Ήταν μια γυναίκα μόνη σ’ έναν κόσμο που είχε σωπάσει. Η γη γύρω της ήταν γκρίζα και νεκρή. Τα δέντρα είχαν γίνει σκιές και τα ποτάμια δεν κυλούσαν πια. Μονάχα ο ουρανός έμενε, άδειος σαν ξεχασμένο βλέμμα.
Η γυναίκα περπατούσε με ένα μεγάλο ασημένιο κουτάλι. Δεν θυμόταν γιατί το κρατούσε, μόνο πως ήταν δικό της από πάντα. Κάθε νύχτα, το κουτάλι λαμποκοπούσε ελάχιστα, σαν να συγκέντρωνε μέσα του κάτι αόρατο.
Μια μέρα, μέσα στην απέραντη ερημιά, είδε ένα αυγό, τόσο μεγάλο όσο κι εκείνη, ακουμπισμένο πάνω σ’ ένα κύπελλο από γυαλισμένο μέταλλο. Πλησίασε και αφουγκράστηκε. Το αυγό ανέπνεε. Κάθε τόσο, μια απαλή δόνηση περνούσε πάνω του, σαν χτύπος καρδιάς. Η γυναίκα κοίταξε γύρω. Δεν υπήρχε πουλί, ούτε πλάσμα που να το είχε γεννήσει. Και τότε ένιωσε μια γνώριμη θαλπωρή, σαν να το είχε γεννήσει η ίδια.
Έβαλε το κουτάλι πάνω στο τσόφλι και άρχισε να το χτυπά απαλά. Μια μικρή ρωγμή εμφανίστηκε, και από μέσα της ξέφυγε μια λάμψη χρυσή. Χτύπησε ξανά. Το αυγό άνοιξε, κι ένα αχνό φως ξεχύθηκε σαν ανάσα. Από μέσα του αναδύθηκε μια καμπύλη σελήνη, και γύρω της άρχισαν να στριφογυρίζουν όλοι οι αστερισμοί. Οι αστερισμοί απλώθηκαν πάνω της σαν πέπλο, και η σελήνη στάθηκε στο μέτωπό της.
Τότε, η γη γύρω της άρχισε να πρασινίζει, σιγά, διστακτικά, σαν να αναγνώριζε ξανά τον σκοπό της. Η γυναίκα χαμογέλασε. Στο φως της νέας σελήνης, το ασημένιο κουτάλι της έλαμπε. Είχε πολλή δουλειά μπροστά της. Ξεχώρισε τη μικρή άρκτο, βρήκε τον πολικό αστέρα και ξεκίνησε για τον Βορρά.
Το αυγό του ουρανού