Η απουσία απ’ την παρουσία χωρίζεται από μια λεπτή μεμβράνη

Η απουσία απ’ την παρουσία χωρίζεται από μια λεπτή μεμβράνη

Χλόη Κουτσουμπέλη, «Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες», Κίχλη 2026




Η Χλόη Κουτσουμπέλη (Κρατικό Βραβείο Ποίησης 2017) είναι μια από τις πλέον αναγνωρίσιμες φωνές στα ελληνικά γράμματα, έχοντας σημαντικό έργο τόσο στην ποίηση όσο και στην πεζογραφία. Η τελευταία της ποιητική συλλογή με τον παράξενο τίτλο Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Κίχλη με ένα πολύ ελκυστικό εξώφυλλο σχεδιασμένο από την Όλγα Καριτζή.
Η θεματική στην ποίηση της Κουτσουμπέλη δεν αλλάζει με τα χρόνια. Το πένθος, η απώλεια, η φθορά σώματος και ψυχής, οι δύσκολες ανθρώπινες σχέσεις, η δηλητηριώδης οικογένεια, είναι οι σταθερές συνιστώσες, τα γνώριμα εφαλτήρια της έμπνευσής της. Αυτό που αλλάζει, εξελίσσεται και βαθαίνει, και στην παρούσα συλλογή λάμπει, είναι η ποιητική της, εμπλουτισμένη από στοιχεία διακειμενικότητας, πραγματολογικές αναφορές και περιγραφές σκηνών με έντονη δραματικότητα. Εδώ η Κουτσουμπέλη δείχνει να βρίσκεται στην πιο ώριμη ποιητική της στιγμή. Η συλλογή αποτελείται από δύο διακριτά μέρη με επιμέρους τίτλους “Χωρίς” και “Με”, που, συνδυαζόμενοι, δίνουν την κλητική του χωρισμού (χωρισμέ). Αυτό πιθανόν να είναι τυχαίο και να υπέπεσε μόνο στη δική μου εμμονική αντίληψη περί κρυμμένων σχέσεων και αναλογιών. Ίσως όμως και να μην αποτελεί απλή σύμπτωση, αφού ολόκληρη η συλλογή πάλλεται από μια σπαρακτική θρηνωδία για τον αδόκητο, ισοπεδωτικό χωρισμό και το χαίνον έλλειμμα, τη μαύρη τρύπα που καταλείπεται σε αυτούς που μένουν πίσω. Η απουσία απ' την παρουσία χωρίζεται από μια λεπτή μεμβράνη, δηλώνει το ποιητικό υποκείμενο στο προλογικό άτιτλο πεζοποίημα της συλλογής.
Τα ποιήματα της Κουτσουμπέλη, τόσο στις προηγούμενες αλλά ακόμα περισσότερο σε αυτή τη συλλογή, είναι διηγήσεις, βιωμένες ιστορίες των εκάστοτε ποιητικών υποκειμένων, εκρηκτικά μικρά μονόπρακτα, tableaux vivants που διακτινίζονται από διαφορετικά ορόσημα τόπου και χρόνου και διαπλεκόμενα δημιουργούν αλλόκοτη συγκίνηση στον αναγνώστη.
Το στίγμα της συλλογής διακρίνεται ήδη από το πρώτο ποίημα της ενότητας “Χωρίς”, που δίνει και τον τίτλο στη συλλογή. [...] Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες./Σπάζουν ξαφνικά, χωρίς πρώτα να ραγίσουν. Το ποίημα πραγματεύεται το κεντρικό θέμα της συλλογής, την ξαφνική απώλεια. Η ποιήτρια χρησιμοποιεί με περισσή φαντασία εικόνες από την καθημερινότητα, τις οποίες προεκτείνει συνειρμικά σε ανοίκειες διαστάσεις, επιτυγχάνοντας μια ατμόσφαιρα μαγική, παραμυθένια. Το δεύτερο ποίημα έχει τίτλο “Το ρήγμα”, ένα ρήγμα που, όταν εμφανίζεται μέσα στο σπίτι, ρουφάει αδιακρίτως ετερόκλιτα αντικείμενα προερχόμενα από το μεταίχμιο ονείρου και παραίσθησης, από ένα limbo μεταξύ ύπνου και θανάτου. Αυτή η εικονοπλαστική ικανότητα της Κουτσουμπέλη νοηματοδοτεί σε βάθος χρόνου το ποιητικό της έργο εξασφαλίζοντας τον απαραίτητο βαθμό ανοικείωσης που καθιστά τα ποιήματά της γοητευτικά και καθόλου προβλέψιμα.
Η ποιήτρια χρησιμοποιεί γνωστά πρόσωπα, άλλοτε ιστορικά και άλλοτε επινοημένα, από τον χώρο της λογοτεχνίας ή των εικαστικών τεχνών, τα οποία σκηνοθετεί γοητευτικά σε περιστάσεις φανταστικές με λοξή θεώρηση και ποιητική αυθαιρεσία. Στο ποίημα “Ο μύθος λέει” διαβάζουμε: [...] ύστερα από σαράντα μέρες νηστείας/ ο Πυθαγόρας, ο Μωυσής και ο Βούδας/ βουτήξαν στο πηγάδι έναν κουβά/ ανέσυραν τη σάρκα του φεγγαριού/ κι ήπιαν το νερό των αστεριών.

Ιδιαίτερη θέση στην ποιητική της Κουτσουμπέλη κατέχουν τα καθημερινά, ασήμαντα αντικείμενα, τα οποία, άλλοτε δια προσωποποίησης κι άλλοτε μέσω συμβολιστικής επαναθεώρησης, προσδίδουν δραματική ένταση, απόκοσμη ατμόσφαιρα και υπερβατική διάσταση στις ποιητικές της αφηγήσεις. Στο ποίημα “Οι μονές κάλτσες της κυρίας Σίνγκερ”, οι κάλτσες της μυστηριώδους κυρίας Σίνγκερ με το πέρασμα του χρόνου χάνουν τα ταίρια τους, [...] οι μονές άσπρες κάλτσες/δαγκώνουν η μία την άλλη στον λαιμό μες στο συρτάρι/ ενώ οι πολύχρωμες/ δελφίνια, αναπηδούν σε παράταιρα παπούτσια. Τα ταπεινά αξεσουάρ της γκαρνταρόμπας αποκτούν συμβολική διάσταση, διαμεσολαβώντας με απαράμιλλη ζωντάνια την απώλεια, τη μοναξιά και το σπαρακτικό πένθος που μεταλλάσσεται σε οργή και επιθετικότητα.
Η Λόλα, το γνώριμο κοριτσάκι των σχολικών αναγνωστικών, η Λόλα της Τρούμπας και η Γερμανίδα Λόλα στο Βερολίνο του 1990, συναντιούνται ελέω ενός ποιητικού συγκρητισμού σε μια πολυδιάστατη και ταυτόχρονα ανυπόστατη γυναικεία μορφή που τρέχει, πηδάει στα βράχια, στροβιλίζεται στ' αγκάθια και στο τέλος τρώει τα μέλη της. Το ποιητικό υποκείμενο παρακολουθεί τις διαδρομές της Λόλας μεταφέροντάς μας άλλοτε αθώες, παιδιάστικες εικόνες, [...] Χαίρεται, χαίρεται η Λόλα. /Φορά λευκά, κρατάει τόπι, [...] και άλλοτε εφιαλτικές σκηνές [...] τώρα χωρίς χέρια, χωρίς πόδια,/ βρίσκει επιτέλους το χαμένο της μήλο./ Μα δεν είναι μήλο./ Είναι απλώς μια ακόμα γη σε αποσύνθεση.
Εκτός από τα αντικείμενα, η Κουτσουμπέλη χρησιμοποιεί ευρέως τα ζώα, που άλλοτε βρίσκονται στο φυσικό τους περιβάλλον ενώ άλλοτε εισβάλλουν απροειδοποίητα, ορμητικά και με καταλυτικό τρόπο στον κόσμο των ανθρώπων. Στο ποίημα “Το τελευταίο φιλί”, το ποιητικό υποκείμενο διακρίνει τύπους φιλιού και τους συσχετίζει με είδη πουλιών, φιλί σπουργίτης, φιλί περιστέρι, φιλί γύπας, φιλί κουκουβάγια, για να καταλήξει σε ένα μικρού μεγέθους ανώνυμο πουλί που [...] πέφτει τρυφερά ένα πρωί στα χείλη/ χωρίς οι άνθρωποι ακόμα να γνωρίζουν/ πως αυτό θα είναι το τελευταίο τους φιλί.

Το δεύτερο μέρος της συλλογής, που επιγράφεται «Με», περιλαμβάνει ποιήματα που έχουν άμεσες αναφορές σε ιστορικά πρόσωπα. Ο κύκλος με τίτλο “Φραντς Κάφκα” περιλαμβάνει τέσσερα ποιήματα εμπνευσμένα από τη ζωή του Κάφκα και τις σχέσεις του με τα μέλη της οικογένειάς του. Ο κύκλος “Πέντε πίνακες της Φρίντα Κάλο” χρησιμοποιεί ως αφετηρίες τους εμβληματικούς πίνακες της Κάλο “Το λεωφορείο” (1929), “Οι δύο Φρίντες” (1939), “Πληγωμένο ελάφι” (1946), “Ο Ντιέγκο κι εγώ” (1949) και “Viva la vida” (1954). Το τελευταίο ποίημα αυτού του μέρους παίρνει τον τίτλο του από το γνωστό βιβλίο του Ιουλίου Βερν Ο γύρος του κόσμου σε ογδόντα μέρες. Πρόκειται για μια ονειρική περιπλάνηση στο παρόν και το παρελθόν, έναν νοητό περίπλου ή μια υπερπόντια πτήση σε τόπο και χρόνο, με επιρροές από Εμπειρίκο και Βαρβέρη, με περιγραφές έντονης θεατρικότητας και με παραισθητικές, σχεδόν εφιαλτικές εικόνες που θυμίζουν Αποκάλυψη. [...] Χάσκουμε, χωλαίνουμε, χανόμαστε, με τρία, δύο ή χωρίς πόδια/ διαλυόμαστε στο τσιγαρόχαρτο που μας καπνίζει/ ή είμαστε το αέριο που βοηθάει στην άνωση;

Η συλλογή Οι άνθρωποι δεν είναι τσαγιέρες αποτελεί τη γόνιμη συνέχεια του ποιητικού έργου της Χλόης Κουτσουμπέλη, φέροντας το γνώριμο στίγμα της γραφής της, η οποία βρίσκεται στην πιο ώριμη και ενδιαφέρουσα φάση της. Η υπαρξιακή αγωνία, το σπαρακτικό πένθος, η αδόκητη απώλεια είναι τα θέματα που διαποτίζουν τη συλλογή, λεπτοδουλεμένα με την ποιητική σμίλη της Κουτσουμπέλη και ενδεδυμένα κοστούμια και μορφές υπαρκτών και φανταστικών ανθρώπων ή προσωποποιημένων ζώων και αντικειμένων. Χρησιμοποιώντας τον δικό της αόρατο θίασο και μουσικές εξαίσιες η Χλόη Κουτσουμπέλη σκηνοθετεί το διαχρονικό ανθρώπινο δράμα και μας καλεί θεατές, με μια ρητή προειδοποίηση: […] Στην κανονική παράσταση/ θα κληθείτε ακριβώς στην ώρα σας.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: