I
Η εμπειρία της σκέψης
έχει τη δική της αισθητική ποιότητα
JΟΗΝ DEWEY
O τίτλος του κειμένου δεν ανακοινώνεται ως πυροτέχνημα, ως λογοπαίγνιο. Ο λόγος περί εμπειρίας κινείται κυκλωτικά επί του κατ’εξοχήν άρρητου, του κατ’επείγοντος, του τυφλού σημείου εκκίνησης μέσα στη γλώσσα από τον «αναδιπλασιαστή».1 Ονομάζω έτσι, χάριν της αιτιολόγησης, εκείνον τον γραφιά τον οποίο παρακινεί το πάθος της συζήτησης μιας δυνατής εμπειρίας. Εκείνος έχει την πίστη πως ο κατακλυσμός του αισθήματος μεταγράφεται αυτούσιος. Αψηφά ή ξεχνά πως γράφοντας παραδίδει κείμενο το οποίο δημιουργεί μεν ένα νέο γλωσσικό στρατήγημα αναφοράς σε μια εμπειρία αλλά πάντοτε βουτάει εντός ενός ήδη φορτισμένου νοηματικά πλέγματος εννοιολογήσεων και συνδηλώσεων. Η γλωσσική ροή, ως άλλης τάξης σύστημα, αναπόδραστα απέχει από τη βιολογική και ψυχολογική ροή της παλαιάς έντονης πύκνωσης εν ονόματι της οποίας έγραψε ― κι ας υποψιάζεται ο αναγνώστης την διεμπλοκή. Μπορεί άραγε ο αναδιπλασιαστής, αν τυχαίνει σπουδαίος κριτικός, αφιχθείς αλαλάζων από τον χαμένο παράδεισο των κειμένων, να αφήσει λεξιλόγιο ή εννοιολογικό κριτικό οικoδόμημα που θα στοιχειώνει όποιον θέλει να σκεφτεί κριτικά στο πλαίσιο της λογοτεχνίας; Μεταφέρεται στο πάθος της γραφής και συνακόλουθα στην καταγραφή του πάθους, η εμπειρία της εμπειρίας;2
Η ίδια η εμπειρία είναι πάντοτε ανάδελφη και καταδικασμένη στην απόλυτη ψυχική και βιολογική ιδιοσυστασία μιας ανεπιστρεπτί παράστασης όπως την εξεικόνισαν και περιέγραψαν οι Ανσερμέ [François Ansermet] και Ματζιστρέτι [Pierre Magistretti], σε αντίθεση με τη γλώσσα η οποία είναι πάντοτε κοινοτική, ποτέ ιδιωτική. Ναι, υπάρχουν ίχνη από εγχαράξεις ή επανεγχαράξεις συνεπεία συγχρονισμένων ή ασυγχρόνιστων συναισθηματικών και γλωσσικών δρόμων. Όμως έχουμε να κάνουμε με ένα παράδοξο. Eίτε μιλούμε με ψυχικούς όρους, είτε μιλούμε με νευρολογικούς όρους «βρίσκουμε ένα ίχνος, αλλά δεν βρίσκουμε πλέον την εμπειρία διότι αυτό το ίχνος έχει ανασυνδυαστεί με άλλα ίχνη». Η δε αντίληψη της εμπειρίας ενώ αρχικά υπάρχει, «κατά την αποτύπωσή της μετατρέπεται σε ερέθισμα άλλης τάξεως για τη νευρωνική συσκευή. Έτσι από μεταγραφή σε μεταγραφή, η εμπειρία καθ’αυτή χάνεται [...] έχοντας παρόλα αυτά δημιουργήσει ίχνη ανθεκτικά στον χρόνο».3 Η γνωσιακή επιστήμη θεωρεί πως θα χαρτογραφήσει κάποτε όλες τις πιθανές διαδράσεις και εξελικτικές προσαρμογές. Εν πολλοίς, όμως,οι ψυχικές και γλωσσικές συζεύξεις παραμένουν βιολογικό μυστήριο που δεν βασανίζει τους μάγους και το θαμπωμένο κοινό παρά μόνο όσουν έχουν βαλθεί να εξηγήσουν τη θεολογία της λογοτεχνίας, με προκεχωρημένο πεδίο τη Γνωσιακή ποιητική [Cognitive pοetics].
Περιεχόμενο της εμπειρίας και θεματοποίησή της σύμφωνα με τον κριτικό4 μπορεί να είναι η εμπειρία του έρωτα, της υπαρξιακής αγωνίας, του φόβου του θανάτου, της μοναξιάς, της ματαιοδοξίας και αυτό οφείλεται, θα πει ο κριτικός, στο απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ψυχής, στο μεγαλείο αλλά και τη φαυλότητα των αισθημάτων, στην πολυπλοκότητα των σχέσεων, εντέλει στην επινόηση του ανθρώπινου, όπως λέει ο Χάρολντ Μπλουμ [Harold Bloom] για τον μέγιστο των ποιητών, τον Σαίξπηρ. Η εμπειρία του λογοτεχνικού έργου παραδίδεται από τον κριτικό ως υπόλειμμα και παράγωγο μαζί των ορατών και στοιχειοθετημένων γλωσσικά στοιχείων της πρακτικής της κριτικής.
Ως ποιητή, επιτελεστή, αντιθέτως, στοχάζομαι εκείνον που ξέφυγε από τον αναδιπλασιασμό, διατηρώντας τη ματαιοδοξία του, απέδρασε από την πλάνη της μεταφοράς της αληθινής «εμπειρίας» και της αναπαράστασης. Ποιητής και επιτελεστής είναι εκείνος που κατάφερε να δημιουργήσει τις συνθήκες της εμπειρίας, όχι, ψέματα, την ίδια την εμπειρία. Δεν είναι κάποιος που καυχιέται για την ειλικρινή πρόθεση, για τη Μούσα, για το θείο περιεχόμενο. Είναι εκείνος που παρέδωσε κάτι που ο λήπτης, ο προσλαμβάνων, ο συνομιλητής και συμμέτοχος αναγνωρίζουν να έρχεται από την χώρα του φρέσκου και της έκπληξης. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς όμως εμφανίζεται στη σκηνή το φάντασμα του Μπλουμ και βροντερά φωνάζει «Εξαπατάσθε! Δεν είναι όπως νομίζετε! Εξαίρεση η περίπτωση “αν και μόνο αν”». Το κάθε δραστικό ποίημα, ο κάθε μεγάλος ποιητής απαντάει σε ένα άλλο ποίημα, σε αυτό δίνει αναφορά, από το δαιμόνιο του πατέρα θέλει να φωτιστεί. Ακόμη και ο πιο πρωτοπόρος μετά τον Μίλτον, θα σημειώσει ο Μπλουμ, προσέρχεται καθυστερημένος στη λογοτεχνία φέροντας την αγωνία της επίδρασης.5 Και να μην το ξέρεις αυτό που θαυμάζεις, θα έλεγε το «τέρας του Γέιλ»,6 έχει ήδη γραφτεί. Αν και μόνο αν αποδειχθείς πέραν του δέοντος άξιος και καταλάβεις υψηλή θέση στον Κανόνα θα φτάσεις να ανιχνεύεσαι στο έργο του πατέρα σου, πρωθύστερα!
Ο ανυποψίαστος αναγνώστης ωστόσο παρακούει, αναμασάει και παραμιλάει: το κάτι που διακυβεύβεται στο δραστικό ποίημα, δεν έρχεται με πατρώνυμο και ταυτότητα, δεν προϋπήρξε, δεν συνοδεύεται από συστατική επιστολή, δεν κάνει γνωστή την καταγωγή του. Ήρθε ως χειρονομία, ήρθε ως γλώσσα ανθρώπου βουτηγμένου σε ακραίες εμπειρίες. Είναι φτιαγμένο από ψυχικά υλικά, φανερώνει την κρυμμένη αλήθεια, διηθά τον καιρό του, απαντάει σε συγκεκριμένα αιτήματα ιστορικά, πολιτισμικά, λογοτεχνικά αποτελεί ιδιώνυμο φαινόμενο ― γι’ αυτό με συνεπήρε, λέει ο αναγνώστης. Το συναπάντημα τον ταράζει, έκτοτε φέρει την εμπειρία του, εκείνο το κάτι που συνάντησε.
Ο επιτελεστής, ο Ποιητής, «δημιουργεί» την εποχή του, έναν οραματικό ομιλώντα ή ίσως έναν βαθύ εαυτό φτιαγμένο από γλώσσα. Ωστόσο ο μη-προτασιακός εσωτερικός κόσμος του ποιητή παραμένει μαύρο κουτί που μάλιστα δεν ανοίγει ούτε σε περίπτωση ατυχήματος καθώς ο μεγαλύτερος ψεύτης για το ποιος είναι, είναι ο ίδιος. Αλήθεια δεν υπάρχει εκεί έξω και αυτό που αποκαλούμε «αλήθεια» δεν ήταν παρά πολύ δυνατές μεταφορές που οδήγησαν σε «πραγματική» εμπειρία και ίσως νευρωνικό αποτύπωμά της. Δεν υπήρξε εποχή με βιβλικές γραφές στα χέρια και μαρκίζα στην πρόσοψη και ετούτη η εποχή να μην είναι αναπεριγράψιμη, σημειώνει ο Ρόρτι [Richard Rorty]. Κάθε πειστική δημιουργία δεν είναι παρά γλωσσική ανα-δημιουργία ενός φιλόδοξου, ταλαντούχου μαΐστορα. Ο Μπλουμ ομοίως αναπεριγράφει ―τι άλλο κάνει όταν ξαναδιαβάζει όλη τη δυτική λογοτεχνία στο μέτρο μαεστρίας του βάρδου― όπως χαρακτηρίζει τον Σαίξπηρ; Καίγεται να θεμελιώσει, εντός του αθεμελίωτου της λογοτεχνίας, τον δικό του Κανόνα, στήνοντας την δική του αναγνωστική σκάλα, συναρμόζοντας με τους δικούς του γλωσσικούς όρους τα σκαλοπάτια ενώ τον περικυκλώνουν σατανάδες και ρομαντικές οπτασίες, ενθέτοντας στην κορυφή τοποτηρητή τον Σαίξπηρ ─ ελέω Κριτικού.

Καταφεύγω στα παραπάνω από την ανάγνωση της Ανατομίας της [Αγωνίας τής] επίδρασης του Μπλουμ.7 Όποιος μετέχει της κριτικής της εμπειρίας, καίγεται με τη διττή έννοια: Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να πολεμήσει με τα φαντάσματα της δικής του γλωσσικής και συγκριτικής αναπλαισίωσης και να αποτύχει ως μεταφορέας της δικής του δυνατής εμπειρίας. Ένιωσε κάτι ο κριτικός8 και ίσως παραμένει πάντα ανεπίδοτο στη γραφή του. Θαρραλέος καίγεται προκειμένου κάτι άλλο σημαντικό να εκρεύσει από τα κατάλοιπα της δικής του ατελούς καύσης. Η αναγνώστριά του μέσα στην εμπειρία του καψίματός του και της μη μεταφοράς της άμεσης εμπειρίας του, εμπειράται9 μόνο ό,τι αναδύεται ζέον. Λίγοι κι ελάχιστοι οι Ποιητές, οι περισσότεροι είμαστε αναδιπλασιαστές.

ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων·
E Π I K O Y Ρ O Σ
«Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα»
O Mπλουμ, σημειώνει ο Δημηρούλης, διαβάζει κάθιδρος, εμπύρετος και παραδομένος στα μεγάλα κείμενα έξω από κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά πλαίσια, λοξοκοιτώντας προς το συνεχές και ακατάβλητο, κατά τον Μπλουμ, αίτημα του Υψηλού (Sublime) – μια κoρυφή την οποία μόνο η ανθρώπινη ύπαρξη μέσω ενός πρωτεϊκού Δαίμονα (Daemon) μπορεί να προσεγγίσει. Πώς όμως θα επενδυθεί η σύλληψη και πώς θα επέλθει η τοκοφορία αυτού του σπερματικού σχήματος; O Δημηρούλης επισημαίνει πως «ο Μπλουμ γνώριζε ότι για να έχει το έργο του στην κριτική της λογοτεχνίας διάρκεια, χρειάζονταν δύο πράγματα: θεωρία
και ορολογία.10
Θεωρία και ορολογία· με τη γλώσσα του Ρίτσαρντ Ρόρτι ένα οριστικό λεξιλόγιο. Ο Μπλουμ αποτελεί τον αγαπημένο κριτικό του Αμερικανού φιλοσόφου. Πράγματι, ποτέ η έννοια της επίδρασης δεν πήρε τέτοιους βαθμούς έντασης, ως όρου λογοτεχνικής θεωρίας, όπως στο σύστημα του Μπλουμ. Ο τελευταίος επινόησε παράδοξους όρους οι οποίοι ως αντηρίδες στηρίζουν την πυραμίδα του: clinamen, τέσσερα, κένωσις, δαιμονισμός, άσκησις, αποφράδες. Οι παραπάνω αποτελούν πρακτικές πολλαπλής απόσταξης των βαθμών επίδρασης και της συνακόλουθης αγωνίας που τα σπουδαία κείμενα καθώς και ο φτασμένος πατέρας φέρουν στα μάτια του νέου ποιητή. Κρατάμε τη σημείωση του Δημηρούλη στην εισαγωγή πως ο Μπλουμ δεν αποσαφηνίζει εάν η επίδραση από τον πρόγονο προς τον επίγονο έχει να κάνει με τα κείμενα ή τα υποκείμενα.11 Και όποτε το κάνει, όποτε επιχειρεί να ορίσει, λίγο αργότερα αυτοαναιρείται. Επαμφοτερίζων και παθιασμένος μοιάζει να ενθέτει ιδιότητες στην εκδοχή της συγχώνευσής τους. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που ο Μπλουμ προς το τέλος της ζωής του, και σίγουρα της θεωρητικής του προσφοράς, αναστοχάζεται τους λόγους που τελικώς η επίδραση, ως εργαλειακός όρος μιας ολόκληρης κριτικής, θεωρητικής, πνευματικής ζωής αποτελεί τον δικό του οδοδείκτη ή αλλιώς την μετωνυμία για το δικό του οριστικό λεξιλόγιο αναπεριγραφής του φαινομένου της λογοτεχνίας αλλά και της λογοτεχνίας ως τρόπου ζωής.
Η θεώρηση του Μπλουμ αποτέλεσε, στο τέλος του εικοστού αιώνα, κυρίαρχη, ερμηνευτική φωνή στα αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιβάλλοντα (παν/κά curricula, περιοδικά, κριτική θεωρία) και υπήρχαν διανοητές όπως ο Paul De Man που συνέβαλαν, μέσω μιας παραγωγικής αντιφωνικής συμπόρευση,ς σε ό,τι αργότερα απεκλήθει Σχολή του Yale (Υale school).
Σε ένα βαθμό αποτελεί μέχρι σήμερα βασική ύλη προπαιδείας στη συγκριτική λογοτεχνία. Στο γραπτά του Μπλουμ ομοίως μπορούμε να εφαρμόσουμε το «εργαλείο»της επίδρασης προκειμένου να αποτιμήσουμε πίσω από τις κουίντες τις σχέσεις του έργου με το εργαστήριο του. Κι εκείνος πάσχισε ―όπως οι αγαπημένοι του δυνατοί ποιητές μετά τον Μίλτον― να μην γίνει κακέκτυπο κανενός γραφιά. Στην περίπτωσή του μεταξύ εκείνων που στοχάστηκαν επάνω στη λογοτεχνία. Υπήρξαν άλλοι που έσκαψαν με την πένα τους την έννοια της επίδρασης; Eννοείται. Ο Mπλουμ έντιμα ξεχωρίζει όσους δούλεψαν με τον δικό τους τρόπο επί του ψυχο-λογοτεχνικού φαινομένου: Κυριότατα τον Bαλερί καθώς μιλάει για τον Μαλαρμέ, τον Μπόρχες για το δοκίμιό του «Ο Κάφκα και οι πρόδρομοί του», τον Σέλεϊ που χαρακτήρισε κυκλικό ποίημα όλη τη λογοτεχνία και τον Τζόις που είχε συγχωνεύσει σε έναν χαρακτήρα όλους τους συγγραφείς.
Ωστόσο ο Μπλουμ εκτόξευσε τον δικό του εννοιολογικό δορυφόρο έτσι ώστε με πρωτότυπους όρους να κατοπτεύσει τη λογοτεχνική οροσειρά και τις διαφορετικές κορυφές της γραφής. Με ένα νέο οριστικό λεξιλόγιο δοκίμασε να εξυψώσει περαιτέρω τη λογοτεχνία ― διότι σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης κουλτούρας, εκείνο της δυτικής, η λογοτεχνία συναρπάζει, τα κείμενα ιεροποιούνται, η συνάντηση μαζί τους διανοίγει δρόμους του υπαρξιακού και αισθητικού της ανθρώπινης διάνοιας με τρόπο που καμία άλλη τέχνη ή ανθρώπινη δράση δεν καταφέρνει. Mόνο ο ανθρώπινος λόγος που στοχεύει στην ανιδιοτελή ―κατά Καντ― αισθητική εμπειρία. Να μην ξενίζει εδώ η αναφορά του Γερμανού φιλοσόφου, αφού ομολογήμενα ο Μπλουμ ομιλεί περί sublime (Υψηλό). Συγκεντρώνει δομικά υλικά επίτευξης του στόχου όπως κάνει κι ο Καντ. Φτιάχνει σύστημα προκειμένου να πει γοητευτείτε, αφεθείτε στην ανιδιοτέλεια του ωραίου, ή πιο «μπλούμια», τρομάξτε συνεπαρμένοι από τις δυνάμεις του Υψηλού, σταθείτε θαρραλέοι στον φόβο, θαυμάστε το μεγαλείο, το δέος. Εξού και η επίκληση όχι θεϊκής μέθης, όχι μούσας αλλά δαίμονος. Υπάρχουν διαφορές στο υψηλό του Μπλουμ και στο υψηλό του Καντ ― αλλά θα μας παρασύρουν σε άλλα νερά εάν ξεμακρύνουμε.
Ο Μπλουμ είναι θεμελιοκράτης. Θεμελιώνει έννοιες, ατσαλώνει τον σκελετό, ορθώνει το οικοδόμημα. Γι’ εκείνον οι όροι της λογοτεχνικής θεωρίας δεν αποτελούν απλώς λειτουργικές κατασκευές του ανθρώπινου νου, προϊόντα του χρόνου, της γεωγραφίας, του συγκεκριμένου πολιτισμού και των δυνάμεων μιας συγκεκριμένης γλώσσας. Αφήνει να εννοηθεί πως το δικό του σύστημα είναι από μπετόν αρμέ κι όχι απλώς μια σκαλωσιά εφόρμησης στα κείμενα την οποία ο επόμενος κριτικός θα αντικαταστήσει. Σε καμιά στιγμή δεν ανοίγει το παράθυρο του φαλιμπιλισμού, του λάθους, της αμφιβολίας του ίδιου του τού έργου. Δεν αρέσκεται στην επίγευση του υπέροχου ανολοκλήρωτου, του τραγικά ατελούς, του αέναως επανερμηνεύσιμου, όπως ποτέ δεν θα παραδεχτεί πως μόνο ειρωνικό μπορεί να είναι κάθε οριστικό λεξιλόγιο αιχμαλωσίας του καιρού
του Σαίξπηρ.
O Mπλουμ, στην ελληνική του φωνή, μέσω της μετάφρασης του Κ. Αντωνίου, της γενικής επιμέλειας και της απόδοσης ποιημάτων, προλόγισμα και επαναπροβληματισμό του Δ. Δημηρούλη μας ωθεί να στοχαστούμε. Για την ακρίβεια μας επιτρέπει να παραγιγνώσκουμε το κείμενό του. Υπό μια έννοια θα είμαστε καλοί μαθητές αν θέσουμε σε εφαρμογή το ίδιο μπλούμιο εργαλείο του: την δημιουργική παράναγνωση.
ΙΙ
Στον Μπλουμ πας για εργαλεία ύφανσης και βγαίνεις με πλεκτό.
Στον Σαίξπηρ, το πλεκτό της ταυτότητας δεν είναι η ψυχή αλλά ο δαίμονας, το πνεύμα, η σπίθα της βούλησης, αυτό που ο Νίτσε και ο Γέιτς αποκάλεσαν αντιθετικό εαυτό, ως αντίθετο σε κάποιον πρωταρχικό.
ΧΑΡΟΛΝΤ ΜΠΛΟΥΜ
Διαβάζοντας την Ανατομία της επίδρασης
υποψιάζεσαι πως θα αποκρυσταλλώσεις κάτι που μισογνώριζες όπως ότι ο Σαίξπηρ τελειοποίησε αυτό που άφησε στη μέση Μάρλοου. Ότι ο Άμλετ δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί εάν δεν προϋπήρχε ο Φάλσταφ. Ότι ο Ουίτμαν13 αποτελεί τον πατέρα όλων των μεγάλων Αμερικανών ποιητών που ακολούθησαν: Γέιτς, Στίβενς, Κρέιν, Μέριλ, Άσμπερι, Άμονς. Ότι η ισχυρή επίδραση του λογοτεχνικού προτύπου αποτελεί το καρότο και το μαστίγιο του μαθητή ― την πρόκληση να φτάσει τον πρόγονο, ει δυνατόν να ξεπεράσει τον πρόγονο ή, στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί τόσο ταλαντούχος, τουλάχιστον να μην γίνει φτωχή απομίμησή του.
Ωστόσο σε αυτή την αναστοχαστική μελέτη ο Μπλουμ μπαίνει πιο βαθιά και μιλάει για τα υλικά της ταυτότητας του εαυτού, για την βούληση του κάθε νου και εννοεί του Σαίξπηρ, του Φάλσταφ, του Άμλετ κυριότατα, –ο οποίος γίνεται τόσο συγκλονιστικά ευρύχωρος, που ο Ιάγος, ο Λιρ, ο Μάκβεθ, η Κλεοπάτρα και ο Πρόσπερος του χρωστούν τη συγκρότησή τους.14 Επιχειρεί να μπει στον μυαλό του Μίλτον, του Ουίτμαν αλλά και του εαυτού του κατά περίπτωση. Δηλαδή εισχωρεί στο πώς
και το γιατί της επίδρασης. Τι είναι αυτό που έκανε τη γλώσσα να μιλήσει μέσα από τις σελίδες ή τα στόματα των ηρώων με πρωτόγνωρη δύναμη. Εκεί λοιπόν ο Μπλουμ ανατέμνοντας επάνω στην ιερή του τράπεζα μορφές ή σώματα, φτιαγμένα αποκλειστικά από γλωσσική ύλη μαγκώνει με τσιμπίδα στα σπλάχνα τον θείο δαίμονα του δασκάλου, του δημιουργού τους και τον επιδεικνύει στους μαθητές, σε όσους τον ακολουθούν. Παραπλεύρως του μαθήματος ανατομίας στοχάζεται για τη ανώτατη θέση που παίρνει η λογοτεχνία στη ζωή. Χαρτογραφεί ένα διανοητικό πανοράμα, ιδρύει μια νέα μεταφυσική, προσανατολίζει τους «πιστούς» διαμέσου σπουδαίων κειμένων. Δεν εξαίρει ως εξαγόμενο την καλλιεργημένη προσωπικότητα του πολυμαθή ―παρότι είναι ο ίδιος― αλλά τη βασιλική γλωσσική οδό που διαμορφώνει καθ’oδόν έναν δημιουργικό, ρομαντικό εαυτό στου οποίου τις φλέβες, συγγνώμη τις συνάψεις, τρέχει λογοτεχνία.
Ο Μπλουμ με μία λαβυρινθώδη μέθοδο αναδρομών, ιστορικών ανεκδοτολογικών επεισοδίων, προσωπικού ημερολογίου και εκπληκτικής μνημοτεχνικής εντρυφεί σε αναρίθμητες λεπτομέρειες (για ηθοποιούς, παραστάσεις και κυρίως χαρακτήρες) θεατρικών έργων του Σαίξπηρ προκειμένου να αιτιολογήσει, όπως οι παραμυθάδες, το παλαιό επιμύθιο: O Σαίξπηρ δεν απεικονίζει απλώς ανθρώπους, αλλά δημιουργεί νέους τρόπους εσωτερικής ζωής. Οι χαρακτήρες του ακούν τον εαυτό τους, αλλάζουν από τη σκέψη τους, αναπτύσσονται ψυχικά μέσα στον λόγο. Ο Μπλουμ θεωρεί ότι ο ο Φάλσταφ επινοεί τη χαρά της αυτοσχεδιαστικής προσωπικότητας, ο Άμλετ τη στοχαστική συνείδηση, ο Ιάγος τη χειριστική επικοινωνία.
Ο ακατάπαυστος αγώνας με το σύνολο της λογοτεχνίας. Ο Μπλουμ αντιμετωπίζει τα κείμενα της Βίβλου, τις Ιερατικές Πηγές τής Πεντατεύχου, τα Ευαγγέλια των Αποστόλων, πέραν της προφανούς επιτελεστικότητάς τους ως λατρευτικών, λυτρωτικών κειμένων για θρήσκους και πιστούς, ως αρχή ενός ενιαίου, γιγαντιαίου corpus κειμένων το οποίο συναντώντας τα αρχαία ελληνικά και ελληνορωμαϊκά συγγράμματα στρώνουν το κατοσέντονο της Δυτικής Γραμματείας: «κάτι το τρομακτικό στον Ιησού του Μάρκου, επιβιώνει στην αύρα του πρίγκηπα Άμλετ».15 Tα κείμενα καταργούν τον χρόνο ευρισκόμενα σε διαρκή διάδραση: «ο Σέλεϊ είπε κάποτε πως ο Διάβολος χρωστάει τα πάντα στον Μίλτον».

Ο λόγος εκείνου που ομιλεί δεν μεταφράζει μια ήδη έτοιμη σκέψη, αλλά την εκπληρώνει
MAURICE MERLEAU-PONTY
Και εκεί που λες, διαβαίνοντας το κείμενο, το ίδιο τροπάριο, ξανά-μανά τα ίδια, ο Μπλουμ, ―παιγνιώδης κι ανθηρός κι ως ήχος― κάνει την έκπληξη! Αλλά πριν, φανερώσω τι εννοώ, ας σταθώ στην ήδη υπέροχη παραδοξότητα των Αποφράδων (Apophrades) και την «επιστροφή των νεκρών» (The Return of the Dead), το έκτο επίπεδο ή πρακτική αλληλοεπίδρασης προγόνου / λογοτεχνικού πατέρα και απογόνου / νέου ποιητή. Σύμφωνα με αυτή τη σύλληψη δεν είναι πλέον απλώς η γραφή του προγόνου η οποία μπολιάζει εν σπέρματι την γραφή του απογόνου, ―ετούτο αποτελεί παραδεδειγμένη εργαλειακή βεβαιότητα στην Ανατομία της επίδρασης16 ― αλλά η αλλόκοτη πεποίθηση και μεταφυσική εμπειρία πως ο πρόγονος έγραψε καθ’υπαγόρευση του νέου ποιητή!17
Ωστόσο, η έκπληξη που κομίζει ο Μπλουμ με τον αναστοχασμό του είναι η βαλεριανή (από τον Valery) έννοια της αυτο-επίδρασης. Δηλαδή της επιρροής από και προς τον εαυτό, ἐν ἑαυτῷ. Πώς το έργο επηρεάζει και τελικά αλλάζει τον ίδιο τον συγγραφέα; Πώς οι χαρακτήρες του Σαίξπηρ μεταβάλλουν τον ίδιο τον Σαίξπηρ; Ίσως όμως και πώς η έννοια της επίδρασης και της αγωνίας της, η Αγωνία της επίδρασης, ως έργο και εννοιολόγηση, έχει προσδώσει στον Μπλουμ την πληθωρικότητά του. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι μια απολαυστική κατοπτρική διαδικασία η οποία προσιδιάζει στην οπτική ότι η γραφή δεν είναι έκφραση εαυτού αλλά ότι η γραφή σου ενέχει ίσχυρή αυτο-διαμορφωτική δύναμη.
Προς το τέλος του φυσικού και συγγραφικού βίου του ο Μπλουμ συμφιλιώνει τις θεμελιώτικές ορμές του –το θαυμάζειν του εξ αποκαλύψεως υπερταλαντούχου συγγραφικού πνεύματος– με κάτι που ακούγεται εξελικτικό και «αιρετικό» εν πρώτοις, όπως ότι το πιο σημαντικό έξεργο της επιδραστικής γραφής είναι η δημιουργία του εαυτού.