Μια κριτική τομή

Μια κριτική τομή

Κώστας Βούλγαρης, «Η δικιά μας Ελένη. Ψηφίδες και πρόσωπα της σύγχρονης ποίησης», Εκδοτική Αθηνών 2022

——————

Στις «μπαρουταποθήκες»[1] της τέχνης η αισθητική μπορεί σε έναν βαθμό να παραμείνει έωλη και φασματική, κάθε φορά που εγκιβωτίζεται σε άπειρες εκδοχές που εναλλάσσονται χωρίς τα αναγκαία συνδετικά στοιχεία. Το πρόβλημα ενυπάρχει και σε αοριστολογικές απόπειρες εννοιολόγησης της τέχνης, και ειδικότερα της ποίησης, όταν στο ανταγωνιστικό πεδίο συνωστίζονται διάφορες υποκειμενικότητες, με περισσότερο ή λιγότερο κλειστά αξιολογικά σχήματα. Επομένως, κάθε αποτίμηση αναστοχαστική των ποιητικών διαδρομών στο πεδίο της ελληνικής ποίησης, σε βάθος χρόνου είναι υπόθεση ριψοκίνδυνη και τολμηρή, καθώς τα διλήμματα είναι αιχμηρά, ως προς το ποιοι ποιητές και ποιήτριες θα συμπεριληφθούν ή θα αποκλειστούν, ποια κριτήρια θα χρησιμοποιηθούν και ποιο θα είναι το ερμηνευτικό σχήμα.
Το βιβλίο «Η δικιά μας Ελένη. Ψηφίδες και πρόσωπα της σύγχρονης ποίησης», ορίζεται από τον συγγραφέα ως δοκίμιο, το οποίο είναι «είναι μόνο στιγμή μιας διαρκούς μελέτης». Σε αυτό ο Κώστας Βούλγαρης ακολουθεί το κριτικό του σχήμα, συνεχίζοντας με συνέπεια να υπογραμμίζει τις ποιητικές διαδρομές, σε στενή συνάρτηση με τις ιστορικές και πολιτικές ζυμώσεις που επιτελούνται στο ποιητικό σώμα. Μια τέτοια υλική μεταφορά συγκρατεί όλους τους κατακερματισμούς, στις εθνικές αφηγήσεις και τις δυναμικές για το πώς θα οριστεί η νεοελληνικότητα και το εθνικό, στις «εξελικτικές» τους διαδρομές. Στην κριτική και συγγραφική του πορεία, ο Βούλγαρης εμμένει να ανατρέψει την παγιωμένη γραμμική κατασκευή της εθνικής ταυτότητας στη λογοτεχνία και τον ευρύτερο δημόσιο λόγο, ως συγκροτημένη μεγαλοπρεπή επική ακολουθία, που περιλαμβάνει την «ένδοξη» αρχαία Ελλάδα και την αδιασάλευτη συνέχεια του ελληνικού έθνους.
Σε αυτό το νέο του βιβλίο, τα διακυβεύματα είναι πολλά, αφού επιχειρεί να ορίσει ως κριτικός της ποίησης τους ρυθμούς του κόσμου μέσα στα ποιήματα, με ένα συμπαγές κριτικό σχήμα, που αφετηρία του έχει την αναγνώριση της ιδρυτικής στιγμής της εθνικής λογοτεχνίας, που συντελείται με το έργο του Διονύσιου Σολωμού. Η διαδικασία αυτή παραμένει ανοιχτή, υπό διαπραγμάτευση και με ιδεολογικά διλήμματα, τα οποία συνεχίζουν να οδηγούν σε συγκρουσιακές κατασκευές του εθνικού και ποιητικού τοπίου. Ο Βούλγαρης, σε ένα άλλο επίπεδο, ανατρέπει τις παγιωμένες ηγεμονικές κατασκευές, εξετάζοντας τον εγχώριο συντηρητικό μοντερνισμό στην ποίηση, αντιπαραθέτοντας την επαναδιατύπωση της νεοελληνικότητας από τον Νίκο Εγγονόπουλο, αναπτύσσοντας την κρίση του, επιχειρηματολογώντας για το μάταιο της ποιητικής γενεαλογίας, πυροδοτώντας την έννοια του μεταχθές και του προαύριου, εμπλέκοντας την κομβική τομή του 1989 και αγγίζοντας το «εδώ και τώρα» της ποίησης. Με όχημα τον εμβληματικό στίχο του Ηλία Λάγιου, ο συγγραφέας έχει την ίδια πρόθεση: «την ιστορία της ιστορίας θα ξαναπώ». Και ο τρόπος που λέει την ιστορία της ιστορίας εμπλέκει πολλές και διαφορετικές φωνές, ιστορίες, αφηγήματα, ποιήματα, διαλόγους και εκδοχές, οι οποίες όμως εντάσσονται στο συμπαγές κριτικό σχήμα του συγγραφέα/κριτικού. Βεβαιότατα, όπως γνωρίζουν όσοι/ες παρακολουθούν το έργο του, το βιβλίο δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο ως κριτική κατάθεση για τη συγκρότηση της νεοελληνικότητας στην ποίηση ή ως μια αξιολόγηση των ποιητών και ποιητριών κάθε ιστορικής περιόδου.
Στο βιβλίο εντοπίζονται τα όρια και η εννοιολόγηση της κριτικής, διαμορφώνονται κατηγοριοποιήσεις ως προς τη διάκριση ποιητών και ποιηματογράφων, συνυφαίνονται διαλογικές συνθέσεις, ερωταποκρίσεις όπου ο ποιητής υπερασπίζεται και αναγνωρίζει το προσωπικό στο πολιτικό. Οικοδομείται κοντολογίς ένα τοπίο με διάσπαρτα, αλλά όχι τυχαία επιλεγμένα ποιήματα. Κάθε κεφάλαιο έχει το δικό του μότο. Παρουσιάζονται επίσης και προτάσσονται αγαπημένοι ποιητές και ποιήτριες, με συνεχόμενες επανεμφανίσεις του Ηλία Λάγιου, του Γιώργου Μπλάνα, του Ευγένιου Αρανίτση και της Μαρίας Κούρση,[2] με διαρκείς λογοδοτήσεις για την προνομιακή θέση τους στο ποιητικό κριτικό του σύμπαν. Την ίδια στιγμή τίθεται, ήδη από τον τίτλο του βιβλίου, η εμφάνιση της Ελένης ως περσόνας που ενσαρκώνει την ποίηση, ως γυναίκας που αναζητά ο συγγραφέας μέχρι σήμερα. Κάθε κεφάλαιο επιτελεστικά σχηματοποιεί με τα ποιήματα διαφορετικές εκδοχές της ποίησης-Ελένης. Θα σταθώ εδώ στην πρώτη της εμφάνιση (σ. 42, «Ελένη») και στην τελευταία. Σαν σε θεατρικό δρώμενο, το τετράστιχο του Διονύσιου Σολωμού αναγγέλλει τον ερχομό της:

«Ποια είναι τούτη
Που κατεβαίνει
Ασπροεντυμένη
Οχ το βουνό;»

Ακολουθεί ο Λάγιος

«Ελένη είναι ο τρόπος, να περιπατής στο άγριο δάσος
Να μην φοβάσαι τον λύκο, τ’ αγκάθια να μην σε τρυπάνε
Ν’ ακολουθής στο τρέξιμο το πιο γοργό ζαρκάδι, να το προφτάνης
Να το κοιτάς κατάματα, στα μάτια της Ελένης.»

Ενοποιητικά, η Κούρση διαπιστώνει:

«[…]Η έξοδος είναι μια περίεργη υπάκουη λέξη.
Η γυναίκα που βγαίνει από το θέατρο
δεν είναι η Ελένη∙ Ελένη ονομάζεται».

Αν ο Σολωμός εισάγει τη μορφή της Ελένης ως «αγνώριστης», προωθώντας τοιουτοτρόπως την ταύτιση της αισθητικής με το «ωραίο», στο πλαίσιο μια ιδεαλιστικής εξιδανικευμένης θηλυκότητας, τότε Λάγιος και Κούρση εμπνέουν το κριτικό σχήμα του Βούλγαρη και διαποτίζουν ολόκληρο το συνθετικό σχήμα του βιβλίου. Η ποίηση είναι ο τρόπος να διασχίζεις και να διαβάζεις τον κόσμο, είναι οι μετασχηματισμοί θεωρίας και πράξης, καθώς και μια τοποθέτηση με ιδεολογικούς άξονες της αριστερής διανόησης, που ξεφεύγει από το λυρικό μεγαλείο του εθνικολαϊκισμού, ο οποίος διαποτίζει την κυρίαρχη αριστερή αφήγηση στην τέχνη και την πολιτική. Είναι επιπλέον η διατύπωση μιας δέσμευσης «για όσους, λόγιους και διανοούμενους, επιστήμονες αλλά και πολιτικούς, θέλουν να υπάρχουν και να δρουν μέσα στην εποχή τους» (σ. 29). Σε αυτό το πλαίσιο, η τέχνη δεν είναι αναζωογονητική ψυχαγωγία μιας ανέμελης μετανεωτερικότητας, με την οποία ο καθένας μπορεί να πειραματιστεί, αλλά «διά της μορφής», τής κατά Βούλγαρη μορφής, γίνεται ανοιχτό καταφύγιο «για να ζούμε το ιστορικό παρόν μας [….] και όχι σε κάποια άλλη, παρωχημένη ή φαντασιακή» εποχή (σ. 29). Ένας από τους λόγους για τους οποίους ο συγγραφέας αναγνωρίζει την εμβληματική θέση του Σολωμού, είναι επειδή διαβάζει στη Γυναίκα της Ζάκυθος την ατελεύτητη γλωσσική της δύναμη, που με όρους μορφής παραμένει «αινιγματική, δηλαδή δραστική και ανοιχτή», και την ίδια στιγμή επειδή εξαρχής παρουσιάζει το νεοελληνικό έθνος, ήδη στη γέννησή του, ως αντιφατικό και διασπασμένο.
Ωστόσο, η αναζήτηση της Ελένης δεν έχει οριστικές εισόδους και εξόδους. Στις επιτελεστικές αναζητήσεις της Ελένης, διαχρονικά, οι ονοματοθεσίες δεν είναι οριστικές. Η ποίηση ανθίσταται στις πιο μεγάλες βεβαιότητες και πάντα κάτι διαφεύγει. Εκεί λοιπόν που στους ποιητικούς εμφυλίους ή στις διεκδικητικές επιθυμίες αναζήτησης/εύρεσης της Ελένης φαίνεται ότι τα ταυτοτικά όρια είναι διακριτά, εκείνη αντιδρά σε κάθε τύπου οντολογίες. Δεν είναι. Ονομάζεται.
Στο σημείο αυτό τα πράγματα περιπλέκονται κι άλλο, αφού οι οικειοποιήσεις με τη χρήση προσωπικών αντωνυμιών δεν έχουν τελειωμό, και δημιουργούν νέα διλήμματα και ακροβασίες. Ποια τελικά μπορεί να είναι η δικιά μας Ελένη; Και ποια τα όρια ανάμεσα σε αυτό το «μας» και το «μου» του Κώστα Βούλγαρη; Εδώ είναι που κατασκευάζονται οι πιο ενδιαφέρουσες αντιστίξεις. Αν όλοι όσοι γράφουν, διαβάζουν ή κριτικογραφούν για την ποίηση διεκδικούν όχι μόνο τη συνομιλία μαζί της, αλλά και τη διαμόρφωση μιας συλλογικής κοινότητας που θα περιλαμβάνει «εννοιολογήσεις» της «δικιάς μας Ελένης», η αναζήτηση του Βούλγαρη διαφοροποιείται, τόσο από αυτούς/ές που βρίσκουν «τη δικιά μας Ελένη» στο τρίπτυχο Σεφέρης, Ελύτης, Παλαμάς, και αντίστοιχα στο μακρυγιαννικό πρόταγμα και τη γενιά του 1930, όσο και από εκείνους/ες που χρησιμοποιούν την ποίηση ως κοινωνική/προσωπική ταυτότητα, διεκδικώντας την ένταξή τους στις κάθε λογής λογοτεχνικές συντεχνίες που «ασελγούν» πάνω στο ποιητικό σώμα.
Αποποιούμενος την όποια κενή ανιστορική και απολιτική γενεαλογία, ο συγγραφέας διατυπώνει και υποστηρίζει μια άλλου τύπου γενεαλογία, που εγγράφεται στην ιστορικότητα του ποιητικού σώματος με όρους λογοτεχνικότητας. Στις ιστορικές μεταβολές ορίζει την παρακάτω αντιστοίχηση: Σολωμός, Καβάφης, Εγγονόπουλος και Λάγιος. Άξιοι συνεχιστές τους οι: Πολυλάς, Ροΐδης, Βάρναλης, Καρυωτάκης, Κάλας, Μπλάνας, Κούρση, Αρανίτσης (σ. 31) και πολλοί άλλοι/ες που αναφέρονται στο βιβλίο. Εμφατικά σημειώνει πως είναι μονόδρομος κάθε κριτικός να κάνει χρήση ενός κριτικού σχήματος, και κάθε ποιητής μιας ποιητικής. Ο συγγραφέας διασαφηνίζει όμως πως η κατασκευή ενός αποστασιοποιημένου αποτιμητή ή η οριστικότητα των κειμένων συνδέονται με μια μεταφυσική φαντασιωσική αντίληψη της ιστορίας, μακριά από τη διαδρομή του ίδιου. Επομένως, στο βιβλίο εφαρμόζεται το κριτικό του σχήμα, χωρίς καμία πρόθεση να ενταχθεί αυτό σε μια μονοδιάστατη «ολοποιητική» διαδικασία.
Αξιοποιώντας τα κριτικά του κείμενα εικοσιπέντε χρόνων, και αντλώντας από αυτά, ο Βούλγαρης τα συνδέει με νέους τρόπους συνομιλίας, ενώ εισάγει επίσης μερικά κείμενα άλλων, καθώς και μυθοπλαστικούς διαλόγους με πρόσωπα από τον ακαδημαϊκό χώρο της φιλολογίας, μεταμυθοπλαστικά κείμενά του (βλ. για παράδειγμα την ξένη, σ. 428, ένα «σκηνικό διήγημα» που γράφεται με στίχους της Κούρση, του Μπλάνα και άλλων), ποιήματα νεότερων και παλιότερων ποιητών και ποιηματογράφων. Εκθέτει σε κριτική επεξεργασία με αυτόν τον τρόπο το κριτικό του σχήμα, ανοίγοντας τα όρια και τους περιορισμούς της μεταμυθοπλασίας, και επεκτείνει την ποιητική του αρχείου,[3] όπως ήδη έχει επισημάνει η Τζίνα Πολίτη στο κριτικό της κείμενο για το πολυφωνική μεταμυθοπλασία του Βούλγαρη, Το εμφύλιο σώμα.[4] Το αρχειακό υλικό των κειμένων του Βούλγαρη λειτουργεί και ως ευέλικτος διαρκής κριτικός αναστοχασμός, ωθώντας τα κείμενα να λειτουργήσουν σε μια διαχρονική συνθήκη, που θα κινητοποιεί τη μνήμη και τη λήθη, ανάλογα με τις εκάστοτε αναγνωστικές προσλήψεις και τις ιδεολογικές συνέπειές τους. Αυτή η δημοκρατική κριτική «ταξινόμηση» του αρχείου περιλαμβάνει πάντα το ερώτημα, «ποια Αρχή διαχειρίζεται, διαμορφώνει και επιβάλλει τελικά την “επίσημη” μνήμη και λήθη» και ποιες ζυμώσεις επιτελούνται, εφόσον αποδεχτούμε πως «τίποτα δεν παραπέμπει απ’ ευθείας σε μια παρελθούσα, ιστορική πραγματικότητα. Εκτός κειμένου, υπάρχει μόνο ο σωρός άλλων κειμένων»[5].
Καθώς καταγράφει αυτό που ορίζει ως πεδίο της ιδεολογικής ηγεμονίας, ο Βούλγαρης τεκμηριώνει διεξοδικά τις διαμάχες για το ποιος ποιητής θα γίνει σύμβολο της μετάβασης στη μοντέρνα εποχή και τα παιχνίδια εξουσίας που συνδέονταν με αυτές. Οι Θεοτοκάς, Σεφέρης, Καραντώνης, Λορεντζάτος απαξιώνουν «την ήδη συντελεσμένη μοντερνιστική τομή, διεκδικώντας, για λογαριασμό της ιδεολογίας τους και του πολιτικού τους χώρου, τη διαχείριση της αστικής εποχής» (σ. 48). Έτσι ο Καβάφης περιθωριοποιείται και επιλέγονται οι ποιητικές του Σικελιανού και Παλαμά. Στο μεταξύ, ο Βάρναλης και ο Καρυωτάκης με τα γραπτά τους αμφισβητούν την Μεγάλη Ιδέα και τους υποστηρικτές της, υπονομεύοντας τη μεταφυσική τής ιστορίας και την εξιδανίκευση του αρχαιοελληνικού κλέους. Ο Βούλγαρης επισημαίνει ότι αυτή η καθεστωτική αφήγηση στην ιστορία του μοντερνισμού δεν είναι μια παρελθοντική στιγμή της ιστορίας, αλλά διαθέτει ακόμα υποστηρικτές, και συνεχίζει, υποστηρίζοντας ότι η ποιητική του Βάρναλη και του Καρυωτάκη ήδη συνιστούν κριτική στις αφηγήσεις του εθνολαϊκισμού που αρχίζουν να εδραιώνονται. Ως προς την «εξέλιξη» των αποκλεισμών, ο συγγραφέας συνεχώς επισημαίνει την αγνόηση του Βιζυηνού και του Ροΐδη, καθώς και την παράλληλη πρόταξη του Παπαδιαμάντη (με έμφαση, ας ειπωθεί εδώ, στη σύνδεση του έργου του με τη θεολογία) αλλά και του Μακρυγιάννη. Ό,τι λοιπόν εγκαθιδρύθηκε με αυτούς τους ηγεμονικούς τρόπους, συνεχίζει να «στοιχειώνει» όχι μόνο το χθες, αλλά προφανώς και το ποιητικό τοπίο τού σήμερα και του αύριο.
Στην παγίωση αυτού που χαρακτηρίζεται από τον Βούλγαρη ως «συντηρητικός μοντερνισμός», το σχήμα Ελύτης, Σεφέρης, Εμπειρίκος παίρνει τη σκυτάλη από τους παλαιότερους, ενώ η παλαμική αντίληψη της τρισχιλιετούς συνέχειας του ελληνικού έθνους συνεχίζεται ισχυροποιημένη, ακόμα και στις αφηγήσεις της αριστεράς στην Κατοχή και τον Εμφύλιο. Εδώ ο συγγραφέας προκρίνει τη διαφορετική πρόταση του Νίκου Εγγονόπουλου, ο οποίος αρθρώνει στην ποιητική του (με εμβληματική στιγμή τον Μπολιβάρ) μια διαφορετική αφήγηση της νεοελληνικής ιστορίας, η οποία είναι χειραφετητική και σύγχρονα μοντερνιστική, ιστορικά, κοινωνικά, πολιτικά και προσωπικά.
Στο βιβλίο καταδεικνύεται η «απολίτικη συμφιλιωτική» και μαρτυρολογική αντιμετώπιση, από την πλειονότητα των αριστερών ποιητών, του Δεκέμβρη του 1944 και του Εμφύλιου, οδηγώντας σε αυτό που όρισε ο Βύρωνας Λεοντάρης ως «ποιητική της ήττας» (1940-1960). Ο Τέος Σαλαπασίδης και ο Τάκης Σινόπουλος (με τον Νεκρόδειπνο) διαφοροποιούνται από την «αναπαραγωγή του μαρτυρολογικού θρήνου και τη σεφερική αποστασιοποίηση» (σ. 117).
Στη συνέχεια ο Βούλγαρης, καθώς περνά στην ανάλυση των ποιητών της «ομάδας του 1970» με πολυπληθείς κριτικές και πολιτικές επισημάνσεις για το έργο τους, παρατηρεί πως η πολιτικότητά τους δεν εγγράφεται σε κάποιον κομματικό χώρο, αλλά κατασκευάζεται ως «δεδομένη, ήδη με την επιλογή τους να είναι ποιητές». Κοινό χαρακτηριστικό τους, που απαντάται συχνά, είναι «η ποίηση του καθημερινού, ατομικού στιγμιοτύπου» (σ. 198), καθώς και οι επιδράσεις της σεφερικής υπεκφυγής. Ο Βούλγαρης άρτια στοιχειοθετεί τον καιροσκοπισμό του Σεφέρη και τις επιδράσεις του.
Σε αυτούς που ανακατασκευάζουν και διαχέουν ποικιλοτρόπως τις φωνές της ιστορίας, εντάσσονται ο Γιάννης Δάλλας, οι ποιητές της ομάδας των Σημειώσεων και άλλοι. Στα κείμενά τους, η κριτική τους φωνή συνομιλεί με την ποιητική, αναγνωρίζοντας τελικά «την ήττα της αντίληψης της αναπόφευκτης προόδου» και ολόκληρου του νεοτερικού σχήματος (σ. 237). Γιατί «δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει» (Βύρωνας Λεοντάρης). Στις συνεχείς ζυμώσεις, ρήξεις και διλήμματα, η ποίηση, η πολιτική, το δημόσιο και ιδιωτικό συμπλέκονται με προσεγγίσεις και απομακρύνσεις, που συνδέονται «με την αγωνία του ποιητικού χρόνου» (σ. 250).

«[…]Όπως και να ήταν λαμποκοπούσε το κουφάρι της Ελένης
Και έσερνε τα όνειρα των ανθρώπων που ανάρρωσαν από
μεγάλη συμφορά
[…]»[6]

Περνώντας στη Μεταπολίτευση, η τομή του 1989 ορίζεται ως κλείσιμο ενός ιστορικού κύκλου, εκείνου της προόδου. Υπάρχει εδώ η παραδοχή «πως ο ποιητικός λόγος προχωρά, συναρθρωμένος με αιτούμενα του συγχρονικού περιβάλλοντός του» (σ. 276). Υπάρχει επίσης η ομολογία της μεταβατικότητας του ιστορικού χρόνου, που δεν μπορεί να ξέρουμε πού θα οδηγήσει το ποιητικό σώμα. Πάντως, διαλογικά, ο συγγραφέας κρατά ανοιχτό σε κριτικές το κριτικό του σύμπαν, την ίδια την άποψή του για τη σύγχρονη ποίηση:

— Έχει κάποιες αντιφάσεις, που όμως δημιουργούν ωραίες και σημαίνουσες διακυμάνσεις, οι οποίες και τη χαρακτηρίζουν.
— Αυτό δεν είναι πρόβλημα;
— Όχι. Άλλο θα ήταν το πρόβλημα.
— Ποιο;
— Η ευθεία γραμμή ̇ είναι απάνθρωπη.
— Σπασμένη λοιπόν η διαδρομή;
— Στα εξ ων συνετέθη (σ. 286).

Στις σωρευτικές κρίσεις από το 1989 και μετά, ο υπερπληθωρισμός μιας εύπεπτης ποιητικής κουλτούρας, ως δείγμα πολιτισμού, όπου όλοι μπορούν να συμμετέχουν, εκδίδοντας τα ποιήματά τους και χρησιμοποιώντας την ποίηση ως πρόσημο κουλτούρας/καταξίωσης, επαναπροσδιορίζει την έννοια της «επιδεικτικής κατανάλωσης» του Βέμπλεν. Πάντως, όπως λεπτομερώς διατυπώνεται στο βιβλίο, δεν συμβαίνει ξαφνικά. Συνδέεται με όλες τις προηγούμενες στιγμές και ιδεολογικές συγκρούσεις, που αντιγυρίζουν διαρκώς με συνεχή διλήμματα στον ιστορικό χρόνο, στις ζεύξεις του βιώματος, της ποιητικής και των πολιτικών διακυβευμάτων.
Ας σημειωθεί εδώ ότι όλες οι παραπάνω αναφορές μου είναι μόνο μια ενδεικτική συμπύκνωση κάποιων στιγμών του βιβλίου. Χρειάζεται ενδελεχής ανάγνωση, προκειμένου να εμπλακούν οι αναγνώστες και να διαπιστώσουν τη συνθετότητα του κειμένου. Το βιβλίο συνιστά ένα μεγαλεπήβολο κριτικό σχέδιο, που δημιουργεί τομές ιστορικές και πολιτικές, αναδεικνύοντας παράλληλα τη θραυσματικότητα τού ιστορικού, πολιτικού και ποιητικού χωροχρόνου, και διατηρώντας τη διλημματικότητα των περασμάτων. Το βιβλίο μάχεται την αδράνεια, διατηρώντας την ειδολογική και δομική ρευστότητά του, και ο Βούλγαρης δηλώνει πως εδώ «ο αναγνώστης και ο ποιητής δεν συνθλίβονται αλλά έχουν ακέραια τη δύναμη να ασκήσουν τα δικαιώματά τους». Προσκαλεί με αυτούς τους τρόπους τους αναγνώστες να τοποθετηθούν, να συνθέσουν, να αξιολογήσουν, να διαφωνήσουν και να αντιπροτείνουν. Το εγχείρημα του Βούλγαρη είναι τόσο σύνθετο, κριτικό και ανοιχτό, που δύσκολα αναπτύσσεται στις λίγες σελίδες μιας κριτικής παρουσίασής του. Συνομιλεί λοιπόν με τις κριτικές αναγνωστικές προσλήψεις που θα ακολουθήσουν, καθώς και από το είδος της υποδοχής που θα του επιφυλαχθεί, από όσους υποστηρίζουν άλλες αφηγήσεις που παραμένουν κυρίαρχες. Πέρα από τις καλλιτεχνικές και αισθητικές προστριβές, οι ρηξικέλευθες τομές και ερωτήματα που προκύπτουν έχουν κατά τη γνώμη μου ιδιαίτερη σημασία στο πολιτικό πεδίο και ιδιαίτερα στον ευρύτερο χώρο της αριστεράς, που χαρακτηρίζεται κι αυτή από τις δικές της κρίσεις.
Προφανώς και είναι αδύνατον να «χειραγωγήσεις» τους τρόπους με τους οποίους θα διαβαστεί το βιβλίο. Υποστηρίζω όμως πως αν όσοι συμμετέχουν στη λογοτεχνική συνθήκη, με οποιονδήποτε τρόπο, σταθούν σε μια αξιολόγηση που θα περιοριστεί στην έκταση των ονοματολογικών αναφορών που βρίσκονται στο βιβλίο, αυτό μπορεί πιθανότατα να αποπολιτικοποιήσει όσα συμβαίνουν στο κείμενο.
Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν ενστάσεις ή πολυεπίπεδες αναγνώσεις. Υπάρχουν στιγμές όπου μπορεί να εντοπιστούν οι συναισθηματικές υποκειμενικοποιήσεις του κριτικού και του συγγραφέα. Η ένταση της πίστης και της αγάπης του στους ποιητές και ποιήτριες που ξεχωρίζει, αποτυπώνει αυτήν την υποκειμενικότητα που ενδέχεται να αγγίζει τα όρια της απόλυτης εξιδανίκευσης, ως προς την αξιολόγηση του συνολικού τους έργου. Το συναίσθημα όμως δεν διαχωρίζεται από το πολιτικό στοιχείο. Γι’ αυτό τίθενται πολλαπλά διακυβεύματα, και για τον ίδιο τον συγγραφέα και τις κριτικές του φωνές, από εδώ και στο εξής. Έτσι, σε αυτή τη γεμάτη πάθος αναζήτηση της Ελένης από τον συγγραφέα, ρευστή, αλλά και τόσο συγκεκριμένη, εντοπίσιμη και φευγάτη την ίδια στιγμή, υπάρχει μια ανοιχτή αναμονή και προσδοκία, για το ποιες Ελένες θα βρει και με ποιους τρόπους. Το βλέμμα εδώ και η ανοιχτωσιά του θα επηρεάσει το εύρος αναζήτησης και εντοπισμού της πολυπρόσωπης Ελένης.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: