Aναδιπλασιάζοντας την εμπειρία: το Δαιμονικό και το Ανθρώπινο στη Ιερή Τράπεζα του Μπλουμ

Με αφορμή την ανάγνωση του Χάρολντ Μπλουμ: «Η ανατομία της επίδρασης: H Λογοτεχνία ως τρόπος ζωής», μτφρ. Κ. Αντωνίου, γενική επιμέλεια & απόδοση ποιημάτων Δ. Δημηρούλης (Gutenberg 2025)
Ο Χάρολντ Μπλουμ
Ο Χάρολντ Μπλουμ

I

Η εμπειρία της σκέψης
έχει τη δική της αισθητική ποιότητα

JΟΗΝ  DEWEY

O τίτλος του κειμένου δεν ανακοινώνεται ως πυροτέχνημα, ως λογοπαίγνιο. Ο λόγος περί εμπειρίας κινείται κυκλωτικά επί του κατ’εξοχήν άρρητου, του κατ’επείγοντος, του τυφλού σημείου εκκίνησης μέσα στη γλώσσα από τον «αναδιπλασιαστή».1 Ονομάζω έτσι, χάριν της αιτιολόγησης, εκείνον τον γραφιά τον οποίο παρακινεί το πάθος της συζήτησης μιας δυνατής εμπειρίας. Εκείνος έχει την πίστη πως ο κατακλυσμός του αισθήματος μεταγράφεται αυτούσιος. Αψηφά ή ξεχνά πως γράφοντας παραδίδει κείμενο το οποίο δημιουργεί μεν ένα νέο γλωσσικό στρατήγημα αναφοράς σε μια εμπειρία αλλά πάντοτε βουτάει εντός ενός ήδη φορτισμένου νοηματικά πλέγματος εννοιολογήσεων και συνδηλώσεων. Η γλωσσική ροή, ως άλλης τάξης σύστημα, αναπόδραστα απέχει από τη βιολογική και ψυχολογική ροή της παλαιάς έντονης πύκνωσης εν ονόματι της οποίας έγραψε ― κι ας υποψιάζεται ο αναγνώστης την διεμπλοκή. Μπορεί άραγε ο αναδιπλασιαστής, αν τυχαίνει σπουδαίος κριτικός, αφιχθείς αλαλάζων από τον χαμένο παράδεισο των κειμένων, να αφήσει λεξιλόγιο ή εννοιολογικό κριτικό οικoδόμημα που θα στοιχειώνει όποιον θέλει να σκεφτεί κριτικά στο πλαίσιο της λογοτεχνίας; Μεταφέρεται στο πάθος της γραφής και συνακόλουθα στην καταγραφή του πάθους, η εμπειρία της εμπειρίας;2
Η ίδια η εμπειρία είναι πάντοτε ανάδελφη και καταδικασμένη στην απόλυτη ψυχική και βιολογική ιδιοσυστασία μιας ανεπιστρεπτί παράστασης όπως την εξεικόνισαν και περιέγραψαν οι Ανσερμέ [François Ansermet] και Ματζιστρέτι [Pierre Magistretti], σε αντίθεση με τη γλώσσα η οποία είναι πάντοτε κοινοτική, ποτέ ιδιωτική. Ναι, υπάρχουν ίχνη από εγχαράξεις ή επανεγχαράξεις συνεπεία συγχρονισμένων ή ασυγχρόνιστων συναισθηματικών και γλωσσικών δρόμων. Όμως έχουμε να κάνουμε με ένα παράδοξο. Eίτε μιλούμε με ψυχικούς όρους, είτε μιλούμε με νευρολογικούς όρους «βρίσκουμε ένα ίχνος, αλλά δεν βρίσκουμε πλέον την εμπειρία διότι αυτό το ίχνος έχει ανασυνδυαστεί με άλλα ίχνη». Η δε αντίληψη της εμπειρίας ενώ αρχικά υπάρχει, «κατά την αποτύπωσή της μετατρέπεται σε ερέθισμα άλλης τάξεως για τη νευρωνική συσκευή. Έτσι από μεταγραφή σε μεταγραφή, η εμπειρία καθ’αυτή χάνεται [...] έχοντας παρόλα αυτά δημιουργήσει ίχνη ανθεκτικά στον χρόνο».3 Η γνωσιακή επιστήμη θεωρεί πως θα χαρτογραφήσει κάποτε όλες τις πιθανές διαδράσεις και εξελικτικές προσαρμογές. Εν πολλοίς, όμως,οι ψυχικές και γλωσσικές συζεύξεις παραμένουν βιολογικό μυστήριο που δεν βασανίζει τους μάγους και το θαμπωμένο κοινό παρά μόνο όσουν έχουν βαλθεί να εξηγήσουν τη θεολογία της λογοτεχνίας, με προκεχωρημένο πεδίο τη Γνωσιακή ποιητική [Cognitive pοetics].
Περιεχόμενο της εμπειρίας και θεματοποίησή της σύμφωνα με τον κριτικό4 μπορεί να είναι η εμπειρία του έρωτα, της υπαρξιακής αγωνίας, του φόβου του θανάτου, της μοναξιάς, της ματαιοδοξίας και αυτό οφείλεται, θα πει ο κριτικός, στο απύθμενο βάθος της ανθρώπινης ψυχής, στο μεγαλείο αλλά και τη φαυλότητα των αισθημάτων, στην πολυπλοκότητα των σχέσεων, εντέλει στην επινόηση του ανθρώπινου, όπως λέει ο Χάρολντ Μπλουμ [Harold Bloom] για τον μέγιστο των ποιητών, τον Σαίξπηρ. Η εμπειρία του λογοτεχνικού έργου παραδίδεται από τον κριτικό ως υπόλειμμα και παράγωγο μαζί των ορατών και στοιχειοθετημένων γλωσσικά στοιχείων της πρακτικής της κριτικής.
Ως ποιητή, επιτελεστή, αντιθέτως, στοχάζομαι εκείνον που ξέφυγε από τον αναδιπλασιασμό, διατηρώντας τη ματαιοδοξία του, απέδρασε από την πλάνη της μεταφοράς της αληθινής «εμπειρίας» και της αναπαράστασης. Ποιητής και επιτελεστής είναι εκείνος που κατάφερε να δημιουργήσει τις συνθήκες της εμπειρίας, όχι, ψέματα, την ίδια την εμπειρία. Δεν είναι κάποιος που καυχιέται για την ειλικρινή πρόθεση, για τη Μούσα, για το θείο περιεχόμενο. Είναι εκείνος που παρέδωσε κάτι που ο λήπτης, ο προσλαμβάνων, ο συνομιλητής και συμμέτοχος αναγνωρίζουν να έρχεται από την χώρα του φρέσκου και της έκπληξης. Σ’ αυτό το σημείο ακριβώς όμως εμφανίζεται στη σκηνή το φάντασμα του Μπλουμ και βροντερά φωνάζει «Εξαπατάσθε! Δεν είναι όπως νομίζετε! Εξαίρεση η περίπτωση “αν και μόνο αν”». Το κάθε δραστικό ποίημα, ο κάθε μεγάλος ποιητής απαντάει σε ένα άλλο ποίημα, σε αυτό δίνει αναφορά, από το δαιμόνιο του πατέρα θέλει να φωτιστεί. Ακόμη και ο πιο πρωτοπόρος μετά τον Μίλτον, θα σημειώσει ο Μπλουμ, προσέρχεται καθυστερημένος στη λογοτεχνία φέροντας την αγωνία της επίδρασης.5 Και να μην το ξέρεις αυτό που θαυμάζεις, θα έλεγε το «τέρας του Γέιλ»,6 έχει ήδη γραφτεί. Αν και μόνο αν αποδειχθείς πέραν του δέοντος άξιος και καταλάβεις υψηλή θέση στον Κανόνα θα φτάσεις να ανιχνεύεσαι στο έργο του πατέρα σου, πρωθύστερα!
Ο ανυποψίαστος αναγνώστης ωστόσο παρακούει, αναμασάει και παραμιλάει: το κάτι που διακυβεύβεται στο δραστικό ποίημα, δεν έρχεται με πατρώνυμο και ταυτότητα, δεν προϋπήρξε, δεν συνοδεύεται από συστατική επιστολή, δεν κάνει γνωστή την καταγωγή του. Ήρθε ως χειρονομία, ήρθε ως γλώσσα ανθρώπου βουτηγμένου σε ακραίες εμπειρίες. Είναι φτιαγμένο από ψυχικά υλικά, φανερώνει την κρυμμένη αλήθεια, διηθά τον καιρό του, απαντάει σε συγκεκριμένα αιτήματα ιστορικά, πολιτισμικά, λογοτεχνικά αποτελεί ιδιώνυμο φαινόμενο ― γι’ αυτό με συνεπήρε, λέει ο αναγνώστης. Το συναπάντημα τον ταράζει, έκτοτε φέρει την εμπειρία του, εκείνο το κάτι που συνάντησε.
Ο επιτελεστής, ο Ποιητής, «δημιουργεί» την εποχή του, έναν οραματικό ομιλώντα ή ίσως έναν βαθύ εαυτό φτιαγμένο από γλώσσα. Ωστόσο ο μη-προτασιακός εσωτερικός κόσμος του ποιητή παραμένει μαύρο κουτί που μάλιστα δεν ανοίγει ούτε σε περίπτωση ατυχήματος καθώς ο μεγαλύτερος ψεύτης για το ποιος είναι, είναι ο ίδιος. Αλήθεια δεν υπάρχει εκεί έξω και αυτό που αποκαλούμε «αλήθεια» δεν ήταν παρά πολύ δυνατές μεταφορές που οδήγησαν σε «πραγματική» εμπειρία και ίσως νευρωνικό αποτύπωμά της. Δεν υπήρξε εποχή με βιβλικές γραφές στα χέρια και μαρκίζα στην πρόσοψη και ετούτη η εποχή να μην είναι αναπεριγράψιμη, σημειώνει ο Ρόρτι [Richard Rorty]. Κάθε πειστική δημιουργία δεν είναι παρά γλωσσική ανα-δημιουργία ενός φιλόδοξου, ταλαντούχου μαΐστορα. Ο Μπλουμ ομοίως αναπεριγράφει ―τι άλλο κάνει όταν ξαναδιαβάζει όλη τη δυτική λογοτεχνία στο μέτρο μαεστρίας του βάρδου― όπως χαρακτηρίζει τον Σαίξπηρ; Καίγεται να θεμελιώσει, εντός του αθεμελίωτου της λογοτεχνίας, τον δικό του Κανόνα, στήνοντας την δική του αναγνωστική σκάλα, συναρμόζοντας με τους δικούς του γλωσσικούς όρους τα σκαλοπάτια ενώ τον περικυκλώνουν σατανάδες και ρομαντικές οπτασίες, ενθέτοντας στην κορυφή τοποτηρητή τον Σαίξπηρ ─ ελέω Κριτικού.

Καταφεύγω στα παραπάνω από την ανάγνωση της Ανατομίας της [Αγωνίας τής] επίδρασης του Μπλουμ.7 Όποιος μετέχει της κριτικής της εμπειρίας, καίγεται με τη διττή έννοια: Δεν μπορεί να κάνει αλλιώς παρά να πολεμήσει με τα φαντάσματα της δικής του γλωσσικής και συγκριτικής αναπλαισίωσης και να αποτύχει ως μεταφορέας της δικής του δυνατής εμπειρίας. Ένιωσε κάτι ο κριτικός8 και ίσως παραμένει πάντα ανεπίδοτο στη γραφή του. Θαρραλέος καίγεται προκειμένου κάτι άλλο σημαντικό να εκρεύσει από τα κατάλοιπα της δικής του ατελούς καύσης. Η αναγνώστριά του μέσα στην εμπειρία του καψίματός του και της μη μεταφοράς της άμεσης εμπειρίας του, εμπειράται9 μόνο ό,τι αναδύεται ζέον. Λίγοι κι ελάχιστοι οι Ποιητές, οι περισσότεροι είμαστε αναδιπλασιαστές.

ὥστε φιλοσοφητέον καὶ νέῳ καὶ γέροντι, τῷ μὲν ὅπως γηράσκων νεάζῃ τοῖς ἀγαθοῖς διὰ τὴν χάριν τῶν γεγονότων, τῷ δὲ ὅπως νέος ἅμα καὶ παλαιὸς ᾖ διὰ τὴν ἀφοβίαν τῶν μελλόντων·
E Π I K O Y Ρ O Σ
«Ἐπιστολὴ πρὸς Μενοικέα»

O Mπλουμ, σημειώνει ο Δημηρούλης, διαβάζει κάθιδρος, εμπύρετος και παραδομένος στα μεγάλα κείμενα έξω από κοινωνικά, πολιτικά, ιδεολογικά πλαίσια, λοξοκοιτώντας προς το συνεχές και ακατάβλητο, κατά τον Μπλουμ, αίτημα του Υψηλού (Sublime) – μια κoρυφή την οποία μόνο η ανθρώπινη ύπαρξη μέσω ενός πρωτεϊκού Δαίμονα (Daemon) μπορεί να προσεγγίσει. Πώς όμως θα επενδυθεί η σύλληψη και πώς θα επέλθει η τοκοφορία αυτού του σπερματικού σχήματος; O Δημηρούλης επισημαίνει πως «ο Μπλουμ γνώριζε ότι για να έχει το έργο του στην κριτική της λογοτεχνίας διάρκεια, χρειάζονταν δύο πράγματα: θεωρία και ορολογία.10
Θεωρία και ορολογία· με τη γλώσσα του Ρίτσαρντ Ρόρτι ένα οριστικό λεξιλόγιο. Ο Μπλουμ αποτελεί τον αγαπημένο κριτικό του Αμερικανού φιλοσόφου. Πράγματι, ποτέ η έννοια της επίδρασης δεν πήρε τέτοιους βαθμούς έντασης, ως όρου λογοτεχνικής θεωρίας, όπως στο σύστημα του Μπλουμ. Ο τελευταίος επινόησε παράδοξους όρους οι οποίοι ως αντηρίδες στηρίζουν την πυραμίδα του: clinamen, τέσσερα, κένωσις, δαιμονισμός, άσκησις, αποφράδες. Οι παραπάνω αποτελούν πρακτικές πολλαπλής απόσταξης των βαθμών επίδρασης και της συνακόλουθης αγωνίας που τα σπουδαία κείμενα καθώς και ο φτασμένος πατέρας φέρουν στα μάτια του νέου ποιητή. Κρατάμε τη σημείωση του Δημηρούλη στην εισαγωγή πως ο Μπλουμ δεν αποσαφηνίζει εάν η επίδραση από τον πρόγονο προς τον επίγονο έχει να κάνει με τα κείμενα ή τα υποκείμενα.11 Και όποτε το κάνει, όποτε επιχειρεί να ορίσει, λίγο αργότερα αυτοαναιρείται. Επαμφοτερίζων και παθιασμένος μοιάζει να ενθέτει ιδιότητες στην εκδοχή της συγχώνευσής τους. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που ο Μπλουμ προς το τέλος της ζωής του, και σίγουρα της θεωρητικής του προσφοράς, αναστοχάζεται τους λόγους που τελικώς η επίδραση, ως εργαλειακός όρος μιας ολόκληρης κριτικής, θεωρητικής, πνευματικής ζωής αποτελεί τον δικό του οδοδείκτη ή αλλιώς την μετωνυμία για το δικό του οριστικό λεξιλόγιο αναπεριγραφής του φαινομένου της λογοτεχνίας αλλά και της λογοτεχνίας ως τρόπου ζωής.
Η θεώρηση του Μπλουμ αποτέλεσε, στο τέλος του εικοστού αιώνα, κυρίαρχη, ερμηνευτική φωνή στα αγγλόφωνα λογοτεχνικά περιβάλλοντα (παν/κά curricula, περιοδικά, κριτική θεωρία) και υπήρχαν διανοητές όπως ο Paul De Man που συνέβαλαν, μέσω μιας παραγωγικής αντιφωνικής συμπόρευση,ς σε ό,τι αργότερα απεκλήθει Σχολή του Yale (Υale school).
Σε ένα βαθμό αποτελεί μέχρι σήμερα βασική ύλη προπαιδείας στη συγκριτική λογοτεχνία. Στο γραπτά του Μπλουμ ομοίως μπορούμε να εφαρμόσουμε το «εργαλείο»της επίδρασης προκειμένου να αποτιμήσουμε πίσω από τις κουίντες τις σχέσεις του έργου με το εργαστήριο του. Κι εκείνος πάσχισε ―όπως οι αγαπημένοι του δυνατοί ποιητές μετά τον Μίλτον― να μην γίνει κακέκτυπο κανενός γραφιά. Στην περίπτωσή του μεταξύ εκείνων που στοχάστηκαν επάνω στη λογοτεχνία. Υπήρξαν άλλοι που έσκαψαν με την πένα τους την έννοια της επίδρασης; Eννοείται. Ο Mπλουμ έντιμα ξεχωρίζει όσους δούλεψαν με τον δικό τους τρόπο επί του ψυχο-λογοτεχνικού φαινομένου: Κυριότατα τον Bαλερί καθώς μιλάει για τον Μαλαρμέ, τον Μπόρχες για το δοκίμιό του «Ο Κάφκα και οι πρόδρομοί του», τον Σέλεϊ που χαρακτήρισε κυκλικό ποίημα όλη τη λογοτεχνία και τον Τζόις που είχε συγχωνεύσει σε έναν χαρακτήρα όλους τους συγγραφείς.

Ωστόσο ο Μπλουμ εκτόξευσε τον δικό του εννοιολογικό δορυφόρο έτσι ώστε με πρωτότυπους όρους να κατοπτεύσει τη λογοτεχνική οροσειρά και τις διαφορετικές κορυφές της γραφής. Με ένα νέο οριστικό λεξιλόγιο δοκίμασε να εξυψώσει περαιτέρω τη λογοτεχνία ― διότι σε ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης κουλτούρας, εκείνο της δυτικής, η λογοτεχνία συναρπάζει, τα κείμενα ιεροποιούνται, η συνάντηση μαζί τους διανοίγει δρόμους του υπαρξιακού και αισθητικού της ανθρώπινης διάνοιας με τρόπο που καμία άλλη τέχνη ή ανθρώπινη δράση δεν καταφέρνει. Mόνο ο ανθρώπινος λόγος που στοχεύει στην ανιδιοτελή ―κατά Καντ― αισθητική εμπειρία. Να μην ξενίζει εδώ η αναφορά του Γερμανού φιλοσόφου, αφού ομολογήμενα ο Μπλουμ ομιλεί περί sublime (Υψηλό). Συγκεντρώνει δομικά υλικά επίτευξης του στόχου όπως κάνει κι ο Καντ. Φτιάχνει σύστημα προκειμένου να πει γοητευτείτε, αφεθείτε στην ανιδιοτέλεια του ωραίου, ή πιο «μπλούμια», τρομάξτε συνεπαρμένοι από τις δυνάμεις του Υψηλού, σταθείτε θαρραλέοι στον φόβο, θαυμάστε το μεγαλείο, το δέος. Εξού και η επίκληση όχι θεϊκής μέθης, όχι μούσας αλλά δαίμονος. Υπάρχουν διαφορές στο υψηλό του Μπλουμ και στο υψηλό του Καντ ― αλλά θα μας παρασύρουν σε άλλα νερά εάν ξεμακρύνουμε.
Ο Μπλουμ είναι θεμελιοκράτης. Θεμελιώνει έννοιες, ατσαλώνει τον σκελετό, ορθώνει το οικοδόμημα. Γι’ εκείνον οι όροι της λογοτεχνικής θεωρίας δεν αποτελούν απλώς λειτουργικές κατασκευές του ανθρώπινου νου, προϊόντα του χρόνου, της γεωγραφίας, του συγκεκριμένου πολιτισμού και των δυνάμεων μιας συγκεκριμένης γλώσσας. Αφήνει να εννοηθεί πως το δικό του σύστημα είναι από μπετόν αρμέ κι όχι απλώς μια σκαλωσιά εφόρμησης στα κείμενα την οποία ο επόμενος κριτικός θα αντικαταστήσει. Σε καμιά στιγμή δεν ανοίγει το παράθυρο του φαλιμπιλισμού, του λάθους, της αμφιβολίας του ίδιου του τού έργου. Δεν αρέσκεται στην επίγευση του υπέροχου ανολοκλήρωτου, του τραγικά ατελούς, του αέναως επανερμηνεύσιμου, όπως ποτέ δεν θα παραδεχτεί πως μόνο ειρωνικό μπορεί να είναι κάθε οριστικό λεξιλόγιο αιχμαλωσίας του καιρού του Σαίξπηρ.
O Mπλουμ, στην ελληνική του φωνή, μέσω της μετάφρασης του Κ. Αντωνίου, της γενικής επιμέλειας και της απόδοσης ποιημάτων, προλόγισμα και επαναπροβληματισμό του Δ. Δημηρούλη μας ωθεί να στοχαστούμε. Για την ακρίβεια μας επιτρέπει να παραγιγνώσκουμε το κείμενό του. Υπό μια έννοια θα είμαστε καλοί μαθητές αν θέσουμε σε εφαρμογή το ίδιο μπλούμιο εργαλείο του: την δημιουργική παράναγνωση.

ΙΙ
Στον Μπλουμ πας για εργαλεία ύφανσης και βγαίνεις με πλεκτό.

Στον Σαίξπηρ, το πλεκτό της ταυτότητας δεν είναι η ψυχή αλλά ο δαίμονας, το πνεύμα, η σπίθα της βούλησης, αυτό που ο Νίτσε και ο Γέιτς αποκάλεσαν αντιθετικό εαυτό, ως αντίθετο σε κάποιον πρωταρχικό.
ΧΑΡΟΛΝΤ  ΜΠΛΟΥΜ



Διαβάζοντας την Ανατομία της επίδρασης υποψιάζεσαι πως θα αποκρυσταλλώσεις κάτι που μισογνώριζες όπως ότι ο Σαίξπηρ τελειοποίησε αυτό που άφησε στη μέση Μάρλοου. Ότι ο Άμλετ δεν θα μπορούσε να είχε γραφτεί εάν δεν προϋπήρχε ο Φάλσταφ. Ότι ο Ουίτμαν13 αποτελεί τον πατέρα όλων των μεγάλων Αμερικανών ποιητών που ακολούθησαν: Γέιτς, Στίβενς, Κρέιν, Μέριλ, Άσμπερι, Άμονς. Ότι η ισχυρή επίδραση του λογοτεχνικού προτύπου αποτελεί το καρότο και το μαστίγιο του μαθητή ― την πρόκληση να φτάσει τον πρόγονο, ει δυνατόν να ξεπεράσει τον πρόγονο ή, στην περίπτωση που δεν αποδειχθεί τόσο ταλαντούχος, τουλάχιστον να μην γίνει φτωχή απομίμησή του.
Ωστόσο σε αυτή την αναστοχαστική μελέτη ο Μπλουμ μπαίνει πιο βαθιά και μιλάει για τα υλικά της ταυτότητας του εαυτού, για την βούληση του κάθε νου και εννοεί του Σαίξπηρ, του Φάλσταφ, του Άμλετ κυριότατα, –ο οποίος γίνεται τόσο συγκλονιστικά ευρύχωρος, που ο Ιάγος, ο Λιρ, ο Μάκβεθ, η Κλεοπάτρα και ο Πρόσπερος του χρωστούν τη συγκρότησή τους.14 Επιχειρεί να μπει στον μυαλό του Μίλτον, του Ουίτμαν αλλά και του εαυτού του κατά περίπτωση. Δηλαδή εισχωρεί στο πώς και το γιατί της επίδρασης. Τι είναι αυτό που έκανε τη γλώσσα να μιλήσει μέσα από τις σελίδες ή τα στόματα των ηρώων με πρωτόγνωρη δύναμη. Εκεί λοιπόν ο Μπλουμ ανατέμνοντας επάνω στην ιερή του τράπεζα μορφές ή σώματα, φτιαγμένα αποκλειστικά από γλωσσική ύλη μαγκώνει με τσιμπίδα στα σπλάχνα τον θείο δαίμονα του δασκάλου, του δημιουργού τους και τον επιδεικνύει στους μαθητές, σε όσους τον ακολουθούν. Παραπλεύρως του μαθήματος ανατομίας στοχάζεται για τη ανώτατη θέση που παίρνει η λογοτεχνία στη ζωή. Χαρτογραφεί ένα διανοητικό πανοράμα, ιδρύει μια νέα μεταφυσική, προσανατολίζει τους «πιστούς» διαμέσου σπουδαίων κειμένων. Δεν εξαίρει ως εξαγόμενο την καλλιεργημένη προσωπικότητα του πολυμαθή ―παρότι είναι ο ίδιος― αλλά τη βασιλική γλωσσική οδό που διαμορφώνει καθ’oδόν έναν δημιουργικό, ρομαντικό εαυτό στου οποίου τις φλέβες, συγγνώμη τις συνάψεις, τρέχει λογοτεχνία.
Ο Μπλουμ με μία λαβυρινθώδη μέθοδο αναδρομών, ιστορικών ανεκδοτολογικών επεισοδίων, προσωπικού ημερολογίου και εκπληκτικής μνημοτεχνικής εντρυφεί σε αναρίθμητες λεπτομέρειες (για ηθοποιούς, παραστάσεις και κυρίως χαρακτήρες) θεατρικών έργων του Σαίξπηρ προκειμένου να αιτιολογήσει, όπως οι παραμυθάδες, το παλαιό επιμύθιο: O Σαίξπηρ δεν απεικονίζει απλώς ανθρώπους, αλλά δημιουργεί νέους τρόπους εσωτερικής ζωής. Οι χαρακτήρες του ακούν τον εαυτό τους, αλλάζουν από τη σκέψη τους, αναπτύσσονται ψυχικά μέσα στον λόγο. Ο Μπλουμ θεωρεί ότι ο ο Φάλσταφ επινοεί τη χαρά της αυτοσχεδιαστικής προσωπικότητας, ο Άμλετ τη στοχαστική συνείδηση, ο Ιάγος τη χειριστική επικοινωνία.
Ο ακατάπαυστος αγώνας με το σύνολο της λογοτεχνίας. Ο Μπλουμ αντιμετωπίζει τα κείμενα της Βίβλου, τις Ιερατικές Πηγές τής Πεντατεύχου, τα Ευαγγέλια των Αποστόλων, πέραν της προφανούς επιτελεστικότητάς τους ως λατρευτικών, λυτρωτικών κειμένων για θρήσκους και πιστούς, ως αρχή ενός ενιαίου, γιγαντιαίου corpus κειμένων το οποίο συναντώντας τα αρχαία ελληνικά και ελληνορωμαϊκά συγγράμματα στρώνουν το κατοσέντονο της Δυτικής Γραμματείας: «κάτι το τρομακτικό στον Ιησού του Μάρκου, επιβιώνει στην αύρα του πρίγκηπα Άμλετ».15 Tα κείμενα καταργούν τον χρόνο ευρισκόμενα σε διαρκή διάδραση: «ο Σέλεϊ είπε κάποτε πως ο Διάβολος χρωστάει τα πάντα στον Μίλτον».

Ο λόγος εκείνου που ομιλεί δεν μεταφράζει μια ήδη έτοιμη σκέψη, αλλά την εκπληρώνει
MAURICE  MERLEAU-PONTY

Και εκεί που λες, διαβαίνοντας το κείμενο, το ίδιο τροπάριο, ξανά-μανά τα ίδια, ο Μπλουμ, ―παιγνιώδης κι ανθηρός κι ως ήχος― κάνει την έκπληξη! Αλλά πριν, φανερώσω τι εννοώ, ας σταθώ στην ήδη υπέροχη παραδοξότητα των Αποφράδων (Apophrades) και την «επιστροφή των νεκρών» (The Return of the Dead), το έκτο επίπεδο ή πρακτική αλληλοεπίδρασης προγόνου / λογοτεχνικού πατέρα και απογόνου / νέου ποιητή. Σύμφωνα με αυτή τη σύλληψη δεν είναι πλέον απλώς η γραφή του προγόνου η οποία μπολιάζει εν σπέρματι την γραφή του απογόνου, ―ετούτο αποτελεί παραδεδειγμένη εργαλειακή βεβαιότητα στην Ανατομία της επίδρασης16 ― αλλά η αλλόκοτη πεποίθηση και μεταφυσική εμπειρία πως ο πρόγονος έγραψε καθ’υπαγόρευση του νέου ποιητή!17
Ωστόσο, η έκπληξη που κομίζει ο Μπλουμ με τον αναστοχασμό του είναι η βαλεριανή (από τον Valery) έννοια της αυτο-επίδρασης. Δηλαδή της επιρροής από και προς τον εαυτό, ἐν ἑαυτῷ. Πώς το έργο επηρεάζει και τελικά αλλάζει τον ίδιο τον συγγραφέα; Πώς οι χαρακτήρες του Σαίξπηρ μεταβάλλουν τον ίδιο τον Σαίξπηρ; Ίσως όμως και πώς η έννοια της επίδρασης και της αγωνίας της, η Αγωνία της επίδρασης, ως έργο και εννοιολόγηση, έχει προσδώσει στον Μπλουμ την πληθωρικότητά του. Αυτή κατά τη γνώμη μου είναι μια απολαυστική κατοπτρική διαδικασία η οποία προσιδιάζει στην οπτική ότι η γραφή δεν είναι έκφραση εαυτού αλλά ότι η γραφή σου ενέχει ίσχυρή αυτο-διαμορφωτική δύναμη.
Προς το τέλος του φυσικού και συγγραφικού βίου του ο Μπλουμ συμφιλιώνει τις θεμελιώτικές ορμές του –το θαυμάζειν του εξ αποκαλύψεως υπερταλαντούχου συγγραφικού πνεύματος– με κάτι που ακούγεται εξελικτικό και «αιρετικό» εν πρώτοις, όπως ότι το πιο σημαντικό έξεργο της επιδραστικής γραφής είναι η δημιουργία του εαυτού.




Ρέμπραντ: «Το μάθημα ανατομίας του δρ. Nicolaes Tulp (1632). Λάδι σε μουσαμά 169,5 Χ 216,5 εκ.
Ρέμπραντ: «Το μάθημα ανατομίας του δρ. Nicolaes Tulp (1632). Λάδι σε μουσαμά 169,5 Χ 216,5 εκ.

Ξεφυλλίζοντας τα δοκίμια του Μπλουμ έχεις έντονη την αίσθηση πως ο Κριτικός έχει λύσει πανιά και συνάψεις για νέες περιπέτειες της σκέψης. Απελευθερωμένος από το ακαδημαϊκό πρωτόκολλο της αυστηρής αιτιολόγησης στο κεφάλαιο Τζόις... Δάντης... Σαίξπηρ... Μίλτον επιχειρεί διάφορες συζεύξεις «ο Σαίξπηρ είναι Εβραίος», ― ο ίδιος Μπλουμ αποκαλύπτει για τον εαυτό του «είμαι προδήλως Εβραίος και γνωστικός αιρετικός»,19 φαντασιώνεται ότι «ο Φάλσταφ είναι ο Μπλουμ (όχι ο Πόλντι αλλά ο Χάρολντ)», δηλαδή ο ίδιος (!), «ο Άμλετ είναι παντού στην Αγρύπνια [των Φίνεγκαν]», «ο Οδυσσέας [του Τζόις] είναι περισσότερο μια αναζήτηση για τον Σαίξπηρ παρά ταξίδι προς την άπιστη Μόλι»,20 «η Αγρύπνια [των Φίνεγκαν] είναι ιερό κείμενο», «ο Σαίξπηρ μια οικουμενική γραφή».21
Χαρακτήρες και μεγαλοφυή πνεύματα είναι στημένα σε ένα εργοβιογραφικό χάρτη και δοκιμάζει να ενώσει τελίτσες. Ωστόσο μας βάζει αντιμέτωπους με πομπώδεις αξιολογικές κρίσεις: « Η Αγρύπνια είναι το όνειρο των ονείρων όλης της λογοτεχνίας»,22 δηλαδή, όπως το καταλαβαίνω, το αντίστοιχο της καθαρής μουσικής23 (absolute music), η απόλυτα καθαρή λογοτεχνική γλώσσα κεκαθαρμένη από κάθε ηθικό πρόταγμα, κοινωνικό θέμα, βάρος λογοτεχνικού παρελθόντος. Η μυθοπλαστική σύμβαση έχει πλήρως διαρραγεί και κυρίως, αφηγηματολογικά μιλώντας, από τη διαχωριστική ιδιότητά της ως μέσου και φορέα σχηματισμoύ λογοτεχνικού έργου, η κάθε λέξη στην Αγρύπνια αποτελεί μικρό έργο του μεγάλου έργου· καθαρή λογοτεχνία, καθαρό οξυγόνο που ζαλίζει. Μόνο μια αυθεντία της γλωσσοπλαστικότητας όπως ο Τζόις με την Αγρύπνια θα μπορούσε να αμφισβητήσει τον Δάντη και τον Σαίξπηρ, τις διάνοιες της γλωσσικής επινοητικότητας.24 Παραστατικά στο γράψιμό του οικειοποιείται την ένταση του αγώνα μεταξύ πατέρων και υιών: «Στην Αγρύπνια [των Φίνεγκανς του Τζόις], ο Δάντης ακολουθεί τον Σαίξπηρ από κοντά, με τον Μίλτον να βρίσκεται πολύ πίσω από τον Δάντη αλλά με εκπλήσσει ότι παρόλα αυτά, ο Μίλτον αντέχει (!)25 Ο Μπλουμ περιγράφει κούρσα, αγώνα δρόμου μεγάλης αντοχής. Μας λέει πως ο ανταγωνισμός των πνευμάτων είναι που γονιμοποιεί τα μεγάλα κείμενα ενώ μοιάζει κατακυριευμένος από το υψηλού τόνου σπικάζ. Η λογοτεχνία μοιάζει με πεδίο ισχυρής αντιζηλίας που τρέφει την μάχη. Η έννοια της επίδρασης λίγο απέχει από τον γίνει πόλεμος όλων εναντίον όλων, τόπος εξόντωσης ο οποίος στις πολιτικές ιδεολογίες έχει κάποια βάση αλλά στη λογοτεχνία εγείρει ερωτήματα. Πόσος Σαίξπηρ υπάρχει στον Τζόις και πόσος στον Μίλτον όταν ο τελευταίος διογκώνει την επίδραση που είχε επάνω του ο Δάντης στον δικό του Xαμένο Παράδεισο. Οι καραμπόλες της επίδρασης αποτελούν ένα θεαματικό σερί στην συγκεκριμένη παρτίδα τού Μπλουμ ο οποίος γίνεται θετικά σχολαστικός και ιδιαίτερα δραστικός όταν αιτιολογεί με περικοπή από τα ιερά του κείμενα την αγωνία της επίδρασης και συγκεκριμένα το αφόρητο βάρος να γράφεις μετά τον Σαίξπηρ ως Μίλτον. Συγκεγκριμένα το 1630 ο Μίλτον εικοσιεννιά ετών συνθέτει ένα ποίημα με τίτλο «Πάνω στον Σαίξπηρ (Οn Shakespeare) :

Eσύ, λοιπόν, που κάνεις τη φαντασία μας να θρηνεί αφού την έχεις στερέψει,
Μη σε μαρμάρινα αγάλματα μας καταντάς με τη δική σου πλούσια σκέψη.26


III

O Μπλουμ για τον Φρόιντ και ο Ρόρτι για τον Μπλουμ μέσω Φρόιντ

Η τελική επικράτηση της ποίησης στην παλαιότατη διαμάχη της με τη φιλοσοφία –η τελική νίκη των μεταφορών της αυτοδημιουργίας επί των μεταφορών της ανακάλυψης– επαφίεται στη συμφιλίωσή μας με τη σκέψη ότι αυτή είναι η μόνη δύναμη που μπορούμε να έχουμε πάνω στον κόσμο. Διότι αυτή θα ήταν η τελική αποκήρυξη της ιδέας ότι η αλήθεια, κι όχι μόνο η δύναμη και ο πόνος μπορεί να βρεθεί «εκεί έξω».
ΡΙΤΣΑΡΝΤ ΡΟΡΤΙ


Μέχρι εδώ ήταν η αμιγώς ανάγνωση εκ του σύνεγγυς, τώρα ρίχνω στον αγώνα το πώς βλέπει ο Ρόρτι το εγχείρημα του Μπλουμ μέχρι την Αγωνία της επίδρασης –διότι την Ανατομία δεν την πρόλαβε, εκδόθηκε το 2011 ηλεκτρονικά· ο Ρόρτι έφυγε το 2007· o Mπλουμ το 2019. Σε ό,τι αφορά τις απόψεις του Μπλουμ για τη γλώσσα τον τοποθετεί δίπλα στον Ντένβιντσον [Donald Davidson] και τον Ντεριντά κι ακόμη-ακόμη τον Βιτγκενστάιν σε μια αντιαναγωγική (anti-reductionist) στάση απέναντι στη γλώσσα. Δηλαδή η γλώσσα δεν ανάγεται εσχάτως σε ένα μη-προτασιακό κόσμο, οι λέξεις δεν θεμελιώνονται, δεν επαληθεύονται και δεν νοηματοδοτούνται από την αντιστοίχισή τους με την πραγματικότητα αλλά από τη σχέση τους με άλλες λέξεις. Προς επίρρωση επικαλείται το πολυμνημονευμένο απόσπασμα σε κείμενα θεωρίας του Μπλουμ περί ιδιοτήτων του ποιήματος:

Η πικρή αλήθεια είναι ότι τα ποιήματα δεν διαθέτουν παρουσία, ενότητα, μορφή ή νόημα.[...] Τότε τι έχει ή τι δημιουργεί ένα ποίημα; Αλίμονο, ένα ποίημα δεν έχει τίποτε και δεν δημιουργεί τίποτε. Η παρουσία του είναι μια υπόσχεση, ένα μέρος της ουσίας των πραγμάτων που ελπίζουμε να έρθουν, ένδειξη πραγμάτων που δεν είναι ορατά. Η ενότητά του εναπόκειται στην καλή θέληση του αναγνώστη [...] το νόημά του είναι ότι απλώς υπάρχει, ή μάλλον υπήρξε, ένα άλλο ποίημα.27

Kαι σε αυτό το σημείο ο Ρόρτι σπεύδει ―κατά την γνώμη μου με μεγάλους βαθμούς αυθαιρεσίας― να πει, ο Μπλουμ είναι μαζί μου, είναι νομιναλιστής, αντι-ουσιοκράτης δεν πιστεύει στη θεία έμπνευση και μάλιστα «αποθεοποιεί το ποίημα, και άρα τον ποιητή, με τον ίδιο τρόπο που ο Νίτσε είχε αποθεοποιήσει την αλήθεια και ο Φρόιντ την συνείδηση».28 Ωστόσο ο Ρόρτι, όπως υποστηρίζω, αποκρύπτει τις κρυφο-ουσιοκρατικές απόψεις του Μπλουμ ο οποίος ομολογεί « ... λέγοντας “λογοτεχνική κουλτούρα”, εννοώ τη δυτική κοινωνία τώρα, καθώς δεν έχει καμιά αυθεντική θρησκεία και καμιά αυθεντική φιλοσοφία, κι ούτε πρόκειται να τις ανακτήσει, κι επειδή η ψυχανάλυση, η πραγματιστική της θρησκεία και φιλοσοφία, είναι μόνο ένα κομμάτι λογοτεχνικής κουλτούρας, έτσι ώστε, με τον καιρό, θα μιλάμε εναλλάξ για φροϊδισμό ή προυστισμό.»29 Δηλαδή τι μας λέει; Mας λέει πως υπάρχουν θεμελιωμένες στη φύση του ανθρώπου ως κατηγορίες της ratio η Πίστη και η Γνώση, οι οποίες κάποτε γέμισαν με αυθεντική θρησκεία και αυθεντική φιλοσοφία ενώ τώρα γεμίζουν ―λόγω της λογοτεχνικοποιημένης δυτικής κουλτούρας― με ψυχανάλυση και λογοτεχνία. Αποκορύφωμα του «χαϊδέματος» του Μπλουμ από τον Ρόρτι αφορά το βιβλίο του Μπλουμ, Σαίξπηρ: H επινόηση του ανθρώπινου, (1999), όπου η αναγωγή και η ερείδωση στο δαιμονικό ταλέντο ενός μόνο ανθρώπου την ανθρώπινης πολυπλοκότητας, ακόμη κι ως συμβολισμός, δεν μπορεί να θεωρηθεί σε καμιά περίπτωση αντι-ουσιοκρατική και πραγματιστική αυτο-δημιουργία, όπως σιωπηρά αποδέχθηκε ο Ρόρτι.
Ο Μπλουμ «ρίχνει» κολόνες (π.χ. Σαίξπηρ ο μεγαλύτερος όλων) ορθώνει τα φέροντα υποστυλώματα (Έμερσον, Ουίτμαν και επίγονοι στην Αμερική, Δάντης, Μίλτον και επίγονοι στη Γηραιά Ήπειρο) εδραιώνοντας μια πυραμίδα (Δυτικός Κανόνας). Θεωρώ πως αποδίδει θεϊκή διάσταση και υπερφυσικές καταγωγές στην ευφυία και το ταλέντο. Είναι ένα βαθύς ουσιοκράτης. Εκεί νομίζω πως η εβραϊκότητά του ―προσοχή όχι αυτή καθεαυτήν, αλλά η κατηγορία τής ισχυρής ταυτότητας, όπως ιδιαιτέρως βαριά και ισχυρή ακούγεται η εβραϊκή ταυτότητα―, τού συντρέχει. Ο Ρόρτι τού χαρίζεται. Αυτό συντελείται διότι ο Μπλουμ μοιάζει να του δίνει κάτι που χρειαζόταν ο Ρόρτι στη νομιναλιστική φιλοσοφία του, την έννοια του δυνατού ποιητή ως εκείνου που έπειθε απλώς με γλώσσα και ένα δικό του λεξιλόγιο, για πολλά χρόνια, ίσως και αιώνες στην ιστορία της Δύσης, για το πως λειτουργεί ο κόσμος (Πλάτων, Καρτέσιος, Χέγκελ αλλά και γιατί όχι Μαρξ). Ο Μπλουμ, μέσω Φρόιντ, έδωσε στον Ρόρτι την τυχαιότητα του εαυτού. Χωρίς αυτήν, ο τελευταίος, δεν θα έβγαινε στον δρόμο για ένα εαυτό φτιαγμένο σχεδό αποκλειστικά από γλώσσα. Ο Μπλουμ προσλαμβάνει από πολύ νωρίς τον Φρόιντ ως μυθοπλάστη, δυνατό αφηγητή, γραφιά και ποιητή που δίνει ιδιαίτερη σημασία στην απεδαφικοποίηση του ευατού καθώς τον πετάει στην λίμνη της τυχαιότητά του με μόνο σωσίβιο για να σωθεί, ως μονάδα, ένα (ανα)διαμορφωτικό εργαλείο: την αναπεριγραφή. Εύρηκα, φωνάζει ο Ρόρτι. Αυτή είναι η λύση στο οντολογικό πρόβλημα του εαυτού και στην συμφιλίωση με την πρωτοκαθεδρία της γλώσσας «Η σημασία του Freud είναι ότι μας βοηθά να αποδεχθούμε και να θέσουμε σε λειτουργία αυτή τη νιτσεϊκή και μπλουμιανή αίσθηση του τι σημαίνει να είναι κανείς πλήρως ανεπτυγμένο ανθρώπινο ον. Ο Bloom έχει αποκαλέσει τον Freud “αναπόδραστο, καθώς ακόμη περισσότερο και από τον Προυστ υπήρξε ο μυθοπλαστικός νους της εποχής μας, τόσο θεολόγος και ηθικός φιλόσοφός μας όσο και ψυχολόγος μας και πρωταρχικός δημιουργός μυθοπλασιών».30 Kαι συνεχίζοντας ο Ρόρτι προσυπογράφει: Αρχίζουμε να καταλαβαίνουμε το ρόλο που έπαιξε ο Φρόιντ στον πολιτισμό μας αν τον δούμε ως ένα ηθικολόγο που συνέβαλε στην αποθεοποίηση του εαυτού, ανιχνεύοντας την προέλευση της συνείδησης στις τυχαιότητες της ανατροφής.31

Στα μάτια μου είναι φανερό πως ο Ρόρτι, ήθελε να απαλείψει κάθε ουσιοκρατικό στοιχείο στον Μπλουμ και να του πει πάμε χέρι-χέρι. Έτσι λοιπόν στο τέλος τη ζωής του, ο Μπλουμ, με τη σειρά του, ξεχρεώνει ως αντίδωρο την πίστη του ιδεολογικού του φίλου. Το κάνει αναβαθμίζοντας την επίδραση προς τον άλλον σε επίδραση προς τον ίδιο τον εαυτό εκείνου που γράφει, προς τον νου του γράφοντα αιτιολογώντας την μέσω της κατοπτρικής, αναδιαμορφωτικής δύναμης του λογοτεχνικού έργου. Αυτή η μεταμοντέρνα, αντι-ουσιοκρατική, νιτσεϊκή χειρονομία αποτελεί κάτι που χρωστούσε στον Ρόρτι: o εαυτός δεν είναι παρά ενσώματο λεξιλόγιο, ένας ιστός αφηγήσεων. Ο Μπλουμ στην Ανατομία έχει κεφάλαιο για πώς η δημιουργημένη γλώσσα του ισχυρού ποιήματος αντανακλά και αλλάζει τον εαυτό. Δηλαδή δέχεται την παλαιότερη χρονολογικά στην ιστορία της θεωρίας άποψη του Ρόρτι πως ο εαυτός είναι ενσώματο λεξιλόγιο και πληρέστερος όλων εκείνος που αναπεριγράφοντας εσαεί θα πει «έτσι το θέλησα» το παρελθόν μου, «έτσι έφτιαξα» τον εαυτό μου. Ο Μπλουμ στο τέλος της ζωής του γίνεται ρορτιανός, το μεγαλύτερο έργο είναι η αυτοδημιουργία του εαυτού. Αφού τίποτα δεν προϋπάρχει παρά μόνο η τυχαιότητα της γλώσσας, το τυχαίο υπόβαθρο του εαυτού, οι Ποιητές και η αναδιπλασιαστές, την πιο έντονη εμπειρία την συνιστά η νιτσεϊκή δημιουργία του εαυτού.


ΙV

Και είμαι κιόλας μια ταγμένη
Μες στην πομπή της λιτανείας
Εσύ εξάγγελος του αφανισμού μου

AΓΝΩΣΤΗ ΑΜΕΡΙΚΑΝΙΔΑ ΠΟΙΗΤΡΙΑ


Επιλεκτικές κριτικές για την Ανατομία και τον Μπλουμ



Πριν συνεχίσω την ανάγνωση της Δεύτερης (σς. 233-364) και της Τρίτης ενότητας (σς. 365-544) στρέφομαι να δω τι έγραψαν άλλοι για τη Αγωνία, την Ανατομία και τον Μπλουμ. Μια από τις πιο γνωστές κριτικές, δημοσιευμένη στον Guardian, είναι του Brian Dillon32 ο οποίος θεωρεί τον Μπλουμ μεγαλοφυή αλλά υπερβολικά μεγαλόστομο, με «ύφος αυθεντίας, σχεδόν χρησμικό (oracular) και εγωκεντρικό χωρίς μεθοδική τεκμηρίωση. Επαινεί ιδιαίτερα τις αναγνώσεις του για Σαίξπηρ, Ουίτμαν και Τζόις καταλήγοντας ότι ο Μπλουμ παραμένει μεγάλος δάσκαλος παρά τα ελαττώματά του. Ο πιο ένθερμος κριτικός του Μπλουμ είναι o γνωστός από τη συνεργασία του με την Washinton Post, Michael Dirda. Ο Dirda αποκαλεί τον Μπλουμ «έναν από τους δυνατότερους κριτικούς του αιώνα. [εννοεί του 20ού]». Βλέπει την Ανατομία ως πνευματική αυτοβιογραφία, θαυμάζει την τεράστια μνήμη και παιδεία του Μπλουμ λέγοντας ότι το βιβλίο μοιάζει περισσότερο με σειρά δοκιμίων παρά με ενιαίο έργο.33 Πιο επικριτικοί στέκονται οι μελετητές που προσεγγίζουν την Aνατομία μέσω θεωριών φύλου, πολιτισμική, μαρξιστική, μετα-αποικιακή θεωρία, ένα σύνολο θεωρήσεων που ο Μπλουμ χαρακτηρίζει «Σχολή της μνησικακίας» (School of resentment) ή ακόμη πιο προσβλητικά «Συρφετός από λέμινγκς» (Rabblement of Lemmings). Η Nancy R. Ives, αναφέρει πως «δυστυχώς το βιβλίο σχεδόν αγνοεί τους μη-λευκούς συγγραφείς και τις γυναίκες» καταλήγοντας ότι «θα εκτιμηθεί από σοβαρούς αναγνώστες που δεν ενοχλούνται από την ιδεολογική μεροληψία του».34 O Ντέιβιντ Λίμαν [David Lehman] θεωρεί πως ο Mπλουμ, υπήρξε ένας μεταφυσικός, σε πολιτισμικό πόλεμο πληροφορώντας μας χαρακτηριστικά: «Ο Χάρολντ επιμελήθηκε το The Best of the Best American Poetry, 1988-97 με τη συνηθισμένη του φινέτσα ― και τη συνηθισμένη του ικανότητα να προκαλεί αντιπαραθέσεις. Συμπεριέλαβε επιλογές από εννέα ετήσιες ανθολογίες, αλλά καμία από τον τόμο του 1996, τον οποίο είχε επιμεληθεί η Αντριέν Ριτς [Adrienne Rich]. Στο εισαγωγικό του δοκίμιο, ο Χάρολντ, εξαπέλυσε επίθεση κατά της πολυπολιτισμικότητας και της λεγόμενης “ποίησης των ταυτοτήτων”– στην οποία το φύλο, η ηλικία, η εθνοτική καταγωγή, η κοινωνική τάξη του συγγραφέα υπερισχύουν άλλων κριτηρίων ― και κατέστησε σαφές ότι θεωρούσε υπεύθυνη την ευαισθησία και το αισθητικό κριτήριο της Αντριέν Ριτς».35

V

All literature is plagiaristic inasmuch as all writing feeds on the communal
[ Ο Harold Bloom στο Hellenic Public Radio Ν.Υ. (1994) με τον χαιρετισμό “Το my Greek friends” ]



Και ο Μπλουμ συνεχίζει σε μια απολαυστική διαδρομή στη Τρίτη ενότητα με τίτλο «Το Σκεπτικό Υψηλό» και κείμενα όπως οι (i) Αγωνίες της επικούρειας επίδρασης: Nτράιντεν, Πέιτερ, Μίλτον, Σέλεϊ, Τένισον, Ουίτμαν, Σουίμπερν, Στίβενς· (ii) H Λουκρήτεια παρέκλιση του Λεοπάρντι· (iii) Oι διάδοχοι του Σέλεϊ: Mπράουνινγκ και Γέιτς. Καταχωρεί απίθανα ανεκδοτολογικά περιστατικά: Ο Όντεν με παντελόνι χωρίς κουμπιά και χαρτοφύλακα μόνο με ποιήματα και ποτά φιλοξενείται στο σπίτι του Μπλουμ και κάνει κόνξες πως εάν δεν διπλασιαστεί η αμοιβή του δεν θα διαβάσει τα ποιημάτά του την επόμενη μέρα στο Yale· νεότερες αγωνίες και επιρροές: O Στίβενς και η σχέση του με τον Σέλεϊ και τον Ουίτμαν και όλων αυτών με τον Λουκρήτιο· ιστορικές λεπτομέρειες σχετικά με τους Βρετανούς που γνώριζε ο Ουίτμαν όπως οι Σαίξπηρ, Σερ Ουόλτερ Σκοτ, Τένισον: Ο τελευταίος διαβάζοντας ποιήματα του Ουίτμαν αντέδρασε επιφυλακτικά!· καταγωγές: O Oυίτμαν αναδύθηκε από τη μήτρα τού Έμερσον, αλλά με την ισχυρή αίσθηση του Επίκουρου και του Λουκρήτιου να δρουν μέσα του ως αντίβαρο στον εμερσόνιο ιδεαλισμό.36 Το γαϊτανάκι, ή καλύτερα, η σκυταλοδρομία της αγωνίας καλά κρατεί μέσα από τους δαιδαλώδεις συνειρμούς του Μπλουμ ο οποίος με καταιγιστικό ρυθμό ποιητών και κειμένων πάει μέχρι τέλους. Μέσω χρονομηχανής βγάζει χρυσό νήμα από την κοιλιά του Σαίξπηρ και εισχωρώντας στον χωροχρόνο ράβει μια καλή μια ανάποδη, μπρος-πίσω, βιβλικές αναφορές, ελληνική αρχαιότητα, κάποιους Ρωμαίους, λίγους ευρωπαίους, πολλούς Βρετανούς πριν περάσει τη βελόνα στον Νέο Κόσμο και ολοκληρώσει τη γενεαλογική συρραφή, στο τέλος του 20ού αιώνα, με έναν ποιητή που αγαπώ τον Α.R. Ammons.
Ο Mπλουμ μπαίνει στην τέταρτη ενότητα: «O Oυίτμαν και ο θάνατος της Ευρώπης στην Εσπερία Γη», σς. 365-542 αρχινώντας με τη φράση «Όντας γεννήτορας μεγάλου (αν όχι του μεγαλύτερου μέρους της αμερικανικής λογοτεχνίας και σκέψης για περίπου έξι δεκαετίες ο Έμερσον προτιμούσε να βλέπει τον εαυτό του ως ατέρμονο πειραματιστή, δίχως κανένα παρελθόν στις πλάτες του».37 Επιτρέπει σε ελάχιστους να μην αναγνωρίζουν κανέναν ως πατέρα τους, λόγω της δύναμης και της πρωτοτυπίας του έργου τους, παρότι μετά θα προσπαθήσει να τους αποδώσει έναν! Υπογραμμίζει πως «ο Ουόλτ Ουίτμαν και η Έμιλι Ντίκινσον, εν μέρει μέσω της επίδρασης που άσκησε επάνω τους ο Έμερσον, πρόσφεραν τελικά στις Ηνωμένες Πολιτείες ποιητές που θα μπορούσαν να συναγωνιστούν τον Ουέρντσουερθ.»38 Η έννοια της αντιπαλότητας και του αγώνα πάντα παρούσα ως μοχλός παραγωγής. Αξιομνημόνευτο είναι πως ο Μπλουμ μοιράζεται μαζί μας, την εμερσόνια επίδραση πάνω του. Αναπαράγει δύο φράσεις του Έμερσον για τον βάρδο: «ο Σαίξπηρ έγραψε το κείμενο του σύγχρονου κόσμου […] ήταν ο πατέρας του ανθρώπου στην Αμερική»(!)39 που μας επιτρέπουν να υποθέσουμε ότι από εκεί ορμώμενος τιτλοφόρησε τη μονογραφία του: Σαίξπηρ: η επινόηση του ανθρώπινου.
Ο Μπλουμ προσεγγίζει την αυγή του εικοστού πρώτου αιώνα ευλογώντας τα ποιητικά δισσέγονα του Έμερσον, και κατά συνέπεια του Ουίτμαν, στο τελευταίο κεφάλαιο της τέταρτης ενότητας και του βιβλίου, με τίτλο: «Οι Άσωτοι του Ουίτμαν: Άσμπερι, Άμονς, Στράντ, Ράιτ» με ενδιάμεσο πομπό τον Στίβενς. Ακόμη κι όταν δεν βρίσκει επιρροή σκαλίζει μέχρι εσχάτων τα κειμενικά τεχνουργήματα των απογόνων, των σύγχρονων αμερικανών ποιητών, υπερασπιζόμενος την πατρογραμμική θεωρία του. Κι ενώ οι ολάνδριοι αγώνες ποιητικής οπλιτοδρομίας, με μάρτυρα εδώ κι εκεί μια μεταμφιεσμένη Καλλιπάτειρα (κυρίως ως Ντίκινσον με έξι αναφορές), καλώς εξελίσσονται, εκεί που κοντοστέκεται, υποκλίνεται και δείχνει απέραντο θαυμασμό είναι στον Χαρτ Κρέιν τον οποίο τοποθετεί ούτε λίγο, ούτε πολύ πάνω από το Τ.Σ. Έλιοτ και τον Πάουντ τουλάχιστον για το βιβλίο του Γέφυρα (1930), για το οποίο επισημαίνει: «ξεπερνάει αντιπάλους όπως το “Πάτερσον”, [Ου. Κ. Ουίλιαμς] τα “Κάντο” και την “Έρημη Χώρα”, που τείνουν να εξασφαλίζουν περισσότερους επαίνους».40  Υπερθεματίζει λέγοντας πως «ο Κρέιν είναι τόσο Υψηλός όσο θα μπορούσε να είναι ποτέ ένας ποιητής του Υψηλού Ρομαντισμού: αντάξιοί του [!] είναι ο Σέλεϊ, ο Μπλέικ, ο Λόρενς κι ο Γέιτς.»

Σ’ αυτό το σημείο, λίγο πριν τον επίλογο, θυμίζω και στον εαυτό μου, όχι απλώς τη μεταφραστική αρτιότητα αλλά την κριτική διαμεσολάβηση, τη γνήσια ερευνητική αμφιθυμία με την οποία ο Δ. Δημηρούλης, απευθυνόμενος στο ελληνικό κοινό, αναθεωρεί μέσα στα χρόνια όχι μόνο γλωσσικές λύσεις αλλά και παγιωμένες κρίσεις, όπου χρειάζεται, καθώς επιμελείται και συζητάει τα απαιτητικά έργα του Μπλουμ, τον Δαίμονα, την Αγωνία και την Ανατομία.41 Ως συμπερασματικό απόσταγμα, πέρα από διαφωνίες τονίζει τη σπουδαία θεωρητική και κριτική παρακαταθήκη του Μπλουμ: διαβάστε τα κλασικά λογοτεχνικά κείμενα, αναμετρηθείτε με την κατασκευαστική της πυραμίδας του Δυτικού Κανόνα, με τον Σαίξπηρ στην κορυφή, και διαβάστε ιδιοτελώς ― τουλάχιστον όσοι γράφετε! Δηλαδή παραναγιγνώσκετε δημιουργικά κάντε τη λογοτεχνία τρόπο ζωής. Εξάλλου ο ίδιος ο Μπλουμ, σημειώνω, αφήνει και συγγραφικό ύφος χωνευμένης αξιολογικής, επαινετικής κριτικής (appreciative criticism): Έναν συνδυασμό αισθητικής, αναγνωστικής απόσταξης τόνων μετρικών, και μη, κειμένων και άμετρου ντελίριου ενθουσιώδη εφήβου. Ποια εμπειρία έχει το πάνω χέρι, πάνω του, πάνω μας;
Ο Μπλουμ πλημμυρίζει από Αμερικανικό Υψηλό, ένα χαρμάνι μεταξύ Ρομαντισμού, μυθοπλαστικής κατασκευής του εαυτού και εθνοποιητικού στοιχείου. Το Υψηλό, σύμφωνα με το αισθητικό γούστο του και την ιεράρχηση των ποιητικών κορυφών βάσει της επιδραστικότητάς τους, αγγίζει το ουράνιο στερέωμα, από όπου συγγενεύοντας με τα θεία, κατοπτεύει τα ανθρώπινα. Από αυτή την άποψη αιφνιδιάζει η διαπίστωση πως ακόμη και τον Άσμπερι, ο οποίος κουβεντιάζει σε μια ποίηση γειωμένη, εσωστρεφή, αστική, με κύριο χαρακτηριστικό την αναμέτρηση με την εμπειρία που αντιστέκεται σε περιβάλλον διανοητικών τοπίων, ο Μπλουμ, πάσχισε να τον συνδέσει με τον Ουίτμαν. Το ίδιο έκανε και με τον A.R. Ammons παραθέτοντας τα ποιήματά του από τη Sphere: The Form of a Motion (1974) που πράγματι αντηχούν ίσως τη φυσιολατρεία και το Υψηλό του Ουίτμαν αλλά προσπερνάει τα αριστουργήματά του όπως Garbage (1993) και το Glare (1997), διότι κατά τη γνώμη μου, ο Α. R. Ammons εκεί κατεβαίνει από τον ουρανό, ως δολιχοδρόμος συνείδηση που παιδεύεται εντός ενός τεράστιου μα τετριμμένου αμερικανικού καταναλωτικού σκηνικού δίχως ουρανομήκη λύτρωση και δεν τον βολεύει.

Ο Χάρολντ Μπλουμ, πολύ πριν την Έλεν Βέντλερ [Helen Vendler],42 θεώρησε ότι ο Άμονς θα αποτελέσει τον τελευταίο κλασικό Αμερικανό ποιητή του 20ού αι. Είχε σημειώσει πως «με το ποίημα του The City Limits (1971) θα αγγίξει το ποιητικό του όριο». Σε αυτό το ποίημα, θα επιχειρήσει να αποδεσμευτεί από το φορτίο των ποιητικών πατέρων του ενόσω «οι ένοχες περιπλανήσεις της ατίθασης καρδιάς» θα δηλώνουν για πάντα το βλέμμα την στιγμή που εκτρέπεται από την παράδοση πραγματοποιώντας αυτό που Μπλουμ όρισε ως clinamen.43 Θα τον ενθέσει ψηλά στο προσωπικό του εικονοστάσι με τη εξής σημείωση: «η ποίηση του Άμονς κάνει για μένα ότι έκανε η ποίηση του Στίβενς πριν από αυτόν και ό,τι έκαναν οι μεγάλοι ρομαντικοί παλιότερα: με βοηθούν να ζήσω την ζωή μου».44 Και μένα θα προσέθετα χωρίς δισταγμό. Ειδικά στίχοι, όπως οι παρακάτω, όπου κάθε αναδιπλασιασμός δικαιώνεται, η εμπειρία ποιητών και αναγνωστών συμφύεται στην αδιαχώριστη μήτρα ζωής και λογοτεχνίας και πλέον δεν είναι διακριτό σε ποιον ανήκουν, ποιος τα λέει και ποιος τα ζει.

δενόμαστε με τις ζωές εκείνων που αγαπάμε και οι ζωές μας, τότε, πορεύονται
όπως πορεύονται εκείνων∙ οι πόνοι τους που δεν μπορούμε να ελαφρύνουμε·
οι επιλογές τους, συχνά επιβλαβείς για τους ίδιους,

ξεχύνονται μέσα στον ανάστατο ύπνο μας, στροβιλίζονται όπως
τα όχι και τα μη στα όνειρα μας∙ σηκωνόμαστε αρκετές φορές

τη νύχτα να περπατήσουμε∙ σηκωνόμαστε το πρωί
σ΄ ένα τραχύ κόσμο που οδεύει στο πουθενά, χωρίς εξόδους:

το στήθος μας καίγεται από άγχος και ένα ποτάμι
οδύνης ορίζει τις δίνες και τα περάσματα στο βάθος

των στομαχιών μας: πώς μπορούμε να παρεμβαίνουμε και όχι
να παρεμποδίζουμε: πώς μπορεί η αγάπη μας να κινηθεί πιο κυκλωτικά,

πιο πειστικά από την προειδοποιητική μας συμβουλή.45


__________________
Σ  Η  Μ  Ε  Ι  Ω  Σ  Ε  Ι  Σ

1. Αναδιπλασιαστή αποκαλώ τον οποιοσδήποτε γραφιά επιχειρεί να αποτυπώσει γλωσσοδένοντας μια εμπειρία ή ακόμη την ανάμνηση μιας εμπειρίας. Ακριβέστερα το ίχνος μιας εμπειρίας κατεπείγουσας. Η εμπειρία δεν πιάνεται, δεν ακινητείται, δεν υποστασιοποιείται. Αποτελεί πάντοτε χαμένη υπόθεση ανάκλησης. Ρέουσα, διαφεύγουσα και διαμφισβητούμενη από ορισμένους φυσικαλιστές ―αλλά ωστόσο και από άκρατους νομιναλιστές― γίνεται συνώνυμο ενός ψυχολογικού σωματίδιου χιγκς ή απλώς έρμαιο ενός παλιού ανενεργού λεξιλογίου. Ένας άφαντος ενεργειακός πυκνωτής ως αποτέλεσμα αναταράξεων αφήνει νευρωνικά ίχνη δείγμα πως η εμπειρία πέρασε από εκεί. Ο λόγος κρύβει, το ον υποψιάζεται, υπό μιας παρουσίας δίχως όψη, ζει, σκαλίζει, όζει, θνήσκει.
2. Στο παρόν κείμενο η εξής διάκριση: Mε πλάγια γραφή η κατακλυσμιαία, ζώσα, ενσώματη, άμεση, πρωταρχική εμπειρία, χωρίς την παρουσία συστήματος σημείων τέχνης. Με όρθια γραφή η εμπειρία που διαμεσολαβείται από σύστημα σημείων τέχνης (λογοτεχνικού κειμένου, έργου επί σκηνής κ.α.)
3. François Ansermet και Pierre Magistretti, Tα ίχνη της εμπειρίας, (Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, 2015), 61.
4. Διαστρέφω τον ορισμό του Ποιητή, όπως κύρια απαντάται στο Richard Rorty, Τυχαιότητα, ειρωνεία, αλληλεγγύη, μτφρ. Κ. Κουρεμένος (Αλεξάνδρεια 2002), η οποία χαρακτηρίζει οποιονδήποτε αφήνει άξια, οριστικά λεξιλόγια πειστικής αναπεριγραφής του κόσμου. Βάζω στην θέση του τον Κριτικό ως οποιονδήποτε καίγεται από την εμπειρία και τη συζητάει, όχι μόνο τον κριτικό λογοτεχνίας, αλλά κάθε έναν που αξιολογεί, αναπεριγράφει επιτελεστικές δημιουργίες ή συμμετέχει σε προσπάθειες ανάδειξης σπουδαίου κειμένου, βιωμένης αισθητικής εμπειρίας και καταφέρνει να αφήσει το δικό του ισχυρό λεξιλόγιο, να μην παραμείνει δηλαδή αναδιπλασιαστής.
5. Δημήτρης Δημηρούλης «Εισαγωγή: H ερμηνεία ως αναθεωρητική βία» στο Χάρολντ Μπλουμ, Η αγωνία της επίδρασης: Mια θεωρία για την ποίηση, μτφρ. Δ. Δημηρούλη (Άγρα 1989), 14-15.
6. “Tέρας διαβάσματος», «τέρας του Γέιλ», «τέρας της Αμερικανικής Ακαδημίας» ορισμένοι από τους χαρακτηρισμούς που είχαν δοθεί στον Μπλουμ από τους συναδέλφους του καθηγητές διότι φημολογείτο πως κοιμόταν ελάχιστα ―τέσσερις με πέντε ώρες την ημέρα― ενώ διάβαζε και έγραφε ακατάπαυστα.
7. Το παρόν βιβλίο συνιστά αναστοχαστική συνέχεια του θεμελιώδους έργου Μπλουμ, Η Αγωνία, ό.π., πρωτότυπο: Harold Bloom, The Anxiety of Influence: A Theory of Poetry (Oxford University Press, 1973). Αξίζει να σημειωθεί ότι ο Δ. Δημηρούλης υπερασπίζεται τεκμηριωμένα τη μετάφραση του όρου anxiety ως «αγωνία», θεωρώντας ότι αποδίδει πληρέστερα το νοηματικό του εύρος σε σχέση με το «άγχος», το οποίο έχει προταθεί από άλλους μεταφραστές. Τη θέση αυτή φαίνεται να ενισχύει και ο ίδιος ο Μπλουμ, καθώς αναφέρεται ρητά τόσο στην έννοια του agon (αγώνα, σύγκρουσης) όσο και στο angst όρο που παραπέμπει στην υπαρξιακή αγωνία του Κίρκεγκορ και στη φροϋδική ψυχαναλυτική παράδοση.
8. «Οι κριτικοί, βαθιά μέσα τους, αγαπούν τις συνέχειες, αλλά εκείνος που ζει μόνο μέσα στη συνέχεια δεν μπορεί να είναι ποιητής» (Bloom, The Anxiety of influence, ό.π. 78). Ο κριτικός είναι, από αυτήν την άποψη, ένα είδος φιλοσόφου — ή, ακριβέστερα, αυτό που ο Heidegger και ο Derrida αποκαλούν “μεταφυσικό”. Η μεταφυσική, λέει ο Derrida, είναι η αναζήτηση «μιας κεντρωμένης δομής [...] η αντίληψη ότι το παιχνίδι βασίζεται σ’ ένα θεμελειώδες έδαφος, ένα παιχνίδι συγκροτημένο πάνω στη βάση μιας θεμελιώδους ακινησίας και μιας καθησυχαστικής βεβαιότητας, η οποία βρίσκεται η ίδια πέρα από την εμβέλεια του παιχνιδιού» (Derrida, Writing and Difference, (University of Chicago Press 1978, σ. 279). Οι μεταφυσικοί αναζητούν συνέχειες — υπερκείμενες συνθήκες δυνατότητας που παρέχουν τον χώρο μέσα στον οποίο μπορεί να συμβεί η ασυνέχεια. Το μυστικό όνειρο της κριτικής είναι να έχει στη διάθεσή της ένα «συρτάρι ταξινόμησης» (pigeonhole), στο οποίο θα μπορεί να χωρέσει κάθε μελλοντικός ποιητής. Όπως το διαβάζω στο Rorty, Τυχαιότητα, ό.π. 291, σημ.2.
9. Δ. Δημητράκου, Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης (1949-1950), τ. 5, σ. 2475 Εμπειρώμαι-άομαι, απόθ. πειρώμαι, δια πείρας προσπαθώ να μάθω τι, δοκιμάζω: Hippocrates, Γυν. Φύο §99: «ἢν δούλη γυναικὸς ἐμπειρηθῆναι εἰ ἔστι παιδιούσα εἴτε καὶ μή». http://www.projethomere.com/travaux/bibliotheque_homere/dimitrakou_2.htm
10. Χάρολντ Μπλουμ, Η ανατομία της επίδρασης: H λογοτεχνία ως τρόπος ζωής (εκδ. Gutenberg, 2025), 15.
11. Μπλουμ, Η ανατομία της επίδρασης, ό.π. 28. σημ. του Δημηρούλη «ο Μπλουμ δεν επιχείρησε ποτέ να πράξει αυτό που ισχυρίστηκε (να αναλύσει μεθοδικά “την επίδραση ενός ποιήματος πάνω σε ένα άλλο”), αντίθετα έπραξε αυτό που απορρίπτει [ ενν. τον τονισμό της βιογραφίας] ».
12. O Paul de Man υπηρέτησε στο Υale ως καθηγητής από το 1970 έως το 1983. Κινήθηκε στη ντεριντιανή γραμμή της αποδόμησης μακριά από τις στοχεύσεις του Μπλουμ αφήνοντας στην δική του κριτική της Αγωνίας της επίδρασης υπαινιγμούς για ψυχολογισμό και για ανεπαρκή τεκμηρίωση, παραδεχόμενος εντούτοις την ισχυρή φαντασία του Μπλουμ καθώς και την πρωτότυπη ιδέα, που μοιάζει να βασανίζει και τον ίδιο ίσως τον De Man, της θρασείας νομιμοποίησης της «παρερμηνείας» [misprision] και της παρανάγνωσης [misreading] ως εργαλείου αλλαγής λογοτεχνικού παραδείγματος στη φαρέτρα του «ισχυρού» κριτικού. https://www.enotes.com/topics/harold-bloom/criticism/bloom-harold-vol-24/paul-de-man αλλά και Paul de Man, Βιβλιοκριτική για την «Αγωνία της επίδρασης του Ηarold Bloom» στο Bloom , Η αγωνία της επίδρασης, ό.π. 207-217.
13. Ο Μπλουμ αφιερώνει το ένα τρίτο της Ανατομίας της επίδρασης στον Ουίτμαν σε ενότητα με τίτλο: Ο Ουίτμαν και ο θάνατος της Ευρώπης στην Εσπερία Γη.
14. Mπλουμ, Η ανατομία της επίδρασης, ό.π. 103.
15. Mπλουμ, Η Ανατομία της επίδρασης, ό.π. 179.
16. Ό.π. σ. 80 «Για να κατανοήσει κανείς τι καθιστά την ποίηση ποίηση και όχι κάτι άλλο, πρέπει να τοποθετήσει το ποίημα στο πλαίσιο των σχέσεων με τους προδρόμους του».
17. Δ. Δημηρούλης, Δυο λόγια, στο Mπλουμ, Η Ανατομία της επίδρασης, ό.π. 17-18, και στο ίδιο Η. Βloom σ. 60.
18. Rembrandt Harmenszoon van Rijn‎‎, «Anatomische les van Dr. Nicolaes Tulp» (1632)
19. Mπλουμ, Η ανατομία της επίδρασης, ό.π. 232.
20. Στο ίδιο, 221.
21. Στο ίδιο, 223.
22. Στο ίδιο, 226.
23. Mark Evan Bonds «Wagner’s “Absolute” Music» στο Absolute Music: The History of an Idea (Oxford Academics 2014), 129 -140 https://doi.org/10.1093/acprof:oso/9780199343638.003.0009, είσοδος 24/5/2026.
24. Στο ίδιο, 227.

25. Στο ίδιο, 234.
26. Στο ίδιο, 237.
27. Harold Bloom, Kabbalah and Criticism (The Seabury Press, 1975), 122, όπως το διαβάζω στο Rorty, Τυχαιότητα, ό.π. 85.
28. Rorty, Τυχαιότητα, ό.π. 85.
29. Harold Bloom, Agon: Towards a Theory of Revisionism (Oxford University Press, 1982), 23, όπως το διαβάζω στο Rorty, Τυχαιότητα, ό.π. 294.
30. Rorty, Τυχαιότητα, ό.π. 69.
31. Στο ίδιο.
32. Βrian Dillon, κριτική στο «The Anatomy of Influence: Literature as a Way of Life του Harold Bloom», The Guardian, 5 Ιουνίου, 2011. https://www.theguardian.com/bo... Dirda, «Full Bloom: A critic offers his final thoughts» κριτική στο The Anatomy of Influence: Literature as a Way of Life του Harold Bloom, The American Scholar, 3 Iouνίου 2011, https://theamericanscholar.org/full-bloom/?
34. Nancy R. Ives, κριτική στο «The Anatomy of Influence: Literature as a Way of Life», Library Journal, 1/5/2011 https://www.libraryjournal.com/review/the-anatomy-of-influence-literature-as-a-way-of-life?
35. David Lehman: «Harold Bloom: Every Inch a Genius», Literary Matters 12.2 (Xειμ. 2020) https://www.literarymatters.org/12-2-harold-bloom-every-inch-a-genius/. Ο Λήμαν εννοεί πως επειδή η Αντριέν Ριτς ήταν λεσβία και φεμινίστρια ποιήτρια ο Μπλουμ δεν συμπεριέλαβε ποιήματά της. Ωστόσο ο Μπλουμ στις κoρυφαίες θέσεις του πανθέου του καδράρει τους Ουόλτ Ουίτμαν και Χαρτ Κρέιν με έκδηλες ομοερωτικές αποχρώσεις στην ποίησή τους, στοιχείο το οποίο δεν αποκρύπτει αλλά ούτε και αναδεικνύει ως κυρίαρχο.
36. Mπλουμ, Η ανατομία της επίδρασης, ό.π. 282
37. Στο ίδιο, 365.
38. Στο ίδιο.
39. Στο ίδιο, 372.
40. Στο ίδιο, 449.
41. Χάρολντ Μπλουμ, Ο Δαίμων ξέρει: Λογοτεχνικό μεγαλείο και το Αμερικανικό Υψηλό, επιστ. επιμ. Δ. Δημηρούλης, μτφρ: Ευάγγελος Τζιγκουνάκης (Gutenberg 2025). Για την Ανατομία της επίδρασης (2025) καθώς και για την Αγωνία της επίδρασης, (1989) ―για την οποία επίκειται δεύτερη, αναθεωρημένη έκδοση― έχουν δοθεί βιβλιογραφικά στοιχεία σε προηγούμενες υποσημειώσεις.
42. Η Έλεν Βέντλερ θεωρεί πως ο Άμονς θα χαρακτηριστεί ένας από τους επιφανέστερους ποιητές του 20ού αι. Ηelen Vendler, «Veracity Unshaken” κριτική στο Summerian Vistas του A.R. Ammons, The New Yorker, 15 Φεβρουαρίου1988, 100.
43. Το clinamen συνιστά «την παρέκκλιση του ποιητή από τους προγόνους του», Ηarold Bloom, «When you consider the radiance» στο Considering the Radiance: Essays on the Poetry of A.R. Ammons, επιμ. David Burak και Roger Gilbert (W. W. Norton & Company, 2025), 72.
44. Bloom, «When you consider the radiance» ό.π. 45-88 όπως το διαβάζω στο Γιώργος Χαντζής, «Α.R. Ammons», Ποιητική 4, (Φθιν.-Χειμ. 2009).
45. Χαντζής, «Α.R. Ammons», ό.π. απόσπασμα του ποιήματος «1» από τo βιβλίο A. R. AmmonsGarbage (W.W. Norton & Company, 1993)

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: