Ο φίλος μου Βίκτορ Χούζε

Θεατρική διασκευή του ομώνυμου διηγήματος του Νίκου Χάγερ-Μπουφίδη
Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950) επί σκηνής...
Ο Ν. Χάγερ-Μπουφίδης (1899-1950) επί σκηνής...

Π   Ρ   Ο   Σ   Ω   Π   Α
______________________

Χ. ― ΒΙΚΤΟΡ ― ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ ― ΚΥΡΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ ― ΜΑΓΔΑ, κόρη τους ― ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ, κόρη τους― ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ  ― ΕΡΜΙΟΝΗ, σύζυγός του ― ΛΕΛΑ, κόρη τους ― ΨΑΛΤΗΣ ― ΥΠΑΤΙΑ ― ΦΡΟΣΩ, υπηρέτρια ― ΚΩΣΤΗΣ, φαντάρος ― ΠΑΛΙΑΤΖΗΣ ― ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ 1 ― ΓΕΙΤΟΝΙΣΣΑ 2 ―ΓΙΑΤΡΟΣ


1926. Αθήνα. Επί Παγκάλου. Ο ―αρχικά ανώνυμος― κύριος ρόλος (Χάρης) αφηγείται την ιστορία της σύντομης φιλίας του με έναν εκκεντρικό τύπο (Βίκτορ Χούζε) και πὠς ψυχράθηκαν οι σχέσεις τους, με αφορμή τη συμπεριφορά του τελευταίου σε μια φιλική συναναστροφή, στο σπίτι του Συνταγματάρχη, όπου η παρουσία της μικρής του κόρης, της Μαργαρίτας, έπαιξε καταλυτικό ρόλο.Στην ουσία πρόκειται για έναν δραματικό εσωτερικό μονόλογο, καθώς στο τέλος μαντεύουμε ότι μάλλον δεν υπήρξε ποτέ Βίκτορ, μα ήταν το, ψυχολογικά αντίθετο, alter ego του Χάρη. Το βάρος πέφτει στον κεντρικό ήρωα, με τη διττή παρουσία του Χάρη ως προσώπου και αφηγητή, γι΄ αυτό οι υπόλοιπες φιγούρες (αστοί στο σαλόνι του Συνταγματάρχη, λαϊκότεροι χαρακτήρες στη γειτονιά), παραμένουν τύποι, δίνοντας χρώμα εποχής, αλλά σε ένα ημι-ονειρικό περιβάλλον. Λόγω του μεγάλου καστ, κάποιοι ρόλοι θα μπορούσαν να παιχτούν απ’ τον ίδιο ηθοποιό.
Οι συζητήσεις στο σαλόνι αναφέρονται στο νόμο του Παγκάλου, που απαγόρευε τις κοντές φούστες , στα Μαρασλειακά, την απόλυση των Δελμούζου - Γληνού και την αμφιλεγόμενη διδασκαλία της Ιστορίας από την Ιμβριώτη. Επίσης στο πρόσφατο επεισόδιο Πετριτσίου (1925) με την εισβολή ελληνικών δυνάμεων στο βουλγαρικό έδαφος, για το οποίο η Ελλάδα καταδικάστηκε να πληρώσει αποζημίωση. Στο φόντο η αποτυχία της Μικρασιατικής Εκστρατείας, η παρουσία των προσφύγων και οι απόπειρες να ξεπεραστεί η οικονομική κρίση που έφερε ο πόλεμος. 


ΣΚΗΝΗ ΠΡΩΤΗ
________________________________________

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ


(O Χ. γράφει σε ένα τραπέζι στην άκρη της σκηνής φωτισμένος. Η φωνή του αφηγητή μπορεί να είναι ηχογραφημένη ―όσο γράφει― και κατόπιν να συνεχίσει ο ίδιος ο Χ. στις υπόλοιπες σκηνές. Στα υπογραμμισμένα σημεία, θα μπορούσαν να ακουστούν και οι δυο φωνές.)

Χ.: (Αφήγηση) «Προχτές ήμουνα στου συνταγματάρχη. Για μια στιγμή αντίκρυσα τα μάτια της Μαργαρίτας και μου φάνηκαν τόσο κουρασμένα ... Δεν ξέρω πώς ήρθε στο νου μου κάποιο επεισόδιο που είχε συμβεί πριν κάμποσο καιρό ― θα 'ναι τώρα τουλάχιστον ένας χρόνος ― και που το 'χε προκαλέσει ο φίλος μου Βίκτορ Χούζε. Φυσικά ούτε πρόφερα τ' όνομά του σ' αυτό το πατριαρχικό περιβάλλον. Τι με νοιάζει άλλωστε 'μένανε τώρα για τον Βίκτορ Χούζε; Τον είπα και ‘φίλο μου’ ενώ ούτε χαιρετιόμαστε πλέον καν• εγώ δηλαδή δεν έχω τίποτα μαζί του, ούτε είχα κανένα λόγο να τσακωθώ με τον άνθρωπο. Αυτός μια μέρα μου 'κοψε το χαιρετισμό η έκανε πως δε μ' έβλεπε. Όχι ότι αυτό μου 'κανε και πολλήν εντύπωση. Το είχα καταλάβει στο σύντομο διάστημα που 'μαστε αχώριστοι φίλοι, τι υποκριτής και ψεύτης ήταν κι είχα συνηθίσει στα καμώματα του αυτά.» 
(Μπαίνει ο Βίκτορ)
Βίκτορ: Τι γράφεις; Κανένα ραβασάκι για τα κορίτσια απόψε;
Χ: Εσύ είσαι πιο κατάλληλος γι αυτά ― κάτι δικό μου...
Βίκτορ: Αργήσαμε ― θα έχει μαζευτεί ήδη κόσμος στου συνταγματάρχη.
Χ: Δεν χρειάζεται να πηγαίνουμε κάθε Τετάρτη!
Βίκτορ: Μην έχεις παράπονο. Πρόσεξα ότι η κόρη του δε χάνει ευκαιρία να σου μιλήσει...
Χ: Η μικρή; Λάθος κάνεις!
Βίκτορ: Εννοώ την Μάγδα. Εκτός κι αν βρίσκεις την άλλη πιο εντυπωσιακή.
Χ: Όχι δα, η Μάγδα έχει εξαιρετική ομορφιά, κυρίως γιατί δεν το ξέρει ή έτσι δείχνει τουλάχιστον. Εκτός απ' αυτό όμως, της έχω και ιδιαίτερη εκτίμηση.
Βίκτορ: Κι εγώ που νόμιζα προτιμούσες την μικρή...
Χ: Την Μαργαρίτα; Νόστιμη δε λέω, αλλά έχει κάτι κοινό πάνω της. Δεν μπορώ να το εξηγήσω, μα που σου χτυπά αμέσως στο μάτι.
Βίκτορ: Τότε γιατί κοκκίνισες μόλις την ανέφερα;
Χ: (Αφήγηση) «Πιστεύω ότι όλοι αυτοί οι περίεργοι τρόποι του ήταν μια μάσκα για να κρύβει τον διεφθαρμένο του χαρακτήρα. Έχω κιόλας την υποψία.... πως τα περισσότερα παραδοξολογήματα που έλεγε για να φαίνεται ένα πρόσωπο ενδιαφέρον, δεν ήταν δικά του, μα πως θα τα είχε διαβάσει σε τίποτα μυθιστορήματα. Μα δεν μπορώ να 'μαι σίγουρος γιατί δεν έχω αποδείξεις• κι ούτε είμαι επιπόλαιος σαν τον Βίκτορ Χούζε! Ως και το όνομά του ακόμα υποψιάζομαι πως ήταν πλαστό. Ήταν φοβερά εγωιστής και ήταν ικανός να πάρει ένα ψεύτικο όνομα, κομμάτι φανταχτερό, για να τραβάει πάνω του την προσοχή.»

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Φωτίζεται το βάθος της σκηνής, όπου κάθονταν ακίνητοι οι καλεσμένοι του Συνταγματάρχη στο σκοτάδι.)

ΔΕΞΙΑ: ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΨΑΛΤΗΣ - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ  καθιστοί
ΚΕΝΤΡΟ: ΕΡΜΙΟΝΗ - ΚΥΡΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ- ΥΠΑΤΙΑ καθιστές, ΦΡΟΣΩ όρθια
ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ-ΜΑΓΔΑ-ΛΕΛΑ καθιστές


Συνταγματάρχης: Μα που βλέπετε πάλι το κακό στο να περιφρουρεί τις ελάχιστες ηθικές αρχές που μας απέμειναν; Δεν πήρε δα και κανένα κεφάλι ―
Πετρόπουλος: Εγώ πιστεύω ότι αυτή τη φορά το παράκανε• όπως λέει κι ο λαός, «φυτρώνει εκεί που δεν τον σπέρνουν»!
Ψάλτης: Κι όμως ο Συνταγματάρχης έχει δίκιο! Κάποιος έπρεπε να βάλει μέτρο σ' αυτές τις μόδες, που μας έρχονται συνέχεια από την αλλοδαπή.
Πετρόπουλος: (στον Συνταγματάρχη) Με το συμπάθιο, Αποστόλη μου, αλλά μου φαίνεται πως απλώς υπερασπίζεσαι έναν πρώην συνάδελφο ―
Συνταγματάρχης: Του οποίου η κρίσις με βρίσκει απολύτως σύμφωνο: απαγορεύοντας τις κοντές φούστες και τις γυναίκες μας προφυλάσσει από πειρασμούς―
Ψάλτης: ―Εσωτερικούς δε και εξωτερικούς―
Συνταγματάρχης: ... αλλά κι εμάς τους ίδιους, τολμώ να πω! (βήξιμο)
Ψάλτης: Ευτυχώς που υπάρχουν άνθρωποι σαν και σας, συνταγματάρχα μου, και το αναγνωρίζουν αυτό. Πρέπει να μπει επιτέλους μια τάξη ―
Πετρόπουλος: Συγχωρέστε με, μα τα γυναικεία φουστάνια δεν είναι ό,τι πιο επείγον ―
Συνταγματάρχης: ― Σαφέστατα. Είναι όμως ξετσιπωσιές !
Πετρόπουλος: Μα να μου πασπατεύουν τη γυναίκα στο δρόμο και στο τμήμα είναι πιο μεγάλη ξετσιπωσιά ― και με τι δικαίωμα; .... Κι αυτοί που ήδη έχουν κάνει τα ψώνια τους, τους σκέφτηκε; Πώς θα ξαναγοράσει ρούχα ο κάθε νοικοκύρης απ' την αρχή; Δεν φτάνει η λιτότης, που κόψαμε το κατοστάρικο στα δύο....

(Φως στις κυρίες. Καθώς σερβίρει η Φρόσω, η υπηρέτρια)

Κυρία Συνταγματάρχου: Σε καταλαβαίνω Ερμιόνη μου, τι ρεζιλίκι! Αχ, δεν θα ήθελα να ήμουν στη θέση σου!
Ερμιόνη: Μα να μας τραβούν στο τμήμα εμένα και την κόρη μου, σα να ήμασταν κοινοί απατεώνες. Για να μην αναφέρω την διαπόμπευση, να σε σταματούν στο δρόμο και να βγάζουν μέτρο, άκουσον άκουσον, να μετρούν τα φουστάνια σου!
Φρόσω: Κι ειν’ κι αυστηροί κυρ’ Υπατία μου, 30 πόντους το πολύ πάνω απ’ το χώμα, το πολύ, ούτε μισό ποντουλάκι παραπάνω!
Κυρία Συνταγματάρχου: Αντί να πετάγεσαι εσύ συνέχεια, πήγαινε να δεις αν τα κορίτσια διψάνε, ο Συνταγματάρχης έφερε αυτές τις καινούργιες λεμονάδες απ’ τον Βόλο.
Φρόσω: Τις έτοιμες; Σαν τη σπιτική, τη δική μου....
Κυρία Συνταγματάρχου: Έλα, έλα, γλωσσού!!

(Η Φρόσω πάει στα κορίτσια)

Υπατία: Προσφυγούλα, το καημένο;
Κυρία Συνταγματάρχου: Την πήραμε να κάνουμε ένα ψυχικό, αλλά αυτό το ευλογημένο είναι εντελώς ανεπίδεκτο μαθήσεως Τι τραβάω δε λέγεται! Tην περασμένη βδομάδα έσπασε δύο πιάτα, και σα να μην έφτανε αυτό, το καθένα κι από διαφορετικό σερβίτσιο ― καταστροφή!
Ερμιόνη: Έτσι κι εγώ με τη δικιά μου, μα να έδειχνε έστω και ένα ίχνος ευγνωμοσύνης; Αντιμιλάει συνεχώς και μονίμως η ίδια ιστορία, εκεί τα είχαν όλα τάχατες, δεν ξέραν που να βάλουν τις λίρες, κι εδώ κακόπεσαν σου λέει· Αχ, γέμισε η πόλη μας μ' αυτούς τους απολίτιστους και φοβάσαι πλέον να βγεις !
Υπατία: Τέρμα και οι βόλτες στο λιμάνι και τα ωραία μας, ποιος τολμάει πλέον...
Κυρία Συνταγματάρχου: Για να μην μιλήσω, που προχτές την έπιασα στην αυλή με έναν λεγάμενο που ήταν στημένος από νωρίς έξω από τη μάντρα...
Υπατία: Θεός φυλάξοι, σε λίγο θα σου φέρει τον αγαπητικό στο σπίτι, εσύ που έχεις και κορίτσια της παντρειάς !

(Φως στη Φρόσω που σερβίρει τα κορίτσια.)

Λέλα: Έπρεπε να δεις την έκφραση της μαμάς, όταν μας πήγαν στο τμήμα. Εγώ πάλι το είδα σαν περιπέτεια, σας διαβεβαιώ, πως δεν φοβήθηκα διόλου!
Μάγδα: Εγώ θα είχα πεθάνει απ’ την ντροπή, μπροστά στον κόσμο!
Μαργαρίτα: Η Λέλα μάλλον συμπάθησε τον χωροφύλακα, γι αυτό δεν την πείραξε η εκδρομή στο τμήμα. (Γέλια)
Λέλα: Το μόνο που με πείραξε είναι που θα πάνε χαμένα τώρα τόσα ρούχα. Ο μπαμπάς έχει γίνει έξω φρενών, ήταν τα υφάσματα που 'χε φέρει απ' το Παρίσι, χώρια τα ραφτικά―
Φρόσω: Ούτε γίνεται να πεις στην μοδίστρα να τις μακρύνει τώρα, το αντίθετο θα ήταν πολύ πιο εύκολο!!
Μάγδα: Ο πατέρας μας δεν θα μας άφηνε ποτέ να φορέσουμε κοντές, οπότε γλιτώσαμε την ταλαιπωρία...
Μαργαρίτα: Μήπως βγαίνουμε και ποτέ για να τις δείξουμε; Μία φορά το μήνα για το κονσέρτο της Φιλαρμονικής και τις γιορτές στην εκκλησία...
Λέλα: Αυτό δεν σας εμποδίζει να γνωρίζετε κόσμο, εδώ στο σαλόνι σας. Δόξα τω Θεώ, ο κύριος Συνταγματάρχης είναι πολύ φιλόξενος άνθρωπος. Και ανοιχτός· τόσοι γοητευτικοί νεαροί μπαινοβγαίνουν κάθε Τετάρτη!

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ


(Όλοι σηκώνονται και κάνουν ένα βήμα μπροστά, σα να έχουν ήδη αρχίσει μία συζήτηση · η κυρία Υπατία απευθύνεται στον Βίκτορ)

Υπατία: ...τη γιαγιά μου την έλεγαν Γαριφαλιά. Αλλά ο πατέρας μου ήταν υπέρ των αρχαιοελληνικών, φιλόλογος βλέπετε...το δικό σας όμως μοιάζει ξενικό...
Βίκτορ: Μα είμαι βαυαρικής καταγωγής ― ο προπαππούς μου ο μακαρίτης βαρόνος φον Χούζε ήρθε με τον
Όθωνα, αλλά παντρεύτηκε Ελληνίδα, Αθηναία.
Ερμιόνη: Μα φαίνεστε αριστοκρατικής καταγωγής...
Χ.: Νομίζετε; Εγώ πάλι πιστεύω ότι ο φίλος μου ο Βίκτορ είναι ο πιο απλός και ανεπιτήδευτος άνθρωπος που γνωρίζω.
Συνταγματάρχης: Μα οι αληθινοί αριστοκράτες δεν χρειάζονται επιδείξεις· ένα έχω να πω, ότι οι Βαυαροί είχαν τουλάχιστον πυγμή, ενώ οι τωρινοί, ας μου επιτραπεί, άγονται και φέρονται και μας έχουν ήδη βάλει σ’ ένα σωρό μπελάδες!
Ψάλτης: Τα δε σπασμένα τα πληρώνουμε ακόμα, συνταγματάρχα μου―
Πετρόπουλος: Αχ καημένε, στο αίμα τους τον έχουν τον διχασμό οι Έλληνες, αν δεν ήταν ο Κωνσταντίνος, θα ήταν κάποιος άλλος...
Ψάλτης: Ισχύει, η ιστορία βρίθει από παραδείγματα, αληθώς η κατάρα του Έθνους μας!

(Βίκτορ και Χ. πλησιάζουν τις κυρίες και τα κορίτσια. Ο Βίκτορ στέκεται ανάμεσα τους και ο Χ. στην άκρη.)

Κυρία Συνταγματάρχου: Και ομιλείτε την γερμανικήν;
Βίκτορ: Από μικρός, σχεδόν σαν μητρική, αν και θα 'πρεπε να πω 'πατρική', ‘vaeterlicherseits’
Χ.: Εγώ πάλι, πρώτη φορά τ’ ακούω αυτό...
Κυρία Συνταγματάρχου: Τα κορίτσια θα ήθελαν να συνεχίσουν μια ξένη γλώσσα, δυστυχώς όμως, δεν αγαπούν τα γαλλικά, που άρχισαν στο σχολείο.
Ερμιόνη: Οι εποχές αλλάζουν, αγαπητή μου. Εμείς την Λέλα την ενθαρρύνουμε να κάνει πάντα αυτό που της αρέσει!

(Ο Βίκτορ σκύβει στη Μαργαρίτα που κάθεται στην άκρη:)

Βίκτορ: Ξέρετε, καμιά φορά με λένε και Χάρη! Δεν είναι αστείο όνομα το Χάρης;


ΕΙΚΟΝΑ ΤΕΤΑΡΤΗ


ΔΕΞΙΑ: ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ - ΨΑΛΤΗΣ  - ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΗΣ
ΚΕΝΤΡΟ: ΕΡΜΙΟΝΗ - ΚΥΡΙΑ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΑΡΧΟΥ- ΥΠΑΤΙΑ / ΦΡΟΣΩ
ΑΡΙΣΤΕΡΑ: ΜΑΡΓΑΡΙΤΑ-ΜΑΓΔΑ -ΛΕΛΑ
Χ. ΚΑΙ ΒΙΚΤΟΡ ΠΙΣΩ ΑΝΑΜΕΣΑ ΣΤΙΣ ΚΥΡΙΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ.


(Όλοι οι καλεσμένοι καθιστοί όπως στην αρχή της δεύτερης εικόνας: κύριοι δεξιά, κυρίες στη μέση, τα κορίτσια αριστερά με Βίκτορ και Χ. όρθιους: ξαναπαγώνουν όλοι.

Χ.: (Αφήγηση) «Και για να της το πει αυτό τη διέκοψε κι εκείνη από κάποια κουβέντα της . Φανταστείτε χωριατιά. Κι ύστερα έφυγε γελώντας, χωρίς να νιώθει την απορία που της δημιουργήθηκε. Άπειρα τέτοια μικροεπεισόδια θυμάμαι. Κάποια άλλη φορά πάλι πίσω, κει που καθόταν και αστειευόταν με μια κυρία, γύρισε απότομα και είπε στο συνταγματάρχη:»
Βίκτορ: Ξέρετε, συνταγματάρχη μου; Σήμερα το πρωί, μόλις είχε φέξει, είδα τέσσερα κάρα που κατεβαίνανε απ' το βουνό. Τα άλογα φαινόντουσαν πολύ κουρασμένα. Φανταστείτε που ήτανε και ματωμένα...
Χ.: (Αφήγηση) «Κι αμέσως, δίχως να τελειώσει την κουβέντα του, γύρισε στην κυρία ― η μάλλον θαρρώ πως ήταν πάλι πίσω η Μαργαρίτα, η μικρή κόρη του Συνταγματάρχη· μ' αυτό δεν έχει σημασία ― και της είπε»
Βίκτορ: Φανταστείτε! Ήτανε ματωμένα ... Χαχα ...κι ούτε νιώθανε τον πόνο τους. Δεν είναι περίεργο να'ναι κανένας βαθιά πληγωμένος και να μη νιώθει τον πόνο του...
Χ.: (Αφήγηση) «Όλη αυτή τώρα την κουβέντα, είμαι βέβαιος πως την είχε προκαλέσει μόνο και μόνο για να πει πως ξαγρυπνάει ως τα ξημερώματα. Τι ξιπασιά και τι μικροπρέπεια. Ήταν όμως και απρόσεκτος φοβερά. Θα διηγηθώ κάτι που δείχνει ακόμα περισσότερο τον άθλιο χαρακτήρα του. Στο κάτω κάτω τι με νοιάζει για τον Βίκτορ Χούζε ; Κι αυτός ο ίδιος άλλωστε δεν επεζήτησε να γίνουμε εχτροί; Δεν είναι δυο τρεις μέρες ακόμη που συναντηθήκαμε στο δρόμο, κι έκανε πως κοιτάζει κάτι ρεκλάμες στον τοίχο για να μη με χαιρετίσει.»

(Όλοι ξεπαγώνουν)

Ερμιόνη: ... Οι εποχές αλλάζουν, αγαπητή μου. Εμείς την Λέλα, την ενθαρρύνουμε να κάνει πάντα αυτό που της αρέσει.
Λέλα: Η μαμά πιστεύει ότι πρέπει να πάω στο Ωδείο, να καλλιεργήσω τη φωνή μου.
Ψαλτης: Αχ, η μητέρα σας στα νιάτα της είχε φωνή αηδόνι!
Κυρία Συνταγματάρχου: Έτσι είναι ― θυμάσαι τι τραγούδι έριξε στο γάμο μας Απόστολε; Μας βρήκε το πρωί.
Ερμιόνη: (Φιλάρεσκα) Υπερβολές, πού τα θυμηθήκατε τώρα αυτά!
Συνταγματάρχης: Η μουσική καλλιέργεια είναι, ορισμένως, στολίδι για τη γυναίκα ― ελπίζω βέβαια να μην την προορίζετε για τη σκηνή!!
Πετρόπουλος: Αυτό ας το αποφασίσει πια η ίδια. Προσωπικά, δεν βρίσκω τίποτα μεμπτό στο να γίνει μια σοβαρή λυρική καλλιτέχνις. Να ταξιδεύσει, να γνωρίσει την Ευρώπη, τον πολιτισμό, βρε αδερφέ.
Υπατία: Μα είναι μικρή ακόμα, θα ήταν, τουλάχιστον, απερισκεψία να την αφήσετε να ταξιδεύει ασυνόδευτη!!
Λέλα: Μέχρι να αποφοιτήσω, έχουμε ακόμα καιρό!
Μάγδα: Αχ, πόσο σε ζηλεύω · εγώ και η Μαργαρίτα λατρεύουμε την Μουσική!
Συνταγματάρχης: Από μένα το πήραν κι αυτό. Ξεύρετε νεότερος, πριν αποκτήσω τα γαλόνια, έπαιζα στην μπάντα.
Ψάλτης: Στα κρουστά;
Συνταγματάρχης: Στα πνευστά! Πνευμόνι γερό! Άλλα κουράγια τότε, πριν τον πόλεμο... μα και οι παρελάσεις που κάναμε, άλλο πράγμα, καμία σύγκριση με τις σημερινές―
Κυρία Συνταγματάρχου: Και πώς σε καμάρωνα με τη στολή σου ― μόλις μας είχαν αρραβωνιάσει, εγώ κοριτσάκι σχεδόν, με τα κοτσιδάκια, δεν θα με αναγνωρίζατε―
Ψαλτης: Ελάτε τώρα, εσείς μένετε πάντα νέα!
Κυρία Συνταγματάρχου: Καλοσύνη σας!
Πετρόπουλος: Εσύ Μάγδα, παιδί μου, θέλεις να γίνεις πάντα δασκάλα, όπως έλεγες από μικρή;
Φρόσω: (Του παίρνει το άδειο ποτήρι) Και τι έξυπνο κορίτσι, μέρα νύχτα με ένα βιβλίο, αφού της λέω θα χαλάσεις τα μάτια σου, ψυχή μου (αυστηρό νόημα Κας Συνταγματάρχου)
Λέλα: Η Μάγδα πάντα αγαπούσε το σχολείο· η μόνη που δεν παραπονιόταν για το πρωινό ξύπνημα.
Μαργαρίτα: Εγώ ακόμα να το συνηθίσω! (Γέλια)
Ερμιόνη: Μα αφήστε την να μας πει κι η ίδια!!
Μάγδα: Σκεφτόμουν φέτος να δώσω εξετάσεις για το Μαράσλειο Διδασκαλείο, αλλά δεν είμαι σίγουρη ακόμα.
Κυρία Συνταγματάρχου: (με νόημα, χαμηλόφωνα στις άλλες) Ο πατέρας της αντιδρά ―
Συνταγματάρχης: Δικαίως αντιδρώ, με τα μασκαραλίκια του Δελμούζου και της συμμορίας του ― τόσο καιρό η υπόθεση έχει καταντήσει σκανδαλώδης. Δεν στελνω εγω την κορη μου σε σχολή ανυπόληπτη ―
Κυρία Συνταγματάρχου: Επιτέλους υπάρχει και η Παιδαγωγική Ακαδημία ―
Υπατία: Γιατί όχι; Νομίζω πρέπει να το ξανασκεφτείτε, Συνταγματάρχα μου.
Συνταγματάρχης: Την θεωρείτε όντως καλυτερη επιλογή; Ας γελάσω! Κάποιο λάκκο θα έχει η φάβα, για να απολύσουν κι εκεί τον διευθυντή της. Πρόκειται για ομοϊδεάτες: πιστεύω ότι αμφότερες είναι εστία κοινωνικού μολύσματος!
Πετρόπουλος: Τα παραλέτε. Έγινε πολύς θόρυβος για το τίποτε. Τόσες εφημερίδες, εναντίον μιας ανυπεράσπιστης γυναίκας.
Συνταγματάρχης: Η περί ής ο λόγος κυρία εβάλθη να ανατρέψει ό,τι ιερόν και όσιον μας παρέδωσαν οι πατέρες μας . Κι αυτός ο ευλογημένος να βάζει γυναίκα να διδάξει την Ιστορίαν. ... Ορίστε απ την σημερινήν Εστία: (την παίρνει από δίπλα και διαβάζει) «Μόνον το ανδρικόν πνεύμα είναι ικανόν να δονήσει και να συγκινήσει την ψυχήν των μαθητών και να κάμει αυτούς να αισθανθούν και να κατανοήσουν τους μεγάλους τού κόσμου σοφούς, τα σπουδαία σύγχρονα θρησκευτικά, πολιτικά, κοινωνικά γεγονότα ή ρεύματα, ώστε ν' αποβώσιν οι αγαθοί κυβερνήται τής αύριον, οι οποίοι θα δημιουργήσουν τα εθνικά μεγαλουργήματα.»  Ο κ. Δελμούζος αντιθέτως, εκάλεσε γυναίκα για να διδάξει την Ιστορίαν εις το Μαράσλειον.
Ψάλτης : Σαφώς ― δεν είναι διόλου τυχαίο ότι ο Μουσολίνι στην Ιταλία, μόλις απηγόρευσε ρητώς να διδάσκουν γυναίκες στα δημόσια, όχι μόνο την Ιστορία, αλλά επίσης Λογοτεχνία και Φιλοσοφία ―
Ερμιόνη: Τα κορίτσια τη σήμερον ημέρα πρέπει να έχουν μία κατάρτιση. δεν μπορεί πλέον να κάθονται στο σπίτι να περιμένουν τον γαμπρό!
Μάγδα: Οι περισσότερες συμμαθήτριες μου έχουν ήδη παντρευτεί. Εγώ δεν στάθηκα τόσο...
Λέλα: Και σε λίγο έρχεται και η σειρά της Μαργαρίτας...
Κυρία Συνταγματάρχου: Η Μαργαρίτα δεν βγήκε ακόμη απ’ τ' αυγό· εξάλλου σειρά έχει πρώτα η Μάγδα μας!

(Όλοι παγώνουν)

Χ. (Αφήγηση) «Κει λοιπόν που είμαστε μαζεμένοι στο σπίτι του συνταγματάρχη, κι ήτανε μάλιστα κι άλλα κορίτσια μπροστά, παρακαλέσαμε τον Βίκτορ Χούζε να μας πει καμιά ιστορία. Ύστερα από πολλά παρακάλια  ― κι αυτό μία παραπάνω υποκρισία του, ας είναι ― άρχισε να ιστορεί τούτα δω:»
Βίκτορ: Χτες καθώς γύριζα μονάχος σπίτι μου, τη στιγμή μάλιστα που ότι είχα σταματήσει ν'ανάψω το τσιγάρο μου, είδα ένα όμορφο κορίτσι να 'ρχεται προς το μέρος μου. Είπα όμορφο κορίτσι· δεν είναι όμως εντελώς η αλήθεια. Να πως ήτανε: μελαχρινή με κατακόκκινα μάγουλα, μα είχε ένα σώμα τέλειο. ‘Οταν έφτασε κοντά μου τη σταμάτησα. Για πού τέτοια ώρα, κοπέλα μου; τη ρώτησα. Τι με ρωτάς, μου αποκρίθηκε. Και τα ματόκλαδα της ανοιγοκλείσανε με ένα μυστήριο βλέμμα. Ύστερα από μιά μικρή σιγή, η κόρη ξανάπε: Αυτά μονάχα ήθελες να μου πεις; Κι έκανε να φύγει. Μα τη σταμάτησα. Στάσου της φώναξα. Θέλεις να 'ρθω μαζί σου; Όχι, όχι δεν της είπα αυτό. Της είπα: Έλα μαζί μου, σπίτι μου. Ναι, της είπα να'ρθει σπίτι μου. τότες αυτή μισάνοιξε τη ρόμπα της ―και τότε μόνο πρόσεξα πως φόραγε μια λεπτή μεταξωτή ρόμπα― και φάνηκε από μέσα ολόγυμνη. Κι εγώ χρόνια σε περίμενα και χρόνια σε ποθώ, μου'πε με μιά φωνή σβησμένη απ' τη λαγνεία, αγκαλιάζοντας με και κολλώντας το σώμα της πάνω στο δικό μου.
Χ. : (Αφήγηση, τοποθετεί τους καλεσμένους σε άβολες πόζες, δίνει βεντάλια στην Υπατία κτλ μόλις τελειώσει, ξεπαγώνουν) «Εδώ σταμάτησε ο Βίκτορ. Και τώρα μόλις κατάλαβε τη στενοχώρια που βασίλευε στην αίθουσα. Ο Συνταγματάρχης δεν ήξερε τι στάση να κρατήσει απέναντι των κοριτσιών του και οι φίλες τους είχαν χαμηλωμένα τα μάτια κατακόκκινες. ‘Οσο για μένα, μάταια είχα προσπαθήσει να του δώσω να καταλάβει πως πρέπει να πάψει αυτή την κουβέντα.»
Βίκτορ: Με συχωράτε· δεν έπρεπε να σας διηγηθώ αυτή την ιστορία, τη στιγμή μάλιστα που 'ναι και δεσποινίδες μπροστά. Βέβαια, δεν έπρεπε. Μα ήταν μία ιστορία αληθινή, που μου συνέβη μόλις χτες, γι' αυτό την είπα. Αν θέλετε, σας λέω κάποια άλλη.... μα όχι, καλύτερα όχι. Είμαι ζαλισμένος σήμερα και μπορεί να ξανακάνω καμιά τέτοια προστυχιά. Το καλύτερο μάλιστα είναι να φύγω.

(Οι υπόλοιποι αυτοσχεδιάζουν διαμαρτυρία «μα καθήστε» κτλ. )

Βίκτορ: Σας ζητάω συγνώμη (φεύγει)

(Σκοτάδι, οι καλεσμένοι βγαίνουν. Ο Χ. κάθεται στο τραπέζι της πρώτης εικόνας.)


ΕΙΚΟΝΑ ΠΕΜΠΤΗ


Χ.: (Αφήγηση) «Τέτοια επεισόδια έβλεπα καθημερνώς τότε που είμαστε αχώριστοι με τον Βίκτορ Χούζε. Εγώ όμως δεν του έδειχνα πως τον είχα καταλάβει, γιατί περίμενα να αποκαλυφθεί τι διεφθαρμένος χαρακτήρας είναι και ν' αναγκαστεί πια ο ίδιος να ρίξει τη μάσκα . Την πρώτη προαίστηση πως αυτή η στιγμή πλησίαζε την ένιωσα σαν έμαθα πως ο Βίκτορ ήταν ερωτευμένος. Μου το διηγήθηκε ο ίδιος μια μέρα που 'ταν απελπισμένος στην αγάπη του
Βίκτορ:(Πλησιάζει) Είναι κάτι που με βασανίζει και πρέπει να το πω. Θέλω να ξέρεις πριν ξαναπάμε στου συνταγματάρχη.
Χ.: Αν ξαναπάμε εννοείς, και με τι μούτρα, έτσι όπως τα κατάφερες με τις εξιστορήσεις σου. Μα τι σε έπιασε; Μπροστά στις κυρίες; Τα κορίτσια τουλάχιστον δεν τα ντράπηκες; Η Μαργαρίτα δεν είναι ούτε δεκαεπτά ακόμα..
Βίκτορ: Μα για την Μαργαρίτα πρόκειται. Δεν το μάντεψες; Κι όμως, εκείνη πιστεύω το ξέρει.
Χ.: Ξέρει την κοπέλα που γνώρισες; (Παύση) Είναι μία απ τις φίλες της ;
Βίκτορ: Η κοπέλα ήταν αυτή, η Μαργαρίτα.
Χ.: Η κόρη του συνταγματάρχη στο δρόμο, μέσα στη νύχτα; Να το πιστέψω;
Βίκτορ: Κι όμως πρέπει να με περίμενε να γυρίσω, εξάλλου δεν μένουν τόσο μακριά. Με περίμενε και όχι μόνο είπε κι έκανε όσα εξιστόρησα προχτές, αλλά προχώρησε κι άλλο. Με ακολούθησε στο σπίτι. Και μείναμε μαζί ολάκερη τη νύχτα, στο κρεβάτι. Μου παραδόθηκε ―
Χ.: Κι εσύ; Δεν σκέφτηκες ―
Βίκτορ: Δεν υπήρχε καιρός για σκέψεις, ούτε δισταγμούς. Το πρωί ήθελα να της μιλήσω, αλλά είχε γίνει άφαντη.
Χ.: Απορώ πώς ξεγλίστρησε και δεν την πήραν χαμπάρι στο σπίτι.
Βίκτορ: Από τότε δεν μπορώ να την βγάλω απ’ το μυαλό μου. Γι' αυτόν ακριβώς το λόγο είπα και την ιστορία εκεί, μπροστά τους· ήθελα να δω τι εντύπωση θα της κάνει, να δω την έκφραση στο πρόσωπο της τουλάχιστον. Αλλά τίποτα. Δεν της είχε κάνει καμία. Σα να μην την αφορούσε καν, σαν να μην επρόκειτο για τον ίδιο της τον εαυτό.
Χ.: ‘Ισως ντρεπόταν. Με τον πατέρα της στο δωμάτιο. Κι εσύ δεν έκανες καλά να τη δοκιμάσεις έτσι. Της μίλησες καθόλου εκείνο το βράδυ;
Βίκτορ: Ήθελα να της εξομολογηθώ κάτι. Αλλά δεν μπόρεσα· από εκείνη τη νύχτα που περάσαμε μαζί, δεν μπορώ να βρω ησυχία. Την αγαπώ.



ΣΚΗΝΗ ΔΕΥΤΕΡΗ
________________________________________

ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ


(Μπροστά από την αυλή του συνταγματάρχη)

Παλιατζής: Παλιά πράγματα αγοράζωωω.
Φρόσω: Εσύ ....εσύ καλέ, έλα ‘δω. Δε μου λες ρούχα παίρνεις, φορέματα, φούστες, τέτοια·
Παλιατζής: Παίρνω. Τίποτα παλιά πανωφόρια, πάλτα έχεις;
Φρόσω: Φουστάνια σου λεω χριστιανέ μου, κι ολοκαίνουργια. Αφόρετα δηλαδή.
Παλιατζής: Και γιατί τα δίνουν;
Φρόσω: Τώρα κουβέντα θ'ανοίξουμε ή θα πάρεις τα πράγματα να τελειώνουμε.
Παλιατζής: Ε, φέρτα, ντε.
Φρόσω: Δυ0 λεπτά! (μπαίνει μέσα)
Γειτόνισσα 1: Παλιατζή, να σου πω ―
Παλιατζής: Μια μια περιμένετε τη σειρά σας
Γειτόνισσα 2: Άλλο σε θέλουμε, έλα δω!
Παλιατζής: Μήπως έχετε σεις τίποτα παλιά παλτά;
Γειτόνισσα 2: ...χειμώνας έρχεται, θα σου δώσουμε τα παλτά μας ; Μπα σε καλό σου...
Γειτόνισσα 1: Αυτή τι σε ήθελε;
Παλιατζής: Η υπηρεσία;
Γειτόνισσα 1: Ναι αυτη, τρομάρα της για υπηρεσία―
Παλιατζής: Κάτι φουστάνια λέει, αφόρετα―
Γειτόνισσα 2: Νάτο, δε στο ’πα, κι αυτές τα κάνανε τα κοντά και τώρα δεν ξέρουν πού να κρυφτούνε―
Γειτόνισσα 1: Απορώ πώς τις άφησε ο πατέρας τους!
Γειτόνισσα 2: Έχουν αυτή την ξεμυαλισμένη τη μάνα με τις φιλενάδες της, μην ανησυχείς!
Παλιατζής: Εμένα με χρειάζεστε τίποτ' άλλο, γιατί έχουμε και δουλειές;
Γειτόνισσα 1: Πάει να σου πασάρει τ' απαγορευμένα βρε ξυπνοπούλι κι εσύ―
Παλιατζής: Α έτσι; Να μη μπορώ να τα ξεφορτωθώ ούτε του χρόνου. Αμ δε ...Ας βρει άλλο κορόιδο. (Φεύγει)
Γειτόνισσα 2: Κρύψου, να δούμε τα μούτρα της!
Φρόσω: (βγαίνει, κρατώντας τα φορέματα) Παλιατζηηή ――πού πήγε; (Φωνάζει δίπλα:) Κυρά-Αριστέα, μήπως είδατε τον παλιατζή; Εδώ ήταν τώρα δα!
Γειτόνισσα 1: Χαμπάρι δεν πήρα, κορίτσι μου.
Φρόσω: (κατ' ιδίαν) Αυτό, ας κάνω ότι το πιστεύω. (Βλέπει τον Κωστή να περιμένει στη γωνία και πάει με προσοχή να τον συναντήσει) Φωτιά θα μ'ανάψεις κι εσύ, πάλι, δε βλέπεις ότι είναι νωρίς ακόμα; Τι σου 'χω πει;
Κωστής: Πες μια καλησπέρα πρώτα, Φροσάκι. Εγώ που 'ρθα τόσο δρόμο.
Φρόσω: Τώρα ξέρεις ότι εχω δουλειά και τις προάλλες μας είδαν. Ξέρεις τι τράβηξα να εξηγηθώ μετά ―αν το μάθει ο κύριος―
Κωστής: Τι θα μου κάνει δηλαδή; Υπηρεσία σε πήραν, δε σ' αγόρασαν κιόλας. Άντε μην πάω και τον βρω να τελειώνουμε !
Φρόσω: Να χάσω κι εγώ τη δουλειά μου, τώρα που ακόμα δεν έχεις απολυθεί. Ας μας λείπει καλύτερα. Πήγαινε τώρα, θα μας δούνε!
Κωστής: Να'ρθω το βραδυ; Έχω άδεια.
Φρόσω: Έλα, αλλά να προσέχεις. Αν δεις φώτα, δε θα 'χουν κοιμηθεί ακόμα. Περίμενε στο στενό και θα βγω να σου πω.
Κωστής: Σου'χω και μια έκπληξη... (Βγαίνουν)

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ

(Αργότερα το βράδυ. Δωμάτιο Μαργαρίτας)

Μάγδα: (Ακούγεται η φωνή της) Μαργαρίτα, ψάχνω να βρω το βιβλίο με τα σονέτα, που διάβαζα προχθές. Δεν το βλέπω στη βιβλιοθήκη!
Μαργαρίτα: Θα το άφησα στο σαλόνι, δεν θυμάσαι; Το έβγαλα να δείξω στα κορίτσια ποιο διάλεξα για το λεύκωμα της Ελπίδας ― φέρ' το να χαρείς!
Μάγδα: (Μπαίνει ανοίγοντας το βιβλίο, βγάζει από μέσα ένα χαρτί) Το αντέγραψες στο χαρτί;
Μαργαρίτα: Όχι, τι είναι αυτό;
Μάγδα: (Διαβάζει τον τίτλο) «Φθινόπωρο στην επαρχία» ― ένα ποίημα...
Μαργαρίτα: (ρίχνει μια γρήγορη ματιά καθώς η Μάγδα κάθεται κοντά της ) Σονέτο πάντως δεν είναι..
Μάγδα: Μάλλον μοντέρνο. Λες να το έκρυψε κάποιος απ' τους καλέσμενους;
Μαργαρίτα: Ίσως η Ελπίδα. (Σηκώνεται)
Μάγδα: Αμφιβάλλω. Κάποιο απ' τα αγόρια θα ήταν.
Μαργαρίτα: Έχει αφιέρωση;
Μάγδα: Όχι, ούτε υπογραφή. Αλλά δεν μου το βγάζεις απ' το μυαλο ότι το 'γραψε ένας μελαχροινός, πολύ ντροπαλός...
Μαργαρίτα: Σώπα καημένη, αυτός δεν γράφει ποιήματα.
Μάγδα: Για ποιήματα δεν ξέρω, όμως σπάνια ξεκολλάει τα μάτια του από πάνω σου.
Μαργαρίτα: Μα αυτός καλά-καλά δεν μου έχει απευθύνει τον λόγο πάνω από δύο η τρεις φορές.
Μάγδα: Τα σιγανά ποταμάκια... λέει η παροιμία―
Μαργαρίτα: Διάβασε το λοιπόν, τι περιμένεις;
Μάγδα:

Δυο δυο, τρεις τρεις, ντυμένες στα λευκά
στα ροζ η στα γαλάζια, χρώματα ανοιχτά
τ'απόγευμα απ' τις πέντε στην πλατεία
σκορπάνε την αθώα τους γοητεία.
Κι αρχίζουνε τα χάχανα, τα μυστικά, τις δυνατές
τις φράσεις με το νόημα, τις βόλτες τις ματιές...
{Θα γίνουνε λοιπόν με τον καιρό κι αυτές
παχειές κυρίες, που θα κουβεντιάζουν σοβαρές 
ωσάν αυτόματα , για την μαγειρική , για την "υπηρεσία"
καθώς θα κάθονται σ'ενα τραπέζι στην πλατεία;}

Ωστόσο, έτσι αργά περνάει το καλοκαίρι
―μέσα στα σκοτεινά, κάποιο δειλό σφίξιμο στο χέρι ...
Όταν αρχίσει η ψύχρα η φθινοπωρινή,
παίρνει η πλατεία μιαν όψη θλιμμένη, ερημική...

Μένουνε οι κοπέλες στα σπίτια τους κλεισμένες
μαζί με τους γονείς τους κι είναι δυστυχισμένες...
Διαβάζουνε ανόρεχτα, απαντούν μ' εκνευρισμό
κι έχουν αλλού τη σκέψη τους και το μυαλό.

(Διακόπτει) Κι άλλο; Πολύ απαισιόδοξο το βρίσκω, κι ομολογώ, λίγο βαρετό! (Παύση) Για μας το έγραψε αυτό;

Μαργαρίτα: Μα πώς το διαβάζεις έτσι κι εσύ; Δώστο μου, καλύτερα (το παίρνει και διαβάζει με συναίσθημα: )

...Μα πιο αμίλητη απ' όλες θαν’ αυτή
όπου ξεχώρισε η ψυχή μου κάποια νύχτα μαγική.
―Πάντοτε μέσα σ' όλες ξεχωρίζει η Μια,
όπου σκορπάει φως το βλέμμα της κι όπου ευωδιά
σκορπάει το χαμόγελο της, το υπερήφανα θλιμμένο,
Αυτή, όπου προβάλλει ξαφνικά, σαν όνειρο ενσαρκωμένο.
Οι άλλες, καθώς νιώθουν να περνά το καλοκαίρι,
ξέρουνε γιατί θλίβονται ― όμως αυτή δεν ξέρει
Δεν ξέρει πως αφού συναντηθήκαν
τόσον ανώφελα οι ψυχές μας και κοντοσταθήκαν
κι εχαμογέλασαν η μιά στην άλλη πικραμένα,
ήταν μοιραίο να χωριστούν με μάτια δακρυσμένα.
Δεν ξέρει ότι την βαραίνει η συλλογή μου
αφού αυτή ήταν που της μίλησε η ψυχή μου...

(Ακούγεται από μακριά η καντάδα "μια Μαργαρίτα έκοψα " του Νίκου Χατζηαποστόλου)

Μια μαργαρίτα έκοψα,
στον κήπο σου μια μέρα
κι εκεί στο παραθύρι σου
εστάθηκα πιο πέρα

Μαδώντας τα φυλλάκια της
ρωτούσα έναν-ένα
αν 'μ' αγαπάς δε μ' αγαπάς'
για να μου πει ωϊμένα:

Αχ Μαργαρίτα, αχ Μαργαρίτα
πες, μη λυπάσαι το δικό μου τον χαμό
Αχ Μαργαρίτα, πες την αλήθεια
εσύ που νιώθεις της αγάπης τον καημό

Κι η Μαργαρίτα εσώπασε
και δεν μου απαντούσε
στέγνωσε και μαράθηκε
και εκεί που ξεψυχούσε

Μη με ρωτάς, ψιθύρισε
γέρνοντας το κεφάλι
γιατ' η αγάπη που ζητάς
αγάπη έχει άλλη

Κυρία Συνταγματάρχου: (Μπαίνει κατά τη διάρκεια της μουσικής) Ακόμα εδώ είστε, δεν έχετε πέσει για ύπνο ακόμη; Αχ, αν σας δει ο πατέρας σας ―
Μάγδα: Τώρα θα βάλουμε τις νυχτικιές μας, η Μαργαρίτα μου διάβαζε κάτι...

(Αρχίζουν να ετοιμάζονται, μαλλιά κτλ)

Κυρία Συνταγματάρχου: Τι μουσικές είναι αυτές; Σα να 'ρχονται απ' το δρόμο...

(Ανοίγει το παράθυρο, ακούγεται πιο δυνατά τώρα, τα κορίτσια κρυφοκοιτάνε απ’ το παράθυρο, προσπαθώντας να διακρίνουν)

Κύριος Συνταγματάρχης: (Μπαίνοντας φουριόζος) Διασκεδάζουν οι δεσποινίδες; για φύγετε από ‘κει! Άκου καντάδα νυχτιάτικα. Και σε ποιόν κάνουν καντάδα, παρακαλώ; Η μάλλον θα 'πρεπε να μαντέψω, Μαργαρίτα;
Μάγδα: ‘Οχι πατέρα, δεν ειναι δικό της φταίξιμο, είναι όλα στο μυαλό σας, μια παρεξήγηση, ένα τραγούδι....

Κύριος Συνταγματάρχης: Και σα να πήρε το μάτι μου κάποιους ομορφονιούς που μαζεύονται εδώ κάθε Τετάρτη, έχε χάρη που έχει σκοτάδι και δεν είμαι σίγουρος.
Μαργαρίτα: Θα ήταν λοιπόν τόσο τρομερό; Εσείς τους καλέσατε εδώ μέσα!
Κυρία Συνταγματάρχου: Αμέσως στα κρεβάτια σας και δε θέλω περαιτέρω σχόλια. (Κλείνει παράθυρο, φεύγουν οι γονείς)
Μάγδα: Λες να ήταν εκείνος; (Σκοτάδι)

(Σιωπή. Η Φρόσω βγαίνει στην αυλή, την περιμένει ο Κωστής)

Κωστής: (Περήφανος για την καντάδα που οργάνωσε) Ε; μεγαλεία !!
Φρόσω: Δικό σου ήταν το κατόρθωμα; και πού τους βρήκες όλους αυτούς τους λιμοκοντόρους;
Κωστής: Ε όχι και λιμοκοντόροι!! Ο ανθυπολοχαγός μου, πετάχτηκα και του 'κανα μια χάρη προχτές και είπε να με βοηθήσει, ήταν η παρέα του, μη μου πεις, τραγουδιστές πρώτης!
Φρόσω: Καλοί ήταν. Αλλά τη νύφη την πλήρωσε η καημένη η κόρη του αφεντικού μου, η Μαργαρίτα, που την υποψιάστηκαν.
Κωστής: Αυτό διαλέξανε να πούνε τώρα, σάμπως έχει και τραγούδι για Φρόσω;
Φρόσω: Αυτό μου έλειπε, να με κάνεις ρεζίλι σ' όλη τη γειτονιά.
Κωστής: Εμείς τι έχουμε να φοβηθούμε; (Την παίρνει και φεύγουν )



ΣΚΗΝΗ ΤΡΙΤΗ
________________________________________


ΕΙΚΟΝΑ ΠΡΩΤΗ

(Στο σπίτι του Βίκτορ)

Βίκτορ : Καλησπέρα , καλώστον!
Χ. : Μήπως ενοχλώ; Δείχνεις σα να ετοιμάζεσαι να βγεις ―
Βίκτορ: Σε λίγο.
Χ. : Τρεις μέρες δεν έχεις φανεί πουθενά. Αφού δεν εμφανίστηκες στο καφενείο προχτές, είπα μήπως περνούσες
αργότερα απ' το σπίτι να με πάρεις. Τρίτη είχα κι εγώ πολλές δουλειές – ξεχάστηκα.
Βίκτορ: Το ήξερα πως θα ερχόσουνα. Σε περίμενα.
Χ.: Αλήθεια; Κι εγώ που νόμιζα σε καθυστερώ απ’ την έξοδο σου ―
Βίκτορ: Σε περίμενα για να πάμε μαζί στου Συνταγματάρχη. Είναι Τετάρτη σήμερα· τι, το λησμόνησες; Είναι Τετάρτη και δέχονται .... Τι κιτρίνισες έτσι; Μα το Θεό, θά ‘λεγε κανείς αγαπητέ μου πως είσαι άρρωστος, η μάλλον ερωτευμένος, ερωτευμένος με την Μαργαρίτα λόγου χάρη―

(Εκείνη τη στιγμή μπαίνουν όλοι οι καλεσμένοι και βρισκόμαστε ξαφνικά στο σαλόνι του Συνταγματάρχη· δύο κορίτσια έρχονται προς το μέρος τους)

ΕΙΚΟΝΑ ΔΕΥΤΕΡΗ


Λέλα
: Αργήσατε απόψε, θα σας μαλώσουμε―
Μάγδα: ―και μεις που λέγαμε πως θα σας βάλουμε απουσία τελικά..
Λέλα: Ήρθατε εγκαίρως για το τραγούδι μου, πρέπει όμως να ψάξω κάποιον να με συνοδεύσει στο πιάνο.
Χ.: Δυστυχώς είμαι τελείως άμουσος ―
Βίκτορ: ― η Μαργαρίτα παίζει πιάνο, γιατί δεν τη ρωτάτε;
Μάγδα : Αδύνατον να τη σηκώσουμε απ' τον καναπέ· από τότε που γύρισε ο γιατρός απ’ το Παρίσι είναι κι αυτή στρωμένη με τους άλλους να ακούει τις φιλοσοφίες του!

(Τα κορίτσια φεύγουν γελώντας)

Χ.: Να ένα κορίτσι μελαχρινό με κόκκινα μάγουλα...
Βίκτορ: Και τι μου το λες;
Χ.: Λέω, το κορίτσι εκείνο... που μας είπες την ιστορία .... σαν το κορίτσι του δρόμου ―
Βίκτορ : Σου είπα, πως ήταν η Μαργαρίτα...

(Φώτα στη γωνιά της παρέας του Συνταγματάρχη, όπως τους αφήσαμε στην Πρώτη Σκηνή))

Πετρόπουλος: Δεν φτάνει η λιτότης, που κόψαμε το κατοστάρικο στα 2 .... για να μην αναφέρω αυτή την ταπεινωτική αποζημίωση που θα πληρώσουμε για το Πετρίτσι ―
Ψάλτης: Συμφωνώ, ήταν καθαρή αποκοτιά να εισβάλουμε σε ξένο έδαφος ―
Πετρόπουλος: ―το οποίο θα είχε αποφευχθεί, αν δεν πήγαινε συνέχεια γυρεύοντας―
Συνταγματάρχης: Ε όχι δα, να αφήσουμε αναπάντητη την προσβολή, τόσο κοντά στα σύνορα. Οι πρόσφατες περιπέτειες, μας έκαναν ηττοπαθείς, νομίζω...
Ψάλτης: ― δε λέω, το ηθικό του λαού πρέπει ν’ ανορθωθεί!
Πετρόπουλος: Όχι όμως με αυθαιρεσίες! Μ' αυτά και μ' αυτά βρεθήκαμε στην θέση αυτή―
Συνταγματάρχης: Το προσφυγικό είναι πληγή για την αξιοπρέπεια του λαού!
Ψάλτης: ....ποιά αξιοπρέπεια, εδώ που τα λέμε―
Πετρόπουλος: Ο κόσμος κουράστηκε απ’ τους πολέμους―
Συνταγματάρχης: Μα και πώς να πολεμήσουν; Αυτή η γενιά δεν έχει διόλου εθνικό εγωισμό. Αυτοί κάνουν τα αδύνατα δυνατά να φανούν ξένοι―
Ψάλτης: ― δεν κοιτάτε γύρω στους περιπάτους τι γλώσσα μιλιέται;

(Στην ομήγυρη του καναπέ)

Γιατρός: “Seul ce qui ne cesse de nous faire souffrir reste dans la mémoire...”
Κυρία Συνταγματάρχου: Έτσι είναι όπως τα λέτε γιατρέ μου, το σαράκι που έλεγε και η γιαγιά μου δύσκολα τ’ απολησμονάς...
Υπατία: Κάτι ξέρω κι εγώ απ' αυτά, όταν πέθανε ο μακαρίτης ο άντρας μου, έλεγα με τον καιρό θα σβήσει ο πόνος και η θύμηση, αλλά μάταια―
Ερμιόνη: Έχασες τη συντροφιά σου, λίγο το έχεις; η μοναξιά δεν αντέχεται, κακά τα ψέμματα!
Γιατρός: "Le désir d'illusion est bien plus fort que celui de sexe ou de Bonheur”
Πετρόπουλος: (Έρχεται κοντά) Δίχως να θέλω να σας κακοκαρδίσω γιατρέ μου, εσάς και τον φιλόσοφο, αμφιβάλλω για την πρωτοτυπία της σκέψεως ― δεν περιμέναμε βεβαίως τον κυρ-Νίτσε να μας πει για τη δύναμη των ψευδαισθήσεων.
Γιατρός: "Dieu est une réponse aux embarras de l'intelligence. "Tous les dieux sont morts: nous voulons, maintenant, que le surhumain vive!
Βίκτορ: (Στον Χ.) Τον ακούς αυτό τον γελοίο εκεί κάτω; Μιλάει για τον υπεράνθρωπο του Νίτσε, και μάλιστα στοιχηματίζω πως θα τον έχει κιόλας διαβάσει. Δεν είναι καθόλου απίθανο , χαχα ... Ο δυνατός άνθρωπος λέει ο Νίτσε είναι ο τύπος του Υπερανθρώπου. Για άκου τον πως τα λέει. Όλα όμως είναι ανοησίες. Ο αληθινά δυνατός άνθρωπος είναι ο διαβάτης που περνάει, αυτός που φωνάζει 'παλιά πράματα αγοράζω', ακόμα κι αυτός ο κυρ γιατρός. Αυτός είναι ο δυνατός άνθρωπος ... Κι ακόμα όλοι αυτοί οι αγαθοί άνθρωποι που περνάνε πολυάσχολοι στο δρόμο και χάνονται στη γωνία για να μη ξαναφανούν ποτέ· ο έμπορος κείνος ‘κει με τα παλιά ρούχα και το πορτοφόλι σίγουρα γεμάτο, ο κύριος ανθυπολοχαγός που μιλάει ‘κει στην άκρη μ' εκείνο το κορίτσι, ο γαλατάς που περνάει γρήγορα γρήγορα στο καροτσάκι του, και που διάλεξε αυτό το δρόμο ως συντομότερο, αυτοί όλοι οι ευτυχισμένοι άνθρωποι, αυτοί είναι οι δυνατοί.... Είναι όμως δυνατοί, επειδή δεν το ξέρουν....

(Κατά τη διάρκεια του προηγούμενου μονολόγου ο Γιατρός επαναλαμβάνει κατά καιρούς τις γαλλικές φράσεις και ταυτόχρονια ακούγονται επιφωνήματα επιδοκιμασίας, «ενδιαφέρον» κτλ, όλα αυτά πολύ χαμηλά σε ένταση)

Μαργαρίτα: (κοιτώντας με νόημα προς τους Βίκτορα –Χ.) Γιατρέ, θα ήθελα πολύ να είστε ο πρώτος που θα γράψει στο καινούργιο μου λεύκωμα.
Μάγδα: Και στο δικό μου μετά ―
Βίκτορ: ― Αλλά στα ελληνικά, αν δε σας πειράζει... (στους άλλους) Ο γιατρός μάλλον διάβασε τον Νίτσε στα γαλλικά ―ή στα ελβετικά, ίσως.... από μετάφραση όπως και νάχει ... Βέβαια ο άνθρωπος ήταν Γερμανός, όπως όλοι ξέρουμε !
Μαργαρίτα: Η καλλιέργεια δεν έχει μια συγκεκριμένη γλώσσα!
Μάγδα: Μιλάει τη γλώσσα του πνεύματος ― (σιγά, στην Μαργαρίτα) Τι τον έπιασε ξαφνικά; (Απομακρύνονται και οι δύο)
Βίκτορ: (παίρνει παράμερα τον Χ.) Πρωτύτερα μ' αρώτησες για το μυστικό μου, Γιατι με τυραννάς; Δε με βλέπεις πώς είμαι; Δεν προαισθάνεσαι τίποτα; Πάντως να ξέρεις πως έτσι θα 'ναι μοιραίο... εγώ δε φταίω βλέπεις καθόλου―
Χ.: Βλέπω πως είσαι μεθυσμένος ... πήγαινε κάπου να ξεμεθύσεις!
Βίκτορ: Σαν αρραβωνιαστείς με την Μαργαρίτα να με ειδοποιήσεις για να σας στεφανώσω· τ’ άκουσες; Μην το ξεχάσεις!! (Ο Βίκτορ απομακρύνεται) Τ’ άκουσες; Μη λησμονήσεις να με ειδοποιήσεις για τα στεφανώματα!

(Τραγούδι Λελας: Ήχοι πιάνου από μακριά)

Κάποιου πιάνου ήχοι μακρινοί
μες στην ηρεμία του μεσημεριού,
φτάνουνε ανάλαφρα, μαζί
με την ευωδιά ενός λουλουδιού.

Του ίδιου πιάνου, αυτόν τον ίδιο τον σκοπό
{τη γλυκιά τη μελωδία τη μακρινή}
άκουσα όπως τώρα ―ω, είμαι βέβαιος γι' αυτό―
κάποια νύχτα φθινοπωρινή...

Νότες μακρινές ― κάτι λες, ξυπνάν
μες στη συλλογή μου
ήχοι πιάνου, αόρατου, από μακριά
― κι όμως σαν κρυμμένοι μέσα στην ψυχή μου...

(Χειροκροτήματα)

Χ. : (Αφήγηση) «Και δεν τον ξαναείδα ως ύστερα, τότες που συνέβη εκείνο, που και τώρα ακόμη μου είναι αδύνατο να το εξηγήσω ακριβώς. Καθόμουν μοναχός μου σε μια γωνιά του σαλονιού, ξάφνου ακούγονται φωνές»
Καλεσμένοι:  «Μαργαρίτα», «τι συνέβη», «καημένο κορίτσι» κτλ.

(Η Φρόσω μπαίνει με ενα μπουκέτο λουλούδια που κάποιοι έφεραν, της πέφτουν απ' τα χέρια και σκορπίζονται στο χαλί)

Κυρία Συνταγματάρχου: Απόστολε, το παιδί!
Συνταγματάρχης: Γιατρέ, ελάτε σας παρακαλώ!
Γιατρός: Μην ανησυχείτε, μια απλή λιποθυμία. Σας παρακαλώ παραμερίστε, μη στέκεστε τόσο κοντά!

(Οι προσκαλεσμένοι σε κύκλο)

Μάγδα: Την άφησα για πέντε λεπτά και γυρνώντας τη βρήκα πεσμένη στο χαλί.

Γιατρός: Ορίστε, συνέρχεται ήδη....
Μάγδα: Μαργαρίτα τι έχεις;
Μαργαρίτα: Ξαφνιάστηκα ή μάλλον κάποιος με ξάφνιασε.... Πήγα στο πιάνο να τακτοποιήσω τις νότες μου, είχαν πέσει και ήταν ανάκατες, ώσπου νιώθω κάποιον να με αγκαλιάζει, από πίσω , να με σφίγγει, μάλιστα ― πριν προλάβω καλά καλά να γυρίσω , ακούω τη φωνή του να μου ψιθυρίζει : Θα σε περιμένω και σήμερα το βράδυ. Όπως χτες, όπως προχτές κι όπως όλες τις νυχτιές, θα σε περιμένω· θα'ρθεις, το ξέρω . Και χάθηκε πριν προλάβω να δω ποιός ήταν, τρόμαξα ....
Βίκτορ : (Στον Χ.) Πάμε να φύγουμε .... (Βγαίνει)

(Καθώς όλοι φεύγουν, ακούγεται ο ΓΙΑΤΡΟΣ πρώτα και μετά οι επισκέπτες σαν ηχώ)

Γιατρός / Καλεσμένοι : Αυθυποβολή .... Τα νεύρα της ... Μελαγχολική .... Αναρρωτήριο... Ψυχιατρείο .... Κρίμα.... Τόσο νέα.... Φαντασιώσεις ....

(Όπως φεύγουν οι καλεσμένοι σκύβουν και μαζεύουν τα λουλούδια και ένας ένας τα δίνουν στον Χ. που είναι στην άκρη της σκηνής, έτσι ώστε να ξανασχηματιστεί το μπουκέτο στα χέρια του)

Χ.: (Αφήγηση) «Φύγαμε. Στο δρόμο δεν είπαμε ούτε μια λέξη. Σαν τον χαιρέτησα έξω απ' το σπίτι του, δεν μου αποκρίθηκε. Την άλλη μέρα σαν τον συνάντησα έξω, έκανε ότι δεν με είδε και ούτε μου απάντησε όταν τον φώναξα. Ε, δεν μπορούσα κι εγώ να επιμείνω να μείνει φίλος μου, δεν είναι έτσι; Έμαθα πως δεν ξαναπήγε ούτε στου συνταγματάρχη».

ΕΙΚΟΝΑ ΤΡΙΤΗ

(Προαύλιο Νοσοκομείου)

Μάγδα: Χαίρετε, τι σύμπτωση, έχετε έρθει επίσκεψη;
Χ. : (με τα λουλούδια) Μια κοινωνική υποχρέωση, κάποιος συγγενής. Εσείς;
Μάγδα: Για την αδερφή μου, ίσως έχετε ακούσει ― είχε μία περιπέτεια με τα νεύρα της. Είναι όμως καλύτερα. Θα σας έλεγα να περάσετε να τη δείτε, αλλά μάλλον είναι ακόμη πολύ νωρίς. Δεν ξέρω αν το είχατε καταλάβει, σας ειχε ιδιαίτερη αδυναμία.... Ίσως σε λίγο καιρό, που θα την έχουμε πάλι σπίτι. Ο γιατρός είναι πολύ αισιόδοξος.
Χ.: Περαστικά κι από μένα και τους χαιρετισμούς μου στους γονείς σας.
Μάγδα: Και να σας βλέπουμε πότε πότε, κύριε ... Χάρη...

(Η Μάγδα φεύγει και ο Χ. γυρνάει στο κοινό και αφήνει τα λουλούδια να πέσουν)

(Μουσική: “Poema” ― Mario Melfi/ Φοίβος Ατρείδης ― Refrain )

Σαν τραγουδάκι ερωτικό
είν' η ζωή μας πολύ γλυκό
με όνειρα πολλά
μεθυσμένα τρελά,
μας ξεγελά...

(Σκοτάδι)