Ακήρυχτος πόλεμος

Ανάμνησις «Οικογενειακού θησαυρού», 1965
Ανάμνησις «Οικογενειακού θησαυρού», 1965






Το μεσημέρι του Μεγάλου Σαββάτου μαζευόταν η πιτσιρικαρία, καβαλούσαν ένα τρακτέρ και μάζευαν κλήματα απ' τον κάμπο. Τα στοίβαζανε στην αυλή της εκκλησίας σ' έναν μεγάλο σωρό και το βράδυ της Ανάστασης έκαιγαν τον Ιούδα. Άντε να έριχναν κανένα δυναμιτάκι κι από δω παν και οι άλλοι. Έλεγε ο παπάς το Χριστός Ανέστη, έπαιρναν οι χριστιανοί το Άγιο Φως και κινούσαν για τα σπίτια τους, άλλος για τη μαγειρίτσα, άλλος για το αρνάκι αυγολέμονο με τις αγκινάρες. Ωραία πράματα, νοικοκυρεμένα. Τώρα προστέθηκαν νέα ήθη, πυροτεχνήματα, κροτίδες λογής λογής και αναστατώνεται όλος ο ντουνιάς. Τα κακά πνεύματα όπου φύγει φύγει από τους κρότους και τις φωταψίες. Τα βοσκοτόπια αδειάζουν, άσε τα χαμένα μάτια, τα κομμένα χέρια, τα εγκαύματα! Κι από ψηλά ο Αναστημένος Κύριος να σταυροκοπιέται και να μονολογεί σαν να τον εξαπάτησαν: «Κρίμας τον κόπο μου, κρίμας τον κόπο μου!»
Την Κυριακή του Πάσχα, Θεού θέλοντος, συγγενείς και φίλοι μαζεύονται συνήθως στην αυλή. Φρουροί της παράδοσης, όλα γίνονται όπως πρέπει: τσουρέκια, λίγη μαγειρίτσα από το προηγούμενο βράδυ, ψητά ή σουβλιστό αρνί, γαρδούμπες, κοκορέτσια, τυριά, αλοιφές και πρασινάδα. Τι χρώμα να 'χει η γιορτή τους; Κόκκινο του πάθους και της αγάπης, όπως τα κόκκινα αυγά στη μέση του τραπεζιού, ή μπλε, πορτοκαλί, λευκό, κίτρινο;
Δεν υπάρχει ένα ενιαίο χρώμα, όλοι εκπέμπουν κι από ένα διαφορετικό. Η γιαγιά, η μαμά της οικοδέσποινας εκπέμπει ανοιχτό μπλε. Ήρεμη, κάθεται κάτω απ' την κρεβατίνα με μια ανοιχτή αγκαλιά και έναν καλό λόγο για όλους. Δίπλα της, η συμπεθέρα, η μητέρα του οικοδεσπότη. Κοιτάζει έναν έναν τους καλεσμένους με περιέργεια. Το βλέμμα της καρφωμένο στην κοπέλα του μεγάλου της εγγονού. Αν ήταν στο χέρι της θα την έδιωχνε. Βαθύ κόκκινο η αύρα της - ένταση, νεύρα, θυμός, ηγεσία, χαιρεκακία, οργή. Ο γιος της λαδώνει τον σουβλιστό οβελία, συγκεντρωμένος στο καθήκον, δύναμη, κύρος, σοβαρότητα . Σκούρο μπλε, θα είναι σίγουρα το χρώμα του.
Όλοι οι ομοτράπεζοι κουβαλούν κι απ' ένα χρώμα που διαχέεται στον χώρο και επηρεάζει τη διάθεση και την ευεξία των υπολοίπων. Ένας αχταρμάς εν ολίγοις.

Η συγκέντρωση γύρω από το πασχαλινό τραπέζι είναι για μερικούς σαν επισκεπτήριο φυλακής. Πρέπει να βρεθούν με την οικογένειά τους, να ανεχτούν παραφωνίες, κακή μουσική, υπονοούμενα και κριτική για τη ζωή τους. Ψάχνουν από μέρες μια δικαιολογία για να λείψουν, μα στο τέλος υποκύπτουν στο όνομα της παράδοσης και των Άγιων ημερών. Το κόκκινο χρώμα της Ανάστασης, που συμβολίζει το Πάθος, τη Νίκη του Σωτήρα κατά του Θανάτου, την Ελπίδα για μια ήρεμη ζωή, μεταλλάσσεται σε έντονο κίτρινο χρώμα. Η συμπεθέρα, η μητέρα του οικοδεσπότη, μετά από λίγο, δεν κρατά πια τα προσχήματα. Απευθύνεται στη μέλλουσα εγγονή της και την αποκαλεί με παρρησία ξενομπάτισσα, πως τύλιξε τον εγγονό της με μαγιολίκια. Ο εγγονός θυμώνει κι ο ψήστης παρεμβαίνει να υπερασπιστεί τη μητέρα του, πως έχει τάχα το ακαταλόγιστο λόγω γεροντικής άνοιας. Το αρνί γυρίζει μόνο του, η οικοδέσποινα από τη σύγχυση γλιστρά και χτυπά το κεφάλι της, μερικοί χορεύουν, στη διαπασών: «Μπήκαν τα γίδια στο μαντρί». Έπονται σειρήνες ασθενοφόρου, μυρωδιά καμένου κρέατος, υστερικές φωνές από την καλοκάγαθη, τέως ήρεμη γιαγιά κι από ψηλά ο αναστημένος Κύριος: «Κρίμας τον κόπο μου, κρίμας τον κόπο μου».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: