Όρθια πάνω στο ποτάμι του χρόνου

Marc Chagall: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι δίχως όχθες»
Marc Chagall: «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι δίχως όχθες»




Ξεκίνησε σαν ένα μικρό κορίτσι που προσπαθούσε να κάνει βόλτα πάνω σ’ ένα ανδρικό ποδήλατο. Τα πόδια της δεν έφταναν στα πετάλια, γι’ αυτό ακουμπούσε το ποδήλατο στο κράσπεδο, έπαιρνε φόρα και ξεκινούσε όρθια, χωρίς να κάθεται στη σέλα. Ήταν μια διαρκής ισορροπία ανάμεσα στην πτώση και στο πέταγμα. Για να σταματήσει, έπρεπε να ξαναβρεί κράσπεδο και να πατήσει πάνω του. Αν παρουσιαζόταν εμπόδιο, δεν υπήρχε τρόπος να πηδήξει κάτω. Το σίδερο του ποδηλάτου την κρατούσε, όπως το ρολόι κρατά τον χρόνο φυλακισμένο στους δείκτες του.
Τότε δεν ήξερε πως έτσι αρχίζει ο χρόνος: με την προσπάθεια να σταθείς όρθιος σε κάτι που σε ξεπερνά. Το κράσπεδο ήταν το λιμάνι της, η μόνη όχθη που γνώριζε. Από εκεί έπαιρνε φόρα για να μπει στη ροή.
Μεγάλωσε, άλλαξε πολλά σχολεία, μα όχι ψυχή. Παρέμεινε αλαφροΐσκιωτη, βλέποντας τα πάντα να κυλούν σαν νερό χωρίς όχθες. Στην εφηβεία της άρεσαν τα αγόρια, όχι γι’ αυτά τα ίδια, αλλά για το άγνωστο που κουβαλούσαν, τη γεύση της περιπλάνησης που θύμιζε το ποτάμι. Ίσως τότε να γεννήθηκε μέσα της η μορφή του ψαριού του Σαγκάλ, εκείνη η αλλόκοτη ύπαρξη που πετάει κρατώντας τον χρόνο στο στόμα, όπως κι εκείνη κρατούσε μέσα της την επίμονη επιθυμία να ξεφύγει απ’ όλα.
Η αγάπη στο σπίτι της ήταν άφθονη, μα ήταν βαριά και μπερδεμένη, με θυμό, με φόβο, με παρατηρήσεις. Εκείνη ήθελε να αγαπά αλλιώς, με ιστορίες, με αέρα, με φως. Η ψυχή της ήθελε να πετάξει και συνεχώς έψαχνε τρόπο να το κάνει, έστω και πάνω σ’ εκείνο το ανδρικό ποδήλατο. Όρθια, λίγο πάνω από το έδαφος, σαν να μπορούσε έτσι να ξεγελάσει τη βαρύτητα.
Ο χρόνος όμως, ο δημιουργός και ο καταβροχθιστής, κυλούσε αδιάκοπα σαν ποτάμι χωρίς όχθες. Γεννούσε και έπαιρνε πίσω, αποκάλυπτε και κατέστρεφε. Μια φορά κι έναν καιρό, τότε που όλα ήταν δυνατά, το ποτάμι κύλησε προς την πηγή, εκεί όπου ο χρόνος σταματά κι η ψυχή ξαναβρίσκει την πρώτη της μορφή.
Κι αν ο χρόνος δεν έχει όχθες, είναι γιατί κυλά μέσα μας, κάθε φορά που προσπαθούμε να σταθούμε όρθιοι πάνω σ’ ένα ποδήλατο που μας ξεπερνά. Το ποτάμι δεν ζητά να το δαμάσεις, μόνο να το διασχίσεις θέλει, χωρίς να ξεχάσεις ποιος ήσουν όταν ξεκίνησες. Κι εκεί, ανάμεσα στην ισορροπία, την πτήση και την πτώση, ίσως για μια στιγμή να φανεί πάλι το ψάρι με το ρολόι στο στόμα, σημάδι ότι ο χρόνος ακόμα ζει και αναπνέει μέσα στο πέταγμα, κάνοντας το κορίτσι να χαμογελά. Γιατί πια ξέρει ότι η αληθινή πτήση βρίσκεται στο να μένεις όρθιος, ακόμα και όταν το ποδήλατο σού ξεφεύγει.




_____________
Εμπνευσμένο από τον πίνακα του Μαρκ Σαγκάλ «Ο χρόνος είναι ένα ποτάμι δίχως όχθες» (1930-1939).

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: