Πράσινες σημαίες κυματίζουν

Πράσινες σημαίες κυματίζουν




Ο χάρτης της χώρας εμφανίζεται στη μέση της οθόνης. Η Ελλάδα έχει πρασινίσει. Μικρές μπλε πιτσιλιές εδώ και εκεί. Η μικρή κυβική τηλεόραση, πάνω σε μια ψηλή συρταριέρα στην σαλονοκουζίνα παίζει δυνατά.

«Κύριες και κύριοι, παρουσιάζουμε τα πρώτα exit polls» εκφωνεί η ξανθιά παρουσιάστρια που περιβάλλεται από κουστουμαρισμένους κυρίους με ακονισμένα βλέμματα.

Η γιαγιά μου καθισμένη στο ντιβάνι της χωμένη στην κούρμπα του στρώματος εκεί που κουλουριάζει τα βράδια, κοιτάει με μισόκλειστα μάτια την οθόνη. Χαμογελάει και τρίβει τα πρησμένα της γόνατα. Η μαμά και η θεία στην κουζίνα, αναμετρώνται με μια στοίβα άπλυτων πιάτων, ποτισμένων από την κόκκινη σάλτσα του κρέατος. Κάθε τόσο, ακούγονται διαδοχικοί αναστεναγμοί.
Το σπίτι μυρίζει κοκκινιστό, χλωρίνη και ναφθαλίνη.
Το ετοιμόρροπο πλυντήριο στο μπάνιο, μουγκρίζει, καθώς τα έχει βάλει με τις μπουγάδες δύο οικογενειών. Η μαμά δεν πρόλαβε να πλύνει τα ρούχα μας. Ταξιδέψαμε στα Γιάννενα από τη Θεσσαλονίκη εχθές τη νύχτα, μόλις ο μπαμπάς έλαβε το τηλεφώνημα για το ξαφνικό χειρουργείο του θείου μου.

«Πως και δεν ήρθε ο Μάκης;» ρωτά η μαμά τη θεία.
«Έμεινε στη Λάρισα με τη μάνα του» απαντά η θεία μου.

Τώρα είναι η γιαγιά που αναστενάζει.
Στο μικρό ξύλινο τραπέζι ―«των παιδιών»― απέναντι από το στρογγυλό τραπέζι των μεγάλων, έχει απλωθεί ένα ξεφτισμένο ταμπλό MONOPOLY. Επάνω σε όλες τις πλευρές του ορθώνονται απειλητικά οι ξενοδοχειακές μονάδες του μεγαλύτερου ξαδέρφου μου – χαιρέκακοι εισπράκτορες. Μονάχα στις μπλε περιοχές – Λεωφόρος Αμαλίας και Βασιλίσσης Σοφίας, έχει αρκεστεί στις ταπεινές πολυκατοικίες.
Υποψιάζομαι ότι η επέκταση του ξαδέρφου μου σχετίζεται με την ιδιότητα της αδερφής του ως Τράπεζα, αλλά δεν έχω αποδείξεις. Η μικρή μου αδερφή φαλίρισε στον προηγούμενο γύρο και τα περιουσιακά της στοιχεία ―ένα μπλε σπιτάκι στην οδό Επτανήσου― μεταβιβάστηκαν στον ξάδερφό μου, με αντάλλαγμα να μην μπει σε υποθήκη. Εδώ και δύο γύρους είναι στη φυλακή.
Η ένταση της τηλεόρασης διεκδικεί αυταρχικά την προσοχή μας. Ο μπαμπάς λέει ότι η ακοή της γιαγιάς έχει χαλάσει τα τελευταία χρόνια, η μαμά συμπληρώνει ότι μια χαρά ακούει όταν τη συμφέρει.

«Οι πολίτες θέλουν κάτι να αλλάξει. Και σήμερα το έδειξαν με το να εμπιστευτούν το ΠΑΣΟΚ» λέει ένας από τους κυρίους της οθόνης. Στο κάτω μέρος στριμωγμένα σε ένα μικρό κουτί πράσινοι καπνοί, πράσινες σημαίες και πράσινα βαμμένα πρόσωπα αλλοιωμένα από τους πανηγυρισμούς της νίκης. ΠΛΑΤΕΙΑ ΚΛΑΥΘΜΩΝΟΣΑΠΕΥΘΕΙΑΣ ΣΥΝΔΕΣΗ.
Οι πανηγυρισμοί ξεψυχούν με την επιστροφή του μπαμπά από το νοσοκομείο.

«Πώς είναι;» ακούγεται μια ενιαία φωνή. Στο δωμάτιο σαν να σταμάτησε να κυκλοφορεί αέρας.
«Είναι σταθερός. Ξύπνησε μετά το χειρουργείο και τον κατέστειλαν για να το κάνουν κάποιες εξετάσεις. Τον έχουν βάλει στη ΜΕΘ και – αν συνεχίσει έτσι – από αύριο μπορούμε να τον δούμε»
«Αχ το παιδάκι μου» ψιθυρίζει η γιαγιά και κάνει το σταυρό της. Υψώνει τα χέρια και μουρμουρίζει κάτι στο ταβάνι.

Μετά παίρνει το τηλεκοντρόλ και δυναμώνει ξανά.

«.. με αυτοδυναμία επανέρχεται στην εξουσία το ΠΑΣΟΚ. Η δεύτερη νίκη μετά τη ξεκάθαρη νίκη του στις ευρωεκλογές..» ακούγεται η φωνή της παρουσιάστριας.

Ο χάρτης μετατρέπεται σε πολύχρωμο ημικύκλιο. Πολύ πράσινο λίγο μπλε, ακόμη λιγότερο κόκκινο. Κάποιοι από τους κυρίους της τηλεόρασης χαμογελούν. Ο μπαμπάς δυσανασχετεί.

«Όλοι ΠΑΣΟΚ πήγαν και ψήφισαν; Έμεινε καθόλου φαγητό;» ρωτάει ο μπαμπάς.

Η μαμά του σερβίρει ένα πιάτο με κρέας και σάλτσα.

«Και τι να ψηφίσουν; Το ξέρεις ότι η Νέα Δημοκρατία ήθελε να μου κόψει τη σύνταξη; Αλλά όλοι αυτοί να τρώνε με χρυσά κουτάλια μέχρι να πεθάνουν» πετάγεται η γιαγιά.
«Και τώρα με αυτούς σωθήκαμε» λέει ο μπαμπάς και γελάει, αλλά δεν γελάει ακριβώς.
«Φυσικά και σωθήκαμε. Ο Αντρέας γέμισε το ψυγείο μας. Και φάγαμε και κρέας!» φωνάζει η γιαγιά από το ντιβάνι.
«Τώρα – όμως – άλλαξαν τα πράγματα» λέει ο μπαμπάς.
«Ποτέ δεν αλλάζει τίποτα. Πάντα άνθρωποι θα είμαστε» λέει η γιαγιά.

Νιώθω το χέρι του ξαδέρφου μου στο μπράτσο μου.
Επιστρέφω στον τετράγωνο κόσμο του ταμπλό. Με ένα χαρτονόμισμα και ένα σπίτι, η μοναδική λύση είναι κατευθείαν η αφετηρία. Οπουδήποτε αλλού σταθώ θα πρέπει να πληρώσω. Φυσάω το ζάρι στη χούφτα μου – είδα να το κάνει η μαμά μια φορά – και ρίχνω το ζάρι.
Δώδεκα βήματα. Ακριβώς στην αφετηρία. Η αδερφή μου πανηγυρίζει.
Είμαι καλός στο να δραπετεύω – μου το είχαν πει και κάτι συμμαθητές στο σχολείο όταν παίζαμε ψείρες. Τα πρόσωπα του ξαδέρφου και της Τράπεζας κρεμάνε. Το παιχνίδι παρατείνεται για έναν ακόμη γύρο.
Η ένταση της τηλεόρασης αυξάνεται.

«...και πιστεύω ότι μπορούμε να κάνουμε κάτι καλύτερο για τη χώρα από ό,τι έκαναν οι προηγούμενοι που δε νομίζω ότι θα έπρεπε να είναι και πολύ περήφανοι για τον εαυτό τους!» τονίζει κάθε λέξη του ένας από τους κυρίους.
«Μάνα αν είχες καλό το πόδι σου, έπρεπε να έρθεις σήμερα στο νοσοκομείο να δεις την κατάσταση. Τριτοκοσμική χώρα» λέει ο μπαμπάς.
«Θα τα φτιάξουν τα νοσοκομεία, το είπαν» κάνει ένα νεύμα η γιαγιά, που κοιτά τον κύριο της τηλεόρασης με ανοιχτό το στόμα.

Η θεία σκουπίζει ένα πιάτο που της έδωσε η μαμά. «Κουράστηκα με όλους αυτούς. Πολιτεύονται όλοι για τους λάθος λόγους. Μετανιώνω που δεν πήρα τα παιδιά να πάω στη Δανία τότε..».

«Θα μιλούσαμε δανέζικα, ακούς;» μου λέει ο ξάδερφός μου και δίνει το ζάρι.

Ρίχνω αποφασισμένα. Επτά. Καταλαβαίνω ότι είναι κακή ζαριά από τους πανηγυρισμούς του.

«Οδός Λιοσίων δύο ξενοδοχεία. Μου χρωστάς τριακόσια ευρώ. Επειδή δεν έχεις, μπορείς να μου πουλήσεις όλες τις κάρτες σου και πατσίσαμε» λέει ο ξάδερφός μου με μια ανάσα.
«Δεν είναι έτσι οι κανόνες» απαντώ.
«Ε τότε υποθήκη στο σπίτι τώρα !» φωνάζει η Τράπεζα.

Η ένταση της τηλεόρασης καλύπτει τώρα όλες τις άλλες φωνές.

«…γιατί ένας τόπος χωρίς ελπίδα, δεν έχει μέλλον!» φωνάζει ο κύριος.
«Καταστραφήκατε! Φυλακή και υποθήκη! Μαμά, νίκησα. Έχω ξενοδοχεία και τα περισσότερα λεφτά από όλους!» λέει ο ξάδερφός μου.

«Μπράβο αγάπη μου. Και εις ανώτερα» λέει η κατσουφιασμένη θεία που έχει καθίσει δίπλα στη γιαγιά.
«Σήμερα κερνάω εγώ στης Τούλας. Και ο Νικολάκης μου είναι καλά και βγήκε και το ΠΑΣΟΚ, δόξα τω Θεώ» σταυροκοπιέται η γιαγιά και κάνει να σηκωθεί με την μαγκούρα της από το ντιβάνι.

«Αυτή χώρισε τελικά;» ρωτάει η θεία.
«Άστα και βράστα - μη στα λέω. Ρεζιλίκια. Σέρνονται στα δικαστήρια για τα παιδιά. Kαι για την πιτσαρία » απαντά η γιαγιά.


Η πιτσαρία της κυρίας Τούλας πάνω στον πεζόδρομο, με το ξυλόφουρνο στη μέση του μαγαζιού, υπήρξε θεσμικά το σκηνικό των μεγαλύτερων οικογενειακών μας χαρών. Την τελευταία φορά που πήγαμε ήταν όταν ο ξάδερφός μου πήρε το Lower.
Καθόμαστε στο μοναδικό διαθέσιμο τραπέζι.
Στη γωνιακή τηλεόραση, ένας χαμογελαστός κύριος με μουστάκι και κόκκινη γραβάτα, υπερυψωμένος, περιβάλλεται από χιλιάδες παλλόμενα χέρια.

«Θρίαμβος του Γ. Παπανδρέου - Παραιτείται ο Κ. Καραμανλής». Ζωντανά από την Ιπποκράτους.
«Τούλα μου. Καθίσατε να τα βρείτε; Ο γάμος έχει ζόρια δεν χαλάμε έτσι τα σπίτια μας, κορίτσι μου …» λέει η γιαγιά όσο δέχεται καθιστή τα φιλιά της μεγαλόσωμης γυναίκας.

Η κυρία Τούλα παίρνει την παραγγελία μας μουρμουράει κάτι για πολλή δουλειά, εκλογές και πνίξιμο και φεύγει.
Πάνω στον πεζόδρομο γελαστές περαντζάδες φωνάζουν συνθήματα που αλληλομπλέκονται.

Οι μεγάλοι σηκώνουν τα ποτήρια τους.

«Στην υγειά του Νίκου !».

Για λίγο όλοι είναι χαρούμενοι. Ο ήχος του κινητού που χτυπάει ξεχωρίζει από τους υπόλοιπους ήχους.
Ο μπαμπάς το σηκώνει. Μετά από λίγο το πρόσωπό του αποκτά σκιές και γραμμές. Ψιθυρίζει, κλείνει το κινητό και μένει να κοιτάει τη μαμά στα μάτια.

«Από το νοσοκομείο. Τον ξύπνησαν αλλά έπαθε κρίση και τον κατέστειλαν ξανά. Είναι σοβαρά. Πρέπει να μεταφερθεί στην Αθήνα ή έστω, στη Θεσσαλονίκη. Το νοσοκομείο εδώ δεν έχει τα μέσα για να τον υποστηρίξει. Ψάχνουν τρόπο γρήγορης μεταφοράς, αλλά είναι βραδιά εκλογών..» λέει.

Η θεία θάβει πρόσωπό της στα χέρια της.
Σιωπή πνιγηρή – αλλόκοτη μέσα στις φωνές των άλλων.
Τότε, η γιαγιά ψελλίζει «το παιδί μου..», σαν να ψάχνει οξυγόνο. Πάει να σηκωθεί λες και κάτι προσπαθεί να φτάσει και πέφτει απότομα προς τα πίσω, πάνω στην κυρία Τούλα, που φέρνει χαμογελαστή τις πίτσες μας. Στο πέτρινο πάτωμα η γιαγιά που είναι πάνω στην κυρία Τούλα που είναι πάνω στις πίτσες. Όλοι σηκώνονται για να βοηθήσουν.
Εγώ σηκώνομαι και τρέχω προς το δρόμο.
Είμαι καλός στο να δραπετεύω.
Στο τέλος του πεζόδρομου πάνω στον κεντρικό δρόμο, συναντώ πολλά αμάξια. Στις οροφές τους πράσινες σημαίες κυματίζουν. Πράσινοι καπνοί βάφουν τον αέρα. Από τα μαγαζιά ρέουν μουσικές. Σε ένα κτήριο, έναν γιγάντιο γκριζωπό τοίχο, πολύ ψηλά έχουν καταλάβει ζωγραφισμένες κόκκινες λέξεις :

«ΔΕΝ ΣΑΣ ΕΜΠΙΣΤΕΥΟΜΑΣΤΕ ΠΛΕΟΝ!!!»

Σε κάθε γράμμα, λεπτές γραμμές μπογιάς τρέχουν προς τα κάτω. Μοιάζουν με αίμα που χύθηκε.
Στέκει πάνω από όλους, τεράστιο, αλλά κανείς δε το κοιτάει.
Να θυμηθώ να ρωτήσω μετά ποιους δεν εμπιστευόμαστε και γιατί.
Από κάτω, οι οδηγοί γκαζώνουν και σφυρίζουν. Βγάζουν τις μπουνιές τους έξω από τα παράθυρα και τις κρατούν υψωμένες κόντρα στον αέρα. Κάποιοι πατάνε παρατεταμένα κόρνες.
Πανηγυρίζουν για τη νίκη του κόμματος που θα μας σώσει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: