Στον πάτο του μπουκαλιού

Ζωρζ Σιμενόν, «Στον πάτο του μπουκαλιού», μτφρ. Αργυρώ Μακάρωφ, εκδ. Άγρα

Από την ταινία του Henry Hathaway (1956)
Από την ταινία του Henry Hathaway (1956)

Ο George Simenon [Λιέγη, 1903-Λωζάνη, 1989] θα γράψει και θα εκδώσει 120 βιβλία, μέσα σε, σχεδόν, σαράντα χρόνια! Ωστόσο, δύσκολα μπορεί να του καταμαρτυρήσει κανείς ότι η ποσότητα συνέθλιψε, έστω και στο ελάχιστο, την ποιότητα. Πώς τα είχε καταφέρει; αναρωτιούνται έως σήμερα οι μελετητές του έργου του. Ένα δεύτερο ερώτημα, το οποίο επίσης φαίνεται να έχει ταλαιπωρήσει τους εν λόγω μελετητές, είναι το πως το μυθιστορηματικό σύμπαν του Βέλγου συγγραφέα,τόσο ταυτισμένο με συγκεκριμένους τόπους, όπως Παρίσι, Αμβέρσα, Λα Ροσέλ, με εξαίρεση Νέα Υόρκη και Αριζόνα σε τρία βιβλία του, κατόρθωνε να προσηλώνει και να συγκινεί αναγνώστες και αναγνώστριες χωρών και τόπων με κουλτούρες και συνήθειες εντελώς διαφορετικές από εκείνες των ηρώων του Σιμενόν. Μια σχετική απάντηση στα παραπάνω ερωτήματα μπορεί να θεωρηθεί η άποψη του Αντρέ Ζιντ στην επιστολή που θα στείλει στον Σιμενόν στις 31 Δεκεμβρίου 1938. « ….Γράφοντας, υπακούετε σ’ ένα ένστικτο από τα πιο ασφαλή και καλύτερα σπουδαγμένα, ακρίβεια των περιγραφών, του τόνου των διαλόγων, των παραμικρότερων λεπτομερειών, και ποτέ περιττή επιμονή σε κάτι, το παραλείπετε…» Ως μία αναγνώστρια, η οποία έχει διαβάσει και απολαύσει αρκετά από τα μυθιστορήματα του πολυγραφότατου Βέλγου -τουλάχιστον όσα έχει εκδώσει η ΑΓΡΑ- έχω την άποψη ότι τα κλειδιά-απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα βρίσκονται σαφώς στις πολλές χιλιάδες σελίδες που συναπαρτίζουν το έργο του. Το επιβεβαίωσα ακόμη μία φορά διαβάζοντας   το μυθιστόρημα του «Ο πάτος του μπουκαλιού που κυκλοφόρησε μέσα στο 2020 από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ. «Ο πάτος του μπουκαλιού» συγκαταλέγεται στα λεγόμενα «σκληρά μυθιστορήματα» του Σιμενόν, τα οποία αποτελούν μια διακριτή κατηγορία από τα ακραιφνώς αστυνομικά του, με ήρωα τον περίφημο Επιθεωρητή Μαιγκρέ. Σ’ αυτά συγκαταλέγονται ενδεικτικά η «Μπέτυ», τα «Τρία δωμάτια στο Μανχάταν», «Η φυγή του κυρίου Μοντ» «Ο ανθρωπάκος από το Αρχάγγελσκ», «Οι αρραβώνες του κυρίου Ίρ», «Στριπτήζ» και πολλά άλλα, μόνον από τις εκδόσεις ΑΓΡΑ έχουν κυκλοφορήσει έως σήμερα είκοσι τον αριθμό. Επίσης θεωρώ ότι κινείται με ιδιαίτερη δεξιοτεχνία στα όρια του «σκληρού» και του αστυνομικού μυθιστορήματος -χωρίς τον Μαιγκρέ- και «Το μπλε δωμάτιο».

Τι διαφοροποιεί τα λεγόμενα «σκληρά» μυθιστορήματα του πολυγραφότατου Βέλγου συγγραφέα από τα αστυνομικά του; Νομίζω η κεντρική εστίαση. Στα αστυνομικά ο φακός εστιάζει αφενός στην ίντριγκα -έστω κι αν δεν είναι πάντα ευθύγραμμη-και αφετέρου σ’ αυτόν που την χειρίζεται, βασικά στον Επιθεωρητή Μαιγκρέ, που πρωταγωνιστεί στα περισσότερα από αυτά. Επιπλέον , ο ίδιος ο Μαιγκρέ αποτελεί μια εξόχως ελκυστική μυθιστορηματική περσόνα, ένας χαρακτήρας με αμφισημίες, αντιφάσεις και ημιφωτισμένες πλευρές. Αν λάβουμε υπόψη ότι ο ιδιόρρυθμος Επιθεωρητής και το περιβάλλον μέσα στο οποίο κινείται, προυπήρξαν των χαρακτήρων που πρωταγωνιστούν στα «σκληρά» μυθιστορήματα του Σιμενόν, μπορούμε να ανασύρουμε κοινούς μυθιστορηματικούς τόπους ανάμεσα στις δύο κατηγορίες μυθιστορημάτων. Ωστόσο, όπως ήδη αναφέρθηκε, η κεντρική εστίαση είναι διαφορετική. Στα «σκληρά μυθιστορήματα» ο συγγραφικός φακός εστιάζει στην ψυχογραφία των ηρώων, κατά πρώτον λόγο και το πως αυτή φανερώνεται μέσα από καταστάσεις που κινούνται ανάμεσα στο τυχαίο, το ασύμβατο, το απρόβλεπτο με εξαιρετικά δυσάρεστες, τις περισσότερες φορές, συνέπειες. Μία τρίτη παράμετρος, κοινή με τα αστυνομικά μυθιστορήματα του Σιμενόν, είναι η ανατομία της εκάστοτε, περιρρέουσας κοινωνικής συνθήκης, όχι όμως τόσο εμφανώς στην περίπτωση των «σκληρών μυθιστορημάτων. Εκείνο που κυρίως ενδιαφέρει τον Βέλγο είναι οι σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ψυχής. Όχι όμως για να τις κρίνει και τις κατακρίνει αλλά να τις φωτίσει παραδίδοντας τες στην τελική δικαιοδοσία του αναγνώστη.

Ας δούμε πόσο όλες οι παραπάνω υποθέσεις συναιρούνται και λειτουργούν στο μυθιστόρημα «Ο πάτος του μπουκαλιού» το οποίο διαδραματίζεται στην Αριζόνα και θα κυκλοφορήσει το 1949, όταν ο Σιμενόν θα βρεθεί για ένα διάστημα στις ΗΠΑ. Το πώς ο συγγραφέας θα εγκαταλείψει την μεταπολεμική Γαλλία είναι αρκετά αμφιλεγόμενο.Μετά την απελευθέρωση της Γαλλίας από τους ναζί, θα κατηγορηθεί ότι αρθρογραφούσε σε εφημερίδα η οποία συνεργαζόταν με τις δυνάμεις κατοχής και ότι είχε πουλήσει τα δικαιώματα της σειράς του Επιθεωρητή Μαιγκρέ στην κινηματογραφική εταιρεία Κοντινένταλ που συνδεόταν με Γερμανούς παραγωγούς. Θα φύγει από τη Γαλλία μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας δίωξης δωσιλόγων, τον Οκτώβριο του 1945 με πρώτο προορισμό τον Καναδά. Λίγα χρόνια όμως αργότερα τον συναντούμε στην Αριζόνα γεμάτο ενεργητικότητα να συγγράφει και το αστυνομικό μυθιστόρημα «Ο Μαιγκρέ στη Νέα Υόρκη» και το «σκληρό» «Ο πάτος του μπουκαλιού». Εικάζεται πως ο Σιμενόν θα εμπνευστεί αυτό το μυθιστόρημα από τις κάκιστες σχέσεις που ανέκαθεν διατηρούσε με τον νεότερο αδελφό του. Ανεξάρτητα από αυτήν την εικασία, η αλήθεια είναι ότι η μυθιστορηματική συνθήκη του μυθιστορήματος διαπλέκεται γύρω από την σχέση δύο αδελφών. Ο ένας, ο μεγαλύτερος, αποκαλούμενος Π.Μ, εμφανίζεται στο κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο ζει, ως έντιμος, ευυπόληπτος και ηθικός, με ένα καθαρό παρελθόν που χαρακτηρίζεται από τις συνεχείς προσπάθειες του για επαγγελματική, κοινωνική και προσωπική καταξίωση. Ο άλλος, ο μικρότερος, είναι το ανεστραμμένο είδωλό του πρώτου. Αντικοινωνικός, αποτυχημένος , περιθωριακός, καταδικασμένος για φόνο και τελικά δραπέτης. Ως τέτοιος εμφανίζεται αναπάντεχα ένα βράδυ στο ράντσο του μεγάλου αδελφού, στην μεθοριακή περιοχή Τουμακακόρι, πυροδοτώντας μια σειρά ανεξέλεγκτων καταστάσεων που θα ανατρέψουν εκ βάθρων την εύτακτη και άνετη ζωή του Π.Μ. και, συγχρόνως, θα αποκαλύψουν σκοτεινά μυστικά και συναισθήματα τα οποία, έως τότε, και τα δύο αδέλφια έκρυβαν βαθιά μέσα τους. Η απρόσμενη εμφάνιση του δραπέτη αδελφού, προκαλεί ρωγμές και στο περιβάλλον του Π.Μ, το οποίο αποτελείται από ευκατάστατους ραντσέρηδες που σπαταλούν τον καιρό τους πίνοντας έως τελικής πτώσεως, παίζοντας χαρτιά και οργανώνοντας σχεδόν κάθε βράδυ πάρτυ, ο ένας στο σπίτι του άλλου, μέχρι πρωίας. Ο Π.Μ αποκρύβει και από την γυναίκα του και από τους φίλους τους, τόσο την πραγματική ταυτότητα του αδελφού του, όσο και τον λόγο που τον έφερε αιφνίδια στα μέρη τους. Τον συστήνει με ψεύτικο όνομα, ως έναν παλιό του φίλο που αναρρώνει από μια σοβαρή ασθένεια και γι’ αυτό απαγορεύεται να πίνει. Ο πραγματικός όμως λόγος της παρουσίας του δραπέτη και φυγά αδελφού είναι ότι ζητάει από τον μεγάλο αδελφό του να τον περάσει παράνομα από τα σύνορα Αριζόνας-Μεξικού, που τέμνονται από τον ποταμό Σάντα Κρουζ, για να συναντήσει στην μεθοριακή πόλη Νογάλες, την γυναίκα του και τα δυο του παιδιά. Αυτός είναι, με λίγα λόγια, ο πυρήνας γύρω από τον οποίο ο Σιμενόν αρχίζει να υφαίνει έναν ιστό, όμοιο με της αράχνης, μέσα στον οποίο παγιδεύονται όλα σχεδόν τα πρόσωπα του μυθιστορήματος ανεξαρτήτως του μυθιστορηματικού τους ρόλου. Κυριαρχούν βέβαια οι χαρακτήρες των δύο αδελφών και η διαταραγμένη σχέση τους, η οποία καθώς προχωράει το μυθιστόρημα, συνεχώς οξύνεται, παρασύροντας και τις επιφανειακές και εύθραυστες σχέσεις του κοινωνικού περιβάλλοντος του Π.Μ. Ο Σιμενόν υιοθετεί και εδώ όλες τις αφηγηματικές του τεχνικές και τα ευρήματα που συγκροτούν το ιδιαίτερα γοητευτικό και άκρως ελκυστικό, παγκοσμίως, ύφος του, προσφέροντας και τις ανάλογες απαντήσεις στους μελετητές του έργου του. Κυριαρχούν οι αμφισημίες, οι αντιφάσεις, οι αποκρύψεις, η έλλειψη βεβαιοτήτων, η αίσθηση ότι άλλα λέγονται και άλλα υπονοούνται. Χαρακτηριστική περίπτωση είναι ο Π.Μ. τον οποίο σταδιακά ,ο συγγραφέας αποσυναρμολογεί με υπόγειους τρόπους, φέρνοντας στην επιφάνεια όλους τους φόβους του απέναντι στην απειλή που θεωρεί ότι αποτελεί για την προσωπική του ζωή ο « κακός» αδελφός του, αλλά και τις ενοχές του για τους ίδιους λόγους που τελικά τον οδηγούν στην καταστροφή του. Γενικότερα όμως η αίσθηση μιας απειλής, ενός κακού που δεν κατονομάζεται, υποφώσκει και διαχέεται σε όλες τις σελίδες του μυθιστορήματος, δημιουργώντας σελίδα την σελίδα μια δυστοπική ατμόσφαιρα. Από την μια η μη ξεκάθαρη σχέση των δύο αδελφών και τα υπόγεια αλλά εξαιρετικά έντονα συγκρουσιακά τους συναισθήματα, από την άλλη τα μυστικά που κρύβονται κάτω από τα τραπέζια με την τσόχα, ή τα ποτά που σερβίρονται χωρίς φειδώ, η τις συζυγικές σχέσεις, τις έτοιμες να τιναχτούν στον αέρα. Στη δημιουργία αυτής της δυστοπίας έρχονται να προσθέσουν την σημαδιακή πινελιά τους, η βροχή –προσφιλές   μοτίβο του Βέλγου συγγραφέα – που δεν σταματά καθ’ όλη τη διάρκεια του μυθιστορήματος, και ο ποταμός Σάντα Κρους, που όταν η στάθμη του ανεβαίνει, οι κάτοικοι της περιοχής, αποκλείονται για πολλές μέρες. Ο Σιμενόν δεν υπερτονίζει ποτέ αυτήν την δυστοπική ατμόσφαιρα, την αφήνει να λειτουργεί σαν απόηχος και να καθηλώνει σταδιακά τον αναγνώστη, ο οποίος αφήνεται , χωρίς να το αντιληφθεί, να συμμετέχει σε ένα παιχνίδι γάτας με ποντίκι. Δεν νομίζω ότι υπάρχει συγγραφέας που να κατέχει με τόση μαεστρία αυτό το παιχνίδι. Η λιτότητα, το απέριττο, οι υπαινικτικοί διάλογοι, η εντυπωσιακή οικονομία συντελούν στο μοναδικό ύφος του Σιμενόν. Το μυθιστόρημα υποστηρίζει σθεναρά με την μετάφρασή της η έμπειρη περί τον Σιμενόν, Αργυρώ Μακάρωφ, η οποία έχει μεταφράσει όλα τα μυθιστορήματα του συγγραφέα, αστυνομικά και σκληρά, που έχει εκδώσει έως σήμερα η «Άγρα».

ΒΡΕΙΤΕ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.
«Ο πάτος του μπουκαλιού»
ΤΟΥ Ζωρζ Σιμενόν

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: