«Μ’ αρέσεις»
Σαν τη μισοόμορφη που στολίζεται
και σουλατσάρει στο νυφοπάζαρο
η ποίηση περιμένει τη μετάφραση.
Κι αν σιτέψει κι ατυχήσει, θα πληρώσει.
Ξέρουν να δίνουνε γλυκιά παρηγοριά
οι ζιγκολό.
Ο αχβγουλάς
Στα δεκαπέντε λάστιχο και στα τριάντα σπάγκο,
όλοι καλοδεχούμενοι στου αχβγουλά τον πάγκο.
Κάθομαι πίσω από τον πάγκο του αχβγουλά:
άντρες γυναίκες, όλοι, κάνουν ουρά
κοιτώντας τον στα μάτια (τα γαλανά).
[Ο μόνος πάγκος στη λαϊκή
όπου δεν κοιτάνε τη μαναβική.]
Η εμπιστοσύνη είναι απόλυτη και πιο πολύ
η ανάγκη για το άγγιγμα το τρυφερό
του εύθραυστου αβγού, το αποφασιστικό.
Σώμα κωλόπαιδου αλλοτινού,
τσιγάρο, ρυτίδες του καλού καιρού.
Κερνάει λουλούδι αν είσαι όμορφη και τον κοιτάς.
Στάζει παιδί μου γλύκα ο αχβγουλάς.
[Αχ
μελάτα τα μάτια των γυναικών που τον κοιτούν να σκίζει την καρτέλα,
σφιχτά των ανδρών που δέχονται χαιρετισμούς προς τη σύζυγο,
καϊσάτο όμως σίγουρα ήτανε της κυρίας που του είπε:
«Ήρθε και πήρε τριάντα ο άντρας μου το πρωί, αλλά να…
Θέλω άλλα τέσσερα».]
Κάθε πράγμα στον καιρό του
«Δεν έχεις γράψει τίποτα για μας»
μου είπε το σκυλάκι απ’ το ταμπλό
του αυτοκινήτου.
Και κούνησα το κεφάλι μου
πάνω κάτω πάνω κάτω πάνω κάτω.