
Γνώρισα τον John Townsend Worth στα Σάλωνα. Πρώτα αντίκρισα το βιβλίο του. Γοητευτικό, ελκυστικό, χαριτωμένο ήδη στην πρώτη ματιά —μ’ ένα σκεπτικό αγοράκι στο εξώφυλλο στεκόταν πορτοκαλί πορτοκαλί σ’ έναν πάγκο. Με κυρίευσε πάραυτα η υψηλή αισθητική του, προτού καν διαβάσω την ιστορία. Ζήτησα να μου δείξουν τον συγγραφέα. Κανείς δεν τον έβρισκε εκείνη τη στιγμή. Ένας κύριος προθυμοποιήθηκε να τον αναζητήσει, κάποια κυρία τον πήρε τηλέφωνο. Τελικά με ειδοποίησαν πως στέκομαι ακριβώς πλάι του στην αναμνηστική φωτογραφία των συγγραφέων που κατάγονται από τον Δήμο Δελφών. Ο ίδιος είναι εξαιρετικά φειδωλός σε ό,τι γράφει για τον εαυτό του και αρκείται (στο τέλος του βιβλίου) σε μία πολύ σεμνή και μετρημένη αυτοπαρουσίαση:
«Γεννήθηκα στην Αμερική το 1944 και μεγάλωσα σε μία φάρμα στο West Chester της Πενσιλβανίας. Ήταν στο ήσυχο περιβάλλον εκείνης της περιοχής που πρωτοέμαθα να συλλογίζομαι. Θα είμαι πάντοτε ευγνώμων γι’ αυτό διότι χρειαζόμουν αυτό το συστατικό στο γράψιμό μου όλα αυτά τα χρόνια. Στα χρόνια του λυκείου, στα φοιτητικά μου χρόνια και αργότερα, στις μεταπτυχιακές μου σπουδές, η αγγλική γλώσσα υπήρξε το βασικό πεδίο μελέτης μου. Η ιστορία που παρουσιάζεται σ’ αυτό το βιβλίο είναι το απόσταγμα των σιωπηλών στοχασμών των πρώτων μου χρόνων και των σπουδών μου στα νεανικά μου χρόνια».
Στον Πρόλογο, εξάλλου, σπεύδει να δηλώσει ευκρινώς τις προθέσεις του: «Το να μου διαβάζει η γιαγιά μου παραμύθια είναι μία από τις πιο έντονες αναμνήσεις των παιδικών μου χρόνων και υπήρξε μία από τις σημαντικότερες επιρροές στη ζωή μου. Συχνά προσπαθούσα να ανακαλέσω κάθε παραμύθι, από την αρχή ως το τέλος. Πιστεύω πως αυτή ακριβώς η διαδικασία με οδήγησε, αργότερα, στην ανάγκη να αρχίσω να γράφω. Το 1974, σε ηλικία τριάντα ετών, αφού έφτασα στην Ελλάδα —τη χώρα όπου εξακολουθώ να ζω μέχρι σήμερα— έγραψα το βιβλίο που κρατάτε τώρα στα χέρια σας. Το μήνυμά του εκφράζει τη δική μου αντίληψη για το πώς μπορεί να είναι η ζωή πάνω σ’ αυτήν τη γη». Το «παραμύθι», στην παρουσίαση του οποίου ο ίδιος ο Worth (τάξη του ’62) αναφέρεται με καμάρι σε πρόσφατο τεύχος του “Westonian”, είναι αφιερωμένο στη μνήμη της γυναίκας του Φωφώς που, όπως εμφατικά δηλώνει ο ίδιος «αγαπούσε τα παιδιά», αλλά και στην ανηψιά του, Page, που τον βοήθησε στο να παρουσιαστεί η ιστορία στον κόσμο. Διευκρινιστικό υλικό για μια ευφάνταστη και «σφιχτοπλεγμένη» ιστορία, γραμμένη σε γλαφυρή και καλοδουλεμένη γλώσσα που κατορθώνει υφολογικά να αποτυπώσει τις πιο λεπτές σημασιολογικές αποχρώσεις —είναι εμφανές, άλλωστε, πως ο συγγραφέας μεταχειρίζεται τη γλώσσα ως αξία αυτή καθευατή.
Χάρη στην εικονοπλαστική δύναμη του Stephen Stone (προικισμένου εικονογράφου παιδικών βιβλίων από το Derbyshire της Αγγλίας και δημιουργό του Yellowstone
Studio) ο συγγραφέας μάς εισάγει στο συναρπαστικό μυθοπλαστικό του σύμπαν όπου διαπλέκονται με εξαιρετική μαεστρία ο Theodore, μία αρκούδα και τα “Frizzles”. Με άλλα λόγια, πρωταγωνιστούν ένα στοχαστικό αγοράκι με μάτια στο χρώμα του φουντουκιού και πυκνά στοχαστικά φρύδια (που παραπέμπουν εικονοπλαστικά και αλληγορικά στην αναποφασιστικότητα), μία τρομαγμένη αρκούδα και οι φόβοι μας —«σκληροί σαν ατσαλόβουρτσες» και βέβαια πανταχού παρόντες. Η καλοκάγαθη αρκούδα είναι η ήρεμη δύναμη που αντί να επιβάλλεται, απλώς …τρομοκρατείται —από το θράσος και την επιθετικότητα των “Frizzles”. Ονοματισμένοι με μια λέξη που επί της ουσίας δεν σημαίνει τίποτε, παραπέμπει ωστόσο ηχητικά σε κάτι εκφοβιστικό— τα frizzles απεικονίζονται σαν γέρικοι στρεβλοί κορμοί δέντρων που περπατούν απειλητικά, έχουν κόμη άγρια και συρμάτινη σαν ατσαλόμαλλο και φαρδιά χέρια έτοιμα να μας αρπάξουν. Σκιάχτρα δίχως ουσία και υπόσταση, που εν τέλει καταντούν γελοία (η εικονογράφηση κατορθώνει με απόλυτη επιτυχία να αποτυπώσει την κενότητα περιεχομένου που τους χαρακτηρίζει), «Κύκλωπες και Λαιστρυγόνες» που τους κουβαλάμε μέσα μας. Άλλωστε, η πρώτη αντίδραση του Theodore στην παρουσία ενός “frizzle” είναι χαρακτηριστική: μολονότι η αρκούδα τον προειδοποιεί πως «και μόνο στη θέα του σε διαπερνά ένα ρίγος στην πλάτη», ο Theodore ανοίγει διάπλατα τα μάτια του γοητευμένος. Πράγματι· το κακό γοητεύει (αντί να απωθεί ή να φοβίζει). Αυτή είναι η αλωπεκή του.
Μέσα στο κείμενο, εξάλλου, υπάρχει μια απαράμιλλης (αρχαιοελληνικής) αισθητικής ποιότητας εικόνα: όταν καταφθάνει το μεγάλο μαύρο πλοίο με τις συμφορές (θυμίζει εκείνο με τα μαύρα ιστία του Θησέα) ο φύλακας του μικρού λευκού ναού επάνω στον βράχο πλένει τα μαρμάρινα σκαλιά της θύρας. Κορύφωση συμβολισμών: η απλότητα, η αγνότητα και ταπεινότητα είναι τα σκαλοπάτια που οδηγούν στο κατώφλι της (ιερής) ομορφιάς. Αρχαιοελληνικά στοιχεία, άλλωστε, εντοπίζονται διάσπαρτα στο κείμενο. Αντιλαμβάνομαι ξεκάθαρα πως ο Αμερικανός συγγραφέας έχει δημιουργικά μεταβολίσει τεράστιο όγκο αρχαιοελληνικού μυθολογικού πλούτου και μάς τον «επιστρέφει» έξυπνα μεταμφιεσμένο σε στοιχεία παραμυθιού. Τα ονόματα των ηρώων παραπέμπουν σε ελληνικά ή λατινικά ονόματα —με εξαίρεση του πρωταγωνιστή βέβαια Theodore του οποίου η ονοματοδοσία κομίζει εμφανώς αλλεπάλληλες αλληγορικές προεκτάσεις. Ο Θεόδωρος μετακινείται δραματικά —στην κρίσιμη στιγμή— από την αναποφασιστικότητα στην δράση. Η δράση νοηματοδοτείται ως βοήθεια προς αυτόν που βρίσκεται σε ανάγκη —ας θυμηθούμε τον ἀναξίως πάσχοντα της αρχαιοελληνικής τραγωδίας. Κάθε απόφαση αγάπης και βοήθειας προς τον αδύναμο είναι εκ προοιμίου σωστή. Το να παρακολουθείς αναποφάσιστος τον φίλο να απειλείται και τον κόσμο να ολισθαίνει στο κακό είναι ανηθικότητα. Η δράση είναι ηθική αυτή καθ’ εαυτή. Αναντίρρητα, βέβαια, ο καθένας αντιλαμβάνεται με βάση τις δικές του προσλαμβάνουσες το μήνυμα του κειμένου· το δικό μου συμπέρασμα είναι πως η αναποφασιστικότητα αποτελεί εν τέλει ένα (πολύ βολικό) πρόσχημα αποφυγής της ηθικής εμπλοκής στα πράγματα. Είμαστε υποχρεωμένοι να πάρουμε θέση απέναντι στο κακό, όχι θεωρητικά, αλλά έμπρακτα.

Το βιβλίο του κυρίου Worth —ένα ραδινό βιβλίο υψηλής νοηματικής ποιότητας και αισθητικής αξίας— είναι γραμμένο με χιούμορ και οξυδέρκεια, κυρίως όμως με εξαιρετική ψυχολογική λεπτότητα και μαεστρία: μέσα από ένα λεπτοδουλεμένο, αλληγορικό και ενίοτε παιγνιώδες κείμενο ο συγγραφέας αναπτύσσει την ιδέα της αναποφασιαστικότητας που διογκώνεται για να μεταμορφωθεί σε ακαριαία κίνηση την ώρα του κινδύνου. Αξιοποιώντας τα “Frizzles” αναλύει την παραμορφωτική ιδιότητα του φόβου: ο φόβος τροφοδοτείται από την φαντασία, στους εχθρούς —ή φαντασιακούς αντιπάλους— αποδίδονται από το μυαλό μας ολοένα και μεγαλύτερες δυνάμεις. Ένας φαύλος κύκλος που διαρρηγνύεται μέσω της σθεναρής δράσης (και αντί-δρασης). Το πιο ισχυρό πλεονέκτημα της ιστορίας είναι ως αποφεύγει τον σκόπελο του μονοσήμαντου μηνύματος. Όλα όσα συμπλέκονται και διαπλέκονται φέρουν ποικίλα ηθικά διδάγματα, η αφήγηση χαρακτηρίζεται από πλείστες νοηματικές «διακλαδώσεις». Το μόνο αρνητικό που θα είχα να επισημάνω για το βιβλίο πως δεν έχει κανένα αποτύπωμα στον κυβερνοχώρο —σε ό,τι με αφορά ως γράφουσα σημειώνω πως απλώς έτυχε, λόγω χωροχρονικών συνθηκών και περιστάσεων, να …πέσω επάνω του. Σε κάθε περίπτωση, όμως, η ιστορία που αφηγείται συνιστά ένα εξαιρετικά χρήσιμο εργαλείο για στοχασμό και προβληματισμό, κυρίως όμως μια κρίσιμη ιδεολογική αφετηρία στην προσπάθεια για υπέρβαση των φόβων μας.