν με το σκούρο γκρίζο. Μια φώτιζε τις κολόνες, που αντανακλούσαν σαν καθρέφτες, και μια μας σκέπαζε στη σκιά τους. Βγήκαμε από τα σχοινιά και πήγαμε προς την άκρη του Γκρεμού του Αιγέα. Ο αέρας μύριζε αλάτι και ο άνεμος σφύριζε.
Ήμασταν στη θέση μας. Μπροστά μας η θάλασσα που χανόταν στο γκρίζο του ουρανού. Ο Φώτης πήρε την τεφροδόχο και την τύλιξε με τα δυο του χέρια, σαν να κρατούσε ένα μωρό. Το κεφάλι του ήταν κατεβασμένο, δεν μπορούσα να δω, αλλά σίγουρα έκλαιγε. Σήκωσε αποφασιστικά το κεφάλι, έδωσε με μια απότομη κίνηση το δοχείο στη Δέσποινα και έβγαλε από τις τσέπες του μικρά δοχεία από glitter. Τα μοίρασε στην παρέα. Για μένα δεν έφτασε, αλλά δεν πειράζει. Εγώ ήμουν απλώς ένας δορυφόρος στο πλανητικό τους σύστημα, που στο κέντρο του πια, υπήρχε ένα νεφέλωμα.
Κράτησαν την τεφροδόχο ανάμεσά τους. Την άνοιξαν με προσοχή και ο καθένας, με τη σειρά του, έριχνε ιερά τη γυαλιστερή σκόνη που κρατούσε.
«Έτσι πρέπει να σκορπίσει», είπε η Δέσποινα, «έτσι του αξίζει».
«Έτσι θα ήθελε», συμπλήρωσε ο Φώτης.
Η τεφροδόχος έκλεισε. Οι πιο στενοί του άνθρωποι την ανακίνησαν με δύναμη. Τα χέρια τους ενώθηκαν σε ρυθμικές κινήσεις, δημιουργώντας ένα δίχτυ ασφαλείας.
«Έτοιμοι;» ρώτησε η Δέσποινα.
«Ναι!» ενωθήκαμε σαν χορωδία.
Ο Φώτης άνοιξε την τεφροδόχο και σκόρπισε το περιεχόμενό της στον αέρα. Ένα γυαλιστερό σύννεφο σκόνης, που σαν να επέπλευσε για λίγο στον αέρα μπροστά μας, περιστράφηκε σε μια αυτάρεσκη κίνηση. Ο ουρανός είχε κάνει χώρο και ο ήλιος έλουζε με όλη του την ενέργεια αυτό το εκθαμβωτικό, γυαλιστερό νέφος που αρνούνταν να μας εγκαταλείψει. Έμενε στο κενό, πάνω από τη θάλασσα, χορεύοντας. Τα μαυροντυμένα μας σώματα κοίταζαν υπνωτισμένα, ακολουθώντας την κίνηση.
Μια ριπή αέρα έδιωξε το σύννεφο και το έκανε μια γραμμή που ξεμάκραινε, σκορπώντας φως μέσα στο γκρίζο.
[ Το "Σύννεφο" είναι μέρος του σπονδυλωτού αφηγήματος «μετα-Θάνατον». Η πρώτη του νουβέλα, Η συμμετρία της έλξης, θα κυκλοφορήσει προσεχώς από τις εκδ. Σύγχρονοι Ορίζοντες. ]