Ο Ιούλιος ήταν ο αγαπημένος της μήνας. Ένιωθε μία ανακουφιστική στασιμότητα. Ο Ιούνιος έμπαινε πάντα με ορμή, με ταχύτητα. Σχολικές γιορτές και επιδείξεις, ιατρικές εξετάσεις, εκκρεμότητες πάσης φύσεως και καλοκαιρινή οργάνωση σπιτιoύ. Ο Αύγουστος, από την άλλη, μετρούσε αντίστροφα. Ο Ιούλιος, όμως, ήταν αλλιώτικος. Ο χρόνος σταματούσε στις ήσυχες αμμουδιές με τα γαλάζια νερά, στις βόλτες για παγωτό και στα νωχελικά απογεύματα στο μπαλκόνι.
Η Ρέα είχε αδυναμία και στα κουτιά. Τα έβρισκε συναρπαστικά και μυστηριώδη. Της άρεσαν όλα, μικρά ή μεγάλα, μονόχρωμα ή πολύχρωμα, με αμπαλάζ ή χωρίς. Η θέασή τους και μόνο αποτελούσε υπόσχεση χαράς και ενθουσιασμού για εκείνη. Θυμήθηκε το πρώτο Χριστουγεννιάτικο κουτί που της έδωσαν οι γονείς της και τον ενθουσιασμό που ένιωσε αντικρίζοντας το ροζ ελεφαντάκι που είχε ζητήσει. Και αργότερα σε κάποια εφηβικά γενέθλια, τα δέκατα πέμπτα μάλλον, όλα τα δώρα των φίλων της. Ο Μιχάλης της είχε δώσει ένα μπλε, βελούδινο κουτί όταν της είχε ζητήσει να παντρευτούν. Ήταν πολύ μικρό, αλλά συμβόλιζε κάτι πολύ μεγάλο. Τα δοσμένα με αγάπη κουτιά ήταν μαγικά, ήταν βέβαιη γι’ αυτό. Χάριζαν φως και ζωγράφιζαν χαμόγελα.
Ακούμπησε το κουτί που είχε παραλάβει νωρίς το πρωί στο τραπέζι. Ήταν μεταλλικό. Σκέτο. Αυτή τη φορά γνώριζε το περιεχόμενο. Περιείχε τεκμήρια μιας περασμένης ζωής, σχεδόν μυθοπλαστικής. Περιείχε αποδείξεις ότι έστω και για λίγο ήταν και ο Μάξιμος εδώ. Έφυγε έναν Ιούλη πριν από έντεκα χρόνια. Σήμερα θα ήταν δεκατρία και μισό. Το πιστοποιητικό απολύμανσης ήταν κολλημένο με σελοτέιπ στο πλάι.
Αντί ευχετήριας κάρτας