Το ανάκλιντρο

«Η νεαρή γυναίκα ποζάρει ημικλινής επί ανακλίντρου»
«Η νεαρή γυναίκα ποζάρει ημικλινής επί ανακλίντρου»



ανάκλιντρο το [anáklindro]: μακρόστενο κάθισμα με ράχη, όπου μπορεί κάποιος να ξαπλώσει: Aρχαίο ελληνικό. Στα συμπόσια, κατά την αρχαιότητα, οι συνδαιτυμόνες ήταν ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα.ΠΥΛΗ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ



Το ανάκλιντρο είναι ένα έπιπλο της αρχαιότητας που από την Μέση Ανατολή ήλθε στην Ελλάδα του 7ου αιώνα, πέρασε στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία και αργότερα στον κόσμο του Βυζαντίου μέχρι τις αρχές του 7ου αιώνα μ.Χ. Αναβίωσε στα τέλη του 18ου αιώνα στην Γαλλία.
Ο Αθήναιος στους «Δειπνοσοφιστές» αναφέρει ότι στον Όμηρο οι ήρωες κάθονταν στα συμπόσια και δεν ξάπλωναν:

«καθέζονται δ᾽ ἐν τοῖς συνδείπνοις οἱ ἥρωες, οὐ κατακέκλινται.»
(Δειπνοσοφισταὶ Α, 31)

Επομένως μπορούμε να υποθέσουμε ότι το ανάκλιντρο και η στάση της κατακλίσεως κατά τη διάρκεια του δείπνου και του συμποσίου υιοθετήθηκαν στην αρχαία Ελλάδα μετά την εποχή του Ομήρου, δηλαδή μετά τον 8ο π.Χ. αιώνα.

Από που ξεκίνησε το ανάκλιντρο;
Σε ανάγλυφη παράσταση1 σε τοίχο, που ανάγεται στο 645-635 π.Χ. και ανήκει στη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου στο Λονδίνο με κωδικό 124920, ο βασιλιάς της Ασσυρίας Ασουρμπανιπάλ γευματίζει και πίνει στον κήπο του Βόρειου Παλατιού στην πρωτεύουσα Νινευή, ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο, κάτω από τις κληματαριές. Η βασίλισσα γυναίκα του κάθεται αντικρυστά απέναντι του.
Η Ασσυρία, περιοχή που σήμερα ανήκει στο Ιράκ, ήταν αρχαία χώρα (Βασίλειο της Μεσοποταμίας) στην κοιλάδα του Τίγρη η οποία έλαβε την ονομασία της από την αρχική πόλη-κράτος Ασσούρ, που έφερε το όνομα του ομώνυμου θεού. Το Ασσυριακό κράτος απετέλεσε αυτοκρατορία της οποίας η μεγαλύτερη ακμή προσδιορίζεται μεταξύ του 9ου και 7ου αιώνα π.Χ. Καταλύθηκε οριστικά το 612 π.Χ.
Μπορούμε λοιπόν να πούμε με βεβαιότητα ότι το ανάκλιντρο χρησιμοποιούνταν στη Μέση Ανατολή τον 7ο αιώνα. Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα και τις αποικίες των Ελλήνων και περιελήφθη στις απεικονίσεις και τα κείμενα των Ελλήνων.
Στο εσωτερικό ενός Αττικού ερυθρόμορφου κυπέλλου, που ανήκει στη συλλογή του Βρετανικού Μουσείου, έχει κωδικό 1848,0619.7, και ανάγεται στο 500 π.Χ., απεικονίζονται ένας συμποσιαστής και μία χορεύτρια. Ο νέος είναι ξαπλωμένος σε ένα μεγάλο γραμμωτό μαξιλάρι επί ανακλίντρου, στα αριστερά. Το όνομα του είναι ΦΙΛΙΠΠΟΣ. Μπροστά του χορεύει μια νέα γυναίκα, η ΚΑΛΛΙΣΤΩ. Στα δεξιά φαίνεται η άκρη ενός τραπεζιού με τρία πόδια, πάνω στο οποίο βρίσκεται ένας σκύφος (ευρύστομο κύπελλο με δύο λαβές – δίωτον) και τέσσερα στεφάνια. Η στεφανηφορία αποτελούσε μία σημαντική παράμετρο του συμποσίου. Οι συμμετέχοντες εφοδιάζονταν με άνθινα στεφάνια που καθυστερούσαν την εκδήλωση της μέθης και τους προστάτευαν από τους πονοκεφάλους που προκαλεί η οινοποσία.
Στο Συμπόσιο του Πλάτωνα που διαδραματίζεται το 416 π.Χ., ο οικοδεσπότης τραγικός ποιητής Αγάθων κάλεσε στο σπίτι του φίλους του για να γιορτάσει. Υποδέχτηκε τον Αριστόδημο και τον κάλεσε να ξαπλώσει δίπλα στον Ερυξίμαχο (παρ’ Ἐρυξίμαχον κατακλίνου, 175a). Όταν προσήλθε ο Σωκράτης, ξάπλωσε και αυτός στο ανάκλιντρο και δείπνησε, όπως και οι άλλοι (κατακλινέντος τοῦ Σωκράτους καὶ δειπνήσαντος, 176a).
Στην αετωματική απόληξη της βοιωτικής επιτύμβιας στήλης του Σαυγένους (αρχές του 4ου π.Χ. αιώνα), που βρίσκεται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Θηβών, απεικονίζεται μικρογραφική σκηνή συμποσίου, με τον αφηρωισμένο νεκρό σε ανάκλιντρο, και τον φαντάζεται κανείς να υψώνει το δεξί χέρι που κρατούσε το ρυτό (δοχείο για πόσιμα υγρά ή χοές κατά τη διάρκεια σχετικών τελετουργιών) στο κέντρο και γύρω του άλλους συντρόφους και γυναικείες μορφές, που πιθανόν έπαιζαν μουσική.2
Το ανάκλιντρο ήταν συνήθως ήταν κατασκευασμένο εξ ολοκλήρου από ξύλο, κάποιες φορές όμως διέθετε πόδια από μπρούντζο που αναπαριστούσαν πόδια ζώου. Κάτω από το ανάκλιντρο συνήθως τοποθετούσαν ένα χαμηλό τραπέζι που είχε τρία πόδια. Οι αρχαίοι Έλληνες τοποθετούσαν ένα στρώμα και μαξιλάρια πάνω στην σκληρή επιφάνεια του ανάκλιντρου, ντυμένα με βαμμένο ύφασμα. Τα υφάσματα που βάφονταν με γνήσια πορφύρα, και όχι με χρώματα που προέρχονταν από φυτά, ήταν περιζήτητα στην Αρχαιότητα και αποτελούσαν σύμβολο κύρους των ανώτερων κοινωνικών τάξεων, των βασιλέων και των αυτοκρατόρων. Ο Ρωμαίος αυτοκράτορας Νέρων διέταξε ότι μόνο η αριστοκρατική τάξη θα μπορούσε να ντύνεται με μοβ, μια παράδοση που ευδοκίμησε για πολύ περισσότερο από όσο διήρκησε η ζωή του. Η ιδιότητα της πορφύρας να είναι ανεξίτηλη είναι αυτό που την κάνει τόσο εξαιρετική κι ασυνήθιστη. Ο Πλούταρχος περιγράφει πώς ο Μέγας Αλέξανδρος μπόρεσε να ανακτήσει από τους Πέρσες υφάσματα, τα οποία είχαν βαφτεί μωβ 190 χρόνια νωρίτερα στην Ελλάδα.
Οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν την λέξη πορφύρα για να περιγράψουν το μοβ χρώμα, έχοντας δανειστεί τον όρο από μια παλαιότερη σημιτική λέξη που χρησιμοποιούσαν οι Φοίνικες για να αναφερθούν σε συγκεκριμένα μαλάκια του είδους Purpura Murex. Τα μαλάκια αυτά ήταν η πηγή για την σπάνια κι ακριβή χρωστική πορφύρα (Tyrian purple) που προσέδιδε στις υφαντικές ύλες ένα έντονο μωβ χρώμα. Απαιτούνταν περίπου δέκα χιλιάδες τέτοια μαλάκια, ώστε να παραχθεί μόλις ένα γραμμάριο της πολύτιμης χρωστικής, γεγονός που σημαίνει ότι η χρωστική αυτή άξιζε περισσότερο από το βάρος της σε χρυσό.
Στη συνοικία του Σεβαστείου στην αρχαία πόλη της Ερέτριας βρέθηκαν βαφεία πορφύρας, τα οποία ήταν φημισμένα.3 Σε γειτονικά δωμάτια των εγκαταστάσεων, ανακαλύφθηκαν μεγάλες ποσότητες οστρέων πορφύρας (murex), ολόκληρα ή σπασμένα. Οι Ερετριείς εξήγαν τα βαμμένα με πορφύρα υφάσματα σε όλη τη Μεσόγειο.
Στα εύπορα σπίτια της ύστερης κλασσικής και πρώιμης ελληνιστικής περιόδου οι άνδρες δειπνούσαν στον ανδρώνα ή ανδρωνίτη που βρισκόταν κοντά στην είσοδο, όπως στο Σπίτι των Μωσαϊκών στην Ερέτρια (αρχές του 4ου αιώνα π.Χ.), σε σπίτια της Ολύνθου, της Πέλλας και της Βεργίνας. Το τυπικό ορθογώνιο σχεδόν τετράγωνο δωμάτιο χωρούσε από επτά έως έντεκα ανάκλιντρα, μήκους από 1.70 έως 1.90 μέτρα, διατεταγμένα σε ημικύκλιο, με ένα τραπέζι μπροστά στο καθένα. Σε κάθε ανάκλιντρο κάθονταν ένας ή δύο καλεσμένοι. Στα εύπορα σπίτια το δάπεδο του ανδρώνα ήταν διακοσμημένο με ψηφιδωτό, όπως ήταν και ο προθάλαμος ή/και το κατώφλι. Το θέμα του ψηφιδωτού ήταν συνήθως παρμένο από τη μυθολογία. Στο μεγάλο μωσαϊκό που βρέθηκε στο δάπεδο του ανδρώνα στο Σπίτι των Μωσαϊκών στην Ερέτρια, το θέμα είναι οι μάχες των Αριμασπών με τους Γύπες, και των Λεόντων με τα Άλογα.
Ο Αθήναιος μας δίνει ένα στοιχείο των εθίμων στη ζωή του Μακεδονικού βασιλείου που σχετίζεται με την χρήση του ανακλίντρου στα συμπόσια. Όπως προκύπτει από άγραφο νόμο της μακεδονικής κοινωνίας, κάποιος που δεν είχε καταφέρει να θανατώσει κάπρο σε κυνήγι δίχως δίχτυ, δεν μπορούσε να συμμετέχει ανακεκλιμένος σε ένα συμπόσιο.

«Ἡγήσανδρος δέ φησιν οὐδὲ ἔθος εἶναι ἐν Μακεδονίᾳ κατακλίνεσθαί τινα ἐν δείπνῳ, εἰ μή τις ἔξω λίνων ὗν κεντήσειεν: ἕως δὲ τότε καθήμενοι ἐδείπνουν.»
(Δειπνοσοφισταὶ Α, 31)

Στην ελληνιστική περίοδο ο χώρος του δείπνου και του συμποσίου αλλάζει. Παύει να είναι στην άκρη της κύριας κατοικίας, και γίνεται ένας μακρόστενος χώρος στον οποίο μπορεί να δειπνήσει μια παρέα, αλλά μπορεί επίσης να χρησιμοποιηθεί και για άλλες κοινωνικές συνευρέσεις στο σπίτι. Παραδείγματα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής υπάρχουν στη Δήλο.
Η επόμενη στάση στη διαδρομή του ανάκλιντρου είναι η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Εκεί η πιο διαδεδομένη διάταξη των ανακλίντρων είναι το τρικλίνιο (triclinium). Τρία ανάκλιντρα που το καθένα μπορεί να φιλοξενήσει τρείς συνδαιτημόνες είναι σε διάταξη ημικυκλίου, με ένα κοινό τραπέζι προσβάσιμο από όλους στο κέντρο. Τα δωμάτια με τα τρικλίνια είχαν συνήθως επιφάνεια 6 επί 4 μέτρα. Στην Πομπηία υπήρχαν και ανοικτές τραπεζαρίες, με τα τρικλίνια τοποθετημένα στον κήπο της κατοικίας.
Από τον 2ο αιώνα μ.Χ. το στιβάδιο (stibadium), που είναι ένας ημικυκλικός καναπές που χωράει 12 άτομα γίνεται το πιο διαδεδομένο έπιπλο τραπεζαρίας στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Τοποθετούνταν στο τρίκλινο, που ήταν χώρος υποδοχής ή/και τραπεζαρία των ρωμαϊκών, και αργότερα των βυζαντινών, επαύλεων και ανακτόρων. H κάτοψη του χώρου ήταν ορθογώνια και στη μία στενή πλευρά σχηματιζόταν τουλάχιστον μία αψίδα. Tον τοίχο της αψίδας έτρεχε το στιβάδιο, ενώ μπροστά του ήταν τοποθετημένο ένα ημικυκλικό τραπέζι, το σίγμα.
Οι αριστοκράτες μέχρι το τέλος της πρωτοβυζαντινής εποχής,4 έτρωγαν ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα, κατά την ελληνορωμαϊκή συνήθεια , ταυτισμένη με την αριστοκρατική τάξη. Το ίδιο έκαναν και οι επίσκοποι, που δειπνούσαν αρχαιοπρεπώς ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα.
Ο Ευσέβιος Καισαρείας5 στον βίο του Μεγάλου Κωνσταντίνου αναφέρει ότι οι επίσκοποι δείπνησαν με τον αυτοκράτορα ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα («οι μεν αυτώ [τω βασιλεί] συνανεκλίνοντο, οι δ' αμφί τας εξ εκατέρων προσανεπαύοντο κλινάδας»).6 Σύμφωνα με τον Βίο του άγιου Θεογνη, επισκόπου Βιτυλίου της Παλαιστίνης, όταν ο επίσκοπος επισκέφτηκε το διοικητή της επαρχίας, για να συζητήσει μαζί του κάποια θέματα της Εκκλησίας, γευμάτισε μαζί του ξαπλωμένος σε ανάκλιντρο («κατακλίνονται, ἐκεῖνος ἐπ’ ἐκεῖνο τὰ κέρας, καὶ οὗτος ἐπὶ τοῦτο τὸ κέρας τῆς στιβάδος, καὶ τροφῆς μετελάμβανον»). Αυτή η συνήθεια εξέλιπε μετά τον 60 μ.Χ. αιώνα. Αργότερα, ο Αρέθας Καισαρείας αναφέρει ότι οι Βυζαντινοί είχαν παύσει να γευματίζουν ξαπλωμένοι σε ανάκλιντρα, ενώ η παράδοση διατηρήθηκε μόνο στο παλάτι και μάλιστα σε επίσημα γεύματα.
Όμως το ανάκλιντρο δεν εξαφανίστηκε για πάντα μετά τον 7ο μ.Χ. αιώνα. Αναβιώνει στη Γαλλία στα τέλη του 18ου αιώνα.
Ένα πολύ-λειτουργικό έπιπλο, παρόμοιο με το ανάκλιντρο, και το όνομα «Lit de repos» ανασχεδιάζεται και ανακατασκευάζεται στη Γαλλία την εποχή του Διευθυντηρίου (Directoire, 1795-1799) για χρήση επιφανών πολιτών. Ήταν κρεβάτι για κατάκλιση στην διάρκεια της ημέρας, ή καναπές. Ο Γάλλος ζωγράφος Ζακ Λουί Νταβίντ (Jacques-Louis David) ζωγράφισε το 1800 το ημιτελές πορτέτο της κυρίας Ζιλιέτ Ρεκαμιέ (Juliette Récamier), που τότε ήταν 23 ετών. Η νεαρή γυναίκα ποζάρει ημικλινής επί ανακλίντρου. Ο ζωγράφος υπερασπίστηκε το ημιτελές της ζωγραφιάς, λέγοντας στην κυρία Ρεκαμιέ ότι «όπως οι γυναίκες έχουν τις ιδιοτροπίες τους, έτσι έχουν και οι καλλιτέχνες. Αφήστε με να ικανοποιήσω κι εγώ τη δικιά μου. Θα αφήσω το πορτρέτο όπως είναι (ημιτελές).» Το πορτραίτο βρίσκεται στο Μουσείο του Λούβρου στο Παρίσι με κωδικό «INV 3708».
Στο Λούβρο ανήκει και ένα ανάκλιντρο από το δωμάτιο αναψυχής της κυρίας Ρεκαμιέ, που φτιάχτηκε γύρω στα 1800 από τους αδελφούς Γιακόμπ, με κωδικό «OA 11384» και σκελετό φτιαγμένο από ξύλο καρυδιάς. Έχει πολλά αρχαιοπρεπή στοιχεία, όπως οι δύο πατιναρισμένες κεφαλές λεόντων Μοιάζει με εκείνο στο οποίο έβαλε ο ζωγράφος Νταβίντ να ποζάρει την κυρία Ρεκαμιέ. Λέγεται δε ότι το κατασκεύασε ο ίδιος.


1. Judith Pike, «Brillat-Savarin’s Occidentalizing of the Oriental Origins of French Cuisine», The French Review, τόμ. 84, τχ. 5, Aπρίλιος 2011
2. Άννα Παντή. Ο Μακεδονικός Tάφος στην Αγία Παρασκευή. Μία νέα προσέγγιση. ΘΕΡΜΗ ἡ ἐν τῷ Θερμαίῳ κόλπῳ οἰκημένη, Θεσσαλονίκη 2023.
3. Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα, Ερέτρια: Οδηγός της αρχαίας πόλης, Εκδόσεις Infolio 2004.
4. Καλύπτει την περίοδο από το 330 μ.Χ. (ίδρυση της Κωνσταντινούπολης) έως το 610 μ.Χ. (τέλος της βασιλείας του Ιουστινιανού), σηματοδοτώντας τη διαμόρφωση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
5. Ο Ευσέβιος ο Καισαρείας, υπήρξε επίσκοπος στην Καισάρεια της Παλαιστίνης, ιστορικός και εξηγητής. Αναφέρεται ως ο Πατέρας της εκκλησιαστικής ιστορίας λόγω του έργου του, της καταγραφής της ιστορίας στις απαρχές της χριστιανικής Εκκλησίας. Έγραψε το βίο του Μεγάλου Κωνσταντίνου το De vita Constantini. 6. Ελένη Γ. Σαράντη, καθηγήτρια Πανεπιστημίου Πατρών. Από την καθημερινότητα του πρωτοβυζαντινού αριστοκράτη.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: