Τα φαιδρά και τ’ απαραίτητα

Soupeur, δημόσια αποχωρητήρια (Παρίσι της δεκαετίας του '60)
Soupeur, δημόσια αποχωρητήρια (Παρίσι της δεκαετίας του '60)

Οι υπογραφές που ασχημονούν τη «σκυροδεμική κλοάκη» και τις ατροφικές συμφύσεις της μητέρας πόλης, εντόνως αναπαριστώνται λεκτικά από μία εξαίσια παράγραφο του Carlo Emilio Gadda (1893-1973) όταν ήταν δημιουργικά καταπιασμένος με το δράμα της δικής του μητέρας:

«Ο ιδαλγός ίσως ήταν προ της αρνήσεως του εαυτού του: εγκαλώντας μέσα του τις αιτίες του πόνου, την επίγνωση και την αλήθεια του, αντιλαμβανόταν ότι κάθε δυνατότητα είχε καταργηθεί. Η βία του πόνου εξαντλούσε τα πάντα. […] Σχεδόν σαν μία ανομολόγητη μνησικακία να τον εμπόδιζε να γνωρίσει την τρυφερότητα της μητρικής βοήθειας, το πιο αληθινό όλων των πραγμάτων»[1].

Οι ωσάν πύρινες σφραγίδες των υπογραφών που οδηγούν τον διαβάτη της πόλης αναγκαστικά σε μία κένωση της αισθητικής του αλλά και σε μία αναρρίπιση των ιδεοψυχαναγκασμών του, προσαρτούν την αίσθηση της απογοήτευσης στο στόμα του, διαμέσου μίας αναγκαστικής όρασης, η οποία του επιβάλλεται άρρητα καθώς ξεστρατίζει της πορείας του, βρίσκοντας το δικό του «κρυπτόν άστυ» εκεί όπου ο ίδιος το επιθυμεί.
Χρονικά και χωρικά, οι υπογραφές των αστών είναι κάτι το αναγκαστικό αλλά όχι απαραίτητα το νοητικά εξελισσόμενο ή το αισθητικά θεμιτό. Αυτό μας δίνει την υποψία πως έχουμε να κάνουμε με μια πνευματική νεύρωση, μία καταλαλιά που απαντάται άκρως υλιστικά ομπρός μας.
Ποιος κατάφερε μέχρι σήμερα να σκιαγραφήσει ένα ορθά ιδεολογικό ή ψυχικό φθόγγο της ανάγκης των αστικών πλασμάτων να «υπογράφουν» παντί τρόπω μέσα στο γαστρολογικό, δερματολογικό και λεμφαδενικό σύστημα της πόλεως; Κάτι τέτοιο θα ήταν εφικτό και ουσιώδες μόνο προσομοιάζοντας το άστυ ωσάν μητρικό φωλεό, μία άφατη πολεοδομική μίνα. Είναι όμως ενοχλητικά άδολο να υποπέσουμε τόσο σύντομα σε άτεχνα Οιδιπόδεια συμπλέγματα, αρκούμενοι στ’ αναμασημένα ψυχιατρικά ψιχία μας.
Εκείνος που βιώνει τη ζωή, δηλαδή ο αζωντανός, πρέπει αναγκαστικώς να σκληρύνει το πετσί του μέσα σε μύριους θυσάνους ταλαιπωρίας κι αηδιασμού, μνησικακίας και ίμερου, χαράς κι αδημονίας, πόθου κι απόλαυσης, φθόνου κι άκρατου μίσους, κι όλα αυτά αφιερωμένα και σφαγιασμένα στο βωμό του προσωπικού του παρελθόντος που «τούτη την ανία καθιζαίνει…η ανία που η αρρώστια την κάνει του ιδεώδους ασταθή»[2], θεμελιώνοντας τελικά την δική του εξοχική κατοικία στο δικαιωμένο αγροτεμάχιο του βίου.
Αν αυτή η ανάγκη για δικαίωση είναι από μόνη της βία, τότε αυτή η βία έχει πολλούς και διάφορους αποδέκτες, λόγω μίας υποχθόνιας μίμησης των κατοίκων που τη φέρουν αντί οικοσήμου. Ο ένας θωρεί την υπογραφή του άλλου και θέλει κι αυτός να πράξει το ίδιο: ν’ αφήσει το στίγμα του πάση θυσία. Από πού προέρχεται όμως αυτή η μυστική ομοψυχία προς την υπογραφή; Μιλάμε μήπως για διαρκείς μιμητικές θυσίες στον χαμένο εαυτό μας;
Είχαμε άραγε να κάνουμε με θυσιαστικό μιμητισμό –ασύνειδη «αταξία» τέκνων προς τη μητέρα πόλη– όταν στα δημόσια ουρητήρια του Παρισιού, στις αρχές του εικοστού αιώνα μέχρι και την δεκαετία του 1960, ασκούνταν κατά κόρον η πρακτική του soupeur, όπου γυρολόγοι πληβείοι μίας αποκλίνουσας γαλαντομίας, παρίες του αισθησιασμού, κατανάλωναν με μανία ψωμί βουτηγμένο στα ούρα αγνώστων;[3]
Ο Girard αποκωδικοποιεί για εμάς την ανάγκη της υπογραφής, λύνοντας μας προσωρινά τα χέρια: «Μέσα στην θυσιαστική κρίση, οι ανταγωνιστές πιστεύουν ότι υπάρχει ανάμεσα τους μία φοβερή διαφορά. Στην πραγματικότητα όλες οι διαφορές εξαφανίζονται σιγά-σιγά. Παντού κυριαρχεί η ίδια επιθυμία, το ίδιο μίσος, η ίδια στρατηγική, η ίδια αυταπάτη της φοβερής διαφοράς, μέσα σε μία επιτεινόμενη ομοιομορφία. Στον βαθμό που η κρίση εκτραχύνεται, τα μέλη της κοινότητας γίνονται δίδυμοι της βίας. Εμείς θα πούμε ότι ο ένας γίνεται είδωλο του άλλου»[4]

Η μητέρα ως θεσμός εξάπαντος θα μεταμορφώνεται σ’ έναν αναντίρρητο και πολυπρισματικό αποδέκτη βίας, απορροφώντας την και μετουσιώνοντας την σε αγάπη εντός της – σιγαστήρας κρότων απερίγραπτης έντασης – δεόμενη ταπεινά προς όλη εκείνη την εκσφενδονιζόμενη άχρηστη ύλη του κόσμου, προς τα execramenta των δαιμονισμένων τέκνων της∙ τουτέστι για τη μήτηρ όλα εκείνα που οι άλλοι πετούσαν, αυτή τα σφάλιζε ευλαβικά στην καρδιά της σαν αυτούσια κομμάτια των παιδιών της.
Αν τα αστικά βρέφη είναι και τα πλέον ερμητικά κλειστά προς τις αναμεταξύ τους συγχρωτίσεις, τότε μονάχα προς τη μητέρα τους την πόλη συνδιαλέγονται με υπογραφικές τάσεις και σιγηλά συμπλέγματα. Οι μυστικές τρυφερότητες και οι κατάφωρες αγάπες, τα διεστηκώτα μίση και οι άβουλες ρίξεις των παιδιών-κατοίκων προς το μητρικό άστυ θα συγκλίνουν εφεξής προς μία και μοναδική πράξη ανυπακοής: την βραχύχρονη κι εφήμερη υπογραφή στην παρειά της ίδιας της μητρός τους.
Από την ιατρική ιστορία αντλούμε το δεδομένο πως μερικές γέννες είναι θανάσιμες αν καθυστερήσουν να συμβούν. Κάποια αγέννητα βρέφη ουρούν μέσα στην κοιλιά της μητέρας τους, διενεργώντας την πρώτη τους παράταιρη εμβολή πριν ακόμη ξεπεταχτούν στον κόσμο∙ η παρθενική υπογραφή του βρέφους στο σώμα της μητρός. Εκτός απ’ την ανιερότητα του ιατρού που καθυστερεί να τα βγάλει, συμβολικά μιλώντας, υπάρχει εδώ και η «άνομη» πράξη του βρέφους διαφαινόμενη ως η πρώτη εκδίκηση του τέκνου προς τη μητέρα και ίσως η αφετηριακή του απόπειρα αυτοχειρίας, η ολωσδιόλου μύχια άρνηση του ν’ αποχωριστεί τη μήτρα.
Τα πνευμόνια γεμίζουν υγρό, νεογέννητο και μητέρα αποβιώνουν άδοξα, το πρώτο από πνιγμό και η δεύτερη από μόλυνση.
Υποθέτοντας τώρα πως οι ασχημονούσες κι αισθητικά ενοχλητικές υπογραφές ασπάζονται πολλές μορφές και τροπές, χωρίς να εμφανίζονται μόνο σε μία ενιαία παρουσία στον σκληρό πολεοδομικό βουβώνα. Σημειώματα ονομάτων σε λουτρά, αφημένα ρούχα σε παράδοξους και παράλογους σωρούς, εγκαταλειμμένα υποδήματα παραπλεύρως των ρείθρων, ίχνη κοπρισμών ή αποβολές γαστρικών περιεχομένων σ’ ευφάνταστες γωνιακές θέσεις, κλειδιά ξεχασμένα, κοσμήματα σπασμένα και σκορπισμένα στο έδαφος, ακατανόητα ονόματα αποτυπωμένα με χημικά και στρεβλούς τροπισμούς πάνω σε κολώνες και τζάμια, αποστραγγισμένο αίμα ή διπλωμένες ρινικές αποσυμφορήσεις μέσα σε χαρτομάντιλα πεταμένα στην άκρη του πεζοδρομίου, χρησιμοποιημένα «αντι-εμβρυακά» πολυμερή σκεύη κρεμάμενων επί κλάδων ή εκτεθειμένων επί ασφάλτου, απαλλοτριωμένες ταυτότητες και σκισμένα χαρτονομίσματα, θρυμματισμένα τηλέφωνα, αποσπασμένα κομμάτια αυτοκινούμενων σκαλωμένα στις σχάρες του αποχετευτικού∙ όλα τ’ απορρίμματα και οι απορριπτόμενες ή εξαντλημένες, τυποποιημένες και μη, εχταγές που μπορεί κάποιος να βάλει με το νου του. Ανακαλύπτουμε τότε αυτομάτως πως ο κάτοχος τους, διώκτης και πράκτωρ των υπογραφών αυτών δεν έχει καμία υπόσταση, αντιπροσωπεύοντας εν τω άμα το εγγύς απρόσωπο, το αντικειμενικό σύνολο ενός αρνητή της ίδιας της μητρικής δυνατότητας.
Είναι σαν η ίδια η μητέρα να προσκαλεί το τέκνο της να εκχύσει μ’ ευλαβική απροσεξία μέσα της το μινυνθάδιο δηλητήριο του. Αν η πόλη είναι η αιώνια και αναγκαστική επωτίδα μας προς το ζην, τότε αυτή η γυναικεία όψη της είναι απεριόριστα δοτική και υπομονετική. Αν κάποιος πρέπει να ‘χει φτιάξει αυτούς τους λαβυρίνθους και τα περίπλοκα συστήματα της μοντέρνας διαβίωσης, τότε δεν είναι άλλος απ’ τον ίδιο τον Ιωβ, μία πράξη συγκλονιστική και άκρως θρησκευτική που δεν έχει άλλο παραλήπτη παρά τον ίδιο τον ανοίκειο Θεό και την μονίμως απομακρυσμένη του παρουσία. Η κρυψίβουλη πολεοδομία φανερωμένη ως αντανακλαστικό ευχαριστίας προς τα Θεία.

Η Μητέρα πόλη αναγιγνώσκει στα υπογραφόμενα παιδιά της, χωρίς όμως να τα μαλώνει: «κε σεβες ξέκαυσαν θυμν ργς, κε νεπαύσαντο κατάκοποι τ σώματι»[5].
Η μόνη που μας διδάσκει εξ ιδίας πείρας είναι η μητέρα. Αν έχει να μας υπενθυμίσει κάτι αυτό σίγουρα είναι πως πρέπει να αντέξουμε. Όλα της τα φαιδρά και τ’ απαραίτητα. Δεν είναι ικανή όμως η ίδια να μας μιλήσει ευθέως, διότι εδώ υπάρχει πάντοτε ένα μείζον εμπόδιο κι αυτό είναι το βίωμα. Το άστυ περιμένει τον αστό του, όπως ακριβώς τα κείμενα περιμένουν τους αναγνώστες τους να ωριμάσουν, η ζωή τους ζωντανούς κ.ο.κ. Η μητέρα Ιώβ (sic) διδάσκει μόνο με την παρουσία της και μόνο μέσω του πόνου της, επισημαίνει, όχι με το δάχτυλο αλλά με μυστικές υποδείξεις, βάζει τα ίδια της τα τέκνα που υγιαίνουν ή ασθενούν μέσα της να της ανασκαλίζουν τις πληγές για λόγους παιδαγωγικούς και μόνο. Πρέπει να τα μάθει πως κάποιος, κάποτε, θα πράξει ανάλογα προς αυτά και τα παιδιά της πρέπει να φανούν αντάξια των μαθημάτων της και να την ξεπεράσουν. Η πόλη εμφανίζεται ξαφνικά ως η ύψιστη διδασκάλισσα μας.
Εν πολλοίς, αν τα περισσότερα αισθήματα που μας προκαλεί η πόλη είναι ελαφρώς φριχτά, αυτό συμβαίνει λόγω του ότι εκείνη τη στιγμή η μητέρα διδάσκει, καλυμμένη κάτω απ’ την φενάκη που εμείς της έχουμε χαρίσει για να κρύψει την ηλικία της ή ακόμη και για να κολακέψει την δική μας ανυπαρξία. Όταν ο Γιώργος Ιωάννου έγραψε για τα χαριτωμένα φληναφήματα των ανθρώπων που παραλλάσουν την ηλικία τους, δεν είχε υποψιαστεί μάλλον πως οι ίδιοι εκείνοι οι άνθρωποι φτιασιδώνουν με τις αναγκαστικές κι απαραίτητες υπογραφές τους τον τόπο που ζουν – όπως ακριβώς βάφουν και καλύπτουν το γήρας τους - μαρκάροντας επιτακτικά, όπως τα ζώα, την περιοχή τους.

«Εγώ, αντίθετα, εγκρίνω πάρα πολύ τις περούκες∙ πολλές τους είναι εξαίσιες. Απαλλάσσουν τους ανθρώπους και από τα βαψίματα και από την απαίσια φαλάκρα. Τονώνουν για τα καλά την προσωπικότητα. Στις γυναίκες, μάλιστα, δεν καταλαβαίνονται και πολύ, αλλά και στους άνδρες, όταν είναι φουντωτές ιδιαίτερα»[6].

Υπογράφοντας, βάζουμε την δική μας ελάσσονα φενάκη στην περιοχή όπου κινούμαστε. Τούτο είναι σαφές. Αυτό όμως που δεν υποψιαζόμαστε είναι εκείνη η άρνηση μας προς μία δυνατότητα για την τρυφερότητα του ατόφιου. Απεχθανόμαστε πλέον τους ζεστούς εναγκαλισμούς της μητρός μας διότι αυτό μας ενθυμίζει την τάση μας προς την πλήρη υποταγή. Αρνούμαστε διαρκώς τη μήτρα αλλά το μόνο που επιθυμούμε είναι να γυρίσουμε πίσω σ’ αυτήν εν ριπή οφθαλμού και οι υπογραφές μας είναι ένα παιχνίδισμα, ένα σκέρτσο προς τη μητέρα, ένα υπόρρητο κι αμόλευτο σύμπτωμα ανυπακοής, μία μεγεθυνόμενη τάση μας προς την ανυπαρξία.
Έτσι όπως για τον μέροψ που θέλει να φαίνεται πάντα νέος κι όμορφος ή έστω αξιοπρεπώς ετοιμοπόλεμος, η φενάκη και το φτιασίδωμα είναι καμώματα βροτού – ξέροντας όμως την ίδια στιγμή πως διαπράχτηκε υπό τύπον ανάγκης. Αναλόγως, οι κάτοικοι ενός προαστίου ή ακόμη και οι διαβάτες μίας γειτονιάς, «στολίζουν» τις υποδομές της με το σημάδι τους, αρνούμενοι να την δεχτούν γυμνή και να παραδεχτούν την ασχήμια της ή ακόμη και την ωραιότητα της, την αυθεντία και την παντοδυναμία της πάνω τους.
Φαινομενικά οι υπογραφόμενοι δεν νοιάζονται, προφανές που την ίδια στιγμή είναι κι ένας ενοχλητικά ρηχός συλλογισμός. Τα αστικά τέκνα είναι κακομαθημένα απ’ την μητέρα τους∙ λόγω υπερβολικής αγάπης της προς αυτά, τ’ αφήνει αμολητά να ξεσπάσουν πάνω της, και να την σοδομίσουν κατά βούληση.

Κι εδώ ερχόμαστε στο αναπόφευκτο που μάλλον όλοι μας υποψιαζόμασταν λίγο ή πολύ:
Ο De Sade, σαν άλλος Δαρβίνος της σκυροδεμικής εκδοχής της εξέλιξης –πλέον λιγάκι πένητας όταν πρόκειται να μας περιγράψει μία χιλιοειπωμένη ερωτική σκηνή– ιδιοφυώς και ως γνήσιο τέκνο της αστικής μήτρας του, μιλά εκ των δεσμών του προς το λαό της Γαλλίας φλεγόμενος από δίκαιο, μη γνωρίζοντας ο ίδιος πως τα λόγια του θα ήταν μία μελλοντική ανεξίτηλη υπογραφή πάνω απ’ τις αισθητικά ασήμαντες αλλά παρ’ όλ’ αυτά νοητικά ενδιαφέρουσες υπογραφές των κακομαθημένων και σκανταλιάρικων τέκνων των πόλεων:

«Η τάση προς τη σοδομία είναι αποτέλεσμα της φυσικής μας κατασκευής∙ κι αυτή είναι ανεξάρτητη από εμάς […] αποτελεί πάντα έργο της Φύσης, κι ότι εμπνέει η Φύση πρέπει να γίνεται σεβαστό από τους ανθρώπους»[7].

Ο τόπος είναι ο ίδιος ο κάτοικος του και ο κάτοικος του είναι ο ίδιος ο τόπος. Αν λοιπόν ο κάτοικος ενός τόπου είναι κι ο αναγκαστικός σοδομιστής του, τότε ερχόμαστε στο αποκαρδιωτικό συμπέρασμα πως αυτή η φλεγόμενη και πυορροούσα σφραγίδα ή υπογραφή είναι θέλημα της Φύσης που αυτό με τη σειρά του σημαίνει πως είναι κάτι το ορθό, κάτι το αναντίρρητο και το υποχρεωτικό. Συμπέρασμα παράλογο που όμως έχει περάσει μέσα απ’ το φίλτρο της θρησκευτικότητας προτού κάνει την εμφάνιση του και κοντραριστεί βίαια με την Αισθητική.
Αν ο βίος για να καταναλωθεί εξ ολοκλήρου πρέπει πρώτα να διδαχθεί την ίδια την μισανθρωπία και την μισαλλοδοξία για τα πάντα εκ της μητρός του το άστυ, τότε οι υπογραφές που χαράσσονται στο διάβα των λαγονιών της μητέρας πόλης είναι ενοχλητικά μα αναγκαστικά μαθήματα, θεσμοθετημένα απ’ την ίδια την ύπαρξη της. Όπως ακριβώς για να γίνει κάποιος σοβαρός και στέρεος χαρακτήρας πρέπει να μάθει να κολυμπάει και να βρίσκει το δρόμο μέσα στα ίδια τα νευρωτικά και πνευματικά περιττώματα του, στις ίδιες τις απάνθρωπες αυθαιρεσίες του, στις καθαυτές μετανιωμένες μα βιωμένες του πράξεις, έτσι εν συνεχεία είναι αναγκασμένος να ζει μαζί τους χωρίς να τις κρίνει ή να τις δικάζει αενάως, παρά μόνο ν’ αναγνωρίζει διαρκώς την βαθύτερη ουσία τους.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: