Στο διάστημα από το 1882 έως το 1933, εποχή κατά την οποία αναπτύχθηκε η ποιητική παραγωγή του Καβάφη παράλληλα με το έργο άλλων ποιητών που άφησαν ισχυρό αποτύπωμα στον ελληνικό λογοτεχνικό χώρο, όπως ο Κωστής Παλαμάς, ο Άγγελος Σικελιανός και ο Κ.Γ. Καρυωτάκης, η ελληνική ποίηση μετεξελίχθηκε σταδιακά υιοθετώντας καινούργια τεχνοτροπικά και μορφικά μέσα. Κατά τις κρίσιμες αυτές δεκαετίες του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα η μορφή λειτούργησε ως μοχλός επαναπροσδιορισμού και ανανέωσης της ποιητικής γραφής, καθώς δοκιμάστηκαν νεωτεριστικά σχήματα που διαφοροποιούνται από τις αυστηρά έμμετρες φόρμες. Οι πειραματισμοί αυτοί οδήγησαν στην εμφάνιση και την ανάπτυξη του ελευθερωμένου στίχου, δηλαδή της μορφής στην οποία είναι συνθεμένο και το μεγαλύτερο μέρος της ώριμης καβαφικής ποίησης. Στην παρούσα μελέτη εξετάζονται πρωτίστως τα ποιητικά αναγνώσματα του Καβάφη (όπως αυτά εντοπίζονται στη Βιβλιοθήκη του)1 ως προς τη μορφολογική τους εικόνα· ειδικότερα διερευνάται ο βαθμός του αναγνωστικού ενδιαφέροντός του για ποιητικά κείμενα γραμμένα σε ελευθερωμένο στίχο, ώστε να διαπιστωθεί αν οι μορφικές επιλογές του ποιητή διασταυρώνονται με τον ορατό, μέσα από τη Βιβλιοθήκη του, αναγνωστικό ορίζοντά του. Δευτερευόντως, η Βιβλιοθήκη Καβάφη, η σωζόμενη και η εικαζόμενη, διερευνάται ως προς το υλικό που εντάσσεται στο πεδίο της μετρικής ή της στιχουργικής, έρευνα που υπαγορεύεται από τη γνωστή φράση του νεαρού κριτικού Καβάφη ότι «η στιχουργική είναι η γραμματική της ποιήσεως».2
Από το σύνολο των 966 βιβλίων που σώζονται στη Βιβλιοθήκη του Καβάφη, τα 205 εντάσσονται στη θεματική κατηγορία «Νέα Ελληνική Γραμματεία» και, από αυτά, τα 97 είναι ποιητικά βιβλία. Ανάμεσά τους υπάρχουν και αρκετές, συγκεκριμένα 17, αλεξανδρινές εκδόσεις, όπως ποιητικές συλλογές των Κ.Ν. Κωνσταντινίδη, Γιώργου Βρισιμιτζάκη, Πόλυ Μοδινού, Πέτρου Μάγνη και Γλαύκου Αλιθέρση. Έχει νόημα να σημειώσω, επίσης, ότι από τα 97 βιβλία τα 63 φέρουν χειρόγραφες αφιερώσεις του συγγραφέα ή σε λίγες περιπτώσεις του επιμελητή (όταν πρόκειται για κάποια ανθολογία) και 1 φέρει έντυπη αφιέρωση στον Καβάφη, κάτι που σημαίνει ότι τα 64 ποιητικά βιβλία που είχε στην κατοχή του ο Καβάφης (και έχουν σωθεί) προφανώς του προσφέρθηκαν ως δώρο. Έτσι διαπιστώνουμε ότι τα ελληνόγλωσσα βιβλία που ο ίδιος ο Καβάφης επέλεξε να έχει στη Βιβλιοθήκη του δεν είναι έστω ένα μικρό ράφι. Επισκοπώντας τα βιβλία, εντοπίζουμε καταρχήν έκδοση του Ερωτόκριτου και, αναφορικά με την ποιητική παραγωγή του 19ου αιώνα, βρίσκουμε βιβλίο του Αθανάσιου Χριστόπουλου και βιβλία εκπροσώπων τόσο της επτανησιακής σχολής όσο και του αθηναϊκού ρομαντισμού· συγκεκριμένα, ο Καβάφης διέθετε δύο βιβλία του Διονυσίου Σολωμού, τους δύο τόμους των ποιημάτων του Αριστοτέλη Βαλαωρίτη που εκδόθηκαν το 1891, καθώς και τους τρεις τόμους των ποιημάτων του Αχιλλέα Παράσχου που εκδόθηκαν το 1881. Ασφαλώς υπάρχουν και ποιητικές συλλογές εκπροσώπων της γενιάς του 1880, που διαδραμάτισε ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη μετεξέλιξη της ποιητικής μορφής και στη διαμόρφωση του ελευθερωμένου στίχου. Τέτοια παραδείγματα είναι τα βιβλία Σταλακτίται και Γαλήνη 1891-1902 του Γεωργίου Δροσίνη (εκδόσεις του 1881 και του 1902 αντίστοιχα), Πολεμικά τραγούδια
του Ζαχαρία Παπαντωνίου (έκδοση του 1898), Βραδινοί θρύλοι του Κωνσταντίνου Χατζόπουλου (έκδοση του 1920). Και στα τέσσερα αυτά βιβλία περιέχονται, εκτός από ποιήματα αυστηρά έμμετρου στίχου, και ποιήματα σε ελευθερωμένο στίχο. Στην πλειονότητα των ποιητικών βιβλίων της καβαφικής Βιβλιοθήκης είτε ακολουθείται ο αυστηρά έμμετρος στίχος είτε ο αυστηρά έμμετρος στίχος συμπορεύεται με τον ελευθερωμένο. Αναφέρω (με αλφαβητική σειρά) τα ονόματα μερικών από τους ποιητές που συναντούμε, συνομήλικους και νεότερους του Καβάφη: Λευτέρης Αλεξίου, Φώτος Γιοφύλλης, Ιωάννης Γρυπάρης, Καίσαρ Εμμανουήλ, Μαρία Ζάμπα, Γιάννης Καμπύσης, Κ.Γ. Καρυωτάκης, Μιλτιάδης Μαλακάσης, Κώστας Ουράνης, Άγγελος Σημηριώτης, Γιάννης Σιδέρης, Γεράσιμος Σπαταλάς, Μάρκος Τσιριμώκος, Νίκος Χάγερ Μπουφίδης. Στη Βιβλιοθήκη του Καβάφη υπάρχει, επίσης, συνοδευόμενη από χειρόγραφη αφιέρωση, η ποιητική συλλογή Ο κήπος με τα ηλιοτρόπια του Βασίλη Μεσολογγίτη, του 1923, στην οποία εναλλάσσεται ο ελευθερωμένος με τον ελεύθερο στίχο.3 Τέλος, βρίσκουμε τις ελευθερόστιχες ποιητικές συλλογές Στου γλυτωμού το χάζι
του Θεόδωρου Ντόρρου, έκδοση του 1930, και Ποιήματα του Νικήτα Ράντου, έκδοση του 1933 που φέρει χειρόγραφη αφιέρωση στον Καβάφη και περιλαμβάνει ποίημα τιτλοφορημένο με το όνομά του («Κ.Π. Καβάφης»). Κανένα από τα τρία αυτά βιβλία δεν φέρει σημειώσεις ανάγνωσης· επιπλέον, ορισμένα παράφυλλα αρχής του βιβλίου του Μεσολογγίτη είναι άκοπα, ενώ και το βιβλίο του Ντόρρου είναι μερικώς κομμένο. Εξάλλου τα βιβλία αυτά εκδόθηκαν τα τελευταία χρόνια της ζωής του Αλεξανδρινού.
Τα στοιχεία που αφορούν την παρουσία της νεοελληνικής ποίησης στη Βιβλιοθήκη του Καβάφη διασταυρώνονται, ως έναν βαθμό, με τις θεωρητικές του αναζητήσεις, έτσι όπως αυτές αποτυπώνονται στα πεζά του κείμενα. Για παράδειγμα, ο Καβάφης το 1908 δημοσίευσε κείμενο για το βιβλίο του Μάρκου Αυγέρη Τραγούδι της τάβλας
που σώζεται στη Βιβλιοθήκη του. Ο ποιητής κρίνει θετικά το εν λόγω βιβλίο και ειδικότερα για τη στιχουργική του γράφει: «Η στιχουργία του Τραγουδιού της Τάβλας είναι καμωμένη με προσοχή. Είναι εις δεκαπεντασυλλάβους, ως επιτοπλείστον χωρίς ομοιοκαταληξίαν. Έχει όμως μέρη τινά μ’ έως οκτώ και κάποτε περισσοτέρους ομοιοκαταλήκτους στίχους κατά συνέχειαν».4 Εκτός από το εν λόγω κείμενο, το οποίο είχε δημοσιεύσει ο ποιητής, στο Αρχείο του έχουν βρεθεί (και έχουν συμπεριληφθεί στον τόμο των πεζών κειμένων του που έχει επιμεληθεί ο Μιχάλης Πιερής) ένα αγγλικό κείμενο με βιογραφικές πληροφορίες για τον Χριστόπουλο (που χαρακτηρίζεται «ο μεγαλύτερος λυρικός ποιητής της νεότερης Ελλάδας»),5 καθώς και κείμενο για τον Βαλαωρίτη,6 η γραφή των οποίων χρονολογείται πιθανώς το 1882 και το 1924-1925 αντίστοιχα.
Αναφορικά με τη μορφολογική εικόνα των ποιητικών αναγνωσμάτων του Καβάφη, είναι αξιοσημείωτο ότι από τη Βιβλιοθήκη του (τόσο από τη φυσική όσο και από την εικαζόμενη) απουσιάζουν τα μεγάλα συνθέματα σε ελευθερωμένο στίχο του Κωστή Παλαμά, του ουσιαστικού εισηγητή αυτής της μορφής στην Ελλάδα,7 δηλαδή Οι χαιρετισμοί της Ηλιογέννητης
και Ο δωδεκάλογος του Γύφτου, που εκδόθηκαν το 1900 και το 1907 αντίστοιχα. Στον κατάλογο της Ιδανικής Βιβλιοθήκης έχουν συμπεριληφθεί, με βάση τη μαρτυρία του Μιχάλη Περίδη, ο οποίος είχε ερευνήσει τη Βιβλιοθήκη το 1941-1942, αλλά και με βάση ορισμένες αναφορές του Καβάφη σε πεζά κείμενά του, τα εξής βιβλία: Τραγούδια της πατρίδος μου (1886), Τα μάτια της ψυχής μου (1892), Η ασάλευτη ζωή (1904), Οι καημοί της λιμνοθάλασσας και τα σατυρικά γυμνάσματα (1912), Τα δεκατετράστιχα
(1919), Τα παράκαιρα (1919). Από τα συγκεκριμένα βιβλία, ποιήματα ή μέρη ποιημάτων σε ελευθερωμένο στίχο υπάρχουν στα εξής: Τα μάτια της ψυχής μου, Η ασάλευτη ζωή, Οι καημοί της λιμνοθάλασσας και Τα παράκαιρα.[8] Επίσης, από την καβαφική Βιβλιοθήκη απουσιάζει (με εξαίρεση την τραγωδία Ο τελευταίος ορφικός διθύραμβος ή διθύραμβος του ρόδου που εκδόθηκε το 1932) το ποιητικό έργο του Σικελιανού, έργο με αισθητή παρουσία του ελευθερωμένου στίχου. Οι συνθέσεις στις οποίες εντοπίζονται οι μετρικοί νεωτερισμοί της σικελιανικής ποίησης είναι ο Αλαφροΐσκιωτος που εκδόθηκε το 1909 και ο Πρόλογος στη ζωή που συναποτελείται από πέντε ενότητες, τις Συνειδήσεις, οι τέσσερις από τις οποίες εκδόθηκαν από το 1915 έως το 1917, δηλαδή όσο ζούσε ο Καβάφης· ποίημα από τον Αλαφροΐσκιωτο αλλά και ποιήματα από τη Συνείδηση της γης μου και τη Συνείδηση της γυναίκας είχαν δημοσιευτεί και στο περιοδικό Γράμματα της Αλεξάνδρειας. Αξιοσημείωτο είναι, ακόμα, ότι στην καβαφική Βιβλιοθήκη υπάρχει η δεύτερη έκδοση του βιβλίου του Κώστα Βάρναλη Το φως που καίει, χρονολογημένη το 1933, και λείπει η πρώτη μορφή του συνθέματος, αυτή του 1922, η οποία μάλιστα τυπώθηκε στην Αλεξάνδρεια από τον εκδοτικό οίκο του Στέφανου Πάργα· ορισμένα τμήματα της αρχικής εκδοχής του ποιητικού βιβλίου, που ο Βάρναλης υπέγραψε με το ψευδώνυμο Δήμος Τανάλιας,9 είναι συνθεμένα σε ελευθερωμένο στίχο, ο οποίος στη δεύτερη έκδοση μετατράπηκε σε αυστηρά έμμετρο.
Αν μετατοπίσουμε το ενδιαφέρον μας στην ευρωπαϊκή ποίηση, μία απουσία που έχει, επίσης, σημασία (την οποία έχει παρατηρήσει και ο Μιχάλης Περίδης) είναι αυτή των γάλλων συμβολιστών, που δημιούργησαν τον ελευθερωμένο στίχο. Σε αντιδιαστολή με την απουσία των συμβολιστών, υπάρχει πληθώρα βιβλίων του Victor Hugo, κάτι που ο Περίδης σχολιάζει ως εξής: «Κανενός άλλου ποιητή δεν βρίσκονται τόσες συλλογές στη βιβλιοθήκη. […] Όταν ο Καβάφης ως ποιητής καταστάλαξε στην προσωπική ουσία του, ήταν αντιουγκικός, και όμως ο Ουγκώ υπήρξε ο ποιητικός έρωτας της νεότητός του. Θα τον εθαύμαζε ως δημιουργό, ως μεγάλο Διδάσκαλο του λόγου, του ρυθμού, των μεγάλων εικόνων, των μεγαλοπρεπών παρομοιώσεων».10
Η εικόνα των αναγνωσμάτων του Καβάφη συμπληρώνεται από τους τίτλους που συμπεριλαμβάνονται στον κατάλογο της Ιδανικής Βιβλιοθήκης του. Εκτός από τις εγγραφές για βιβλία του Παλαμά, στις οποίες αναφέρθηκα παραπάνω, βρίσκουμε συλλογές δημοτικών τραγουδιών (το ενδιαφέρον του Καβάφη για το δημοτικό τραγούδι μαρτυρείται και από τα κείμενά του για τα βιβλία Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού του Ν.Γ. Πολίτη και Καρπαθιακά δημοτικά άσματα του Μ.Γ. Μιχαηλίδη, δημοσιευμένα το 1914 και το 1917 αντίστοιχα),11 Τα άπαντα του Γεωργίου Ζαλοκώστα, βιβλίο του Γεράσιμου Μαρκορά, καθώς και βιβλία των Ιωάννη Πολέμη, Λάμπρου Πορφύρα, Γεωργίου Σουρή, Γεωργίου Στρατήγη, Κώστα Κρυστάλλη, Σωτήρη Σκίπη. Για την ποιητική συλλογή του Στρατήγη μάλιστα, με τίτλο Νέα ποιήματα, που εκδόθηκε το 1892, ο Καβάφης δημοσίευσε το 1893 επαινετική κριτική, με την οποία εξαίρει την εκτεταμένη και επιτυχή χρήση της προπαροξύτονης ομοιοκαταληξίας υπερτονίζοντας τη φυσικότητα της μη επιτηδευμένης ρίμας.12 Στον κατάλογο της Ιδανικής Βιβλιοθήκης περιέχεται, επίσης, η Στροφή του Γιώργου Σεφέρη, γραμμένη κατά βάση σε αυστηρά έμμετρο στίχο, που εκδόθηκε το 1931· το εν λόγω βιβλίο ανήκε στον Καβάφη (υπάρχει και χειρόγραφη αφιέρωση του Σεφέρη στον ποιητή) αλλά βρίσκεται στη βιβλιοθήκη του Λίνου Μπενάκη και είναι άκοπο, όπως μας πληροφορεί η Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού.13 Πάντως και αυτό το βιβλίο ήταν εξ αντικειμένου πάρα πολύ όψιμο για να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή.
Εκτός από τα πεζά κείμενα του Καβάφη στα οποία αναφέρθηκα παραπάνω, έχει σημασία να σταθούμε και στη μελέτη του, χρονολογημένη περίπου το 1902, «Η συνάντησις των φωνηέντων εν τη προσωδία», η οποία δεν είχε δημοσιευτεί από τον ίδιο αλλά παρουσιάστηκε από τον Γιώργο Κεχαγιόγλου το 1977.14 Σε αυτή ο ποιητής διατυπώνει μια σειρά από κανόνες για τη συνεκφώνηση ή τη χασμωδική προφορά των γειτονικών φωνηέντων κάνοντας αναφορές σε ποιητές της επτανησιακής και της αθηναϊκής σχολής, στον Παλαμά, στο δημοτικό τραγούδι, στην αρχαία ελληνική και τη λατινική ποίηση, καθώς και στην αγγλική, τη γαλλική και την ιταλική ποίηση, κατά συνέπεια είναι βέβαιο ότι ο Καβάφης έλαβε υπόψη του ένα ευρύ πεδίο ποιητικών κειμένων. Οι κανονιστικού τύπου απόψεις του ποιητή, όπως αυτές εκτίθενται στο εν λόγω κείμενο, φαίνεται να συναρτώνται κυρίως, όπως έχει επισημάνει και ο Κεχαγιόγλου,15 με την παράδοση του ποιητικού λόγου της αθηναϊκής σχολής και τη γλωσσική αντίληψη της καθαρεύουσας, κάτι που γίνεται εμφανές, για παράδειγμα, στο παρακάτω απόσπασμα: «[…] αυτή η ‘‘καθαρολόγος σχολή’’ είχε ποιητάς ως τον Ζαλοκώσταν, τον Παπαρρηγόπουλον, τον Καρασούτσαν. Αυτοί οι άνθρωποι ήσαν πολυμαθείς, ήσαν καλλιτέχναι, ήσαν γνώσται της αρχαίας ελληνικής προσωδίας και ξένων προσωδιών. […] Δεν δύναται δε τις νομίζω σοβαρώς να ισχυρισθή ότι τα ποιήματα του Ζαλοκώστα (‘‘Το χάνι της Γραβιάς’’) και άλλων ποιητών […] δεν ηχούν και ομαλά και αρμονικά».16 Αξιοσημείωτη είναι και μία ακόμα εστιασμένη σε μετρικό θέμα εργασία του Καβάφη, με αντικείμενο την ομοιοκαταληξία, την οποία δημοσίευσε για πρώτη φορά και σχολίασε το 1990 ο Χ.Λ. Καράογλου·17 ουσιαστικά πρόκειται για δύο ριμάρια (το πρώτο συνοδεύεται από τη σημείωση «καθαρεύουσα»), η συγγραφή των οποίων χρονολογείται μεταξύ των ετών 1892-1902. Αναφορικά με το δεύτερο ριμάριο, ο Καράογλου μας πληροφορεί ότι «ο Καβάφης βασίστηκε σε ομοιοκατάληκτες λέξεις που άντλησε από ποιήματα άλλων ποιητών» και αποφαίνεται ότι «οι παραπομπές αποτελούν τεκμήρια των επαφών του ποιητή με την παλαιότερη και τη σύγχρονή του ποίηση»·18 συγκεκριμένα, οι παραπομπές που καταγράφει ο μελετητής αφορούν βιβλία των Διονυσίου Σολωμού, Αριστοτέλη Βαλαωρίτη, Γεράσιμου Μαρκορά, Γεωργίου Ζαλοκώστα, Μένου Φιλήντα, Ηλία Βουτιερίδη, Γεωργίου Στρατήγη, Κώστα Κρυστάλλη, Κωστή Παλαμά, Ιωάννη Πολέμη.19
Παρά το ενδιαφέρον του Καβάφη για θέματα μετρικής φύσης, από τη σωζόμενη Βιβλιοθήκη του απουσιάζουν τα εγχειρίδια στιχουργικής· κατά τη διάρκεια της ζωής του ποιητή εκδόθηκαν τα εγχειρίδια νεοελληνικής μετρικής των Δημητρίου Ζαλούχου (1884), Παναγιώτη Γριτσάνη (1891), Θεόδωρου Αποστολόπουλου (1891), Ηλία Βουτιερίδη (1929), Γεωργίου Σουμελίδη (1929) και Θρασύβουλου Σταύρου (1930). Στον κατάλογο της Ιδανικής Βιβλιοθήκης βρίσκουμε τη στιχουργική του Γριτσάνη, για την οποία εξάλλου ο Καβάφης δημοσίευσε κριτικό κείμενο όταν εκδόθηκε το βιβλίο,20 αλλά και τη Νεοελληνική μετρική του Σταύρου. Όπως γράφει ο Ευριπίδης Γαραντούδης, το εγχειρίδιο μετρικής με το οποίο καταπιάνεται ο Καβάφης είναι (μαζί με αυτό του Αποστολόπουλου) «ο έσχατος σταθμός της παρεξηγημένης σύνδεσης με τα αρχαία μέτρα» και «ο Γριτσάνης είναι ουσιαστικά ο τελευταίος απολογητής της ρομαντικής αισθητικής», καθώς «υπερασπίζεται (στα 1891!) τη γνώμη ότι οι ποιητές ‘‘οφείλουσι να ποιώνται χρήσιν της καθαρευούσης’’ και […] όλα σχεδόν τα παραδείγματα των στίχων που παραθέτει στο βιβλίο του, προέρχονται από την ποιητική παραγωγή της αθηναϊκής σχολής».21 Η θετική πρόσληψη από τον Καβάφη ενός βιβλίου μετρικής θεμελιωμένου με βάση τις γλωσσικές και μορφικές αρχές του κλασικιστικής ροπής αθηναϊκού ρομαντισμού το 1891, δηλαδή σε μια εποχή κατά την οποία ο ρομαντισμός είχε ήδη εκπνεύσει και οι όροι θεώρησης και παραγωγής της ποίησης είχαν μεταβληθεί με την έλευση της γενιάς του 1880 και την επικράτηση της δημοτικής γλώσσας, είναι ευεξήγητη αν αναλογιστούμε ότι ο ποιητής μέχρι τη στιγμή που δημοσίευσε την υπό εξέταση βιβλιοκρισία, δηλαδή μέχρι τον Οκτώβριο του 1891, είχε γράψει μόλις 17 ποιήματα που εντάσσονται στη ρομαντική περίοδο της καβαφικής ποίησης, με εξαίρεση το ανέκδοτο ποίημα «Αλληλουχία κατά τον Βωδελαίρον» και το αποκηρυγμένο ποίημα «Κτίσται», τα οποία συντέθηκαν τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1891 αντίστοιχα και αποτελούν τις πρώτες συμβολιστικές δοκιμές του Καβάφη. Ιδιαίτερα ενδιαφέρον είναι το γεγονός ότι, ενώ ο Καβάφης το 1891 επιδοκιμάζει την αρχαϊστικής θεώρησης Στιχουργική του Γριτσάνη, λίγα χρόνια αργότερα, το 1902, στο κείμενό του «Η συνάντησις των φωνηέντων εν τη προσωδία», στο οποίο έγινε αναφορά παραπάνω, παρόλο που και το εν λόγω γραπτό διαπνέεται από τις αρχές της παράδοσης της ρομαντικής ποίησης, γράφει ότι η αρχαία ελληνική μετρική διαφοροποιείται από τη νέα.22 Η μεταβολή της στάσης του Καβάφη ως προς τη σύνδεση της νεοελληνικής στιχουργικής με την αρχαία είναι ένα στοιχείο που δείχνει τη σταδιακή ωρίμανση των θεωρητικών αντιλήψεών του και συνάμα των ποιητικών πρακτικών του.
Οι απόψεις περί μετρικής, οι οποίες διατυπώνονται από τον Καβάφη στα παραπάνω γραπτά, δεν είναι δυνατόν να συσχετιστούν με τους τρόπους της ποιητικής του γραφής ή να εκληφθούν ως ολοκληρωμένη θεωρία διότι είναι χρονικά πρώιμες. Oι ώριμες θέσεις του αποτυπώνονται ως έναν βαθμό στον δεύτερο τόμο του βιβλίου Ο ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος του Αθανάσιου Πολίτη, που εκδόθηκε το 1930· στον τόμο αυτό, συγκεκριμένα στο κεφάλαιο «Η πνευματική και καλλιτεχνική ζωή των Ελλήνων εν Αιγύπτω», ο συγγραφέας κάνει εκτεταμένη μνεία στην καβαφική ποίηση περιγράφοντας, μεταξύ άλλων, και τη μορφή της· μάλιστα χρησιμοποιεί τον όρο «ελευθερωμένος στίχος», που εμφανίζεται σπάνια εκείνη την εποχή, και αναδεικνύει, εκτός από γενικά μορφικά χαρακτηριστικά, και ειδικότερα γνωρίσματα των στίχων του Καβάφη (όπως τη στίξη ως παράγοντα ποικιλίας του ρυθμού στο εσωτερικό των στίχων).23 Όμως, η ευστοχία των παρατηρήσεων του Πολίτη οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στο γεγονός ότι οι παρατηρήσεις αυτές απηχούν την οπτική του ίδιου του Καβάφη, αφού η εν λόγω περιγραφή συντάχθηκε με τη δική του συνδρομή, όπως έχει δείξει ο Στρατής Τσίρκας.24 Στη Βιβλιοθήκη του Καβάφη σώζονται και οι δύο τόμοι του συγκεκριμένου βιβλίου· για τον πρώτο τόμο, που εκδόθηκε το 1928 και φέρει χειρόγραφη αφιέρωση του συγγραφέα στον ποιητή, ο Καβάφης δημοσίευσε θετικό κριτικό κείμενο το 1929.25
Με βάση όσα αναφέρθηκαν παραπάνω διαπιστώνω ότι οι μορφικές επιλογές του Καβάφη στην ποιητική πράξη κατ’ ουσίαν δεν διασταυρώνονται με το πεδίο των αναγνωσμάτων του, έτσι όπως αυτό διαφαίνεται μέσα από τα ευρήματα της Βιβλιοθήκης του, ή ακόμα και από τον κατάλογο της Ιδανικής Βιβλιοθήκης του, με την έννοια ότι η παρουσία της ελευθερωμένης ελληνικής ποίησης δεν κατέχει σημαντική θέση σε αυτή, κάτι που συνάδει με τους θεωρητικούς προβληματισμούς που ανέπτυξε ο ποιητής στα πρώιμα πεζά κείμενά του, τα οποία αφορούν την ποίηση του αυστηρά έμμετρου στίχου. Επομένως, όπως ο Καβάφης δεν ανέπτυξε συστηματικά τις θέσεις του περί μετρικής (σε αντίθεση με τον Παλαμά) και δεν έκανε θεωρητικές αναφορές στη μορφή του ελευθερωμένου στίχου, έτσι δεν συγκέντρωσε στη Βιβλιοθήκη του σύγχρονά του ποιητικά βιβλία που συνιστούν σημαντικά δείγματα ελευθερωμένου στίχου. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο Καβάφης δεν γνώριζε ή δεν είχε διαβάσει τα συγκεκριμένα έργα· άλλωστε, όπως γράφει ο Περίδης, ο ποιητής «δεν ήταν βιβλιόφιλος με την έννοια του συλλέκτη βιβλίων. Εκείνο που τον ενδιέφερε ήταν να διαβάση το βιβλίο και όχι να το αποκτήση για τη βιβλιοθήκη του».26 Ενδεικτική για τη Βιβλιοθήκη του Καβάφη και για τη σχέση του ποιητή με τα βιβλία είναι και η ακόλουθη μαρτυρία του Ιωάννη Σαρεγιάννη: «Τη σύγχρονη λογοτεχνία, την παρακολουθούσε [ο Καβάφης] με περιέργεια, αλλά κι αρκετά αόριστα μου φαίνεται· δεν τον ενδιέφεραν οι λεπτομέρειες αλλ’ ήθελε να ξέρει τι γινόταν γύρω του. […] Φαντάζομαι πως από το 1911 περίπου, αφ’ ότου δηλαδή άρχισε να δημοσιεύει τακτικά, έπαυσε να διαβάζει συστηματικά κι αρκούνταν κυρίως να ξεφυλλίζει διάφορα βιβλία για να εξακριβώνει τις εποχές, […], ή για να ελέγχει και τις μικρότερες ιστορικές λεπτομέρειες, που έβαζε στα ποιήματά του».27 Εντέλει επιβεβαιώνεται και μέσα από τη Βιβλιοθήκη του Καβάφη ότι ο ελευθερωμένος στίχος της ώριμης ποίησής του, όσο κι αν εντάσσεται στο πλαίσιο των μορφικών καινοτομιών της εποχής, δεν είναι αποτέλεσμα αναγνωστικών επιρροών αλλά είναι το καταστάλαγμα της τριβής του με τον στίχο και των μετρικών δοκιμών του· άλλωστε, η καβαφική εκδοχή της ελευθερωμένης φόρμας διαφέρει αισθητά από αυτή των άλλων ποιητών, καθώς εξαιτίας μιας σειράς χαρακτηριστικών της (όπως η έντονη παρουσία της εσωτερικής στίξης, η πυκνή χρήση του διασκελισμού, η χρήση τόσο της συνίζησης όσο και της χασμωδίας) λειτουργεί ως μέσο διαμόρφωσης μιας αφηγηματικής ποίησης ή ποίησης πεζολογικού τόνου.28
1. Για τον κατάλογο της Βιβλιοθήκης του Καβάφη, βλ. Μιχαήλα Καραμπίνη-Ιατρού, Η βιβλιοθήκη Κ.Π. Καβάφη, Ερμής 2003. Για την ψηφιοποίηση των εντύπων της Βιβλιοθήκης του Καβάφη, βλ. «Βιβλιοθήκη Κ.Π. Καβάφη», Αρχείο Κ.Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, στο: Ψηφιακή Συλλογή του Αρχείου Καβάφη, Επιμέλεια Ίδρυμα Ωνάση, https://cavafy.onassis.org/el/library/. Βλ., επίσης, «Ιδανική Βιβλιοθήκη», Αρχείο Κ.Π. Καβάφη του Ιδρύματος Ωνάση, στο: Ψηφιακή Συλλογή του Αρχείου Καβάφη, Επιμέλεια Ίδρυμα Ωνάση, https://cavafy.onassis.org/el/ideal-library/.
2. Κ.Π. Καβάφης, «Ολίγαι λέξεις περί στιχουργίας», Τα πεζά (1882;-1931), Φιλολογική επιμέλεια Μιχάλης Πιερής, Ίκαρος 20102
(1η έκδοση: 2003), σ. 41-46: 45.
3. Βλ. Βαρβάρα Ρούσσου, «Ο Κουρασμένος της Ηδονής», Ο Αναγνώστης, 23 Απριλίου 2023, https://www.oanagnostis.gr/o-koyrasmenos-tis-idonis-tis-varvaras-royssoy/. Μεταγενέστερο έργο του Μεσολογγίτη, χρονολογημένο το 1926, έχει αναδειχθεί πρόσφατα από την Αλεξάνδρα Σαμουήλ ως το πρώτο μοντερνιστικό ελευθερόστιχο ποιητικό βιβλίο, βλ. Β.Π. Μεσολογγίτης, Ο κουρασμένος της ηδονής (Εξομολογήσεις σ’ ελεύθερο στίχο), Επιμέλεια Αλεξάνδρα Σαμουήλ, Κίχλη 2022.
4. Κ.Π. Καβάφης, «[Τραγούδι της τάβλας]», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 109-110: 110.
5. Κ.Π. Καβάφης, «What I remember of my essay on Christopoulos», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 187-188:187· η μετάφραση του κειμένου: «Τι θυμάμαι από την Εργασία μου για τον Χριστόπουλο», ό.π., σ. 317-319: 317.
6. Κ.Π. Καβάφης, «[Εισήγηση για τον Βαλαωρίτη]», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 307.
7. Βλ. Άννα Κατσιγιάννη, «Μορφικές μεταρρυθμίσεις στην ελληνική ποίηση του τέλους του 19ου και των αρχών του 20ού αιώνα (Συνοπτικό διάγραμμα)», Παλίμψηστον, τχ. 5, Δεκέμβριος 1987, σ. 157-184: 171.
8. Βλ. Ευριπίδης Γαραντούδης, Ο Παλαμάς από τη σημερινή σκοπιά. Όψεις της ποίησής του και της σύγχρονης πρόσληψής της, Εκδόσεις Καστανιώτη 2005, σ. 121-128· ο Γαραντούδης έχει συγκεντρώσει και έχει καταγράψει το σύνολο των συνθεμένων σε ελευθερωμένο στίχο παλαμικών ποιημάτων.
9. Δήμος Τανάλιας [Κώστας Βάρναλης], Το φως που καίει, Αλεξάνδρεια, «Γράμματα» - Εκδότης Στέφανος Πάργας 1922.
10. Μιχάλης Περίδης, Ο βίος και το έργο του Κωνστ. Καβάφη, Ίκαρος 1948, σ. 69.
11. Κ.Π. Καβάφης, «[Εκλογαί από τα τραγούδια του ελληνικού λαού]», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 111-127 και Κ.Π. Καβάφης, «[Καρπαθιακά δημοτικά άσματα]», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 128-135.
12. Κ.Π. Καβάφης, «Η ποίησις του κ. Στρατήγη», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 79-91: 79.
13. Καραμπίνη-Ιατρού, Η βιβλιοθήκη Κ.Π. Καβάφη, ό.π., σ. 127.
14. Γιώργος Κεχαγιόγλου, «Κ.Π. Καβάφη, ‘‘Η Συνάντησις των Φωνηέντων εν τη Προσωδία’’: Παρουσίαση και σχολιασμός του ανέκδοτου πεζού κειμένου», Ελληνικά, τ. 30, τχ. 2, 1977-1978, σ. 353-382. Βλ. και Κ.Π. Καβάφης, «Η συνάντησις των φωνηέντων εν τη προσωδία», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 243-255.
15. Κεχαγιόγλου, ό.π., σ. 377-378.
16. Καβάφης, «Η συνάντησις των φωνηέντων εν τη προσωδία», ό.π., σ. 249-250.
17. Κ.Π. Καβάφη, «[Ριμάριο]», Δημοσιευμένο και σχολιασμένο από τον Χ.Λ. Καράογλου, Μολυβδοκονδυλοπελεκητής, τ. 2, 1990, σ. 71-123.
18. Ό.π., σ. 90.
19. Ό.π., σ. 90-91.
20. Καβάφης, «Ολίγαι λέξεις περί στιχουργίας», ό.π., σ. 41-46.
21. Ευριπίδης Γαραντούδης, Αρχαία και νέα ελληνική μετρική. Ιστορικό διάγραμμα μιας παρεξήγησης, Εισαγωγή Massimo Peri, Πάδοβα, Studi Bizantini e Neogreci, Quaderni 21 1989, σ. 40, 41, 42.
22. Ο Γαραντούδης, αναφερόμενος στο συγκεκριμένο σχόλιο του Καβάφη, επισημαίνει ότι αυτό «δηλώνει ποιο ήταν το γενικότερο κλίμα την εποχή αυτή στην εκτίμηση των σχέσεων νέας και αρχαίας μετρικής», ό.π., σ. 84.
23. Αθανάσιος Γ. Πολίτης, Ο ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος, Τόμος δεύτερος, Εκδοτικός οίκος «Γράμματα», Αλεξάνδρεια 1930, σ. 455-456.
24. Στρατής Τσίρκας, «Κ.Π. Καβάφης. Σχεδίασμα χρονογραφίας του βίου του»,
Επιθεώρηση Τέχνης ΙΗ΄/108 (Δεκέμβριος 1963), Αφιέρωμα στον Καβάφη, σ. 676-706: 703. Επίσης, βλ. τα σχόλια του Γ.Π. Σαββίδη στο Γ.Π. Σαββίδης, Οι καβαφικές εκδόσεις (1891-1932). Περιγραφή και σχόλιο. Βιβλιογραφική μελέτη, Ίκαρος 1992 (1η έκδοση: Ταχυδρόμος 1966), σ. 37, αναφορικά με τη συμμετοχή του Καβάφη στο βιβλίο του Πολίτη. Σχετικά με το βιβλίο του Πολίτη, βλ. και τις πληροφορίες: Ευριπίδης Γαραντούδης - Μαρία Ρώτα, «Επίμετρο. Ο άγνωστος πεζογράφος Μιχάλης Περίδης», στο Μιχάλης Περίδης, Οι Γαλανοί στην Αλεξάνδρεια – Αγωνίες, Φιλολογική επιμέλεια Ευριπίδης Γαραντούδης - Μαρία Ρώτα, Gutenberg 2018, σ. 287-385: 373.
25. Κ.Π. Καβάφης, «[Για το Ο ελληνισμός και η νεωτέρα Αίγυπτος]», Τα πεζά (1882;-1931), ό.π., σ. 151.
26. Περίδης, Ο βίος και το έργο του Κωνστ. Καβάφη, ό.π., σ. 65.
27. Το παράθεμα αντλήθηκε από το βιβλίο: Καραμπίνη-Ιατρού, Η βιβλιοθήκη Κ.Π. Καβάφη, ό.π., σ. 164 (προέρχεται από το βιβλίο του Ι.Α. Σαρεγιάννη, Σχόλια στον Καβάφη, Ίκαρος 1964).
28. Βλ. Δήμητρα Ραζάκη, Η μετρική της ποίησης του Καβάφη, Διδακτορική διατριβή, Τομέας Νεοελληνικής Φιλολογίας, Τμήμα Φιλολογίας, Φιλοσοφική Σχολή, Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών 2022 (η διατριβή είναι διαθέσιμη στον ηλεκτρονικό σύνδεσμο: https://freader.ekt.gr/eadd/index.php?doc=53856&lang=el#p=1). Βλ., επίσης, την επεξεργασμένη μορφή της διατριβής: Δήμητρα Ραζάκη, Κ.Π. Καβάφης: Από το εργαστήριο της μετρικής στην ποιητική, Πρόλογος Ευριπίδης Γαραντούδης, Αθήνα, εκδ. Άρτεμις Πετροπούλου 2026.