Πολυξένη ή η ανισότητα του απλού

Μερικά πράγματα ειπωμένα απλά
Χαρακτικό του Βάλια Σεμερτζίδη (περ.1970. Μουσείο Ρόδου)
Χαρακτικό του Βάλια Σεμερτζίδη (περ.1970. Μουσείο Ρόδου)

1Λένε ότι ο δημιουργός, ο κάθε άνθρωπος, βρίσκεται τελικά, συνεχώς, μπροστά στο ίδιο τοπίο. Αφού ξεκαθαρίσει τις εικόνες της ζωής του, τακτοποιήσει τα τοπία του κόσμου, καταλήγει πάντα στο ίδιο τοπίο. Στη συνάντηση με το ίδιο. Αυτό το ίδιο είναι κάτι σαν μια πέτρα. Σαν γενικό συμπέρασμα. Το οποίο όμως δεν είναι καθόλου γενικό, το αντίθετο ακριβώς. Ούτε συμπέρασμα όμως είναι. Αυτό το ίδιο είναι κάτι απλό. Αλλά και πολύ δυσδιάκριτο, περίπλοκο, επίμονο, φευγαλέο, μοναχικό. Εγώ τα έργα, το κάθε βιβλίο, σκέφτομαι ότι είναι μία μικρή περιπέτεια αυτού του ίδιου, μία μετατόπιση, ίσως και ένα ξεπέρασμά του, προς μία συνάντηση. Πάντα προς μία συνάντηση. Η συνάντηση αυτή δεν είναι δημιουργική, είναι πάντα τραυματική. Μπορεί όμως κανείς να φανταστεί μία συνθήκη στην οποία μία προσπάθεια μετουσίωσης θα αρχίσει. Αυτή είναι και η δική μου υπόθεση. Στις παρουσιάσεις, καθότι δεν είναι του γούστου μου ούτε οι αγιογραφίες ούτε η περιαυτολογία, βρίσκω ότι έχει κανείς την δυνατότητα να βραχυκυκλώσει την διαδικασία της ανάγνωσης, της πρόσληψης του έργου, μέσα από τον κατεξοχήν άγνωστο κριτή ή δολοφόνο μας, που είναι ο αναγνώστης. Και είναι όντως μία συνθήκη ευνοϊκή, στην οποία θα μπορούσε κανείς να παρακολουθήσει αυτήν την διαδικασία. Προσκαλείς κάποιους ανθρώπους να σε διαβάσουν. Σου δίνεται, δηλαδή, η μοναδική αυτή ευκαιρία να ακούσεις μερικά πράγματα για αυτήν την αθέατη, την απροσδόκητη δική σου πλευρά, που δεν βλέπεις. Και που πάντα έχει να κάνει με τον Άλλον. Δηλαδή να περιηγηθείς – αλλά μάλλον ορθότερο είναι να πω να ταξιδέψεις – να περιπλανηθείς για λίγο στον χώρο που σε συνέλαβε, που σε σκέφτηκε και που σε έγραψε. Άσχετα που μετά, όλα αυτά, τα ιδιοποιούμαστε, τα υπογράφουμε και κάποιες φορές τα καμαρώνουμε. Η ομορφιά, νομίζω, έχει την τυφλότητα αυτής ακριβώς της καταγωγής. Της γης, δηλαδή, που την γέννησε.

2Απλά σημαίνει να μη ζητάς την άδεια. Να την παίρνεις. Όχι γιατί σου ανήκει, ούτε γιατί σου έχει δοθεί, αλλά διότι αυτό είναι το μόνο που έχεις.


3Πίσω από αυτό το σχεδόν ασπρόμαυρο στάχυ, που εμφανίζεται στο εξώφυλλο του βιβλίου, κρύβονται πολλοί και πολλά. Το θέμα δεν είναι ότι κρύβονται. Δεν το λέω για το κρύψιμο. Το φως, ο κόσμος αυτός, έχει αυτήν την αρχιτεκτονική, την διαρρύθμιση – πώς να το πω; – έχει αυτήν την λεπτότητα. Αυτήν την απλότητα. Η οποία, όπως βλέπετε, δεν είναι καθόλου απλή. Το αόρατο, θα μπορούσα να πω, καραδοκεί. Και όχι μόνο καραδοκεί: πετσοκόβει. Ανθίζει ίσως, μπορεί να ανθίσει και εκεί ή μόνο εκεί. Στο ελάχιστο, στο απόρριμμα, στο εύθραυστο, στο χάσμα, στην πληγή. Ή σε ένα στάχυ. Όντως το αόρατο καραδοκεί, όπως και η ομορφιά. Και η αυγή ή το ξημέρωμα είναι η κουβερτούλα του.
Πίσω από αυτό το ελάχιστο στάχυ (και τον εύθραυστο άνεμο όμως που το χαϊδεύει, που το ακουμπά) κρύβονται πολλοί και πολλά. Τα σύννεφα είναι μαχαίρια, λεπίδες, ακονισμένες κάμες και χατζάρια, έλεγε κάπου ο Εγγονόπουλος.*

Όταν ζήτησα απ’ τον Χρήστο Μαρτίνη να με βοηθήσει στην αποψινή παρουσίαση, του πρότεινα αντί ενός κειμένου, να σκεφτόταν μία σειρά από ερωτήσεις γύρω από το βιβλίο, με αφορμή τις οποίες θα μπορούσαμε να συνομιλήσουμε ελεύθερα επί σκηνής. Να γίνουμε λίγο πιο προφορικοί. Η αντίδρασή του με ξάφνιασε και με έκανε να σκεφτώ μερικά πράγματα. Άρχισε να γελάει. Γελούσε με ένα αυθόρμητο και τρανταχτό γέλιο και μου απάντησε εξίσου αυθόρμητα. «Πλάκα μου κάνεις; Απέναντι σε ένα έργο που κουβαλάει φιλοσοφία, μουσική, ποίηση, ψυχανάλυση, εγώ θα έρθω να μιλήσω από στήθους; Όχι βέβαια, θα ετοιμαστώ! Θα έρθω πάνοπλος!» Αυτή του η κουβέντα, αυτό το γέλιο και αυτή η λέξη πάνοπλος, με έβαλαν σε σκέψεις. Σε αυτό το όπλο, σε αυτό το δόρυ ή το βέλος, θα επανέλθω.
Τι ρόλο, άραγε, παίζουν, τι θέση καταλαμβάνουν όλα αυτά που συμπαρασύρει στην κίνησή της η γραφή; Ποια η σχέση της με την θεωρία; Γιατί τα κουβαλάμε όλα αυτά; Αυτός ο δρόμος είναι ένας δρόμος αναγκαίος; Τέλος πάντων, τι δρόμος είναι; Η ποίηση, θα έλεγα, προϋποθέτει ενός είδους παραίτησης, ενός είδους επείγοντος και έναν κάποιον κίνδυνο. Η τέχνη έρχεται από την πράξη, είναι κάτι πραγματικό, όχι θεωρητικό. Περπατώντας γράφονται πάντα τα ποιήματα. Και ο δρόμος αυτός είναι ένας δρόμος που δίπλα του απλώνονται και ταξιδεύουν απέραντοι και επικίνδυνοι ουρανοί από στάχυα.

4Σε εμένα τα ποιήματα βγαίνουν σαν αφορισμοί, σαν λυγμοί. Σαν σπασμοί. Σαν ξόρκια απέναντι σε κάτι αφόρητο, αβίωτο. Ή σαν μία συγκίνηση, πώς να το πω, του θαυμαστού. Ίσως για αυτό, σε πρώτο χρόνο, δεν μπορώ να συντάξω μία απεύθυνση μακράς πνοής. Κόβεται η αναπνοή μου. Είναι στακάτη, σύντομη, στικτή. Στενή. Ίσως γι’ αυτό ο Άλλος της απεύθυνσης για εμένα είναι ακατανόητος, απών. Απάνθρωπα απών με έναν τρόπο. Εδώ σας δίνω ένα πολύ βασικό επίπεδο απ’ όπου ξεκινά αυτό το βιβλίο. Ξεκινάει από εκεί. Από την αναπνοή που κόβεται, που τρέμει, που θέλει να μιλήσει, που θέλει να πει. Το απλά του τίτλου είναι και κάτι τέτοιο. Το να προσπαθείς να πιαστείς από ότι βρίσκεις γύρω σου. Απ’ τα πράγματα που βρίσκεις εκεί, δίπλα. Απ’ τα πράγματα. Και από το ποια πράγματα είναι αυτά που βρίσκεις πάντα εκεί δίπλα. Και ποια κρατούν, ποια βαστούν τελικά. Ποια σε σώζουν. Ή και όχι.

5Ως γενικό μότο αυτού του βιβλίου μου εμφανίζονται μερικοί στίχοι από το ποίημα «Πολυξένη» του  Νίκου Εγγονόπουλου, από την συλλογή Μην ομιλείτε εις τον οδηγό. «Και όμως την έχασα, μπορώ να πω μέσ’ από τα χέρια μου, ωσάν να μην ήταν ποτές παρά ένα απατηλόν όραμα, παρά ένα κοινότατο σφυρί. Στη θέση της βρέθηκε μονάχα ένας καθρέπτης. Κι’ όταν έσκυψα να δω μέσα σ’ αυτόν τον καθρέφτη, δεν είδ’ άλλο τίποτες παρά μόνο δύο μικρά λιθάρια: το ένα ελέγετο Πολυξένη, και το άλλο, Πολυξένη επίσης.» Έτσι τελειώνει το ποίημα. Με την απώλεια της Πολυξένης. Ο Εγγονόπουλος σε αυτό το ποίημα περιγράφει την περιπλάνηση ενός υποκειμένου, το οποίο ζει σε μια κόλαση ετερόκλητων, εφιαλτικών αντικειμένων και, στο τέλος, κοιτάει σε έναν καθρέφτη για να δει ποιος είναι. Κοιτάει κατάματα, δηλαδή, την απώλεια, όπως ρωτάμε όταν κάτι χτυπάει την πόρτα: Ποιός είναι; Ε, αυτός, λοιπόν, κοιτάει έναν καθρέφτη, σαν να χτυπάει κάτι εκεί και ρωτάει: Ποίος είναι; Και κάτι απαντάει ότι εκεί είναι μόνο δύο λιθάρια. Τώρα περί λήθης και λίθου τα έχει πει ο Κακναβάτος σε κάτι υποσημειώσεις του εξαίρετα. Δε θα επανέλθω. Το δικό μου βιβλίο έχει τον τίτλο Μερικά πράγματα ειπωμένα απλά. Αυτό το απλά έχει ακριβώς αυτήν την σημασία. Την σημασία της πέτρας. Όχι του ταυτόσημου τόσο πολύ, του ίδιου, όσο της επανάληψης. Ότι κάτι έρχεται ή καταλήγει μετά από μία διαδρομή στην ίδια θέση. Στην ίδια λήθη, στην ίδια πέτρα, στον ίδιο λίθο. Στην ίδια απώλεια και στο ίδιο όνομα: Πολυξένη.
Η Πολυξένη. Η Πολυξένη δεν με ενδιαφέρει επειδή είναι μία άλλη Ιφιγένεια. Δεν με ενδιαφέρει το κομμάτι αυτό. Με ενδιαφέρει ο Αχιλλέας. Το ότι μιλώντας φτάνεις στον θάνατο. Εκεί καταλήγει η ομιλία. Αυτό με ενδιαφέρει στην Πολυξένη. Όποιος μιλάει καταλήγει από ημίθεος, θνητός. Και εντελώς νεκρός. Όποιος ομιλεί καταλήγει με ένα βέλος στην φτέρνα.

6Θα μπορούσα να πω τώρα, αλλάζοντας κατεύθυνση, κάπως απότομα ίσως, όπως ο άνεμος, ότι κάθε χάρτης δεν έχει κανένα νόημα εάν δεν είναι άχρηστος. Παράδειγμα: τα ποιήματα. Άλλο παράδειγμα: το βέλος τους στην φτέρνα μας.
Δεν υπάρχουν πιο απαστράπτοντες, πιο άχρηστοι χάρτες από τα ποιήματα. Ποιανού πράγματος χάρτες είναι αλήθεια τα ποιήματα; Θέλω να πω ακριβώς αυτό το οποίο λέει, σιωπηρά, ο Μπόρχες σε ένα πολύ γνωστό διήγημά του, στο οποίο ο καλύτερος χάρτης του κόσμου, είναι ένας χάρτης που περιέχει τόσες πολλές λεπτομέρειες και αναδιπλώνεται πάνω στο πραγματικό με έναν τέτοιο τρόπο που τελικά συμπίπτει σημείο προς σημείο με αυτό, ταυτίζεται μαζί του. Γίνεται, είναι το ίδιο το πραγματικό. Το διήγημα ονομάζεται «Περί της ακριβείας εν τη επιστήμη» και πρόκειται για ένα εξαιρετικά σύντομο κείμενο, έκτασης μόλις μιας, πολύς σύντομης, παραγράφου. Το άπειρο, το απροσμέτρητο της λογοτεχνίας σε συσκευασία τσέπης! Ή μήπως χλεύης; Με τον καιρό, οι επόμενες γενιές κατάλαβαν ότι ένας τέτοιος χάρτης είναι άχρηστος και τον εγκατέλειψαν στην τύχη του, με αποτέλεσμα να απομείνουν μόνο κάποια κατεστραμμένα ράκη του στις ερήμους της επικράτειας. Βεβαίως, ένας τέτοιος χάρτης είναι ένα όνειρο του συμβολικού ή και του νευρωτικού, θα μπορούσα να πω. Η ιδέα ότι μπορούμε να αποκωδικοποιήσουμε εντελώς το πραγματικό είναι ένα όνειρο. Αυτό, προφανώς, δεν γίνεται. Το προφανώς το λέω εκ των πραγμάτων. Εδώ, ακριβώς, εμφανίζεται το απλό. Είμαι ακόμη στον τίτλο του βιβλίου μου, όπως καταλαβαίνετε. Εκ των πραγμάτων λοιπόν… Αυτό μπορεί να είναι και λίγο αστείο, όμως είναι ανθρώπινο, πάρα πολύ ανθρώπινο. Και παιδικό. Και πολύ ποιητικό επίσης. Τώρα, εμείς είμαστε εντός της γλώσσας, που σημαίνει ότι ανά πάσα στιγμή μπορούμε να γλιστρήσουμε, μπορούμε να βρεθούμε μέσα στην μουσική, μέσα στο ανόητο. Είναι ακριβώς αυτό το πρόβλημα με τους χάρτες, το πρόβλημα με το συμβολικό. Δεν έχει κανένα νόημα εάν δεν είναι άχρηστο. Κοιτάξτε για λίγο τα σύννεφα! Αλλά μετά, δεν υπάρχει άνθρωπος και έτσι εισερχόμαστε μετέωροι στην περιοχή του απάνθρωπου. Πρέπει να μάθουμε να ζούμε με αυτά τα όνειρά μας. Πρέπει να προσανατολιζόμαστε σε αυτά τα περάσματα. Και να μάθουμε να τα χρησιμοποιούμε κάπως. Προϋποθέτει μια γνώση όλο αυτό, την οποία μπορεί να την πει κανείς και τύχη, να την πει τέχνη μιας χειρονομίας (όπως έλεγε ο Wittgenstein). Ή, ίσως, και απλή τέχνη του χορού. Δηλαδή ενός σώματος μαλακού και ευλύγιστου που μπορεί να ανέχεται αυτά τα κατάγματα, τα όρια, τις συντριβές, τα τραύματα. Και να συνεχίζει. Συναρπάζοντας κάπως, με έναν τρόπο, θα έλεγα, το άδειο, το κενό.
Αυτό το στάχυ, λοιπόν, είναι σαν χορευτής ή σαν ένας χάρτης. Είναι σαν στίχος ελαφρύ ή σαν σπαθί. Σαν τα σύννεφα κοφτερό. Άλλοτε με πυξίδα μοιάζει και άλλες φορές με απαλό του άνεμου χάδι.

7Το δυνατό, το πλεχτό σκοινί, το τεντωμένο, το γεμάτο δύναμη, που δένει τα μεγάλα πλοία στους κάβους. Μίλα για αυτό το σκοινί.

8Εμένα οι στίχοι μου φτιάχνονται από λέξεις, έλεγε, η Ελένη Βακαλό, σε κάποια συνέντευξή της που τώρα μου έρχεται στο μυαλό. Και το έλεγε αυτό, θέλοντας κάπως να εξηγήσει γιατί γράφει, κυρίως, μικρά και σύντομα ποιήματα. Βλέπετε αυτό πόσο δυσκολεύει τα πράγματα, πόσο τα απλοποιεί. Αυτές οι λέξεις, σε εμένα τουλάχιστον, έρχονται λίγο λίγο. Κόβονται. Υπάρχει ένας ρυθμός με τον οποίον φτάνει ο κόσμος σε εμάς. Μέσα πάντα από την γλώσσα. Υπάρχει ένας ρυθμός. Κάτι ξεκινάει. Σταματάει. Κλείνει. Και μετά έρχεται ξανά. Αυτό είναι πολύ βασικό. Και για τα ποιήματα και για την μουσική. Ο ρυθμός είναι μία έλευση. Κάτι έρχεται. Αλλά και ένα σταμάτημα. Κυρίως, θα έλεγα, είναι ένα σταμάτημα. Κάτι σταματάει να έρχεται. Δεν μπορεί να έρθει και σταματάει. Ξαναέρχεται. Ξανά. Πάλι. Ακόμα μία πέτρα. Άλλη μία φορά.
Άλλοτε, πάλι, πηγαίνουμε εμείς προς τον κόσμο. Ο Olivier Messiaen πήγαινε τα ξημερώματα, ξυπνούσε στις πέντε η ώρα το πρωί και πήγαινε να ακούσει τα πουλιά στο δάσος. Δε ρέμβαζε, δε λέω ότι ρέμβαζε. Δεν έκανε βόλτα. Έκανε dictée στα πουλιά. Με μολύβι και χαρτί στο χέρι. Αυτό μπορεί να ακούγεται αστείο ή νευρωτικό, όμως είναι η αληθινή στάση του ανθρώπου απέναντι στον κόσμο. Και επειδή ο Messiaen δεν ήταν ολοκληρωτικός – ήταν απλώς καθολικός – δεν φιλοδόξησε ποτέ να μεταγγίσει ολόκληρο το ηλιοβασίλεμα ή τέλος πάντων την αυγή, μέσα σε έναν κώδικα. Απλώς, απλά, έγραφε μουσική. Η Πολυξένη έχει, έτσι κι αλλιώς, για πάντα χαθεί. Αυτό αρκεί. Το σώμα, η συγκίνησή του και η γραφή.

9Αυτό το απλά, στον τίτλο του βιβλίου, δεν έχει να κάνει τίποτα με την απλότητα. Έχει να κάνει με το ελάχιστο, που είναι κάτι τελείως διαφορετικό. Με το μικρό, το οποίο είναι κάτι πολύ δυσκολότερο. Σχεδόν ανυπάκουα ιδιότροπο, διεστραμμένο θα τολμούσα να πω. Με το στοιχειώδες. Έχει να κάνει με το σώμα. Τίποτε στον χώρο τον ανθρώπινο, στον χώρο δηλαδή της γλώσσας, δεν είναι απλό. Κι όμως, εκεί ακριβώς συμβαίνει αυτός ο διχασμός. Η γλώσσα πατάει πάνω σε αυτό το κενό. Φύεται ακριβώς εκεί. Το απλό είναι κάτι σαν χάσμα. Είναι εκείνο το φρέαρ που δεν λέγεται.
Το απλό είναι σπαθί. Έφτασα πάλι στην λέξη πάνοπλος του Χρήστου Μαρτίνη ή στα σύννεφα του Εγγονόπουλου! Το απλό είναι σπαθί. Δεν είναι κοινό. Τίποτα το κοινό δεν έχει το απλό. Δεν μοιράζεται, δεν μπορείς να το μοιραστείς. Μοιράζει αυτό. Αυτό είναι το μεγάλο μυστικό και το μεγάλο ψέμα που λέμε στα παιδιά. Αυτά τα κοινά, αυτά που μοιραζόμαστε και αυτά που μας ενώνουν, αυτά τα ψέματα δηλαδή, τα commons όπως έχουν αλλού και άλλοτε ειπωθεί (από εκεί δεν βγαίνει και ο κομμουνισμός; ), όλα αυτά τα κοινά, λοιπόν, έχουν να κάνουν με αυτό το χάσμα, με αυτό το ψέμα. Τίποτα δεν μοιράζεται εκεί, παρά μόνο διχάζεται. Διχάζεται το υποκείμενο, το ομιλ-όν, ο ομιλών διχάζεται.
Δίπλα στο πιάνο του Liszt, στο εθνικό μουσείο της Βουδαπέστης, σε ένα μικρό, ελάχιστο, μονωμένο δωμάτιο, φυλάσσεται και το σπαθί του. Ναι, το πιάνο του και δίπλα το σπαθί του Liszt. Σήμερα μια τέτοια ιδέα, μια τέτοια διάταξη, μοιάζει παράλογη, αλλόκοτη, τρελή, ίσως και απαράδεκτη. Αλλά αυτή είναι η αλήθεια στην τέχνη, δηλαδή στην ζωή. Αυτό είναι το απλό. Και ο καθένας τα βγάζει πέρα όπως μπορεί. Μόνος του. Απέναντι σε αυτό. Το απλό.
Αυτό το απλό, σε εμένα, δεν έρχεται από τον Σεφέρη και όλο τον μύθο (το παραμύθι) το μακρυγιαννικό. Έρχεται, ας πω ένα όνομα, από τον Εγγονόπουλο, από τον Εμπειρίκο. Ο Εμπειρίκος είναι απλός. Εγώ εδώ σταματώ. Και αντί άλλων θα σας πω ένα ανέκδοτο: όταν θυμόταν την άφιξη του Εμπειρίκου στην Μόσχα, τον χειμώνα του 1963, μαζί με μια παρέα Ελλήνων φίλων του, που τότε έκαναν ένα ταξίδι μεγάλο στην Ρωσία, μέχρι την Μογγολία, όταν θυμόταν την άφιξή του, λοιπόν, η Άλκη Ζέη, στην Μόσχα, έλεγε διάφορα. Έλεγε πόσο θαύμασε, πόσο συμπάθησε τον Εμπειρίκο. Έλεγε όμως, επίσης, ότι δεν τον καταλαβαίναμε. Δεν μπορούσαμε να τον διαβάσουμε, διότι δεν καταλαβαίναμε. Μάλλον κρατούσαν λάθος χάρτη! Είχαν άραγε διαβάσει τον Μπόρχες; Ήταν ελάχιστα χρόνια που είχε δημοσιευτεί το διήγημά του για τον χάρτη που μας απασχολεί. Δεν τα καταλαβαίναμε τα ποιήματα του Εμπειρίκου, έλεγε η Άλκη Ζέη και σταματούσαμε. Σταματούσαμε να τα διαβάζουμε. Μου αρέσει που, ακόμη και εκείνοι οι άνθρωποι, ο Σεβαστίκογλου, η Άλκη Ζέη, βυθίζονταν στο ακατανόητο. Τους τύφλωνε και αυτούς, φαίνεται, το πλεονάζον νόημα ή η συγκίνησή του; Ίσως. Και έχαναν, μένανε τυφλοί, δεν έβλεπαν το απλό που άστραφτε μέσα απ’ τις λέξεις. Με σάρκα και οστά, μπροστά τους, πετσοκόβοντας χρόνια, ρωσικά χιόνια, όλα τα νήματα προς το μέλλον ή προς τον ουρανό. Εκτοξεύοντας στίχους στα νέφη!

10Υπάρχει μία τρομερή ανισότητα στην ποίηση. Η ανισότητα του απλού. Δηλαδή αυτού που δεν λέγεται. Και μία γενική ισότητα, εκείνη της τομής, του χάσματος. Του ακατανόητου. Δηλαδή της μοίρας μας. Με άλλα λόγια θα μπορούσαμε να την πούμε και δύσπνοια. Μία δύσπνοια ομιλητική. Μία δύσπνοια της ομιλίας της ίδιας.

Το μυστικό του απλού είναι στο μερικό. Μερικά πράγματα… Όχι ολόκληρο το σώμα. Τίποτα ολόκληρο. Κανένας οργανισμός που θα έλεγε και ο Deleuze. Ένα κομμάτι του μόνο. Ένα σφάγιο που θα έλεγε ο Πενθέας, ο ιδιότροπος, ο ανορθόδοξος Ευριπίδης ή ο Χειμωνάς.

11Το όνειρο είναι αυτό που μένει από το απλό όταν κατάκοπος, χωρίς ούτε μια λέξη δική του, φλέγεται, κοιμάται ο άνθρωπος μες στην απλότητα.
Το χάσμα, το απλό, έχει και ένα δεύτερο όνομα. Ένα όνομα πολύ κοινό. Ένα όνομα απλό. Ένα άλλο όνομα, λοιπόν, για το απλό είναι το όνειρο. Ναι, το όνειρο. Ο άνθρωπος κοιμάται και ονειρεύεται. Μονάχα ο άνθρωπος, άλλωστε, ονειρεύεται.
Τα πράγματα δεν είναι αντικείμενα. Η τεράστια διαφορά των αντικειμένων από τα πράγματα είναι η απλότητα. Η απλότητα των πραγμάτων. Να, ορίστε ένα όνειρο. Ένα όνειρό μου.

Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου Μερικά πράγματα ειπωμένα απλά, που έγινε την Παρασκευή 8 Μαΐου στην Θεσσαλονίκη. Για το βιβλίο, εκείνο το βράδυ, μίλησαν επίσης ο Χρήστος Μαρτίνης, ο Γιάννης Παπαδόπουλος και ο Θωμάς Συμεωνίδης.

* Νίκος Εγγονόπουλος, «Ο Ορφεύς», Στην κοιλάδα με τους ροδώνες, Ίκαρος 1978.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: