Περιληπτικός τίτλος: Μπαντούκ
Ημερομηνία καταγραφής: 30 Ιουλίου 2002
Στίγμα: 37.052437° N / 25.479698° E | Δαμαριώνας, Νάξος
Πληροφορητής: Κ*****
Εγώ,
σου’χω πει,
το '51 είχα πάει
στην Κορέα.
Ο Πλαστήρας
τότες ήθελενε
να μας εβάλει
στο ΝΑΤΟ
κιεγώ
όταν ήμπηκα δα φαντάρος
μ’ αρωτήξανε
στη στρατολογία,
αν θέλω να πάω
στην Κορέα.
Κιεγώ
ηπήα.
Απολύθηκα πριν μακελέψει
τον Μπελογιάννη
η εθνική συμφιλίωση.
⁂
Εκστρατευτικό σώμα
ΕΚ.Σ.Ε,
έχω
και μια
φωτογραφία
να σου δείξω.
Στάσου
να βάλω
τα γυαλιά.
⁂
Λέφτερος ήμουνε
τότε, παλικάρι,
σκέφτηκα
θα βγάλω λίγο χρήμα
που δεν είχαμενε
τίοτα,
θα φέρω και
πράματα
απ’ τη Κορέα
να πουλήσω
στο χωριό.
⁂
Τότε είχενε γυρίσει
ο πόλεμος
κι οι Αμερικανοί
τους είχανε
σπρώξει πάλι πίσω,
«την ερυθρά απειλή»,
έτσι το λέγανε.
Και ποιος
ήξερε τι
τότε.
⁂
Εμάς,
από την κλάση μου,
μας είχανε
στα μετόπισθεν.
Ήμουνε παρέα
με δυο πατριωτάκια
και τον Λη
που ’ταν
σαν ο διερμηνέας μας,
Μανό-λη
τον φωνάζαμε
οι Αξώτες.
Στ’αστεία πια,
πρώτοι!
⁂
Πεζικό εγώ,
τυφεκιοφόρος.
⁂
Ναι.
⁂
Εξοδούχος μια φορά τη βδομάδα,
πρι μας φορτώσουν
στην καναδέζα
μας δώναν
ένα σακούλι
με το κολατσιό
στο’να χέρι
κι ένα προφυλακτικό
στ’ άλλο.
Γελάς;
Αλήθεια στα λέω!
⁂
Ναι.
⁂
Εγώ λοιπό ήμουνε
στον εφοδιασμό,
στις προμήθειες.
Το στρατόπεδό μου
ήταν όξω
από την πρωτεύουσα,
μέσα σε κάτι λόφους.
Οι αποθήκες
ήταν χωσμένες
μέσα στο βουνό,
σκαμμένες,
ξέρεις.
Εκεί λοιπό,
στη Σ8,
απεναντινή
στο διοικητήριο,
λέγανε πολλοί σκοποί
ότι ακούνε
έναν βαρύ
αναστεναγμό.
Ήτυχε και πήγα κάποιες βραδιές.
Πράγματι τον
ήκουσα
κιεγώ.
⁂
Μια δόση
παίρνω βόρτα
το κτίριο
αυτό
τώρα
δεν ήτανε κτίριο
τολ ήτανε
που ήτανε μέσα
ο εφοδιασμός
και τον άκουγα
τον αναστεναγμό.
Γινότανε όμως αυτό
από τις δώδεκα
μέχρι τη μια.
⁂
Τον ακούγαμε αυτόν
τον αναστεναγμό τότε.
Δεν τον ακούγαμε
πρωινή ώρα.
⁂
Σε μια βάρδια μου,
λέω
Κώστα
προχώρα.
Δε
φοβούμουνε.
Ξεκλειδώνω και μπαίνω
μέσα στην αποθήκη.
Και που λες,
πλάι στις προμήθειες
ήταν ένας
άντρας
καθιστός,
με στολή κορεάτικη,
και κάπνιζε
στα σκοτεινά.
⁂
Λέω
φίλος είσαι
για εχθρός;
Και μου κάνει
ετσά
με τα χέρια ντου.
Ήσυχα,
να πούμενε.
Πάω
που λες, κοντά
και μου δείχνει
ένα μπουκάλι.
Εμύριζε του πιοτού.
Νο
του λέω εγώ.
Και μου δείχνει
το σκαμπό.
Ήκατσα το λοιπό
και μου δείχνει
τ’ άλλο σκαμπό
που ’χε πάνω
ένα ταμπλό
σαν κάναβο,
ξέρεις της ντάμας.
Και μου κάνει νόημα να παίξομε.
⁂
Σκοτάδι
μέσα
πίσσα,
μόνο το φως
που ’μπαινε
απ’ το στύλο
απέξω.
⁂
Και πάνω
στο ταμπλό,
μου ’δειξε δα ένα παιχνίδι
που το παίζανε εκεί,
αντίς για ντάμα.
Μιλιά τίοτα,
κιεκείνος
ήτονε στα σκοτεινά
όλην την ώρα.
⁂
Μα
μου τα ξήγησε
όμως
όλα.
Μαύρα κιάσπρα,
πάνω στον κάναβο,
και σκοπός ήτανε
να εγκλωβίσεις
τα πούλια τ’ αλλουνού,
να τα περικυκλώσεις
σαν να πούμενε,
τριγύρω.
Ο μαύρος
ξεκινούσε.
Μια ο ένας,
μια ο άλλος.
Έτσι.
Μια ο ένας,
μια ο άλλος.
⁂
Και πράγματι,
παίζαμε
ώρα κάμποση.
Εγώ τόνε ήφηνα
να με πιάνει
στο κέντρο
και έπαιζα
από
τις άκριες,
λάου λάου.
Σε κάτι τέτοια
ήμουνε πια
πρώτος.
Στο τέλος
του
τα
γύρισα
όλα.
⁂
Ναι.
⁂
Δεν είπενε
τίποτα,
μόνο
μου ’γνεψε
«γεια»
κι ήκανε
να σηκωθεί.
Του παραφύλαξα
εγώ.
⁂
Μπροβαίνει
λοιπό
κιείχε
πώς να στο πω
ένα πρόσωπο,
σαν ανθρώπινο,
αλλά δε μπορούσα
στο σκοτάδι
δε μπορούσα
να καθορίσω
κιακριβώς
κιήβγαλα
το φακό
που’χα στην τσέπη μου
να του ρίξω,
να δω.
Όμως το φως
απλώθηκε
κοντά μου.
Αυτός
συνέχισε
και
σαν πέρασε
δεξιά
προς την πόρτα,
με κοίταξε,
τόνιωσα δηλαδή
στα σκοτεινά.
Μα ήβλεπε
και μπροστά.
Πώς να στο πω,
ήταν σαν να’χε κιάλλο
πρόσωπο
στο
πλάι,
στόμα και ντόντια
και μάτια κανονικά.
Σαν να’χε
δυο πρόσωπα
απάνω
στο κεφάλι ντου.
Και μια στιγμή
μετά
τον ήχασα,
ανεφταόρατος,
ηχάθη.
⁂
Ήφυα,
να γυρίσω πίσω
στο θάλαμο.
⁂
Την άλλη μέρα,
πιάνω τον Μανόλη
του τα λέω
και μου λέει
«πάαινε από ήτου»
εμίλιε πια αυτός αξώτικα,
ότι τον κοροΐδευγα σα να λέμενε
και να φεύγω.
Μα καλέ μου
ήμπηκα
και ήταν άθρωπος εκεί
και παίξαμε
αυτό κιεκείνο.
Δε με πίστευε.
Μ’ αναγριεύτηκε κιόλας,
γιατί το παιχνίδι
υπάρχει
στην Κορέα
και το λένε,
«το παιχνίδι του πολέμου»,
το μπαντούκ.
⁂
Ο Μανόλης και τα πατριωτάκια
σκοτώθηκαν
μετά μια βδομάδα
σε επιχείρηση
εκκαθάρισης
στην Πουσάν.
Στριμώχτηκαν
σ’ ένα λαγκάδι
και τους αφάνισε
το πυροβολικό.
Δεν προλάβανε
ούτε το κύριελεησο.
Εγώ
δυο μήνες
μετά
απολύθηκα.
⁂
Ένα βράδυ,
πίσω στο χωριό πια,
πάαινα στο χωράφι
και βλέπω
απ’ την πόρτα
του νεκροταφείου
έναν σκύλο
μαύρο
να βγαίνει.
Μεγάλος,
ολόμαυρος
με δυο πήχες ουρά.
Προχωρούσα εγώ.
Ήμουνε πολυμένος
από στρατιώτης
και δε φοβόμουνε.
Ό,τι και να’βλεπα
δε φοβόμουνε.
⁂
Σαν έφτασα εκεί
όμως
η πόρτα του νεκροταφείου
ήτονε κλειστή.
⁂
Ο σκύλος πήρε κάτω
τον δρόμο
τώρα που ’χουνε
ανοίξει
και πηγαίνει
τ’ αμάξι.
Ήκανα να τον προλάβω,
μα ήκουσα
την πόρτα
ν’ ανοίγει
πάλι
κι εστράφηκα
να δω
τι είναι.
Δεν ήταν τίοτα.
⁂
Κυκλώθηκα
σα να λέμενε,
μ’ έπιασε,
το κατάλαβες;
⁂
Το επόμενο απόγευμα
δε θυμάμαι την εποχή,
ίσως τέτοιαν ώρα
μα να΄τανε χειμώνας
ήτανε πια
βράδυ
σκοτεινά
πέθανε
μια συγγενιά μας
η Κατίνα
που την είχε
παντρευτεί
ο Γιώργης.
⁂
Ήτανε
για να
γεννήσει
και
πέθανε.