Όπως κάθε μαθητευόμενος μάγος, έτσι κι εγώ, εστίαζα όλη μου την προσοχή στο μάγος κι αγνοούσα επιδεικτικά το μαθητευόμενος ισορροπώντας επικίνδυνα πάνω από την άβυσσο κι αγνοώντας πως κάθε μου πείραμα θα μπορούσε πολύ εύκολα να με στείλει να τη βυθομετρήσω.
Ύστερα από όσα συνέβησαν, έχω ξεχάσει τους ακριβείς λόγους που με είχαν ωθήσει ν’ ασχοληθώ με τη μαγεία. Το μόνο που συγκράτησα είναι οι τελευταίες μου προσπάθειες, αυτές που με οδήγησαν στον εγκλωβισμό. Στην προσπάθεια μου να κυριαρχήσω πάνω στον φυσικό κόσμο, ήθελα πρώτα να νιώσω την ψυχή των μορφών και των πραγμάτων, όπως τη νιώθουν αυτά τα ίδια. Πίστευα πως γνωρίζοντας την ψυχή τους, θα μπορούσα ευκολότερα να τα χειραγωγήσω. Έτσι άρχισα να επιδίδομαι σε ένα είδος διαλογιστικής ταύτισης με την ψυχή των αντικειμένων που μ’ ενδιέφεραν.
Είναι συνηθισμένο, αλλά όχι γι’ αυτό λιγότερο παράξενο, το ότι η τύχη ευνοεί τους ερασιτέχνες. Με λίγη προσπάθεια κατάφερα να μπω στον μίσχο ενός λουλουδιού, να νιώσω τους χυμούς του να ρέουν, τα φύλλα να απορροφούν το φως με ακόρεστη δίψα, και το άνθος να αναβλύζει ερωτικά χρώματα, μια μέθη κι ένα συνεπαρμό που μόνο η άνοιξη ξέρει να προκαλεί.
Δεν ήταν μικρό επίτευγμα, αν αναλογιστεί κανείς το πόσο λίγα ήξερα για τη φύση αυτών των πραγμάτων. Μάλλον με καθοδηγούσε μια ποιητική διάθεση παρά μια γνήσια αποκρυφιστική ιδιοσυγκρασία. Πάντως, το αποτέλεσμα ήταν να πάρουν τα μυαλά μου αρκετό αέρα, τόσο που να επιχειρώ πλέον παρόμοια εγχειρήματα σε συστηματική βάση. Η μια γλάστρα διαδεχόταν την άλλη.
Δεν ξέρω γιατί είχα περιοριστεί στα λουλούδια. Από μια άποψη, αυτό με προστάτευε. Τουλάχιστον μέχρι να κάνω το μοιραίο τόλμημα. Με τα φυτά δεν εμφανίζονται ιδιαίτερα προβλήματα, γιατί έχουν από τη φύση τους μια ιδιότητα συμπαθητική. Σε αφήνουν να εισχωρήσεις μέσα τους. Δεν λέει το γαρίφαλο «εγώ, το γαρίφαλο». Δεν διακρίνει εύκολα τον εαυτό του από το περιβάλλον. Αυτά είναι ανθρώπινες παραξενιές. Όσο οι μαγείες μου παρέμεναν φυτολογικές, δεν υπήρξε πρόβλημα.
Κάποια στιγμή, μια σκέψη γεννήθηκε στο μυαλό μου, τέτοια που αν ζούσα στην έρημο της Αιγύπτου τους πρώτους μετά Χριστόν αιώνες, εύκολα θα την απέδιδα σ’ ένα πονηρό δαιμόνιο, γιατί είχε στ’ αλήθεια όλη την αυθεντική λάμψη του πειρασμού κι έκρυβε την ίδια επικίνδυνη απόρροια.
«Έχω νιώσει πώς νιώθει κάτι ζωντανό. Άραγε πώς νιώθει η νεκρή ύλη;»
Πρέπει να παραδεχτείτε ότι και μόνο από φιλοσοφική άποψη υπάρχει ένα ισχυρό δέλεαρ σε μια τέτοια σκέψη. Το αποτέλεσμα του πειράματος θα έδειχνε κάτι πολύ σπουδαίο. Υπάρχει στ’ αλήθεια νεκρή ύλη; Αν υπάρχει, δεν είχα τίποτα να φοβηθώ, δεν θα ένιωθα τίποτα, αφού κι η νεκρή ύλη δεν νιώθει τίποτα. Αν όμως η ταύτιση μου με κάτι ανόργανο γεννούσε και το παραμικρό αίσθημα, τότε θα αποδείκνυα κάτι που πολλοί είχαν υποψιαστεί κι υποστηρίξει αλλά ποτέ αρκετά πειστικά: το ότι η ζωή διαποτίζει τα πάντα, από το άσημο χαλίκι ως τα γιγάντια βουνά, από τον σχεδόν αόρατο για μας κόσμο της άμμου, ως την απεραντοσύνη του θαλασσινού νερού, από το ψυχρό χάδι του πάγου ως τον αόρατο ψίθυρο του ανέμου.
Ρίγος! Η σκέψη με συνεπήρε. Είναι μεθυστικό να θεωρείς ότι ο δρόμος που καθημερινά ποδοπατάς είναι η πλάτη της γης, γριάς περαματάρισσας που σε κουβαλάει για να περάσεις τον ποταμό των άστρων.
Επέλεξα ένα διαμάντι για να πειραματιστώ. Ήταν ένα ακατέργαστο μεγάλο διαμάντι που είχε φέρει ένας συγγενής μου όταν επαναπατρίστηκε από τη Νότιο Αφρική. Μου το είχε αφήσει κληρονομιά μαζί με κάποια άλλα μικρότερης αξίας πράγματα. Η επιλογή του ως αντικείμενο του πειράματος —ή μήπως πρέπει να πω υποκείμενο;— ήταν μια ιδιοτροπία που υπαγόρευε η αλαζονική επιθυμία να νιώσω όχι μόνο την ψυχή της ύλης αλλά την ψυχή της πολύτιμης ύλης που στην αντίληψη μου μετρούσε τότε για πολύτιμη ψυχή.
Έχω συγκρατήσει ολοκάθαρα την εικόνα στον νου μου, γιατί ήταν κι η τελευταία πριν το, ας το πούμε, ατύχημα. Καθόμουν στο πάτωμα πάνω σ’ ένα απλωμένο μωβ μεταξωτό με χρυσά σχέδια. Είχα αφήσει το παράθυρο ανοιχτό να πλημμυρίζει το δωμάτιο με το φως της πανσελήνου. Το διαμάντι ήταν σε μια θέση ανάμεσα σε μένα και το παράθυρο, προς την άκρη του μεταξωτού, έτσι ώστε ν’ αντανακλά πληρέστερα το φως του φεγγαριού. Είχα διαβάσει κάπου ότι η πανσέληνος βοηθά τις μαγικές εργασίες και κάτι τέτοιο, πίστευα, θα έκανε πιο δυναμικό το πείραμα μου. Συγκέντρωνα το βλέμμα μου επίμονα πάνω στο διαμάντι, προσπαθώντας να φανταστώ ότι γίνομαι το διαμάντι, ότι νιώθω όπως εκείνο. Για πολλή ώρα δεν ένιωθα τίποτα πέρα από την ένταση στους κροτάφους και το μέτωπο μου. Πείσμωνα και προσπαθούσα περισσότερο. Ποτέ πριν στα πειράματα με τα λουλούδια δεν είχε χρειαστεί να καταβάλω τόσο κόπο. Το γεγονός αυτό συνδαύλιζε μια οργή μέσα μου, που γινόταν κι η κινητήρια δύναμη της συγκέντρωσής μου.
Ύστερα από πολλή ώρα, εξαντλημένος, είχα αρχίσει να μισοκοιμάμαι όταν ένιωσα σαν ν’ ακούμπησε το μάγουλό μου στη δροσερή επιφάνεια ενός υαλοπίνακα. Άνοιξα τα μάτια μου για να ανακαλύψω γύρω μου έναν κόσμο φώτων και ιριδισμών που με βομβάρδιζαν από απρόσμενες γωνίες και πλευρές. Μπορούσα πια να χαρώ γιατί ήμουν μέσα στο διαμάντι!
Αμέσως παρατήρησα πως εκεί τα πράγματα ήταν διαφορετικά απ’ ό,τι στα φυτά: δεν ένιωθα κάποια ψυχή να κραδαίνει τον χώρο. Ήταν μόνο μια αίσθηση παρουσίας κάποιου αδιαφοροποίητου υλικού που με περιέβαλε και που η «ψυχή» του είχε μια χροιά αδύνατο για άνθρωπο να τη νιώσει, κάτι παγερό κι ακίνητο κι όμως παρόν, κάτι που αναδυόταν από τα μυστικότερα βάθη της ύλης και που μετριαζόταν μόνο από το γεγονός ότι καθηλωνόταν από τον εγκλωβισμό της μορφής του διαμαντιού. Σταδιακά το ψύχος αυξανόταν και με πάγωνε. Κυριολεκτικά. Δε νιώθω να γίνομαι πάγος.
Ένας φόβος με κυρίεψε, σαν να άνοιξε η γη κάτω από τα πόδια μου. Η άβυσσος, πάνω από την οποία για πολύ καιρό ακροβατούσα, λευτέρωνε τώρα τα σκοτεινά και δύσμορφα πλάσματα της κι εγώ θα γινόμουν η λεία τους. Ήθελα να φύγω, να φύγω, να φύγω! Κι ήταν εξαιτίας αυτού που ανακάλυψα ότι μου ήταν πια αδύνατον.
Ο πανικός δεν υπήρξε ποτέ χρήσιμος, παρότι αυτή η επίγνωση δεν μετριάζει σε τίποτα τη δύναμη με την οποία μας κυριεύει. Ένας άνθρωπος παγιδευμένος σε ένα λάκκο, κάποιος κλειδωμένος σ’ ένα μπουντρούμι, ένας ναυαγός στο μέσο της ατέλειωτης θάλασσας, έρμαιο των κυμάτων και του σκοτεινού βυθού που χάσκει να τον καταπιεί, είναι εικόνες αρχέγονου φόβου, ενός φόβου που μπορεί να καταλύσει το λογικό για πάντα. Φανταστείτε τον δικό μου πανικό όταν αυτό που είχε παγιδευτεί δεν ήταν καν το σώμα μου, αλλά το αισθάνεσθαί μου, η σκέψη μου, η συνείδηση μου, το ίδιο μου το εγώ. Φοβήθηκα τότε πως το ψύχος που με πάρουνε ήταν το ψύχος που παγώνει την ίδια τη ζωή. Φοβήθηκα μέχρι θανάτου, τόσο που δεν ήξερα πλέον αν ζω, αν όλα συνέβαιναν στ’ αλήθεια ή ήταν αποκύημα απαίσιου εφιάλτη. Υπήρχε ελπίδα ή πάγωσε μαζί μου;
Είναι ανώφελο ν’ αφηγηθώ τις στιγμές, λεπτά, ώρες, μέρες που πέρασα μες στον πανικό. Δεν έχουν κάποιο ειρμό. Ήταν μια θύελλα που με παράδερνε, ένας σεισμός που τραβούσε το έδαφος κάτω από τα πόδια μου. Είχε όμως τέλος. Όχι ότι λευτερώθηκα. Απλά κάποια στιγμή, στη λάμψη μιας σκέψης που φτερούγισε μες στο μυαλό μου, αποδέχτηκα τη μοίρα μου. «Αν ζω εδώ τόσο χρόνο, χωρίς ανάγκη τροφής κι αέρα, αν μπορώ να συνεχίσω να ζω, τότε υπάρχει ελπίδα».
Συχνά έχω αναρωτηθεί πώς γεννήθηκε αυτή η σκέψη. Έχει όψη συλλογισμού. Πώς; Οι πανικόβλητοι δεν συλλογίζονται. Τη σκεφτόμουν κι όμως ήταν σαν να σκέφτομαι τη σκέψη κάποιου άλλου. Ποιου; Δεν έχω απαντήσει ξεκάθαρα ακόμα. Πάντως ύστερα απ’ αυτήν άρχισε το χρονικό του εγκλωβισμού μου, και λέω χρονικό γιατί, ξεχνώντας το κρύο, το οποίο ακριβώς γι’ αυτό το λόγο έπαψε να έχει επίδραση πάνω μου, έστρεψα όλη μου την προσοχή στο να παρατηρώ — δεν μπορούσα να κάνω και τίποτα άλλο. Να παρατηρώ οτιδήποτε μπορούσε να έχει την υφή γεγονότος εκεί που ο χρόνος είχε παγώσει κι η εικόνα του μόνο διατηρούνταν στη μνήμη μου.
Πρώτα, λοιπόν, παρατήρησα τη φυλακή μου. Ήταν σαν να ήμουν σ’ ένα δωμάτιο με χιλιάδες παράθυρα. Καθένα έβλεπε σε διαφορετική στιγμή του χρόνου. Μερικά είχαν τη σκοτεινιά της νύχτας με μικρές σπίθες άστρων, άλλα άνοιγαν σε καταμεσήμερο κι ένας χείμαρρος φωτός ξεχυνόταν από μέσα τους, κάποια έμοιαζαν μισάνοιχτα σαν τα παράθυρα σπιτιών στον μεσημεριάτικο καλοκαιρινό ύπνο, ένα-δύο έβλεπαν σε χρώματα δειλινού κι άλλα κουβαλούσαν μια απρόσμενη αυγή δίπλα σε κάποια βράδια. Το θέαμα, αν μπορούσε να το αποκαλέσει κανείς έτσι, γιατί στην ουσία όλα αυτά περισσότερα τα διαισθανόμουν παρά τα έβλεπα, ήταν εκθαμβωτικό! Σαν να είχε συμπυκνωθεί ο κόσμος κι ο χρόνος σε μια στιγμή που τα έκλεινε όλα ταυτοχρόνως.
Παρατηρώντας τους ιριδισμούς στο διαμάντι, άρχισα να έχω την εντύπωση ότι κάτι κινιόταν εκεί έξω. Ένας αιώνιος τροχός γύριζε αργά κι ανεπαίσθητα, έτσι που οι τριγμοί του ίσα-ίσα άγγιζαν το αυτί. Ο χρόνος γυρνούσε, κυλούσε, κι ήταν για μένα τώρα ο τροχός της τύχης. Όσο κυλούσε, συνέχιζα να ελπίζω.
Σιγά-σιγά όμως κατόρθωσα να συσχετίζω τον υποκειμενικό χρόνο με τον αντικειμενικό, το χρόνο του ήλιου και της γης. Αυτό έγινε καθώς έμαθα να ξεχωρίζω ανάμεσα στις διάφορες μορφές φωτός που καταύγαζαν το διαμάντι. Στην πραγματικότητα, αυτό που εκλάμβανα χρόνια δεν ήταν παρά εκείνη η πρώτη νύχτα του πειράματος μου. Το κατάλαβα γιατί το φως συνεχώς δυνάμωνε, αργά αλλά σταθερά, μέχρι που έλουσε το διαμάντι σε σημείο που με τύφλωνε κι έχανα κάθε εντύπωση από παράθυρα και φωτισμούς. Ήταν ο ήλιος που ανέτειλε!
Πάνω όμως που είχα δημιουργήσει μια μέθοδο μέτρησης του χρόνου, κάποιες γοργές αλλαγές τα ανέτρεψαν όλα. Μια θέρμη συγχρόνως με μια σκοτεινιά, δυο-τρεις σπαθιές φωτός, ένα αίσθημα μετακίνησης ή έλλειψης βαρύτητας, κι ύστερα σκοτάδι απόλυτο κι ασάλευτο.
Έζησα στο σκοτάδι αντικειμενικά πολύ, τόσο που έσβησε ό,τι ελπίδα είχα φλογίσει, έσβησε ακόμα και την παρατήρηση μου. Δεν υπήρχε τίποτα να παρατηρήσω, κάτι χειρότερο από τίποτα, ένα σκοτεινό έρεβος που έλιωνε σιγά-σιγά την συνείδηση του ότι ήμουν κάτι, κάτι μέσα σ’ αυτό. Μπορεί και να είχα πεθάνει. Και ήταν πραγματικά σαν να είχα πεθάνει όταν αμέτρητους αιώνες μετά, τόσους που γερνούν και τα άστρα —έτσι μου φάνηκε — άρχισε να ραγίζει το σκοτάδι κι εγώ να μένω αναίσθητος απέναντι στην αλλαγή. Νεκρός, υπνωτισμένος από τον θάνατο, ώστε να μη βλέπω πια τα παράθυρα που ξανάνοιγαν και έχυναν φως, λάμψη, μαρμαρυγή. Χρειαζόταν κάτι ισχυρότερο από αυτό για να με αναστήσει. Ένα σοκ.
Και ήλθε. Το διαμάντι έτριζε, ράγιζε, έσπαγε.
Θα παραλείψω όλη την υπόλοιπη πορεία προς την ανάσταση και τη νέα ελπίδα σαν μάλλον ανιαρή, αφού φαινόταν να διαρκεί αβάστακτα πολύ. Θα πω μόνο το αντικειμενικό: όταν βρήκαν το σώμα μου λιπόθυμο και σωριασμένο στο δωμάτιο μου και με μετέφεραν, όπως ανακάλυψα πολύ αργότερα, σε μια κλινική, κάποιος είχε συμμαζέψει το δωμάτιο μου και είχε βάλει το διαμάντι σε ένα κουτάκι που έμεινε κλεισμένο σε ένα ντουλάπι για μερικούς μήνες. Όταν οι γιατροί στην κλινική αποφάνθηκαν ότι είχα γίνει «φυτό» και ότι δεν υπήρχε ελπίδα για μένα, κάποιος θεώρησε ότι δεν είχα ανάγκη από περιουσία. Το διαμάντι, μαζί με όλα τα υπόλοιπα μου πράγματα, άλλαξαν κυριότητα. Το έδωσαν σε μια ανιψιά μου που αγαπούσα πολύ. Κι εκείνη, με το πρακτικό γυναικείο πνεύμα της — ευτυχώς — αποφάσισε να το δώσει σε έναν κοσμηματοποιό να της το κάνει δαχτυλίδι. Η επεξεργασία του κοσμηματοποιού ήταν αυτό που εγώ προσέλαβα σαν σπάσιμο του διαμαντιού.
Χάρη στη γυναικεία φιλαρέσκεια βρήκα ξανά την ελπίδα μου και όχι μόνο αυτό. Η ζωή που έζησα στο χέρι της στάθηκε για μένα πολύτιμη σε διδάγματα, τόσο που, διστακτικά αλήθεια, δε μετανιώνω για ό,τι έγινε.
Στην αρχή της διαβίωσης μου στο δαχτυλίδι , βέβαια, δεν αντιμετώπιζα έτσι το ζήτημα. Η ανάγκη όμως με ώθησε να προσαρμοστώ, κι εφόσον το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να νιώθω και να σκέφτομαι, αφιερώθηκα ολοκληρωτικά στην παρατήρηση. Έτσι, σιγά-σιγά, ανακάλυψα πώς να διακρίνω τον έξω χώρο μέσα από το διαμάντι, πώς να διατηρώ έναν στοιχειώδη προσανατολισμό στην γεωγραφία που με περιέβαλε, μα πιο πολύ να παρατηρώ την ανιψιά μου που άθελα της με κουβαλούσε, αδιάκριτο εισβολέα, στις πιο κρυφές στιγμές της.
Ήταν ακόμα νέα όταν με «φόρεσε». Διατηρούσε έναν κρυφό δεσμό με κάποιον γόνο αριστοκρατικής οικογένειας. Κάτι τέτοιο στις αρχές του 20ού αιώνα που ζούσαμε, θεωρούνταν από τη μικροαστική νοοτροπία, εύνοια της θεάς Τύχης. Η οικογένεια της έκλεινε τα μάτια στην απόκλιση της από την κρατούσα ηθική, για χάρη και μόνο της ευόδωσης του ειδυλλίου. Η Πέτρα — το όνομα της ανιψιάς μου — όμως δεν νοιαζόταν και τόσο για την αποκατάσταση. Στην ουσία, δεν την είχε ποτέ σκεφτεί. Ήταν ένα απλό κι ευαίσθητο πλάσμα, με ψυχή που πετάριζε συνέχεια. Επιζητούσε την ομορφιά και το συναίσθημα. Κι ήταν αυθόρμητα καλή κι ευγενική. Το μυαλό της όμως ήταν γεμάτο από τα ρομαντικά μυθιστορήματα του περασμένου αιώνα και το μόνο που επιδίωκε ήταν να ζήσει κι αυτή μια ζωή αντάξια μιας ηρωίδας των. Στον φίλο της έβλεπε κάποιον Αρμάνδο παρά μια ζωντανή ύπαρξη. Γι’ αυτό άλλωστε είχε επιτρέψει στον εαυτό της να τον αγαπάει παράφορα. Γιατί κατά τ’ άλλα αυτός δεν το άξιζε στο ελάχιστο. Επρόκειτο για έναν νεαρό δανδή που επιζητούσε την περιπέτεια και που απλώς κολακευόταν από την σχεδόν παιδική της αγάπη. Δε σκεφτόταν όμως καθόλου σοβαρά την υπόθεση και μοίραζε τις γλύκες του και με άλλες τρεις τρυφερές υπάρξεις. Φυσικά, αυτό η Πέτρα το αγνοούσε. Θα ήταν εύκολο να το καταλάβει αν δεν ήταν τόσο εθελοντικά τυφλή. Γι’ αυτό άλλωστε και η ανακάλυψη του γεγονότος τής θρυμμάτισε την ψυχή. Τον είδε να συνοδεύει στην άμαξα του μια στενή της φίλη και να την κρυφοφιλάει. Βέβαια, η ιστορία δεν είναι παρά ένα τετριμμένο περιστατικό εκ των χιλιάδων ανάλογων τετριμμένων ιστοριών, αλλά για αυτόν που τη βιώνει έχει μια μοναδικότητα, ένα ανεπανάληπτο, κάτι δυσβάσταχτο. Για μένα δε, είχε ένα τελείως διαφορετικό νόημα.
Ζώντας όλο αυτό τον καιρό με την Πέτρα, είχα δεθεί πολύ μαζί της, τόσο που παρακολουθούσα τις εξάρσεις και τις υφέσεις της απλής κατά τ’ άλλα ζωής της, με μοναδικό ενδιαφέρον. Άλλωστε, μου ήταν αναπόφευκτο: το διαμάντι στο δαχτυλίδι παλλόταν ισχυρά από τους κραδασμούς της ψυχής της. Μια περίεργη μοίρα το ‘φερε η υπόλοιπη ζωή μου μαζί της να χωριστεί σε τρία στάδια, τρία στάδια που προέρχονταν από ροές του σώματος της: το δάκρυ, το γάλα και το αίμα.
Το δάκρυ ήταν ο πρώτος σταθμός. Η Πέτρα στα ξεσπάσματα κλαμμάτων μετά το ξεσκέπασμα του αρραβωνιαστικού της, έφερνε τα χέρια στο πρόσωπο και το δαχτυλίδι πολύ συχνά μούσκευε στα δάκρυα και εγώ από τη θλίψη που κουβαλούσαν.
Είναι γνωστό ότι το νερό, όπως και το διαμάντι, είναι καλοί αγωγοί των συναισθημάτων. Θα έλεγα τέλειοι αγωγοί. Έτσι, βρέθηκα στην ιδιόρρυθμη θέση να βυθίζομαι όλο και βαθύτερα σε έναν ξένο πόνο. Κι αυτό, ενώ ήταν οδυνηρό, ήταν συγχρόνως μία ανακάλυψη συγκλονιστική για μένα. Συνηθίζουμε να πιστεύουμε ότι οι άλλοι πονάνε όπως εμείς και μάλιστα σε μικρότερη ή, το πολύ, την ίδια ένταση. Η έκπληξη μου, διαπιστώνοντας με την αναπόφευκτη εμπειρία μου το αντίθετο, αντηχούσε στη συνείδηση μου και ξυπνούσε σε νόημα κάποιες απλές αλήθειες που εύκολα παραδεχόμαστε κι εξίσου εύκολα προσπερνάμε. Ο πόνος της Πέτρας ήταν πολύ μεγαλύτερος από ό,τι είχε νιώσει η σχετικά ανάλγητη ψυχή μου. Είχε πτυχές συναισθημάτων που δεν είχα καν υποπτευθεί. Είχε μιαν αλήθεια. Με γύμνωνε να τον βιώνω. Αισθανόμουν γκρινιάρης και λίγος μπροστά του. Αισθανόμουν, για πρώτη φορά, πως κάτι πέρα από μένα είχε σημασία. Ο ανθρώπινος πόνος, ο διάχυτος και εκτενής, που καλύπτει σαν σκιάδι όλο το φάσμα της καθημερινής ζωής, καθώς τον προσπερνάμε αδιάφοροι. Ο πόνος μας που τον προσπερνούν αδιάφοροι. Πώς μπορούσα να είμαι ο ίδιος μέσα στον πόνο; Πώς μπορούσα να είμαι χθεσινός σε κάτι τόσο τωρινά παρόν; Η τύψη με δάγκωνε και με παγίδευε. Εγκλωβισμένος σε έναν χώρο αναγκαστικών συναισθημάτων, χωρίς έρμα στην καταιγίδα, χωρίς τρόπο αντίδρασης, ένιωθα και πάλι σιγά-σιγά τη ζωή μου να λιώνει, να σβήνει, να ρέει προς την άβυσσο. Κάπως έτσι είναι ο θάνατος, κι εγώ πέθαινα γιατί λυπόμουν που δεν μπορούσα να ζήσω, να πηδήξω εκεί έξω στη μεγάλη αρένα που παλεύουν οι μικροί άνθρωποι, να πιάσω το χέρι της ανιψιάς μου και να της πω «Μη! Φτάνει! Όχι άλλο. Δε σου αξίζει η δυστυχία. Γεννήθηκες για να χαρίζεις χαμόγελο και φως. Τι θα σε λυτρώσει από την τύψη του να μην εκπληρώσεις το σκοπό αυτό;»
Ανώφελο. Η κρυστάλλινη φυλακή, ψυχρή και αλύγιστη, δεν ράγισε στην πρόθεση μου. Είναι μαρτύριο να ζεις έναν πόνο που δεν μπορείς να βοηθήσεις. Ναι, πέθαινα και ήθελα να πεθάνω — αλλά πώς;
Πέρασε πάλι αρκετός καιρός έτσι. Είχα πάψει να προσέχω το έξω. Είχα πάψει να προσέχω μέσα. Μάλλον είχα πειστεί για τον δεύτερο αυτό θάνατο μου, και αυτό ήταν αρκούντως ισοδύναμο του θανάτου. Τίποτα δεν θα άλλαζε. Ο κόσμος θα με αγνοούσε, εγώ θα τον ξεχνούσα, και οι δύο θα βαδίζαμε σκυθρωποί στον αιώνα τον άπαντα. Τώρα πια όμως αναρωτιέμαι αν αυτό το σκοτάδι, το κενό, αυτή η πελώρια εσωτερική νύχτα, δεν είναι όμοια με τη νύχτα της μήτρας, αυτής της αρχικής αναισθησίας που κυοφορεί τη ζωή. Εικόνα του αρχέγονου, μήτρα του κόσμου και μήτρα της γυναίκας, ποια η διαφορά; Μήπως για να εμφανιστεί κάτι δεν πρέπει πρώτα να ανελκυστεί από το αδιαφοροποίητο μηδέν; Για να λάμψει, δεν πρέπει πρώτα να είναι σκοτεινό; Για να αποκτήσει μορφή και όνομα, δεν πρέπει να είναι άμορφο και αχαρακτήριστο;
Μια σταγόνα γάλα με αναγέννησε. Όπως εκείνη τη μέρα που με είχαν βγάλει από το κουτάκι και άρχισαν να φτιάχνουν το διαμαντένιο δαχτυλίδι, έτσι και τώρα ξύπνησα για δεύτερη φορά στη ζωή — μα τώρα νέος. Η Πέτρα είχε ξεχάσει τον πόνο της, είχε παντρευτεί, είχε γίνει μητέρα και θήλαζε το μωρό της. Χρόνια που εγώ προσπέρασα οιωνί νεκρός ανασταίνονταν τώρα, καθώς το δαχτυλίδι στο χέρι της που έσφιγγε τη θηλή για να δώσει γάλα στο νέο πλάσμα, βρεχόταν λίγο από αυτό το γάλα και από τη δύναμη του. Κάτι άρχιζε να με γαλουχεί. Μια ουσία που έβγαινε μέσα από το γάλα, μέσα από το στήθος, μέσα από την Πέτρα, μέσα από τη γυναίκα και ίσως μέσα από κάτι πιο βαθύ ακόμα. Γεννιόμουν ξανά στην ελπίδα, κάτι είχε αλλάξει. Η πρόθεση μου όμως ήταν αυτή που γέννησε ο πόνος, να μοιραστώ τον πόνο των άλλων. Όταν θα έβγαινα έξω στον κόσμο, όλα θα ‘ταν διαφορετικά. Δεν έλεγα πια αν θα έβγαινα. Ένιωθα τώρα νέος, φρέσκος. Αγαπούσα την Πέτρα σαν μητέρα. Χάιδευα το χέρι που με κουβαλούσε. Το φιλούσα κρυφά και ήλπιζα μια μέρα το φιλί μου να γίνει αληθινό και φανερό, να της έλεγα πώς είχα ζήσει και τι είχα μάθει κοντά της, και ξέρω πως θα με πίστευε, πως θα με κοιτούσε με κατανόηση, όπως κοιτά κάθε μάνα με κατανόηση το παιδί που διηγείται τα αλλόκοτα κατορθώματά του.
Ξέρετε τώρα τη σημασία των δύο από τις τρεις ροές για τις οποίες μίλησα αρχικά. Και, υποθέτω, καταλαβαίνετε τη σημασία της τρίτης. Ναι, το αίμα της με ελευθέρωσε, το αίμα πάντα ελευθερώνει.
Ήταν μια μέρα που ο μικρός γιος της κινδύνεψε να πέσει σε μια τζαμαρία. Η Πέτρα τον τράβηξε έγκαιρα, αλλά γλίστρησε και το ένα της χέρι καρφώθηκε στα τζάμια. Κόπηκε πολύ, αλλά όχι σοβαρά. Γέμισε αίματα, και το διαμάντι θόλωσε. Θόλωσε όχι απλά από το αίμα αλλά από το αίμα της αυτοθυσίας, το αίμα που χύνεται για να προστατέψει τον άλλον.
Κρύφτηκε το φως που έμπαινε από τις χιλιάδες παράθυρα, κι εγώ, που είχα παρακολουθήσει τη σκηνή και τα αισθήματα της, πάγωσα για μια ακόμα φορά από τον φόβο. Σιγά-σιγά όμως άρχισε να επανεμφανίζεται το φως, αλλά όχι στα παράθυρα του διαμαντιού μα στα μάτια ενός γέρου που είχε ζήσει χρόνια σε κώμα σε μια ιδιωτική κλινική και τώρα, ξύπνιος, χαμογελούσε περίεργα.