Γη μοιρόγραφτη, πάνε εκατό χρόνια.
Πώς τη δαρμένη κράτησες Ελλάδα
στο λιγισμένο το κορμί σου απάνου.
Κωστής Παλαμάς, «Η δόξα στο Μισολόγγι», 1926
Κι ως ήταν μαζεμένοι όλοι,
αρχές και λαϊκοί φορώντας τα καλά τους,
με τα λιβάνια και τα φλάμπουρα στον «Κήπο των Ηρώων»,
ήχησε η σάλπιγγα, ενός λεπτού σιγή, στη μνήμη των πεσόντων.
Κι όλοι κι όλα σώπασαν,
εκτός απ τον μαΐστρο τον γλυκό, της λιμνοθάλασσας το φίλημα που φέρνει
και τ’ άηχα σκιρτήματα της φύσης με τον έρωτα,
ίδια ο χορός γαλάζιας πεταλούδας,
που παίζει με τον ίσκιο της στης λίμνης τα νερά.
Τ’ Απρίλη οι δωρεές, όσα χρόνια κι αν περάσουν, δεν αλλάζουν,
και τώρα όπως και τότε, διακόσια χρόνια πριν, ίδιες είναι.
Η φύση πάντα λέει μιαν αλήθεια,
δεν έχει ανάγκη λέξεις να τη μεσιτεύουν.
Και είναι αυτές οι προσφορές, οι μόνοι αυτόπτες μάρτυρες
που δε μπορούν, δε γίνεται, ψέματα να πούνε.
Ως δόθηκε το παράγγελμα της σιγής, άστραψε ο τόπος και φοβερή βροντή,
σαν του Καψάλη τον δαυλό στο μαύρο το μπαρούτι, και πιο μεγάλη ακόμα
και τραντάχτηκε το σύμπαν,
«κι
η γη έτρεμε από κάτου από τα πόδια» και σκοτείνιασε,
«κι
όλων ταράχτηκαν τα σωθικά κι έλεγαν πως ήρθε η ώρα να
ξεψυχήσουν»,
και δεν ήξεραν αν είναι συνέργεια δυνάμεων ή ανθρώπου λάθος.
Κι όλοι έστεκαν ενεοί , ακίνητοι, μαρμαρωμένοι,
κι έμοιαζε ο τόπος μ’ έκθεση ανθρώπινων ομοιωμάτων,
ενώ της Άνοιξης οι λευκές πεταλούδες,
ταραγμένες κι αυτές, στη σιωπή των αγαλμάτων μετάγγιζαν ψυχές.
Οι θρυλικές μορφές της «Εξόδου»,
που ‘ταν διακόσια χρόνια στη σκλαβιά στο κρύο του μαρμάρου,
πήραν ζωή, το άψυχο ράγισαν, κι από τα βάθρα ξεπεζέψαν.
Και δεν υπήρχε πέτρα σκανδάλου,
αφού αθάνατος είναι αυτός που πάει για την πατρίδα.
Πέρα απ’ τον χρόνο και την ιστορία η Έξοδος,
μοιάζει με χνάρι θεού πάνω στη γη.
Αυτοί οι αθάνατοι, εξώκοσμου βιώματος ανθός,
γεννήματα ανείπωτης θυσίας,
σε μιαν αναλαμπή, διάβηκαν την κερκόπορτα της δόξας,
και στη ρωγμή του χρόνου
―καθώς τ’ αγάλματα ζωντάνεψαν κι άνθρωποι μαρμαρώσαν―
μετά το πριν, πριν το μετά, κατά το ανάμεσό τους,
είδαν αλλιώς τον μύθο και τον βυθό των λέξεων,
κάνοντας το πλήθος των συγκεντρωμένων να καθηλωθεί ,
όχι μόνο απ’ την έκπληξη του θαύματος,
αλλά και από τον φόβο της κρίσης.
Και τότε, λες κι ήταν η ανάσα των προγόνων,
ψίθυρος βραχνός απλώθηκε στον κήπο, σαν τραγωδίας χορικό:
―Πυρσού η φλόγα που δεν άναψες, ιδίως ευθύνες αν κρατάς,
σου καίει τα δάχτυλα,
αν δεν μπορείς, το αξίωμα του Χρέους και της Θυσίας να σηκώσεις.
Και ακούστηκε φωνή:
Σωπάστε, ο Φρούραρχος, ο Θανάσης ο λεβέντης μας,
και κάποιοι σιγοσφύριξαν:
«Παιδιά μ’ δεν λείπει ο Κότσικας, δεν λείπει ο Αρχηγός μας».
Κι έπεσε σιωπή:
―Ακούτε αδέρφια, εμείς αποφασίσαμε να πάμε
«εκείθε με τους αδερφούς εδώθε με το χάρο».
Και το χρέος μας το πράξαμε στα γεμάτα.
Κι όλοι λέν ότι κάναμε κάτι αδευτέρωτο.
Και χορτάσαμε δόξα και τιμές, ολούθε.
Μα εμείς δεν θυσιαστήκαμε να δοξαστούμε.
Αυτά τα πράξαμε με λογισμό και μ’ όνειρο
για την ελευθερία, την πατρίδα, την πίστη και το γένος.
Όμως τώρα ανησυχούμε και κάποτε γανιάζουμε με διάφορα που βλέπουμε.
Ο τόπος μαραίνεται, οι νοματαίοι λιγοστεύουν,
πολλοί είναι στο εγώ και όχι στο εμείς.
Κι εσείς κοιτάξτε να κόψτε δρόμο και να δέστε χρόνο.
Αλλάζουνε πολλά και θα πιλαλάτε πίσω απ τα γεγονότα και τον καιρό,
και δεν θα φτάνετε αδερφοί…
Δεν απόσωσε τα λόγια του και ήχησε η σάλπιγγα
που σήμανε το τέλος της σιγής.
Πολλοί ύψωσαν τα βλέμματα στον ουρανό,
κι εκεί, πάνω απ΄ τον «Κήπο των Ηρώων» ένα σμήνος φλαμίνγκο,
που άργησε στου γυρισμού το μακρινό ταξίδι,
έβαφε κόκκινο, ροζ, πορτοκαλί, τον ουρανό τ’ Απρίλη.
Αυτά τα αέναα χρώματα των δειλινών της Αιτωλίας.