Συρραφέας ή Μaître

Από έκθεση της Elaine Frances Sturtevant (1924-2014) στη Bianchini Gallery, Nέα Υόρκη 1965,
Από έκθεση της Elaine Frances Sturtevant (1924-2014) στη Bianchini Gallery, Nέα Υόρκη 1965,



Με όρους αυθεντικότητας, απόρροια αποκλειστικά ανθρώπινης χειρονακτικής και διανοητικής εργασίας, τα λογοτεχνικά έργα όπως και τα δοκίμια των σπουδαστών, που γράφονται εν κρυπτώ κι όχι στο αμφιθέατρο, είναι ύποπτα κατά την παρασκευή τους, στο θαυμαστό νέο κόσμο, για περιορισμένη ή εκτεταμένη χρήση ΤΝ και κατά συνέπεια εκλαμβάνονται ως μη αυθεντικά διαβαθμισμένου βαθμού από 0,1 έως 99,9%. Κι ενώ η αξία ενός λογοτεχνικού έργου έγκειται στην επίδρασή του κι όχι στο τι γνωρίζει ο γράφων1 στην περίπτωση του σπουδαστή και τoυ κειμένου του έγκειται στο τι γνωρίζει ο γράφων κι όχι στην επίδρασή του δοκιμίου του ή της πτυχιακής του.
Εάν θεωρηθεί «αποδεκτή» η χρήση της ΤΝ τόσο στη ποίηση όσο και στο πανεπιστήμιο, όπως η κάνναβη στα coffee shops του Άμστερνταμ, τι μέλλει γενέσθαι; Ίσως τίποτε δεν θα είναι παράνομο ή ανήθικο πλέον αλλά θα έχουμε πιο πολλούς εξαρτημένους, θα πει κάποιος· ναι, δίχως την ψευδοκατηγορία ή εμπειρία του αυθεντικού/πλαστού, θα πει κάποιος άλλος.
Ωστόσο ένα κείμενο θα συνεχίσει να είναι ωραίο ή άσχημο, επιδραστικό ή ανιαρό ακόμη κι αν δεν μιλάμε πια για συγγραφή αλλά για συρραφή, όχι για συγγραφέα αλλά συρραφέα ή συρράπτη ─ διότι εδώ θα περιoστούμε κυρίως στη λογοτεχνική επίδραση. Ένα κειμένο ως προϊόν της ΤΝ δεν θα μπορεί να διεκδικεί πανεπιστημιακό πτυχίο ανθρωπιστικών σπουδών στη βάση όσων αναφέρει, ή μήπως όχι;
Η υπόθεση του παρόντος κειμένου είναι πως τίποτα δεν θα χαθεί, εντός λογοτεχνίας, όσον αφορά την αισθητική εμπειρία που δημιουργούν οι αισθητιστές, την κοινωνική κινητοποίηση που εύχονται οι κοινωνιστές, τη ψυχολογική εκφόρτιση που γιατροπορεύει όσους γράφουν ή διαβάζουν από ψυχολογικό τραύμα, ακόμη κι αν το κείμενο βγαίνει εξ ολοκλήρου από ΤΝ. Σχεδόν,2  ενίσταμαι, το ακούω, κρατάω μια σημείωση, συνεχίζω: Αυτή που βάζει την υπογραφή της στο βιβλίο ή το έργο θα είναι πάντα υπόχρεη καλλιτεχνικής λογοδοσίας για ό,τι έφτιαξε ή υπέδειξε στην πλατφόρμα ΤΝ να φτιάξει. Υπογράφει και θα κριθεί όχι για ειλικρίνεια ─αλλιώς θα έπρεπε να ορκίζεται στην Καινή Διαθήκη─ ή αυθεντικότητα ─κρατάμε στην άκρη την πρωτοτυπία─ αλλά για την επίδραση του κειμένου. Και το εξαγόμενο της επίδρασης, αρνητικής ή θετικής, θα προσγράφεται με ακόμη πιο άμεσο κι ηχηρό τρόπο στο γούστο της προδίδοντας τις λογοτεχνικές καταβολές καθώς και τις γνωσιακές ─προσοχή όχι γνωστικές─ δυνάμεις εκείνης που υπογράφει.3 H οικοιοποίηση κειμένου από ΤΝ θα είναι στην ημερήσια διάταξη ενώ η παρούσα νομοθεσία περί πνευματικής ιδιοκτησίας θα ξεπεραστεί τάχιστα τα αμέσως επόμενα χρόνια και θα γελάμε κιόλας με τα πεπραγμένα της στο όνομα της λογοκλοπής, τους πικραμένους, τους ηθικοδιδασκάλους και τους άοκνους ερευνητές αυτής! Ο Μπλουμ θα δικαιωθεί για το all literature is plagiaristic inasmuch as all writing feeds on the communal4 και επιτέλους μετά από πολλά πολλά χρονιά θα βρει τύμβο να σταθεί σπηλιά να τη χωρέσει και η μυθική φράση των πατεράδων που έμαθαν από τους παππούδες βοσκούς της ευρυτανίας και πέρασαν στους υιούς αυτών το σοφό «την υπογραφ’ σ’ και το πουλ’ σ’ να ξέρεις που τα βάζεις».
Και προκειμένου για αυτο-λογοκλοπή ας παραθέσω κάτι δικό μου χωρίς πηγή: Θα φτάσουμε ως το τέλος. Θα γελάμε σε θάλασσες και ωκεανούς, θα γελάμε με ακόμη μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και αυξανόμενη ένταση στον αέρα, θα υπερασπιστούμε τα πιστεύω μας με κάθε κόστος. Θα γελάμε σε παραλίες, θα γελάμε σε αεροδρόμια, θα γελάμε σε χωράφια και δρόμους, θα γελάμε στις κορυφές των ορέων. Δεν θα παραδοθούμε ποτέ. Κι αν αυτό το γέλιο μάς βγει ξινό θα ‘ρθει μια μέρα που το νέο ύφος του ωραίου θα έχει χωνέψει το παλιό και η ειρωνεία θα αποτελέσει τη νέα «αυθεντία».

Marcel Duchamp, «Πηγή» (1917). Tate Gallery


Ας δούμε λοιπόν σύντομα τρεις αντιπροσωπευτικές περιπτώσεις, όπου το έργο αποδίδεται σε αυτόν που βάζει την υπογραφή του: ο Ρέμπραντ και η τεράστια παραγωγή έργων ζωγραφικής, ο ουρητήρας Ντυσάν, τα βιβλία των καθηγητών πανεπιστημίου. Στην πρώτη περίπτωση ομάδες από νεαρούς επίδοξους ζωγράφους, μαθητευόμενους και λογής υπηρέτες συχνά προετοίμαζαν τους καμβάδες, τα χρώματα και τα πρώτα στρώματα της ζωγραφικής. Σε μεγάλες παραγγελίες μπορούσαν να ζωγραφίσουν δευτερεύοντα στοιχεία, όπως υφάσματα, τοπία ή κάποιο φόντο ή προχωρούσαν στα περιγράμματα των μορφών. Ο Μαίτρ διηύθυνε και έβαζε τις τελευταίες πινελιές σε σημεία που το μάτι του θεατή θα έπεφτε επισταμένως, όπως οι εκφράσεις του προσώπου, τα χέρια του μοντέλου ή επιμελούνταν το κιαρόσκουρο. Καρπωνόταν τον κόπο των άλλων, γινόταν ο αποκλειστικός εισπράκτορας των επευφημίων στα αποκαλυπτήρια του πίνακα καθώς των χρημάτων των αριστοκρατών που έδιναν τις παραγγελίες. Στις μέρες μας ακόμη πιο πολυπληθείς ομάδες εργασίας μπορεί να δουλέψουν πίσω από έργα τέχνης ή εγκατάστασεις, όπως στα έργα του Jeff Coons. Τέτοια έργα μπορεί να εκτεθούν σε διεθνή φεστιβάλ ή εκθέσεις χωρίς καν το άγγιγμα του καλλιτέχνη υπό του οποίου το όνομα εκτείθενται.5

Μια δεύτερη περίπτωση είναι τα ready-mades. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα ουρητήριο μαζικής παραγωγής με τίτλο Fountain το οποίο υποβλήθηκε ως καλλιτεχνική πρόταση το 1917 στην πρώτη έκθεση της Society of Independent Artists στη Nέα Υόρκη. Ο διάσημος ανάδοχος του έργου, Μarcel Duchamp, όχι μόνο δεν συμμετείχε χειρωνακτικά σε κάποια φάση της κατασκευής του, αλλά ούτε καν υπέγραψε το πραγματικό του όνομα επάνω στην πορσελάνη. Αντίθετα, το έργο εμφανίστηκε με την υπογραφή «R. Mutt 1917». Επιπλέον, έχει υποστηριχθεί ότι ούτε η ονομασία του έργου αλλά ούτε καν η σύλληψη του έργου δεν μπορούν να αποδοθούν με απόλυτη βεβαιότητα αποκλειστικά στον ίδιο! [6] Έχει ενδιαφέρον ότι ο Duchamp άρχισε να παρουσιάζεται ως ο αποκλειστικός δημιουργός του έργου κυρίως μετά τη δεκαετία του 1950, όταν ενέκρινε και επέβλεψε την κατασκευή των γνωστών αντιγράφων του ουρητηρίου που βρίσκονται σήμερα σε μουσεία.

Παρά τις πραγματολογικές ιδιαιτερότητες, το ουρητήριο ή «Κρήνη» (Fountain) θεωρείται ένα από τα εμβληματικότερα έργα της πρωτοπορίας (avant-garde) και σημείο καμπής για την εξέλιξη της σύγχρονης τέχνης. Σε κάθε βιβλίο ιστορίας της δυτικής τέχνης αποδίδεται στον Marcel Duchamp, τόσο ηθικά όσο και νομικά, ως έργο δικό του. Τα ready-mades εμφανίστηκαν ακόμη πιο επιθετικά με τον Αndy Warhol και τα Campbell's Soup Cans και στις μέρες μας με τον Richard Prince (γεν. 1949) διάσημο για την επαναχρησιμοποίηση διαφημίσεων Marlboro και την επαναφωτογράφηση τους.7Τα παραδείγματα είναι λίγο πολύ γνωστά, ειδικά, στους φοιτητές των εικαστικών τεχνών.

Ως τρίτη περίπτωση σχετικοποίησης της σχέσης συγγραφέα παραχθέντος έργου ας πάρουμε μια εκδοχή οικειοποίησης (appropriation) έξω από τον χώρο της τέχνης. Με τη βοήθεια της ευφυής γλωσσικής κοινότητα των «Μασαεικαιφτού» του διαδικτύου, στην ερώτηση εάν είναι διαδεδομένο οι καθηγητητές πανεπιστημίου να βασίζονται επάνω στην εργασία αφανών προπτυχιακών, μεταπτυχιακών και διδακτορικών φοιτητών μού απαντά, ένα λεπτό να αντιγράψω από την πηγή με τιμιότητα μη ξεσηκωθεί εναντίον μου: «Η γενική ιδέα ότι πολλά πανεπιστημιακά βιβλία ενσωματώνουν δουλειά φοιτητών είναι σωστή. Η πιο αμφιλεγόμενη ερώτηση είναι πόσο συχνά αυτή η συμβολή αναγνωρίζεται επαρκώς, και αυτό διαφέρει πολύ ανά καθηγητή, πεδίο και ίδρυμα.» Mάλιστα. Νομίζω πως σφάλλει ωστόσος στα ελληνικά του. Μιλάμε για αμφιλεγόμενη διευθέτηση όχι ερώτηση αλλά εντούτοις μπορούμε να χτίσουμε με τη στάμπα των «Μασαεικαιφτού» την υπόθεσή μας. Συνηθίζεται, ο επίκουρος, ο αναπληρωτής κι ο πρωτοβάθμιος να κάνουν την τελική επιμέλεια, την συναρμολόγηση και να κοτσάρουν το όνομά τους στο εξώφυλλο, διαχειριζόμενη την τύχη του «συλλογικού» ως ατομικό. Ωστόσο η συγκεκριμένη πρακτική είναι κατακριτέα και κολάσιμη διότι στο ακαδημαϊκό πρωτόκολλο θα κριθείς όχι μόνο εάν αποδίδεις κατά γράμμα τις πηγές σου, αλλά κι αν ευχαριστείς τους φοιτητές σου για τις εργασίες τους που έκανες κτήμα σου. Oι φοιτητές τις περισσότερες φορές σκουπίζουν τη ροχάλα, λόγω της αναγκαιότητας κτήσης πτυχίου και συνεχίζουν. Ελάχιστες φορές επιστρέφουν το «φτύσιμο» ή διεκδικούν το όνομά τους. Το ίδιο κι αν είσαι διδακτορικός φοιτητής. Η ακρίβεια των βιβλιογραφικών αναφορών αποτελούν το sine qua non κάθε απονομής ενός τέτοιου τίτλου, το απόλυτο κριτήριο εγκυρότητας όσο αχρείαστα κι αν έχει διατρίψει κάποιος στα χόμπυ του μητροπολίτη Σερρών ή στις έξεις της οδού Σκουφά – αφού ορθώς δεν επιτρέπεται κανείς να υποσημειώνει με τον τρόπο του Εμμανουήλ Ροϊδη το γένος Ροδοκανάκη. Εάν δεν αποδίδεις μέχρι κεραίας το δάνειο στο πανεπιστήμιο άστο δεν κάνεις γι’ αυτή τη δουλειά, κάνε τέχνη! Θυμήθηκα έναν παλαίμαχο, διάσημο προπονητή όταν προσπαθούσε να μάθει στο παιδί του ποδόσφαιρο. Είδε κι αποείδε ο πατέρας με τον υιό ─σχετικά ατάλαντος ο οποίος δεν έπαιρνε εύκολα τις τεχνικές της μπάλας─ οπότε μια μέρα του αποφαίνεται πικραμένος «άσ’ το αγόρι μου, δεν μπορείς, δε το ‘χεις, πάγαινε να μάθεις γράμματα καλύτερα»!

Εν κατακλείδι ενώ παίζω με την κλείδα ‘μ’ το κλείθρο και το κλειδί του κειμένου, δεν καταρκυθμεύω καθώς το προκαλώ και πώς το αναμένω το ανοικτό τέλος, πώς το υπομένω. Βάλε Ντεριντά υπογραφή.8 Είναι άραγε το κείμενό μου; Παραδοσιακά όταν το ξεψειρίζει ο επιμελητής, μού κάνει πολυτονικό το μονοτονικό μου, ταυτόχρονα κρατάει την απλουστευμένη κι όχι την ιστορική γραφή των λέξεων και μου προτείνει νέα δομή στα κεφάλαια. Τότε δεν είναι και λίγο δικό του; Επιτρέπω προγραμμένες ή αντιγραμμένες λέξεις να αποτελούν την πρώτη ύλη του κειμενικού καμβά καθώς η κόλλα, το αστάρι και οι πρώτες χρωματικές επιστρώσεις εφαρμοσμένες από μαθητευόμενο μάγο όπως η ΤΝ; Πρέπει πάντα ένα κείμενο να έχει γραφτεί από πρόσωπο ή νομιμοποιούμαι να ζητήσω ένα ψηφιακό γλωσσικό ready-made κι εγώ να βάλω την υπογραφή μου αφού πρώτα στοχαστώ για την τύχη του; Όταν το υπογράφω, πλέον δεν υπογράφω αποκλειστική συγγραφή, υπογράφω την υιοθεσία του από την κοινότητα των ανώμων γραφιάδων - όχι έλλειψει άλλων παρόμοιων. Παίρνω με την υπογραφή την ευθύνη του λογοτεχνικού αποτυπώματος, της όποιας επιτυχούσας ή άστοχης αισθητικής βολής, συστήνοντάς το ως λογοτεχνικό και ρίχνοντάς το εντός του πεδίου, εκείνου που διασταλτικά από την εισήγηση του Danto ονομάζω literatureworld – και τον υπογγεγραμένο, κατά περίπτωση, συρραφέα ή Maître.9



___________________
1. Η καταγωγή των αδυναμιών της σχέσης μεταξύ αισθητικής επίδρασης και πραγματολογικής ακρίβειας πάει τουλάχιστον πίσω στην γνωστή ένσταση του Σωκράτη στον Ίων όπου οι ποιητές των τραγωδιών, ενώ φουντώνουν τα πάθη των ακροατών, περιγράφουν πράγματα για τέχνες που δεν γνωρίζουν οι ίδιοι, όπως ο Όμηρος για ναυσιπλοοία Βλ. Πλάτων, Ίων 537a-541b, με τον πυρήνα του επιχειρήματος στα 537b-538b.
2. Το σχεδόν αφορά ένα μέρος του αναγνωστικού και κριτικού κόσμου που νοηματοδοτεί επί της προθετικότητας του συγγραφικού υποκειμένου. Το σχεδόν αφορά επίσης ένα σύνολο συγγραφικού κόσμου που παραδίδει κείμενα και αξιώνει να πληρωθεί. Τα δύο ζητήματα θα πρέπει να διευρευνηθούν ξεχωριστά. Κατά την περίοδο συγγραφής του παρόντος είχε ανακοινωθεί η Ημερίδα ΟΣΔΕΛ «Τα Πνευματικά Δικαιώματα και η διαχείρισή τους στην εποχή της Τεχνητής Νοημοσύνης στον χώρο του Βιβλίου και του Τύπου» στις 29 Ιουνίου· οργανωμένη συζητήση για την οικονομική προστασία των επαγγελματιών του χώρου.
3. 
Να βρω και να κατανοήσω περισσότερα για την υπογραφή με παραπομπή σε Ντεριντά ή βρες κι εσύ αναγνώστη.
4. 
Όλη η λογοτεχνία αποτελεί προϊόν λογοκλοπής στο μέτρο που κάθε γραφή αντλεί από το συλλογικό απόθεμα.
5
Κατά την περίοδο της Αναγέννησης πολλά έργα με υπογραφή Peter Paul Rubens, Titian, Raphael είχαν φτιαχτεί σε μικρό ή μεγάλο βαθμό, αλλά όχι αποκλειστικά, από βοηθούς.
6. 
Υπάρχει ανοικτή έρευνα επί του ζητήματος. Το κείμενο υιοθετεί την πλέον αναθεωρητική έκδοχή, Βλ. Richard Whiddington «Did Duchamp Steal Credit for ‘The Fountain’ from a Woman Artist?» Αrtnet, Oκτώβριος 25, 2023
7. Η εικαστικός Elaine Frances Sturtevant (1924–2014) με διάκριση Χρυσού Λέοντα για το Σύνολο του Έργου (Leone d'oro alla carriera) στην 54η Μπιενάλε της Βενετίας το 2011, έφτιαχνε αποκλειστικά «επαναλήψεις» εμβληματικών έργων άλλων καλλιτεχνών υπονομεύοντας τις έννοιες της πρωτοτυπίας και της αυθεντικότητας στην τέχνη.
8. Ο Ντεριντά στοχαζόμενος πάνω στην υπογραφή θεωρεί πως περισσότερο υποδεικνύει την απουσία παρά την παρουσία του καταγωγικού σημείου εκφοράς όπως θα γινόταν στις ομιλητικές πράξεις βλ. Derrida, Jacques, “Signature Event Context” [1972] μτφρ. Samuel Weber στο Limited Inc (Northwestern University Press, 1988) σσ. 29-30. Για την αποσπασμένη προθετικότητα και την αναπόδραστη απουσία της στη διαμόρφωση του κειμενικού νοήματος βλ. σσ. 8, 10, 18-19. Η υπογραφή, μέσω αυτής της παραπάνω, συλλογιστικής, δεν εγγυάται προνομιούχα διείσδυση στις προθέσεις κι άρα σε κάποιου τύπου σταθερό, κρυμμένο νόημα. Επιτρέπει, δε, την πρόταση πως η υπογραφή ενός κειμένου στην εποχή της ΤΝ δηλώνει ανάληψη λογοτεχνικού ρίσκου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται, κι όχι «αυθεντικοποίηση του συντάκτη», κατά το «αυθεντικοποίηση χρήστη» όπως αποκαλείται η διαδικασία εισόδου σε ορισμένους ιστότοπους.
9. Ο Άrthur Danto διατύπωσε την θεωρία πως μόνο ένα πλαίσιο, ένας «κόσμος» τέχνης νομιμοποιούν κάποιο τεχνούργημα ως έργο τέχνης ─ αποσπώντας το από οποιαδήποτε άλλη χρήση (λειτουργική, θρησκευτική, ψυχαγωγική κ.α.). Για τον παραπάνω σκοπό χρησιμοποίησε εκτενώς τον όρο artworld.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: