Η ανάγκη του να είναι κανείς βάρβαρος

Ξαπλωμένα στο γρασίδι και προστατευμένα από τις τέντες, τα παιδιά μάθαιναν τις βασικές αρχές των μαθηματικών ή τον τρόπο ανάγνωσης της γλώσσας. Δεν υπήρχε βέβαια λόγος για να διδαχτούν τη γραφή. Αρκούσε πάντα να γνωρίζει κανείς πώς να μιλάει. Αρκούσε να μπορεί να διαβάζει τις πλάκες όπου χαράζονταν οι αποφάσεις.
Ούτε κι εγώ ένιωθα την ανάγκη να καταγράφω τη σκέψη μου. Αντί της γραφής, προτιμούσα πάντα την ανάγνωση. Και κατά βάθος, ούτε την ανάγνωση. Αν αυτό ήταν εφικτό, θα προτιμούσα τη γλώσσα που ακουγόταν τώρα από τις τέντες των παιδιών.
Εκτός απ’ τις κανονικές λέξεις, τα παιδιά μαθαίνουν λέξεις χωρίς κανένα νόημα, λέξεις φτιαγμένες από ασυνάρτητες συλλαβές. Οι Γεννήτορες δημιούργησαν αυτές τις λέξεις σαν κάποιο είδος ενήλικου παιχνιδιού, μόνο και μόνο για την ακουστική απόλαυση που τους πρόσφεραν. Κι εμείς, η δεύτερη γενιά μας, αρχίσαμε να μαθαίνουμε τις λέξεις στα παιδιά, ελπίζοντας ότι θα τις χρησιμοποιούν στους δημόσιους χώρους και θα κάνουν έτσι πιο χαρούμενες τις ζωές μας. Δυστυχώς όμως, τα παιδιά έχουν την τάση να τις ξεχνούν. Ο άνθρωπος λησμονεί όσα δεν γίνεται να του φέρνουν τροφή και συντρόφους.
Μόνο στις Γιορτές ακούει πια κανείς εκείνο που ονομάζουμε κάλεσμα. Φτάνοντας τότε όλοι σε μια κατάσταση υπερβολικής εγγύτητας, ψάχνουμε έναν τρόπο να την εκφράσουμε. Και σιγά σιγά, ο ένας μετά τον άλλο, στο τέλος όλοι μαζί, καταφεύγουμε σ’ αυτή την κενή γλώσσα, αυτή τη φωνή που εκτείνεται πέραν της γλώσσας, πέραν της ίδιας της επικοινωνίας. Κι ωστόσο, το παράξενο είναι ότι ακριβώς τότε, καθώς δεν λέμε απολύτως τίποτα, νιώθουμε να επικοινωνούμε περισσότερο από ποτέ.
Στο μεταξύ, οι Άντελμπερτ και Άντελχαρτ χειρίζονταν την κανονική γλώσσα, μπορούσα να τους ακούσω. Ένας εργάτης είχε τώρα προστεθεί στη μεριά του Μπερτούχ, ενώ η ζάλη του Κλάους γινόταν φανερή μπροστά σε κάτι που κατέληγε σε αδυναμία συνεννόησης, δηλαδή αδυναμία της ίδιας της γλώσσας.
Κανένα μέσο επικοινωνίας δεν θα μπορούσε βέβαια να είναι τέλειο. Απορούσα μάλιστα συχνά για το γεγονός ότι καταφέρναμε να συνεννοηθούμε σε τόσο μεγάλο βαθμό. Κι από την άλλη, δεν ήθελα καν να διανοηθώ πώς μια τέτοια συνεννόηση ήταν εφικτή στην παλιά ανθρωπότητα, ενάμιση αιώνα πριν, όταν οι άνθρωποι μιλούσαν ξεχωριστές γλώσσες. Ήταν ωστόσο στ’ αλήθεια εφικτή;

*

Βαδίζοντας πια στο δάσος, μακριά από τον Μπερτούχ και τους εργάτες που του αντιστέκονταν, σκεφτόμουν ότι η διαφωνία αυτή τηρούσε όλους τους όρους για να οδηγήσει στη βία. Αδυναμία συνεννόησης, προσβολή, ζήλια: πολλοί λόγοι οδηγούν εκεί. Ακόμα όμως κι όταν η βία δεν γίνεται να αποφευχθεί, το βέβαιο είναι ότι πρέπει να φτάνει σ’ έναν μικρό βαθμό εκδήλωσης. Διαφορετικά, μαθαίνοντας κανείς πόσο πολύ μπορεί να πλήξει τον άλλο, εθίζεται σε τούτη την ικανότητα, ψάχνει ευκαιρίες να την ασκήσει ξανά.
Το να διαχειρίζεσαι έναν πολιτισμό σημαίνει να διαχειρίζεσαι την τάση μας να ζούμε με άλλους και την τάση μας να επιβαλλόμαστε σε όλους. Κάθε σωστή διαχείριση μας κρατάει έτσι στον πολιτισμό, ενώ, όταν αποτυγχάνουμε, βλέπουμε ήδη το όριο της βαρβαρότητας.
Ο φόνος είναι η ύψιστη βαρβαρότητα, ναι. Ακόμα και τότε όμως, κάθε τιμωρία πρέπει να απουσιάζει. Δεν μπορείς να θεραπεύεις τη βαρβαρότητα με μια άλλη βαρβαρότητα. Θεραπεία πρέπει να γίνεται όσα οι Γεννήτορες είχαν ονομάσει συλλογικό πέπλο της μεγαλοψυχίας.
Μέσα σ’ ένα τέτοιο περιβάλλον, ο δολοφόνος δεν αργεί να αναθεωρήσει τα πάντα. Διότι αν οι άλλοι φτάνουν να σου συγχωρήσουν ακόμα κι αυτό, σημαίνει ότι θα μπορούσαν να σου συγχωρήσουν οτιδήποτε λιγότερο καταστροφικό απ’ αυτό. Κι αν εσύ φτάσεις να κατανοήσεις το λάθος σου, επιστρέφεις σε μια ζωή όπου κάθε μικρότερο λάθος θα μπορούσε να συγχωρηθεί.
Η κοινωνική αυτή πρακτική έχει κρατήσει τις δολοφονίες κάθε γενιάς σε μονοψήφιο νούμερο, ενώ δημιουργεί ενίοτε και το παράδοξο μιας φιλικής σχέσης μεταξύ δολοφόνου και συγγενών του θύματος. Διότι η ίδια ιδέα εφαρμόζεται βέβαια και απ’ όσους θρηνούν. Με την επηρμένη αλλά ουσιαστική σοφία τους, οι Γεννήτορες είχαν φροντίσει να μας μάθουν ακριβώς αυτό: μην παρατείνετε τον πόνο· κάθε πόνος είναι ικανός να φέρνει νέο πόνο.
Μια απόδειξη της συμβουλής τους βρίσκει εξάλλου κανείς όταν σκέφτεται τη διαδικασία του θρήνου στους περασμένους. Το γεγονός ότι έθαβαν τους νεκρούς τους στο χώμα, ότι διατηρούσαν νεκροταφεία, ότι πήγαιναν εκεί, ότι μιλούσαν στους πεθαμένους, όλα τούτα ήταν αληθινά παράλογα, παράλογα και καταστροφικά. Διότι όταν ένας άνθρωπος θρηνεί με υπερβολικό και παρατεταμένο τρόπο είναι λες και ζητάει κάτι από τον νεκρό, λες και θέλει ν’ ακούσει κάτι απ’ αυτόν, ακριβώς απ’ αυτόν που δεν γίνεται να του πει τίποτα. Κι όταν οι άλλοι ζητούν να μάθουν κάτι για το θρήνο είναι σαν να ζητούν απ’ αυτόν που θρηνεί όσα ο νεκρός δεν γίνεται να του πει. Ο άνθρωπος σπρώχνει τον εαυτό του στον πόνο. Οι άνθρωποι σπρώχνουν τον άνθρωπο στον πόνο. Είναι τότε σαν όλοι να λένε: «Πήγαινε να δεις αν ο νεκρός θα σου μιλήσει». Και μετά: «Δεν σου είπε τίποτα;» Και στο τέλος: «Προσπάθησε ξανά». Ένιωθα ένα ρίγος στη σπονδυλική μου στήλη όποτε φανταζόμουν μια ανθρωπότητα που ομολογούσε τόσο επίμονα τις σιωπές των νεκρών της.
Όταν ωστόσο αντιστρέφουμε τη διαδικασία, ο κόσμος παύει να ζητάει κάτι απ’ αυτόν που θρηνεί. Και παράλληλα, αυτός που θρηνεί παύει να συνδέεται ενεργά με τον νεκρό. Είναι πλέον σαν όλοι να λένε: «Τίποτα δεν υπάρχει εκεί». Και μετά: «Τίποτα δεν μπορείς να πεις με το τίποτα». Και στο τέλος: «Γιατί να σε εκπλήσσει η σιωπή του τίποτα;»
Υπ’ αυτούς τους όρους, ο κόσμος νιώθει έκπληξη μόνο όταν σε ακούει να μιλάς διαρκώς για τον νεκρό. Και σου θυμίζει τότε μια φυσική τάξη, η οποία θέλει τα πάντα να γεννιούνται για να πεθαίνουν. Τείνουμε πράγματι να ξεχνάμε αυτή την απόλυτη αλήθεια. Μόνο τα τελετουργικά και οι μύθοι έρχονται να μας θυμίσουν ότι δεν πρέπει να τιμωρούμαστε για όσα είναι η φύση. Είμαστε λοιπόν κι εμείς φύση. Πώς γίνεται η ίδια η ύπαρξη να είναι τιμωρία;

Τα σκεφτόμουν όλα αυτά ενώ συνέχιζα να περπατώ στα μονοπάτια του δάσους, φτάνοντας τώρα σ’ ένα από εκείνα τα ωραία σταυροδρόμια όπου οι γυναίκες κυνηγούσαν μικρά θηράματα και οι έφηβοι έπαιζαν στα αθλητικά σκάμματα. Αν δεν έκανα λάθος, κάπου εδώ βρισκόταν το σημείο όπου, δεκαετίες πριν, τοποθετούνταν τα αγγεία με τις στάχτες των νεκρών.
Παρότι η δική μας γενιά έχει διατηρήσει τον ίδιο τύπο αγγείων, οι άνθρωποι τα κρατούν πια στους κοιτώνες τους. Κόβουν τότε κοντά τα μαλλιά τους και ρίχνουν τις τούφες σ’ αυτό το πήλινο σκεύος, το οποίο σφραγίζεται μετά με ρετσίνι. Ο θρήνος απουσιάζει έτσι από τον δημόσιο χώρο, ενώ η διάρκειά του τερματίζεται μόλις τα μαλλιά επανέλθουν στο αρχικό μήκος. Κι όταν συμβεί αυτό, ανεβαίνουμε στο δώμα του Πυργίσκου, σπάμε το αγγείο και ρίχνουμε τις στάχτες στο κενό. Η εξωτερική κενότητα απορροφά πλέον την ενέργεια του θρήνου, οδηγώντας παράλληλα σε μια εσωτερική πύκνωση, την οποία συνοψίζει η φράση μνήμη του νεκρού.
Ασφαλώς, τέτοιες πρακτικές έχουν να κάνουν με την παλιά ανθρωπότητα. Είναι βέβαια κι αυτή ένας νεκρός, ναι, ένας μεγάλος νεκρός, δισεκατομμύρια άνθρωποι που θέλουν να επιστρέφουν στον κόσμο. Αν όμως τους αφήνουμε να επιστρέφουν, το νεκρικό τους παράσιτο θα μας μολύνει, θα μας παρασύρει, θα μας τραβήξει στο σάπιο έδαφος όπου είναι όλοι θαμμένοι.
Δεν ήμουν πάντως σίγουρος αν οι σκέψεις αυτές οφείλονταν στο έδαφος όπου άλλοτε βρίσκονταν τα αγγεία ή αν τις είχε προκαλέσει η εμφάνιση της Αριάνε. Σύμφωνα με τις φήμες, η αιτία που είχε οδηγήσει τον σύντροφο της Αριάνε να δολοφονήσει τον πατέρα της ήταν τελείως ασήμαντη. Τέτοιοι ψίθυροι όμως δεν ήταν και τόσο αξιόπιστοι. Παραποιούσαν συνήθως τα γεγονότα μέσα από το φίλτρο της κακεντρέχειας.

Μου άρεσε πάντα να μελετάω την κακεντρέχεια. Ήταν κι αυτή μια ενέργεια που έπρεπε να ξοδεύεται, μια ενέργεια που ανταγωνιζόταν συχνά τη μεγαλοψυχία. Κάποιοι μάλιστα έφταναν να ασκούν αυτή την ενέργεια και πάνω στην ίδια την Αριάνε· πολλές φορές είχε τύχει να τους παρατηρήσω.
Τους άκουγα να μιλούν για το συμβάν του φόνου με αόριστο τρόπο, κάπως συγκρατημένα. Η Αριάνε ωστόσο δεν φαινόταν να καταλαβαίνει. Έδειχνε τότε να μην μπορεί καν ν’ αφομοιώσει τις λέξεις. Ύστερα μόνο από λίγο, όταν κάποιος έπαιρνε την πρωτοβουλία να το πει ανοιχτά, η Αριάνε έφερνε την παλάμη της στο μέτωπο, λες και πίεζε εκεί μια γνώση που είχε γείρει προς τα έξω. Στρεφόταν μετά προς εκείνον που είχε ξεθάψει αυτό το κομματάκι της μνήμης και τον κοιτούσε στα μάτια. Του χαμογελούσε γλυκά, ενώ εγώ, παραμονεύοντας αυτή τη στιγμή, είχα την τάση βλέπω το ίδιο το χαμόγελο του πολιτισμού μας.

[ Απόσπασμα από το ομώνυμο μυθιστόρημα ]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: