«Το μυστικό τού Ν.Θ.»

«Το μυστικό τού Ν.Θ.»

Σωτήρης Παλάσκας, «Το μυστικό τού Ν.Θ.», εκδ. Γράφημα 2025




Εν ἀρχῇ ἦν ὁ λόγος περί λογοτεχνικών ειδών. Εάν τα ειδη είναι συμβατικές και ιστορικά μεταβαλλόμενες εννοιολογικές και γνωστικές κατηγορίες, σε ποιο πεδίο προσδιορίζονται; Σε εκείνο της γραφής ή της ανάγνωσης; Εαν οι ειδολογικές κατηγορίες δεν έχουν φυσική υπόσταση αλλά διαμορφώνονται ιστορικά, ποιό είναι το υποκείμενο που τις διαμορφώνει; Ο συγγραφέας ή ο αναγνώστης; Η λογοτεχνική πράξη ή η λογοτεχνική θεωρία; Το πώς συναντιέται ένα κείμενο με ένα ή περισσότερα είδη είναι έκφραση της ειδολογικής του αυτοσυνειδησίας, ή συνέπεια ερμηνευτικής επιλογής και αναγνωστικής πρωτοβουλίας;
Το μυθιστόρημα Το μυστικό του Ν.Θ. του Σωτήρη Παλάσκα εκκινεί με τη μορφή ενός αφηγήματος που παραπέμπει στη νεανική λογοτεχνία μυστηρίου. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980, μια ομάδα παιδιών, μέσα στο γνώριμο σκηνικό του ελληνικού νησιώτικου καλοκαιριού και της συνακόλουθης ανεμελιάς, αναζητά έναν υποτιθέμενο θησαυρό κρυμμένο σε μια υποθαλάσσια σπηλιά. Η αρχική αυτή συνθήκη δημιουργεί την προσδοκία μιας περιπέτειας με σαφή στόχο και λύση. Όλα τα συστατικά και τα αφηγηματικά σχήματα και σενάρια του κειμενικού είδους βρίσκονται εδώ: μια παρέα παιδιών που συνεργάζονται και δένονται με δεσμά φιλίας, καλοκαιρινό τοπίο διακοπών, μια αποστολή, μυστηριώδη σκηνικά, όπως σπηλιές, υπόγειοι διάδρομοι σε παρεκκλήσια και κρύπτες, πάσης φύσεως εμπόδια και ανταγωνιστές, μυστικά, γρίφοι και αναπάντητα ερωτήματα, ιστορικό και πολιτισμικό υπόβαθρο, ηθικά διλήμματα. Η δε αναφορά διά στόματος κάποιου μέλους της παρέας στις θρυλικές σειρές της Enid Blyton με τους μυστικούς επτά ή τα λαγωνικά της, είναι μια έμμεση υπόδειξη της λανθάνουσας πηγής έμπνευσης του δημιουργού.
Ωστόσο, όσο η αφήγηση εξελίσσεται, το μυθιστόρημα απομακρύνεται από τη συμβατική φόρμα του νεανικού μυθιστορηματικού είδους μυστηρίου- περιπέτειας και μετατρέπεται σε ένα πολυεπίπεδο έργο ιστορικού, κοινωνικού και πολιτικού αναστοχασμού.
Το πιο ιδιαίτερο συνεπώς χαρακτηριστικό του έργου είναι η συνύπαρξη και ο συνδυασμός διαφορετικών ειδολογικών χαρακτηριστικών που δημιουργεί κάτι σαν μια νέα κρεολή μυθοπλαστική γλώσσα, Με άλλα λόγια, όπως η κρεολή γλώσσα γεννιέται από την επαφή διαφορετικών γλωσσών και σταδιακά κατασταλάζει σε μια πλήρως ανεπτυγμένη και λειτουργική μορφή, κατά αναλογία ο Παλάσκας δημιουργεί ένα λογοτεχνικό κρεολό είδος από τη συγχώνευση διαφορετικών ειδολογικών και αφηγηματικών παραδόσεων. Αυτές δε, δεν είναι καθαρά διακριτές και οριοθετημένες μέσα στο ίδιο έργο, αλλά αλληλεπιδρούν και συγχωνεύονται, παράγοντας ένα νέο, αυτοδύναμο και αυτοπροσδιοριζόμενο αφηγηματικό «είδος». Αυτή η συγχώνευση επιτρέπει στο έργο να κινείται ταυτόχρονα σε πολλαπλά επίπεδα και να δημιουργεί μια πολυφωνική, πολυμορφική εμπειρία ανάγνωσης.
Με άλλα λόγια, στο μυθιστόρημα συνυπάρχουν στοιχεία νεανικής λογοτεχνίας μυστηρίου, και περιπέτειας, ρομαντικά υποσενάρια, ντοκουμέντα ιστορικού χαρακτήρα, αποσπάσματα με ιδεολογική φόρτιση και αλληγορικές αφηγήσεις. Τα στοιχεία αυτά δεν εμφανίζονται απλώς παράλληλα, αλλά διαπλέκονται και συνεργάζονται στον σχηματισμό ενός αφηγηματικού υβριδίου, που επιτρέπει στο κείμενο να απευθύνεται ταυτόχρονα σε διαφορετικά κοινά: να διασκεδάζει και να συναρπάζει με τις περιπέτειες των παιδιών, να συγκινεί με τις αισθηματικές πινελιές του, να προβληματίζει με τις ιστορικές αναφορές και να προκαλεί σε αυτοκριτική με την πολιτική, κοινωνική και οικολογική διάσταση της αφήγησης. Με αυτό τον τρόπο, υπερβαίνει τις συμβατικές κατηγορίες και κατασκευάζει έναν αφηγηματικό χώρο όπου η ιστορία, η φαντασία και η κριτική αυτοσυνείδηση συνυπάρχουν δημιουργικά.
Σταδιακά, το κείμενο διευρύνει τον χρονικό του ορίζοντα από το αφηγηματικό παρόν της έναρξης της ιστορίας και αναπτύσσεται ριζωματικά προς όλες τις κατευθύνσεις. Μέσα από τους χαρακτήρες προσώπων παλαιότερων γενεών, γονέων και παππούδων, η αφήγηση ακολουθεί μια διπλή περιστροφική κίνηση, από τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και τον ελληνικό Εμφύλιο όπου εδράζουν τα κληροδοτημένα τραύματα και οι πληγές, στο μέλλον των πρωταγωνιστών: την ενηλικίωση των παιδιών, τις επιλογές της γενιάς των ενήλικων πρωταγωνιστών, μέχρι τη διάψευση ή τη μετουσίωση των ονείρων τους. Ο χρόνος δεν οργανώνεται γραμμικά αλλά διαστρωματωμένα, συγκροτώντας ένα αφήγημα μνήμης, που συνδέει την ατομική εμπειρία με τη συλλογική ιστορία της σύγχρονης Ελλάδας.
Κομβικό ρόλο στη σύνθεση του έργου παίζει ο αφηγητής, ο οποίος κινεί τα νήματα και σπάει συστηματικά τον «τέταρτο τοίχο», απευθυνόμενος στον αναγνώστη. Στην αρχή, η φωνή του θυμίζει τους ενήλικες αφηγητές των πρώιμων έργων παιδικής λογοτεχνίας, που λειτουργούσαν καθοδηγητικά και διδακτικά, προκειμένου να υποδείξουν στα παιδιά τον ιδεατό τρόπο πρόσληψης της ιστορίας, να εξασφαλίσουν τη διαφάνεια των προθέσεων του συγγραφέα και τη συναίνεση ή ταύτιση των αναγνωστών με το αξιακό σύστημα της αφήγησης.
Εντούτοις, σταδιακά, η εποπτεία του αφηγητή αποκτά βάθος και πολυπλοκότητα: συνδέει γεγονότα διαφορετικών εποχών, λειτουργεί υπομνηστικά, παρέχει εξηγήσεις για τις εξελίξεις και ενσωματώνει λεπτή ειρωνεία και χιούμορ, ασκώντας κριτική στα δρώμενα. Με αυτόν τον τρόπο, η φωνή του δεν περιορίζεται στο συμβατικό ρόλο του συμβουλάτορα. Γίνεται αφηγηματικός σύνδεσμος, ιστορικός και ηθικός σχολιαστής, που καθιστά την ανάγνωση πολυστρωματική, προσκαλώντας διακριτικά τον αναγνώστη να αναστοχαστεί, τόσο τα γεγονότα όσο και τις ηθικές και κοινωνικές τους προεκτάσεις, μέχρι την αποκάλυψη της ταυτότητάς του στο τελευταίο κεφάλαιο και την κατά μέτωπο καταγγελία του σύγχρονου εφησυχασμού.
Έτσι, από εξωτερικός αφηγητής αναδεικνύεται αυτοδιηγητικός, καθώς πρόκειται για το ίδιο το Νησί όπου εκτυλίσσεται η δράση. Το Νησί, ως αφηγημακή φωνή, μετατρέπεται σε υποκείμενο μνήμης και ιστορικής συνείδησης. Δεν αποτελεί απλώς το σκηνικό των γεγονότων, αλλά έναν ζωντανό οργανισμό που παρακολουθεί τη σταδιακή αλλοτρίωση του φυσικού και κοινωνικού του σώματος.
Η εστίαση της αφήγησης μεταβάλλεται διαρκώς, μεταφέροντας το εστιακό κέντρο από τον έναν ήρωα στον άλλον, συγκροτώντας έτσι ένα πολυφωνικό αφήγημα, που θέτει τον αναγνώστη σε εγρήγορση. Οι σχέσεις των προσώπων μετασχηματίζονται: γάμοι διαλύονται, έρωτες ολοκληρώνονται χωρίς δεσμεύσεις, άλλοι μένουν ανολοκλήρωτοι, κάποιοι ενήλικες αναθεωρούν την πορεία τους και αναβαπτίζονται και άλλοι βαλτώνουν μέσα από τις επιλογές τους, τα μικρά παιδιά τραβούν τον δρόμο τους, άλλοτε λεωφόρο δόξας και άλλοτε παράδρομο, ενώ κάποια εξελίσσονται απρόσμενα σε περιβαλλοντικούς ακτιβιστές. Η έλλειψη οριστικών εκβάσεων και δη της σύμβασης του ευτυχισμένου τέλους, ενισχύει την αίσθηση ρευστότητας και αβεβαιότητας που διαπερνά το σύγχρονο κοινωνικό και πολιτικό τοπίο. Αποκαλύπτει δε την απάτη της εδραιωμένης σύμβασης της αφηγηματικής καμπύλης με την κορύφωση, την αποκλιμάκωση και την εξεύρεση λύσης, ως ιδανική και αναπόφευκτη συνθήκη, υιοθετώντας συνειδητά την πραγματική ροή της ζωής, όπου οι επιτυχίες και οι χαρές δεν είναι παρά στιγμές σε διαρκή διαδοχή και όχι ακλόνητες και σταθερές βεβαιότητες.
Στο μυθιστόρημα εμφανίζονται επιπλέον, ορισμένοι ξένοι χαρακτήρες, που λειτουργούν ως καθρέφτης της στερεότυπης προσέγγισης της Ελλάδας μέσα από την κυρίαρχη, τουριστική οπτική. Μια ομάδα Γερμανών ντοκιμαντεριστών τη δεκαετία του 1980 ενδιαφέρεται να καταγράψει «αυθεντικές» πλευρές του νησιού, ενώ μια ενήλικη Γαλλίδα με την κόρη της αναζητά τον άγνωστο πατέρα της, 12 χρόνια μετά από μια νύχτα ξέφρενου, νεανικού πάθους στο νησί. Και οι δύο ομάδες, με διαφορετικούς στόχους και κίνητρα, εκπροσωπούν την εξωτερική, μυθοποιημένη πρόσληψη της Ελλάδας: ως καλοκαιρινού προορισμού για ερωτικές περιπέτειες ή ως τόπου που διατηρεί ακόμα κάποιο «αυθεντικό» πρόσημο, ικανό να προσελκύσει τον μέσο ευρωπαίο τουρίστα.
Ένα ακόμα αξιοσημείωτο στοιχείο του έργου είναι η αναπαραστατική δύναμη της γραφής. Κήποι, περιβόλια, ακρογιαλιές, ηλιοβασιλέματα και έναστροι ουρανοί σε πολυαισθητηριακές περιγραφές, που σε κάνουν να βλέπεις, να ακούς, να μυρίζεις, να γεύεσαι και ακόμα να αγγίζεις και να αγγίζεσαι από μια πληθώρα ερεθισμάτων.
Το σημαντικότερο ίσως αφηγηματικό τέχνασμα αποτελεί η ενσωμάτωση πρωτογενούς ιστορικού υλικού: εφημερίδες, επίσημα διαγγέλματα, δημόσιοι λόγοι και ειδήσεις από όλες τις δεκαετίες αναφοράς διατρέχουν το έργο. Το υλικό αυτό λειτουργεί ως ντοκουμέντο, αλλά και ως σχόλιο για τον τρόπο με τον οποίο η ιστορία κατασκευάζεται και προσλαμβάνεται, καθώς μέσα από τη σύνθεσή του φωτίζει πτυχές της ιστορίας πέρα από την επικρατούσα άποψη και εμβαθύνει στην ιστορική πραγματικότητα. Το μυθιστόρημα παρακολουθεί βήμα-βήμα τις εξελίξεις στη σύγχρονη πολιτική σκηνή, καταγράφοντας τα οράματα, τις ματαιώσεις, τις μείζονες πολιτικές εξελίξεις και τους κοινωνικούς μετασχηματισμούς, αλλά και το σταδιακό ξεπούλημα της χώρας σε ξένους επενδυτές και τη μετατροπή της Ελλάδας σε αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης. Από το αντάρτικο, στον εμφύλιο, στη χούντα και το Κυπριακό, μέχρι τη μεταπολίτευση και τα μνημόνια, κάθε αναγνώστης θα αναγνωρίσει πτυχές της συλλογικής μας μνήμης και των τραυμάτων, που διαμόρφωσαν το σύνθετο και αντιφατικό παρόν μας.
Ακόμα και οι εμβόλιμες αναφορές στα χρηστικά αντικείμενα, στα αναγνώσματα των παιδιών, στα μουσικά ακούσματα, στα παιχνίδια τους, στις βιντεοταινίες της εποχής, στον τρόπο διασκέδασης κ.ά. συντείνουν και ενισχύουν την αυθεντικότητα της αφήγησης, που δεν προέρχεται μόνο από την βίωση της εποχής από τον συγγραφέα, αλλά και από συστηματική έρευνα.
Από τις τεχνικές που αξιοποιούνται αξίζει να σταθούμε σε εκείνες που προσιδιάζουν στην κινηματογραφική γλώσσα. Σκηνές διακόπτονται απότομα, για να μεταφερθούμε σε άλλο χώρο ή χρόνο, δημιουργώντας μια αίσθηση οπτικού και χρονικού μοντάζ, που θυμίζει κινηματογραφική ροή. Άλλοτε, μετά από διακοπή πολλών κεφαλαίων, σαν σχήμα υπερβατό, η ίδια αφήγηση συνεχίζεται είτε από την ίδια οπτική γωνία είτε από την οπτική άλλου πρωταγωνιστή, με πλεονεκτική θέαση ή διαφορετική πληροφορία, προσφέροντας στον αναγνώστη πολυδιάστατη πρόσβαση στα γεγονότα και στις σχέσεις των χαρακτήρων. Κάποτε η κινηματογραφική παιδεία του συγγραφέα προδίδεται και στις σκηνοθετικές οδηγίες που δίνει στον αναγνώστη για το πώς να αντιληφθεί τις σκηνές τις οποίες μοντάρει αριστοτεχνικά, μέσα από τις αναφορές στην κίνηση της κάμερας και στον τρόπο μετάβασης dissolve. Σε ορισμένα σημεία ο χρόνος της αφήγησης εξισώνεται με αυτόν της δράσης και είναι σαν να παρακολουθούμε στιγμή προς στιγμή την εξέλιξή της. Αυτή η τεχνική ενισχύει τον ρυθμό και την ένταση της αφήγησης, καθιστώντας την κινηματογραφικά παραστατική και αφηγηματικά πλούσια.
Ένας άλλος μηχανισμός συνεκτικότητας που αξιοποιείται στο έπακρο είναι η αναφορά σε μουσικά κομμάτια, σε σημεία που νοηματοδοτούν την υπόθεση. Άλλοτε ως εισαγωγικό πρελούδιο, άλλοτε ως ιντερλούδιο ή ως φινάλε μιας σκηνής, λειτουργούν ως τεκμήρια αυθεντικότητας με αποδεικτική ισχύ, καθώς προέρχονται χρονικά από την εποχή αναφοράς, αλλά και πλαισιώνουν σκηνές με τις οποίες αναπτύσσουν σημασιολογική συγγένεια. Ταυτόχρονα παίζουν τον ρόλο της ηχητικής υπόκρουσης που θα ταίριαζε σε μια κινηματογραφική απόδοση της σκηνής που συνοδεύουν.
Τολμώντας να επιχειρήσουμε μια ερμηνευτική προσέγγιση, θα λέγαμε ότι η μεταμόρφωση του νησιού στον χρόνο, ως φυσικού χώρου και ως βιωμένου τόπου κοινωνικών αλληλεπιδράσεων είναι καθοριστική για την κατανόηση της προθετικότητας του έργου. Οι ήρεμες σχεδόν απάτητες παραλίες, οι οικογενειακές ταβέρνες με τη σπιτική κουζίνα, τα παραδοσιακά πανηγύρια με τις εθιμικές επιτελέσεις τους, οι χωματόδρομοι και τα απόμερα σημεία εξαφανίζονται σταδιακά από τη λαίλαπα της αλλοτρίωσης. Καθώς προχωρά η τουριστική ανάπτυξη, το νησί χάνει την αυθεντικότητά του: το τοπίο αλλοιώνεται, οι παραδόσεις ατονούν, η σύνθεση του πληθυσμού αλλάζει, η ανθρώπινη επικοινωνία τυποποιείται και μεταφέρεται σε άλλες σφαίρες. Η αφήγηση αποτυπώνει αυτή τη μετάβαση όχι ως ουδέτερη εξέλιξη, αλλά ως διαδικασία αποξένωσης, όπου η τοπική ταυτότητα θυσιάζεται στον βωμό της οικονομικής εκμετάλλευσης. Η φωνή του νησιού λειτουργεί εδώ ως φορέας μιας έντονης οικοκριτικής και αντικαπιταλιστικής ευαισθησίας, προειδοποιώντας για τις συνέπειες της ανθρώπινης αλαζονείας απέναντι στη φύση.
Παράλληλα, το μυθιστόρημα σκιαγραφεί με σαφήνεια τις ηθικές αντιφάσεις της νεοελληνικής ιστορίας. Στις ιστορικές αναδρομές συναντάμε ιδεολόγους αριστερούς που θυσιάστηκαν για τις ιδέες τους, πρόσωπα που ενσαρκώνουν την ανιδιοτέλεια και την πίστη σε συλλογικά οράματα. Σε αντιδιαστολή, παρουσιάζονται επιφανείς Έλληνες χωρίς ίχνος πατριωτισμού ή ανθρωπιάς, όπως ο μεγαλογιατρός που εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη του συνανθρώπου του και ιδιοποιήθηκε χωρίς τύψεις έναναμύθητο θησαυρό. Η αντιπαράθεση αυτή δεν είναι απλώς αφηγηματική· λειτουργεί ως κριτική της εξουσίας, της ταξικής ανισότητας και της ηθικής διαφθοράς, φωτίζοντας τις σκοτεινές όψεις της εθνικής αυτοεικόνας.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά και η απεικόνιση του κοινωνικού αποκλεισμού. Ο μοναχικός και ντροπαλός Κωστής, γιος του Σταμάτη, ενός παρακμιακού ψαρά, σημαδεμένου από την μοίρα με την απώλεια της γυναίκας του, πράγμα που κουβαλάει όλη του τη ζωή ως ενοχή, περιθωριοποιείται και δεν γίνεται άμεσα αποδεκτός από τους συνομηλίκους του. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει έτσι τη λειτουργία των κοινωνικών ιεραρχιών, ακόμη και σε μικρές, φαινομενικά κλειστές κοινότητες, υπογραμμίζοντας ότι ο αποκλεισμός και η ανισότητα εγγράφονται από νωρίς στη ζωή των ατόμων. Το διαφορετικό μας προκαλεί ανασφάλεια και τείνουμε να το υποβαθμίζουμε ή να το δυσφημούμε. Μηχανισμός απαράβατος, ακόμα και στις άδολες παιδικές κοινότητες.
Το μοτίβο του θησαυρού, που φαίνεται αρχικά να κινεί την πλοκή, αποδομείται πλήρως. Οι θησαυροί είναι δυνάμει πολλοί και διαφορετικοί —υλικοί, ιδεολογικοί, ιστορικοί, συναισθηματικοί— αλλά κανένας δεν εντοπίζεται τελικά ως σταθερό αντικείμενο. Ο θησαυρός μετατοπίζεται στη μνήμη, στη γνώση και στην επίγνωση της απώλειας, λειτουργώντας ως αλληγορία για όσα χάνονται ανεπιστρεπτί και ως δυσοίωνη προειδοποίηση για τις συνέπειες του εφησυχασμού και του ατομικισμού.
Στο τέλος, η φωνή του νησιού αποκτά προφητικό χαρακτήρα, προειδοποιώντας για το δυσοίωνο μέλλον της ανθρωπότητας αν συνεχίσει να αντιμετωπίζει τη φύση και την ιστορία με αλαζονεία. Έτσι, Το μυστικό του Ν.Θ. ξεπερνά τα όρια ενός μυθιστορήματος ενηλικίωσης ή ιστορικής αναδρομής και αναδεικνύεται σε ένα έργο πολιτικής, οικολογικής και ηθικής αυτοκριτικής, που συνομιλεί ουσιαστικά με τα αδιέξοδα της σύγχρονης ελληνικής και παγκόσμιας πραγματικότητας.
Κλείνοντας, ας επανέλθουμε στην αρχική ερώτηση. Ποια ειδολογική ταυτότητα θα προκρίνατε για το μυθιστόρημα; Η απάντηση δεν ανήκει στην κατηγορία Σωστού-Λάθους. Γιατί ο καθένας θα βρει κατά την ανάγνωση αυτού του μυθιστορήματος-ποταμού κάποια σημεία που η προσωπική του ευαισθησία θα ενεργοποιηθεί περισσότερο και οι προσδοκίες του θα δικαιωθούν, που θα τον οδηγήσουν σε διαφορετικά συμπεράσματα. Αυτό θα καθορίσει και τον τρόπο που θα ταξινομηθεί μέσα σας. Ανεξάρτητα όμως από αυτό, το μυθιστόρημα υπόσχεται να χαρίσει σε όλους τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες στιγμές προσωπικής απόλαυσης και στοχασμού.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: