Παράξενοι αποχαιρετισμοί

Παράξενοι αποχαιρετισμοί

Με το αυτοκίνητό μου ταξιδεύω στον χρόνο. Όταν δεν έχω τι να κάνω, το καβαλάω και βολτάρω στην παλιά μου γειτονιά. Έχει πολλά ανέβα κατέβα, διπλοπαρκαρισμένα και αδιέξοδα· έχει γραφικά σοκάκια, οπτικές φυγές και οικεία πρόσωπα.
Σήμερα λέω ν’ ανηφορίσω. Θα πάρω τον παράδρομο που θα με βγάλει στο κίτρινο σπίτι με το πιάνο. Αν είμαι τυχερή, θα πετύχω την ώρα που το κορίτσι κάνει διάλειμμα από τις νότες του, κι όσο κοιτάζει την πόλη από ψηλά ίσως διακρίνω στο τζάμι τις νιφάδες που ‘χει ζωγραφίσει με το χνότο. Θα περάσω τη μεγάλη πύλη, θα μπω ανάποδα σε μονόδρομους, θα κάνω ελιγμούς, κι αν πάρω τη σωστή κατεύθυνση, καμιά εικοσιπενταριά χρόνια παρακάτω θα την ξανασυναντήσω. Θα τη βρω να περιμένει στη στροφή του κεντρικού, με το βλέμμα καρφωμένο στο απέναντι πεζοδρόμιο. «Εμπρός, κάν’ το!», θα της φωνάξω περνώντας ξυστά με το αυτοκίνητο.
Αλλά δεν θα μ’ ακούσει.
Λίγα μέτρα παρακάτω θα κάνω αναστροφή και θ’ ανηφορίσω ξανά. Στο παρκάκι πίσω από την εκκλησία θα με προσπεράσει ένας ξανθομπάμπουρας με γόνατα πληγιασμένα και μια ξεφούσκωτη μπάλα παραμάσχαλα. Θα τον δω να απομακρύνεται βιαστικά, και μόλις στρίψει στη μεγάλη σκάλα η θάλασσα θα καταπιεί το ξανθό του κεφαλάκι. Θα κάνω ελιγμούς στα λιθόστρωτα να τον προλάβω, και αν καταφέρω να συγχρονιστώ, θα τον πετύχω τέσσερις δεκαετίες αργότερα να ξεκλειδώνει το αυτοκίνητό του, γκριζομάλλης τώρα, στο πλάι του ένα ξανθομπαμπουράκι θα χοροπηδά. Θα τους χαζέψω για λίγο, κι όσο εκείνος βάζει μπρος, ένα χεράκι θα κολλήσει το καινούργιο αυτοκόλλητο στο πίσω τζάμι. «Αντίο!», θα ψιθυρίσω από το ανοιχτό παράθυρο.

Νομίζω πως μ’ άκουσε.

                                                                                                                                                                        * Στο ραδιόφωνο (θα) παίζει National.


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: