Με λένε Λάμπρο κι αυτόν Μάκη. Συνομήλικοι, τρία χρόνια συγκάτοικοι κι η συμπεριφορά του συχνά με τσαντίζει. Αμφίθυμος, παρεμβατικός, προπέτης, έτοιμος κάθε στιγμή για αρνητική κριτική. Ώρες ώρες είναι σαν να ζω με τον πατέρα μου. Δύσκολος σαν κι εκείνον στη συνεννόηση. Ανακατεύεται συνεχώς ―με τουπέ― στα ρούχα και τα παπούτσια που βάζω, ξέρει πότε χρειάζονται πέταμα, πλύσιμο, σιδέρωμα· πότε ταιριάζουν και πότε όχι. Επιφυλακτικός στα χόμπι μου, τη δουλειά, ακόμη και το πώς πλένω τα δόντια. Όταν, για παράδειγμα, του είπα πως θέλω να μάθω χορό, έφριξε. «Πού θα χορέψεις μωρέ ρούμπα;» πέταξε νευριασμένος. Ούτε τσάντα για τη δουλειά μπορώ να διαλέξω χωρίς τη μουρμούρα του. Κατέβασε μούτρα όταν του ’δειξα το καινούργιο σακίδιο. «Έτσι, σαν λυκειόπαιδο θα πηγαίνεις στις δίκες;», άφησε το φαρμάκι του. Τον αγνόησα. Κρέμασα στον κάδο απορριμμάτων, την παλιά καφέ τσάντα μου· box veritable, ογδόντα χιλιάρικα απ’ του Μεταξά στη στοά Αρσάκη. Σκληρό, κολλαριστό δέρμα, τόσο που ―αν δεν βαστούσε κανείς το καπάκι για να βάλει χαρτιά και φακέλους― κατέβαινε απότομα με δύναμη και μπορούσε κάλλιστα να σακατέψει κάποιο δάχτυλο ή νύχι. Ταλαντευόμουν, τότε, θυμάμαι ανάμεσα σ’ αυτήν και μια άλλη με μαλακό δέρμα, πολλές θήκες, κεραμιδί. Είχε και φαρδύ λουρί για τον ώμο. Έτσι που είμαι, όμως, κοντός, θα ‘φτανε ως τα γόνατα· άσε που ήταν στην άλλη άκρη: για να βάλεις πράγματα έπρεπε κάποιος να την κρατάει όρθια. Αλλιώς δίπλωνε σαν μαριονέτα σε υπόκλιση. Ίδια τιμή, μα μύριζε καλύτερα αυτή που πήρα. Γυαλισμένη απ’ έξω, χωρίς εσωτερική επένδυση. Η πλευρά με το χνούδι, το γαζί με την πορτοκαλί κλωστή μέτρησαν. Η κεραμιδί είχε πλαστική φόδρα, μαύρη φαντεζί.
Απέναντι απ’ του Μεταξά ήταν ο Κοκώνης (σημαίες, λάβαρα, κύπελα, προσκοπικά ρούχα, κοντάρια). Δεν έγινα ποτέ πρόσκοπος κι ας το ’θελα πολύ. Δεν μ’ άφηναν απ’ το σπίτι. «Κοτζάμ άντρες με κοντά παντελονάκια», κορόιδευε ο πατέρας μου. «Άσε μη μας βρει κανένα κακό…», μισόκλεινε το μάτι στη μάνα μου. Ούτε παπαδάκι ήθελαν να πάω, ίδιο κόλλημα. Ονειρευόμουν να κρατάω το εξαπτέρυγο με το φανάρι ψηλά, που πήγαινε κούνια, πέρα δώθε. Στο κατηχητικό μόνο μ’ άφησαν, αλλά δεν άντεξα εγώ. Έφυγα στη μισή ώρα λέγοντας πως έχω πονόκοιλο.
Τον ξέρω απ’ το λύκειο. Μαζί στις βόλτες, τα φροντιστήρια, το υπόγειο της κυρά Μαρίας στην πλατεία για μπιλιάρδο. Εκεί Τρίτες ― Πέμπτες συναντιόμασταν πριν απ’ τ’ αγγλικά. Μια τέτοια Πέμπτη ήταν που μπήκε στο σφαιριστήριο βαρύθυμος, μ’ ένα λεκέ από αίμα στο μπεζ παντελόνι, δίπλα στο φερμουάρ. «Πού μάτωσες;», τον ρώτησα και ξαναρώτησα. Αρνιόταν να πει κι έμεινε μυστήριο ώσπου λύθηκε πολύ αργότερα. Ζήτησε να πάμε βόλτα. Γύρισα τις μπάλες που είχα πάρει για ζέσταμα («τί, φεύγεις κιόλας;» είπε χωρίς να σηκώσει τα μάτια απ’ το πλεχτό η κυρά Μαρία) και βγήκαμε στην παραλία. Βάδιζε αμίλητος μπροστά, ρουφώντας όλο τη μύτη. Καθίσαμε στα σκαλιά της τράπεζας να κοιτάμε τις βάρκες που λικνίζονταν, προσέχοντας μην αγγίξει η μία την άλλη. Έτριβε όλο τα μάτια του. «Τί έγινε ρε μαλάκα;»
Άρχισε να κλαίει, χωρίς πάλι να απαντάει. Οι βάρκες κρατούσαν αποστάσεις. Μια μικρή «Μαριώ» δεν έστεκε στιγμή ακίνητη, πήγαινε κι ερχόταν λες κι ήταν στ’ ανοιχτά. Προφασίστηκα μούδιασμα και σηκώθηκα απ’ τα σκαλοπάτια που είχαν σταγόνες από ξεραμένα κεριά. Δεν άντεχα άλλο βουβό. Τα μάτια του κατακόκκινα. Είχε πιάσει το κορδόνι απ’ το ‘να μποτάκι και πάλευε στρίβοντάς το δεξιόστροφα˙ όπως πάει ο χορός. Δεν μπορούσα να βρω, τί σκεφτόταν. Να κρεμαστεί; (Σίγουρο ρεκόρ ο πνιγμός με κορδόνι παπουτσιού). Τον χαιρέτησα κι έφυγα για τ’ αγγλικά. Τον άφησα να ρουφάει πάλι τη μύτη, με τα μάτια καρφωμένα στο κορδόνι. Δεν ήρθε στο μάθημα, ούτε τις επόμενες μέρες στο σχολείο. Εξαφανίστηκε ξαφνικά απ’ της γης την όψη, χωρίς να μάθω τί απόγινε.
Στις εξετάσεις για το πανεπιστήμιο, δυο χρόνια μετά, έγραψα αναπάντεχα καλά και μπήκα ―στο τσακ― νομική Ξάνθης. Ανέβαινα μόνο για εξετάσεις. Αρχίζοντας το δεύτερο έτος παρουσιάστηκα στο στρατό. Μετά την προπαίδευση, τη μέρα των μεταθέσεων και λίγο πριν απ’ την κλήση εξόδου, άκουσα το όνομά μου στα μεγάφωνα να παρουσιαστώ στην κεντρική πύλη· ντράπηκα. Τον βρήκα να στέκεται δίπλα στο Γραφείο Φρουράς. Στάθηκα κλαρίνο, ενώ αυτός ούτε που χαιρέτησε.
«Θα ‘ρθουν οι γονείς σου;».
«Όχι»
«Μην πας με τους άλλους», είπε απότομα χωρίς να κοιτάζει. «Να φύγουμε μαζί».
Είχε αλλάξει, ψηλώσει και θεριέψει απ’ τη γυμναστική· κοντοκουρεμένο μαλλί και παχύ μουστάκι. Μονιμάς, ρε μαλάκα; «Αυτό μπόρεσα», είπε επιθετικά στρέφοντας το βλέμμα στα λατρεμένα του κορδόνια. Στρίμωξε το σάκο μου σ’ ένα ξεχαρβαλωμένο φωριαμό στην φρουρά και πήγαμε μ’ ένα αυτόματο της κακιάς συμφοράς να φάμε σε μια καντίνα, κοντά στο γήπεδο. Κάτσαμε σ’ ένα άδειο τραπέζι, μόλις είχαν φύγει οι προηγούμενοι (δύο στρατιώτες με δυο κορίτσια) και μέναμε σιωπηλοί (πάλι). Καφέ πλαστικό τραπέζι και καρέκλες, βρόμικος μουσαμάς για τραπεζομάντιλο. «Τα γυαλιά ηλίου; Είναι δικά σας;» έδειξε με το πηγούνι ο μικρός που μάζευε τα βρόμικα, κι έτσι, έσπασε η σιωπή. Πριν πάρει απάντηση ήρθε με την ψυχή στο στόμα ο ένας από την προηγούμενη παρέα και τα πήρε χωρίς να πει λέξη. Τα γυαλιά ήταν γυναικεία, με χρυσούς βραχίονες και στρας. Από πού κι ως πού να ‘ταν δικά μας; Παράγγειλε μπίρα και την άδειασε με αφρό στα ποτήρια. «Εβίβα», σήκωσε το δικό του και το ‘πιε μονορούφι. (Έτσι το ’λεγε κι ο πατέρας, με έψιλον μπροστά). Πριν δύσει εντελώς ο ήλιος ζήτησε το λογαριασμό.
«Πάμε στο σπίτι να κάνεις μπάνιο και να ξεκουραστείς». Στο μηχανάκι έκανε ψύχρα, κρύωνα. «Σ’ αφήνω και πάω να φέρω τον σάκο. Χρειάζεσαι κάτι άλλο;» Το μόνο που ήθελα ήταν να κοιμηθώ σε καθαρά σεντόνια. Το σπίτι ήταν μικρό, ισόγειο, εσωτερικό κι έβγαζε σ’ ακάλυπτο. Απέναντι απ’ την μπαλκονόπορτα ήταν καρφωμένο λίγο στραβά ένα (ας πούμε) καλάθι μπάσκετ, σκουριασμένο που αντί για δίχτυ είχε μια πολυκαιρισμένη σακούλα απ’ τα Τζάμπο. Το πολύ μισό μέτρο δεξιά του ένα άδειο κλουβί. Απ’ το καρφί του ξεκινούσε το σχοινί για τα ρούχα που ―όταν χρειαζόταν― έδενε σ’ έναν ξεχαρβαλωμένο γάντζο, ήταν όμως διπλωμένο στην ποτίστρα για να μη σέρνεται. Όσο έλειπε, έκανα ντους. Μάζευα τα νερά απ’ το μπάνιο όταν γύρισε. Άφησε στην άκρη τον σάκο, έκλεισε τα παντζούρια και τράβηξε επιμελώς την κουρτίνα. Άναψε ένα κόκκινο λαμπατέρ δαπέδου κι άνοιξε το ράδιο. Ακούστηκαν λαϊκά και διαφημίσεις με echo.
«Πεινάς καθόλου;» ρώτησε κλοτσώντας ένα ζευγάρι παπούτσια, που ήταν στη μέση, πίσω απ’ την πόρτα.
«Μπα, όχι. Έχω μεγάλο ταξίδι αύριο. Πότε πρέπει να παρουσιαστώ, ξέρεις;»
«Τα λέει όλα το φύλλο πορείας»
Έβαλα το κινητό να φορτίζει κι έπεσα στον μικρό καναπέ. Σεντόνια δεν υπήρχαν. Πώς, αναρωτιόμουν, θα με χωρέσει για ύπνο. Ξαπλώσαμε, όμως, στο κρεβάτι του.
«Τί ώρα ξυπνάς;», ρώτησα πριν γυρίσω πλευρό
«Στις πέντε πρέπει να είμαι στο στρατόπεδο».
«Πού είχες ματώσει, τότε στην κυρά Μαρία;» είπα αδιάφορα, κάνοντας τον νυσταγμένο. «Στον φράχτη της εκκλησίας».
Είχαν πάει με τον Γιώργο και την Πηγή, που στα δεκάξι μετρούσε ήδη δυο εκτρώσεις. Αυτοί άρχισαν στα ξεκούδουνα να φιλιούνται και να γελούν. Σκύβοντας να φύγει κάτω απ’ τη μουριά, πιάστηκε το χέρι του στο σύρμα.
«Κι ο λεκές στο παντελόνι;» Πήγε να κατουρήσει και χωρίς να καταλάβει το λέρωσε.
«Εντάξει;»
Δεν έβγαζα νόημα.
«Ο Γιώργος με πίεσε να χαϊδέψω τον κώλο τής Πηγής. Τα ‘χασα, όπως με κοιτούσαν καυλωμένοι να χαϊδεύονται, κι έφυγα τρέχοντας με τα βογγητά τους στ’ αυτιά μου».
Την άλλη μέρα έφυγα με μετάθεση. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα και χαθήκαμε.
Λεκές από αίμα