Άδης απαλώς

Άδης απαλώς

Κωνσταντίνα Σιαχάμη, «Άδης απαλώς», Κίχλη 2023

Η Κωνσταντίνα Σιαχάμη, όψιμη φίλη των ώριμων αλλά ακόμα σφριγηλών χρόνων μας, αποφάσισε να εκδώσει σε ηλικία 55 χρονών, την πρώτη της ποιητική συλλογή. Δεν έχω ξεχάσει την πρώτη συνάντησή μας, πριν 4 χρόνια, ένα βράδυ του Ιουλίου στο κέντρο της Αθήνας. Δεν έχω ξεχάσει την έξαψή της όταν μου μιλούσε για ποίηση και τον προβληματισμό της για το αν έπρεπε να δουν το φως της δημοσιότητας τα κείμενα της, που μέχρι τότε, φυλούσε ευλαβικά στα συρτάρια της. Νομίζω πως εκείνο το βράδυ, τοποθετείται η αρχή μιας μακράς διαδικασίας που ολοκληρώνεται σ’αυτό το ωραίο βιβλίο. Τι, εννοώ; ήταν τότε που η Σιαχάμη κατάλαβε πως χειρόγραφα στο συρτάρι, δεν συνιστούν λογοτεχνία. Πως τα κείμενα πρέπει να αναμετρώνται, να διαδρούν. Πως χρειάζονται τον αναγνώστη. Τότε κατάλαβε πως για να μπει στο ζωντανό σώμα της λογοτεχνίας πρέπει να δημοσιεύσει· και αποφάσισε να εκτεθεί. Χωρίς φόβο και με πάθος.

Η πρώτη της, λοιπόν, ποιητική συλλογή, με τον γοητευτικό τίτλο Άδης απαλώς, είναι ένα κομψό και εξαιρετικά προσεγμένο βιβλίο περίπου 70 σελίδων των εκδόσεων Κίχλη, που κυκλοφόρησε στο τέλος του Ιουνίου. Περιλαμβάνει 37 ποιήματα πεζόμορφα και ολιγόστιχα, κείμενα ποιητικής πρόζας με διάχυτη ποιητική τονικότητα λόγω της συναισθηματικής και εικονιστικής τους έντασης. Κείμενα διαλογικά (για να θυμηθούμε τη θεωρία περί διαλογικότητας του Μπαχτίν), στα όρια της ποίησης και της πεζογραφίας, πυκνά, συνειρμικά, που, ενίοτε, λειτουργούν συμφωνικά –χωρίς μετρική αλλά με ρυθμική οργάνωση του λόγου– ή, κατά κανόνα, εικαστικά. Θα έλεγα πως το πεζό ποίημα συνιστά τη μεγαλύτερη επανάσταση στην ιστορία της λογοτεχνίας, αφενός γιατί λειτουργεί αποδομιστικά στον ποιητικό κώδικα και αφετέρου διότι, με τη διττή και οξύμωρη φύση του, καθιστά σαφές πως η ποίηση είναι μια κατάσταση γλώσσας πέρα από μορφικά και μετρικά σχήματα. Είναι μια γλώσσα σε οργανική μορφή (τίποτα επιπλέον, τίποτα περιττό), η Εδέμ της γλώσσας, όπως λέει και ο δάσκαλός μου Ν. Βαγενάς.

Το πρώτο ποίημα της συλλογής έχει τίτλο Αυτοπροσωπογραφία και βρίσκεται ανάμεσα στο εναρκτήριο moto με τίτλο Χους εγώ και το επόμενο ποίημα που τιτλοφορείται –και πάλι– Χους εγώ.

Εσύ, θέλω να μου γράφεις. Τα λόγια έχουν βαρύ, σαρκώδες
σώμα. Στο λέω εγώ που χόρεψα στα δάση της Φολόης για
χάρη μιας βελόνας γραμμοφώνου. Που πέρασα κάτω από
οξιές με το μικρό μου όνομα. Εγώ, μια χωριάτισσα του κάμπου.
Βυθίζοντας σε κοίλο δισκοπότηρο την δρύινη ψυχή μου.
Ικανή για μεγάλους θανάτους, εγώ.

Η ποιήτρια μάς αυτοσυστήνεται· μια αυτοπροσωπογραφία που αρχίζει με ένα εσύ· ένα ερωτικό εσύ. Και τελειώνει με ένα εγώ λάμπον από θάνατο. Ένα εγώ, που περιβάλλεται από τη χουν την ταφική. Ιδού, τα βασικά θέματα της: ο θάνατος και ο έρωτας. Και, φυσικά, η γλώσσα, σωματική και γήινη, η φύση του παιδικού παραδείσου, ο κάμπος της Ηλείας, εύφορος και υγρός.

Ο θάνατος είναι ένα τερατώδες γεγονός. Δεν απαλύνεται. Ο θάνατος των ανιόντων, και συγκεκριμένα του πατέρα-θεού, που απορροφούσε το φως σαν ηλιοτρόπιο, συμπαρασύρει την καθημερινότητα της ποιήτριας, η οποία συνθλίβεται. Ο κόσμος απορρυθμίζεται για εκείνη, η ζωή της μπαίνει σε αναστολή. Η ερήμωση που αφήνει πίσω της η απώλεια, ό,τι δηλαδή αποκαλούμε ορφάνια (ναι, υπάρχει ορφάνια στα πενήντα μας, πιστέψτε με), είναι σπαρακτική. Η Elizabeth Bishop έγραψε στο ποίημά της “Η τέχνη της απώλειας”, ότι κατά τη διάρκεια της ζωής μας χάνονται πόλεις, ποτάμια, βασίλεια, ήπειροι. Με τον θάνατο του πατέρα, η Σιαχάμη χάνει τη θάλασσα, χάνει την πατρική αφήγηση, τον χώρο και τον χρόνο της παιδικής αθωότητας.

ΜΕΛΛΟΝΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Τώρα που σχίζεται η μορφή σου, τώρα που τρίβεται και πέφτει, θα έχουμε πολλές συναντήσεις. Θα μου λες ιστορίες και εγώ θ’ ακούω. Για μακρινά ταξίδια στο Μπρίσμπεϊν. Για ανατολές [...] Για την καλύβα μας στη θάλασσα που βούτηξε μαζί σου στα ολόμαυρα νερά της Στύγας. Τα κουρέλια της στο λαιμό σου, ακόμη τα ονειρεύομαι, πατέρα. Και τον κορμό σου ονειρεύομαι, δεν θέλω να σαπίσει. Να φύονται φύλλα θέλω και πάνω τους να λιάζομαι σαν γάτα. Έξω χιονίζει και εγώ τακτοποιώ. Φράσεις τέλους.Τώρα που τρίβεται και πέφτει, στην ανωφερή ψυχή μου, το άδειο βλέμμα σου.

Ο έρωτας θεματογραφείται ως το εφαλτήριο της ποιητικής πράξης, συχνά συνδεόμενος με τον θάνατο· εγγράφεται ως θεμελιακή δύναμη στην ποίησή της, ως μοίρα μεταφυσικής τάξης που υπερβαίνει τα φυσικά όρια· είναι οροσειρά, ποτάμι δρύινο, φωνή ανατολίτη προγόνου, παχύρευστο πρωινό. Είναι Άδης απαλώς και θαύμα: τρύπα βελόνης όπου πέρασε η κάμηλος. Για τη Σιαχάμη ο έρωτας δεν είναι νοσταλγία και παρελθόν. Είναι παρών και έχει αποφθεγματική ισχύ

ΑΝΕΜΟΔΑΡΜΕΝΑ ΥΨΗ

Ξέρω τι σου λέω. Εδώ. Με θυελλώδεις ανέμους. Οκάδες
ερημιάς συν τα γυαλιά καρφιά του κόσμου.

Είναι ρεαλιστικά γήινος, βαθιά σωματικός και τολμηρά εικαστικός٠

ΑΘΩΕΣ ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΕΣ

[...] Κοίταξέ με, όχι με ιερότητα και άλλα τέτοια, είναι ανυπόφορη η νεκρή θάλασσα.
Πέρασε τη παλάμη σου από πάνω μου, συναρμολόγησέ με. [...] Το στόμα σου,
να μου το δίνεις. Να με γδύνεις, να με γλείφεις, να με σουλατσάρεις σε ξενοδοχεία,
ν’ αργήσω να γίνω μελάνι, προτιμώ το φιλί. Το φιλί. Απ’ όλους τους νεκρούς μου.

Ο έρωτας υπερισχύει της ποίησης και του θανάτου. Είναι θεϊκά καθηλωτικός.

Στο ποίημα Σύντομο βιογραφικό, η Σιαχάμη καταθέτει κάτι που εντυπωσιάζει όχι ως περιεχόμενο αλλά ως κατάθεση καθ’αυτήν:

Γεννήθηκα στην Αυστραλία. Τεσσάρων και κάτι ήρθα στην Ελλάδα. Σ’ ένα χωριό του κάμπου. Μεταξύ καμπαναριού και ελαιώνων, ξεκίνησα να λέω ψέμματα. Από τότε, αδιαλείπτως, λέω ψέμματα. Όταν πάψω, θα έχω πεθάνει.

Το ψέμα, λοιπόν. Το ψέμα ως πρωτογενές υλικό της λογοτεχνίας, ως άμυνα στη δυστοπική και αποσταθεροποιητική πραγματικότητα, ως το θεμέλιο στο οποίο οικοδομείται η παράλληλη ζωή που μας προσφέρει η ποίηση και η πεζογραφία. Άλλωστε, και παραφράζοντας τον Τζούλιαν Μπαρνς «ο καλύτερος τρόπος να πει κανείς την αλήθεια στη λογοτεχνία είναι μέσω της καταγραφής μεγάλων, ελκυστικών, καλά διατεταγμένων ψεμάτων».

Έκτυπος είναι ο εικονιστικός χαρακτήρας της ποίησης της Κ. Σιαχάμη. Οι εικόνες της, κατ’ εξοχήν οπτικές και απτικές, είναι πρωτογενείς, ανυπότακτες και συχνά κρυπτικές, έχουν κυριολεκτικό, σωματικό βάρος, μολονότι συχνά συνιστούν μια ετερόκλητη σύνθεση. Η ποιήτρια υπαστασιοποιείται σε αντικείμενα, φυσικά στοιχεία και χρόνο· γίνεται ακόντιο και ρετσίνι, γίνεται λάβα, γίνεται ντάλα μεσημέρι. Αυτή η ρητορική της εικονοποιϊας που παραπέμπει στον αναπαραστατικό υπερρεαλισμό, διευρύνει την αντίληψή μας για τα πράγματα και μας δίνει μιαν άλλη όψη της πραγματικότητας.

ΕΝΑΣΤΡΟ ΧΩΜΑ, ΕΠΙΜΕΝΩ

Αύγουστος. Χρυσό φως και συκόγαλα. Βραδιάζει κι εσύ ετοιμάζεσαι.
Έναστρο χώμα, σου λέω. Έναστρο χώμα, επιμένω .
Καμπαναριό με σύννεφα. Οι φορές που ανεβαίνω μόνη είναι περισσότερες.
[...] Κατεβαίνω κι αφήνω στα πόδια σου καρπούς.
Ξύπνησα με τ’ αμυγδαλωτά σου μάτια. Ήλιος του καλαμποκιού.

Και άλλα πολλά άλλα για αυτή τη συλλογή.

Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, και προσθέτοντας...

1. Άδης απαλώς. Ένα βιβλίο για τον θάνατο και τον έρωτα. Έτσι, απλά. Χωρίς πολιτική διάσταση (μόνο στο τελευταίο-τέταρτο μέρος έχουμε αναφορά σε ιστορικά γεγονότα, Σαγγάριο ποταμό, εμφύλιο πόλεμο και ένα όνομα Valemir, που μας παραπέμπει στον πόλεμο της Ουκρανίας). Ένα βιβλίο χωρίς έμφυλη βία και πατριαρχία, που επιβάλλεται με όρους ποιητικούς και όχι κινηματικούς.

2. Η Κωνσταντίνα Σιαχάμη δεν σκιάζεται τον Άδη. Γεύεται τους νεκρούς της. Είναι το λίπασμά της. Με τον θάνατο του πατέρα χάνει την πατρίδα της. Γράφοντας, την ξαναβρίσκει.

3. Έρως ανίκατε μάχαν. Γράφει στο α΄ και β΄ πρόσωπο. Δεν καταδέχεται το προσωπείο του παρατηρητή. Παραδέχεται, χωρίς προσχήματα, ότι από όλα, και από τους νεκρούς της ακόμα, προτιμά το φιλί.

4. Ακετά ευρύ διακείμενο, αναγνωρίσιμο και οργανικά ενταγμένο στο σώμα της ποίησής της. Ο Ρεμπό, ο Ντοστογέφσκι και ο Τσέχοφ, η Αχματοβα και η Σέξτον, αλλά και ο Σολωμός, ο Εγγονόπουλος, ο Κάλβος και η Γλυκερία Μπασδέκη, της παραστέκονται.

5. (Και τελευταίο). Η Κωνσταντίνα Σιαχάμη θα προσπαθήσει να σας πείσει ότι είναι χθόνια, ότι πλάθει νύχτες. Μην την πιστέψετε. Λέει ψέματα...

Με φως του ήλιου κάθετο, καρφώνει τα σκοτάδια

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: