Η αβίαστη πολιτική του ποιήματος

Η αβίαστη πολιτική του ποιήματος



Απ’ όσο κοντύτερα κοιτάει κανείς μια λέξη από τόσο μακρύτερα εκείνη του γυρίζει το βλέμμα
ΚΑΡΛ ΚΡΑΟΥΣ







Ζούμε ακόμη ευτυχώς σε έναν κόσμο που δεν έχει εξηγηθεί πλήρως από την επιστήμη ή κάποιες πτυχές του έχουν τεθεί από τη μικροφυσική σε τέτοια πλαίσια ερμηνείας ―όπως αυτά της κβαντομηχανικής― που η κοινή εμπειρία είναι αδύνατο να τα προσεγγίσει βιωματικά, ώστε ο άνθρωπος να παραμένει ασύμπτωτος με τα επιστημονικά σημαίνοντα μιας ορολογίας που αφορά το χρόνο και το χώρο του. Το αντίστροφο συμβαίνει με τις «ψυχικές υποθέσεις» του, όπου για τα σημαινόμενα του εσωτερικού του κόσμου δεν υπάρχουν διαθέσιμα στη γλώσσα αντίστοιχα σημαίνοντα με αποτέλεσμα να κυκλοφορούν στις συνειδήσεις ως ανείπωτα.
Και οι δύο παραπάνω περιπτώσεις, επιστημονικού αβίωτου και συγκινησιακού λεκτικού ελλείματος σε σχέση με τη μετάφραση του βιβλίου του κόσμου και της ψυχής στην ανθρώπινη εμπειρία, φέρνουν στο νου αναλογικά όσον αφορά τη μερικότητα εμπειρίας και έκφρασης της ανθρώπινης κατάστασης, τον συνεχή εσωτερικό και ασύνειδο παραστασιακό ρου που μας κατακλύζει χωρίς να διαυγάζεται σε συνειδητά βιωματικά και γλωσσικά συμβάντα.
Σαν αποτέλεσμα αυτού του αμίλητα βιωμένου συναισθήματος ή αβίωτα μιλημένου της επιστημονικής ορολογίας, προκύπτει το ασύμπτωτο στην ταύτιση του φυσικού και ψυχικού κόσμου με τις στομωμένες εκφραστικές εξόδους του ή τις εννοιολογικές αφαιρέσεις που του έχουμε προσδώσει, δημιουργώντας εμφατικά την αίσθηση υστέρησης του γλωσσικού και βιωματικού εγώ -και σε αντίθεση με τη σημερινή κοινωνική δεσπόζουσα της ατομικής αυτοπραγμάτωσης- σε σχέση με τον τεχνικά αναπεπταμένο και ψηφιακά πλέον υπολογιστικό άνθρωπο, αλλά μόνο δυνητικά εφαπτόμενο ως σκοπούμενη βιωματική ταύτιση με τον γνωστικό εαυτό του. Και το κοινωνικό ισοδύναμο της απόστασης από αυτή τη δυνητική διαστολή του εγώ -πέρα από εκείνη του κριτικά αναστοχαστικού από του βεβαιωτικά ρηχού και πληροφοριακά κορεσμένου γνωστικού υποκειμένου- είναι το τεράστιο διάστημα που μας χωρίζει από τη δυνατότητα να μπορούμε, ως συναισθητικά ταυτιζόμενος εαυτός, να «μπαίνουμε» στη βιωμένη θέση των πασχόντων άλλων.
Όμως η παραπάνω επισήμανση του πλεονάσματος των εσωτερικών παραστάσεων σε σχέση με τη συνείδησή μας, δεν μπορεί να μη μας φέρει στο νου την δυνατότητα αλληλοπεριχώρησης που διαθέτει, σαν άλλος αναπεπταμένος εαυτός, το πολύσημο έργο τέχνης, και ειδικότερα ο ποιητικός λόγος ως ο κατεξοχήν αισθαντικός φορέας σημείων προς αντιστοίχιση με σημαινόμενα. Γιατί αυτή η ελλειμματική διαφορά του εγώ, επιπλέον εκείνης της μέσω σημείων άρα ασυνεχούς ψηφιακής γραφής σε σχέση με τις αναλογικά συνεχόμενες συγκινήσεις και σημασίες στην ψυχή και τον κόσμο, εκτός από πρόκληση για το συναισθητικό πεδίο, είναι και φαντασιακό αποθεματικό για τη θεσμίζουσα έναντι της θεσμισμένης κοινωνίας, αλλά και για την τέχνη και ειδικότερα για την ποίηση, που ως τέχνη του λόγου έρχεται αντιμέτωπη με την αποστολή να διαστείλει τις ήδη γνωστές λέξεις ή να δημιουργήσει άλλες με τέτοιο τρόπο ώστε να συνηχήσουν εντός τους αυτά τα άρρητα κοσμικά και ψυχικά σημαινόμενα.
Έτσι προκύπτει και η αβίαστη πολιτική του ποιήματος να μην εκφράζει μόνο τον ποιητή αλλά και τον κόσμο μέσω αυτού, διαστέλλοντας το εγώ του σε αλληλοπεριχωρητικό εαυτό, κατά το ανιδιοτελές -σε σχέση με προσωπικά συμφέροντα- και κοινωνικά προβολικό πρόταγμα της ποιητικής αισθητικής, που έχει ως πρότυπό της την ισότιμα λειτουργική συνεργασία των μερών του ποιήματος χάριν του συνόλου. Κάτι που αποδεικνύεται από την ευπάθειά του στην παραμικρή εκ των υστέρων επέμβαση σε αυτό. Μια ευπάθεια όμως, που ως ευαισθησία σε σήματα συνιστά προϋπόθεση για την εκ μέρους του ικανότητα διασταλτικής δωρεάς μέσω των λέξεών του.
Και επειδή το ποίημα ως τέχνη του λόγου εμπεριέχει και την ελάχιστη ή μεγαλύτερη προσωπική μαρτυρία για την ύπαρξη, η δυσκολία αναπέτασης του συγγραφικού εγώ του ποιητή σε συλλογικό εαυτό χωρίς να περιπέσει στο ολίσθημα του ωμά εξομολογητικού, παρεμβατικού ή αλληλέγγυου λόγου, που θα βλάψει αισθητικά το ποίημα -όταν μάλιστα υπάρχουν στον σύγχρονο κόσμο τόσα άλλα είδη λόγου άμεσης καταγγελίας και επίκλησης- είναι πολύ μεγάλη. Έτσι, θα πρέπει να επινοήσει έναν τρόπο ώστε τα σημαίνοντα του ποιήματος να εφαρμόζουν την πολιτική της διαστολής τους είτε μέσω της υπαινικτικής έως πολύσημης ελλειπτικότητάς τους, που ακολουθήθηκε κυρίως στα ποιήματα του μοντερνισμού, είτε μέσω της αντικατάστασης της ενικής ποιητικής φωνής με την ανακεφαλαιωτική της παράδοσης και της ιστορίας πολυφωνία σε πληθυντικά ποιήματα ή μέσω ακόμη και εκείνων των ειδολογικής υπέρβασης μικτών κειμένων ―που εγκιβωτίζουν στο ποιητικό σώμα μη στιχοποιητικές μορφές και είδη όπως το δοκίμιο, το χρονικό, το ρεπορτάζ κλπ.― της μεταμοντερνιστικής περιόδου που βιώνουμε τώρα.
Όμως, σε κάθε περίπτωση, ο μηχανισμός μετάβασης από την ωμή πραγματικότητα στο ποίημα προϋποθέτει τη διαστολή των σημαινόντων στην ποιητική γραφή, έτσι ώστε οι ήδη γνωστές λέξεις να ενθηκεύουν στο σώμα τους αυτό το συγκινησιακά ανείπωτο και βιωματικά ανέπαφο ως τώρα, που αφήνει χώρο σε μια δυνητική αναπέταση του εγώ του ποιητή σε συλλογικό-συμπαντικό εαυτό. Με άλλα λόγια, το ποίημα οφείλει να αναδεικνύει αυτό που εννοούσε ο Πάουλ Τσέλαν όταν έγραφε πως ο ποιητής ζει στο περιθώριο του εαυτού του.
Και είναι εκτός αυτού του περιθωρίου του εγώ, που λαμβάνει χώρα η αναβάθμιση της συγκίνησης σε υπαρκτική αξία διαστολής του ώστε να συμπεριλάβει το μη προσωπικά βιωμένο, και προσδίδει έμμεσα στο ποιητικό σώμα αλλά και στην εμπειρία του αναγνωστικού του υποκειμένου κάθε δυνατή λογοτεχνικά συναισθητική στάση προς τον κόσμο και τα πάθη των άλλων. Κάτι που ασκούμενο μέσω της συστηματικής γραφής και ανάγνωσης τέτοιων ποιημάτων, καθιστά ορατή την οιονεί ουτοπική ―άρα βελτιωτική ως προς την υφιστάμενη ατομική και κοινωνική ευαισθησία των υποκειμένων της― αβίαστη πολιτική της ποίησης προς την προϋπόθεση μιας συλλογικότητας. Κι αυτή δεν είναι άλλη από τη συστατική κάθε δυνητικής συλλογικότητας κοινή συνείδηση ―εν προκειμένω αντίρροπα στης εποχής μας την ακραία εξατομίκευση―… πως η σημερινή δυστοπική ανθρώπινη κατάσταση δεν ήταν ιστορικά αναπόφευκτη από τη στιγμή που δεν οφείλεται στη φύση του ανθρώπου, όπως δείχνουν χιλιάδες χρόνια ιστορίας του πάνω στη γη, συγκρινόμενα με το σχεδόν μόλις 0,5% χρονικής διάρκειας οικονομικοτεχνικού εγωιστικού παροξυσμού του σε σχέση με τη συνολική επί της γης ιστορία του, άρα και δυνητικά αναστρέψιμη.
Μήπως λοιπόν, στο σημερινό επίπεδο συσσωρευμένης ιστορίας εκβιασμών ή παραπλάνησης των λαών χάριν αδίκων, ανέφικτων ή ανεφάρμοστων εθνικών, θρησκευτικών, ιδεολογικών και υλιστικών οραμάτων ήρθε η στιγμή να λειτουργήσει ως πρότυπο μακροπρόθεσμης πολιτικής η αβίαστη ισοτιμία στοιχείου και συνόλου του ποιήματος στην κοινωνική προβολή της, όταν και η παραμικρή ασέβεια προς μια λέξη του στιγματίζει το συνολικό αισθητικό αποτέλεσμα, ή όταν η έκκεντρη κατανομή του εκφραστικού του φορέα απαξιώνει τον πυρήνα τής μιας κεντρικής εξουσίας, ή επίσης ο ζυγισμένος μερισμός των μέσων του σε σχέση με την αισθητική ορατότητα του αναγνώστη παραπέμπει στον κοινωνικά φαντασιακό τρόπο ορατότητας πίσω από καταστάσεις που παρουσιάζονται ως ανέκκλητα δεδομένες, αλλά και η ποιητική της «σκοπιμότητας χωρίς σκοπό» ανιδιοτέλειά του σε σχέση με ατομιστικές βλέψεις και προβολές, λειτουργεί τροχιοδεικτικά για ένα μέλλον χειραφέτησης του ανθρώπου από επουσιώδεις κομφορμισμούς και διακρίσεις ισχύος, μέχρι να γίνει αισθητός ο ουσιαστικός βίος κάτω από ένα παραφορτωμένο βιος;
Κι αν όλα αυτά είναι ήδη γνωστά, τότε μήπως η πολιτικά γνωστική αξία του ποιήματος έγκειται στην αριστοτελική «αναγνώρισή» τους πίσω από τα σημαίνοντά του, όχι ως νέων ανακαλύψεων αλλά απλώς λησμονημένων στόχων από μια ατέρμονη καραμπόλα προθέσεων να τους πραγματώσουμε, που μας παρέσυρε σε έναν κυκεώνα προσθέσεων κομφορμιστικών επικαλύψεων ευτυχίας, σε μια ζωή που το μόνο που χρειαζόταν για να γίνει ουσιαστική ήταν η αφαίρεση του πέπλου της κοινωνικής λήθης από την αλήθεια μέχρι την ανθρώπινη αυτοσυνείδηση, κι όχι ατέρμονα «θα» και «να» μιας ετερογονίας των υπαρξιακών σκοπών του ανθρώπου από έναν επιλήσμονα των πραγματικών αναγκών του, και γι’ αυτό επιλεκτικής μνήμης όσον αφορά τους ευνοούμενούς του, κοινωνικά υλικό πλεονασμό σε αντίθεση με την οικονομία και δικαιοσύνη του ποιήματος;

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: