
Ταξίδι στο χρώμα
Είναι εύκολο να οργανώσεις το ταξίδι σου σήμερα με την υπερπληθώρα ταξιδιωτικής πληροφόρησης παρεχόμενης αφειδώς και ποικιλοτρόπως κατ’ αρχάς σε όλο το διαδίκτυο. Σημασία έχει, όμως, να εμπιστεύεσαι τη γνώμη και τις υποδείξεις έμπειρων ταξιδιωτών για λιγότερο προβλέψιμες περιηγήσεις που ίσως αποδείξουν «με πόσες ανοησίες είναι γεμάτοι οι ταξιδιωτικοί οδηγοί», όπως τουλάχιστον υποστήριξε κάποτε ο κοσμογυρισμένος ρεπόρτερ Πίτερ Αρνέτ σε σχετική συζήτησή του με τον Αναστάση Βιστωνίτη. Αν, για παράδειγμα, ευρισκόμενος στο Χονγκ Κονγκ, όπως συνέβη με τους δύο συνομιλητές, παρακάμψεις τις συμβουλές των ταξιδιωτικών πρακτορείων κι ακολουθήσεις άλλες διαδρομές, θα οικειοποιηθείς την πολλαπλή τοπικότητα του υπερσυνωστισμένου τόπου γνωρίζοντας από κοντά την ανθρωπογεωγραφία του. Μπορείς, λοιπόν, να βρεθείς Κυριακή πρωί στο πάρκο Βικτώρια (με όνομα-σημαίνον της αποικιοκρατίας) και να ανταμώσεις τις νέες εποίκους από τις Φιλιππίνες, τη Μαλαισία και την Ινδονησία, που στο κυριακάτικο ρεπό τους συναντιούνται ντυμένες με πολύχρωμες φορεσιές, ανταλλάσσουν τα νέα τους, φλυαρούν δυνατά, φωτογραφίζονται για να στείλουν στιγμιότυπα στους δικούς τους, συνωθούνται μετά στο μετρό ή στο τραμ για την επιστροφή στα σπίτια όπου εργάζονται ως υπηρέτριες. Με την ενδυματολογική τους πολυχρωμία και το έντονο μακιγιάζ των ματιών τους μοιάζουν σαν «να βγήκαν από το θέατρο σκιών της Ιάβας», σαν «πλάσματα των δασών της θάλασσας, των χρωματιστών φωτοσκιάσεων».
Αν οι ταξιδιωτικοί οδηγοί δεν περιλαμβάνουν στις σελίδες τους αθέατες ετεροτοπίες ή ασυνήθιστα όμορφα χρώματα της πόλης σαν τα παραπάνω, έρχεται η ματιά του καλλιτέχνη ή του ποιητή να τα εντοπίσει και να τα περιγράψει. Όπως μάλιστα υποστηρίζει ο Κλάουντιο Μάγκρις στο βιβλίο του Στιγμιότυπα, αφού η ποίηση διαθέτει τη σημαντική ιδιότητα να δημιουργεί τα ονόματα των πραγμάτων, ίσως υπάρχουν ανά τον κόσμο συγγραφείς καθένας από τους οποίους μπορεί να βρει ονόματα για εκείνες τις λεπτές και σπάνιες αποχρώσεις, που στον Χρωματικό άτλαντα Dumont (όπου καταγράφονται συνολικά 999 διακριτές αποχρώσεις) κατονομάζονται απλώς με αριθμητικούς συνδυασμούς, αφού κανένα λεξικό δεν μπορεί να συμπεριλάβει τόσες ονομασίες. Αναλογιζόμενος κάποια ταξίδια του στην Ευρώπη ο Αναστάσης Βιστωνίτης παραδέχεται ότι για τον καλλιτέχνη η αξία της Ευρώπης έγκειται ακριβώς «στο βάθος των αποχρώσεών της» και «το πολλαπλό και ποικίλο των εσωτερικών της διαδρομών». Και αυτές τις ποικίλες αποχρώσεις εντοπίζει, αυτές μέσω της γλώσσας κατονομάζει, διακρίνει χρώματα κι αφουγκράζεται διακριτικά ηχοχρώματα, επιχειρεί μέσω των ταξιδιών του εκείνες τις διαδρομές που τον βοηθούν να ανοίξει «τα παράθυρα του αγνώστου». Στην πραγματικότητα ο Βιστωνίτης χαρτογραφεί τον ίδιο τόπο τόσο στην ιδιότυπη ταξιδιογραφία του όσο και στην ποίησή του: την terra incognita που επί της ουσίας εκτείνεται εντός του, έχει τα δικά του χρώματα, σκοτεινά και φωτεινά, είναι δυσεξερεύνητη και γι’αυτό ανεξάντλητη. Φέροντας στις αποσκευές του «το κρυμμένο υπόστρωμα» των πολιτισμικών του καταβολών ο ταξιδιώτης Βιστωνίτης επιχειρεί οικειοποιήσεις του Άλλου και των άλλων, δοκιμάζει διαρκείς μετατοπίσεις της οπτικής του, διαρκείς «ρωγμές στην κουλτούρα και στη ζωή» του, αναγνωρίζει σε κάθε νέα επαφή με το άγνωστο τον δικό του άγνωστο κόσμο, ενώ μεταφέροντας το ταξίδι στην αφηγηματική πράξη ενεργοποιεί μνήμες λανθάνουσες και ως τώρα αδρανείς, βυθισμένες «στα νερά του νόστου», ζωντανεμένες κι ορατές σε αυτά τα αποκαλυπτικά «παράθυρα του αγνώστου». Η ταξιδιογραφία του Αναστάση Βιστωνίτη χρωματίζεται και στο βιβλίο Τα Παράθυρα του Αγνώστου. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι με χρώματα της παιδικής του ηλικίας.
Τι γυρεύω εγώ εδώ;
«Τι γυρεύω εγώ εδώ;» αναρωτιέται προγραμματικά στο ομότιτλο εισαγωγικό κεφάλαιο του βιβλίου ο αφηγητής του. Τι γυρεύει ένας Έλληνας «ποιητής που γράφει και πρόζα»* σε διαλογικά μεταίχμια ανθρωπολογικά, τοπογραφικά, ιστορικά και γλωσσικά, επανεπισκεπτόμενος δια της γραφής του μακρινούς τόπους που κατά καιρούς γνώρισε; Και πώς καταλήγει αφηγούμενος τις περιηγήσεις του σε μια φαντασιακή αναχαρτογράφηση του κόσμου, μια εν πολλοίς ποιητική γεωγράφηση στην «επικράτεια του πολιτισμού», επαναπροσδιορίζοντας ταυτοχρόνως την ατομική του ταυτότητα μέσω της ετερότητας; Και σε αυτό το βιβλίο του ο συγγραφέας ανακαλεί (εκτός προγραμματισμού και πεπατημένης, χωρίς προηγούμενες σημειώσεις κι επισημάνσεις με αστερίσκους) στιγμές από τα ταξίδια του στον κόσμο, τις αφηγηματοποιεί με ενάργεια, διευρύνοντας και αλλάζοντας όχι μόνον την οπτική του ταξιδιώτη, αλλά ―το πιθανότερο― και του ίδιου του αναγνώστη.
Τι γυρεύει, λοιπόν, για έβδομη φορά στην Κίνα ο ταξιδιώτης του Βιστωνίτη, τι μαργαριτάρια αλιεύει στον πολιτισμικό της ωκεανό; Πώς γνωρίζει για τον παθιασμένο Κινέζο προφήτη Χονγκ Χσιουτσουάν και διαβλέπει ότι σε λίγα χρόνια η Άπω Ανατολή θα γιορτάζει Χριστούγεννα και η Κίνα θα διαθέτει τον μεγαλύτερο παγκοσμίως χριστιανικό πληθυσμό; Πώς αντικρίζει το άθικτο «πρόσωπο του παντοτινού», την αιωνιότητα ως αδιάλειπτο παρόν μπροστά στον τάφο του Κομφούκιου στο Τσιφού της επαρχίας Σαντόνγκ; Ο «αληθινός ταξιδιώτης» ξεστρατίζει από τα τουριστικά πλήθη, επισκέπτεται την πόλη Τσινγκχάι της Κίνας και συναντά στην όχθη της εντυπωσιακής λίμνης της το Σινικό Τείχος των ποιητών με την εικόνα του Καβάφη δίπλα σε αυτήν του Γέιτς. Ακολουθεί τον δρόμο των καραβανιών στην Τρίπολη, περιδιαβαίνει την παλιά, ακατοίκητη πόλη του λιβυκού Γκαντάμες παρατηρώντας τις ενωμένες ταράτσες των σπιτιών της, τόπο συνάντησης των γυναικών που έπρεπε να είναι αθέατες. Ο ταξιδιώτης εκπλήσσεται, απορεί, δεν αποφεύγει αναγωγές και συγκρίσεις, βλέποντας αναγκαστικά με τη ματιά του Δυτικού και διακρίνει εύκολα το τίμημα που θα πληρώσει η Δύση για τη μεταφορά όλων σχεδόν των παραγωγικών διαδικασιών στην Ασία. Ελίσσεται ανάμεσα στις αντιθέσεις και συντυχαίνει στο Μπαλί τόσο τους «κοκορόμυαλους» εκείνους Μπαλινέζους που παθιάζονται δια βίου με τις κοκορομαχίες, όσο και το γούστο, την παράδοση και την ευγένεια των ανθρώπων στο χωριό των ζωγράφων Ουμπούντ, στην καρδιά του Μπαλί. Στις ραγδαία αναπτυσσόμενες ινδικές μεγαλουπόλεις αντιλαμβάνεται την υποβόσκουσα σύγκρουση του παρία με τον νεόπλουτο. Γυρεύει μάταια ίχνη της «σατυαγκράχα» του Γκάντι στη σύγχρονη Ινδία, επισκέπτεται το σπίτι του στο χωριό Σεβαγκράμ, αλλά και το Πανεπιστήμιο Γκάντι. Επειδή, όμως, «τα θέματα μας επιλέγουν, δεν τα επιλέγουμε», οι εντυπώσεις αναδύονται ισχυρές και αυτόνομες, «αρνητικά εικόνων» στον σκοτεινό θάλαμο του χρόνου, «αποτυπώσεις της στιγμής» που αποδεικνύονται μακράς διαρκείας: τα εκφραστικά πρόσωπα των Ινδών με τα μεγάλα, λαμπερά, άλλοτε γελαστά κι άλλοτε θλιμμένα μάτια, όμοια με αυτά των νέων της ελληνικής επαρχίας του ’50, είναι μάλλον εκείνα που συνοψίζουν περισσότερο αυτό που μένει από το ταξίδι. Το κείμενο ταξιδεύει σε χρόνο και χώρο, γίνεται διαλογικός τόπος, τόπος διασταύρωσης, περιπλάνηση, ταξίδι με όλα τα μέσα μεταφοράς αλλά και με το πανίσχυρο όχημα της μνήμης.
Το τρένο της λογοτεχνίας, το τρένο της αφήγησης
Το τρένο λειτουργεί για τον Βιστωνίτη σχεδόν αταβιστικά ως όχημα κυρίως της μνήμης, αφού αυτό ήταν κάποτε το μέσο αναχώρησης από τη γενέτειρά του Κομοτηνή. Από τα μακρινά εκείνα ταξίδια με τον «μουτζούρη» έχουν αλλάξει πολλά και το επαρχιωτόπουλο του παρελθόντος έγινε ένα ανήσυχο, φιλοπερίεργο πνεύμα, ένας καταξιωμένος συγγραφέας, ένας πολύπειρος ταξιδιώτης και πολίτης του κόσμου. Το τρίμηνο σιδηροδρομικό ταξίδι του Βιστωνίτη στην ηπειρωτική Ευρώπη από το βορειοδυτικό ως το νοτιοδυτικό της άκρο ως μέλους μιας πολυεθνικής ομάδας λογοτεχνών από σαράντα ευρωπαϊκές χώρες το καλοκαίρι του 2000 καλύπτει μία εκτενή ενότητα του βιβλίου κι αποκαλύπτει ταυτοχρόνως την πορεία στην αφηγηματική ανάπλασή του. Ανακαλώντας τις ταχύτατα εναλλασσόμενες εικόνες από τα παράθυρα των συρμών και τις επισκέψεις στους τόπους, οι οποίες περνούν αργότερα μέσα στην αφήγηση «σαν λωρίδες από υποφωτισμένες φωτογραφίες», ο συγγραφέας επιβεβαιώνει την υποκειμενικότητα κάθε ταξιδιωτικής αφήγησης και τη δύσκολη επώασή της, όταν καλείται να επιλέξει αυτό που θα ανασυρθεί από «αξιοπερίεργα και ασημαντότητες, ράκη αφηγήσεων», για να συγκροτηθεί το σώμα της νέας αφήγησης, που θα απορροφήσει «εκείνα που διατρέχουν ως παράλληλο ρεύμα τις εικόνες που περνούν από μπροστά του».
Και πώς γίνεται αυτή η δύσκολη επιλογή; Στο βιβλίο του Το Παρασκήνιο της Μνήμης ο Βιστωνίτης αναφέρει, μεταξύ άλλων, κάποια χαρακτηριστικά της νεότερης ταξιδιογραφίας, που παραπέμπουν εμφανώς και στη δική του. Εκεί, για παράδειγμα, τονίζεται πως, στην πραγματικότητα, κάθε ταξίδι ξεκινά από το τίποτε, από μηδενική γνωστική αφετηρία, ακόμα κι αν συνδέεται με επίσκεψη σε μέρη γνώριμα, όπως στην περίπτωση του ταξιδιού μέσω του Literature Express. Δεν πρόκειται ακριβώς για άγνοια, αλλά για την άλλη της όψη, την αμφιβολία, που σημαίνει ότι πάντα ταξιδεύεις ανοιχτός στην εμπειρία, αδέσμευτος από προαποφασισμένες ιδέες, παρατηρείς συνεχώς ό,τι διαφεύγει ίσως της παρατήρησης των άλλων, μιλάς για τους τόπους όπως δεν έχουν μιλήσει άλλοι, μελετάς εκ των προτέρων την ιστορία τους, μεταφέρεις στον ταξιδιώτη την εικόνα και την ψυχή τους όπως εσύ κάθε φορά τους οικειώθηκες, δημιουργώντας ταυτοχρόνως και τον προσωπικό σου μύθο. Έτσι κι ό,τι επιλέγεται από αυτό το ταξίδι στην Ευρώπη συνιστά εν τέλει τον προσωπικό μύθο του συγγραφέα, αποφεύγει τις κοινοτοπίες καθώς και τις σταθερές στοχεύσεις, κάθε στιγμή του είναι και έκπληξη και κάθε στόχος που μπορεί να προκύψει στη διάρκειά του είναι κινούμενος, αλλάζει όπως οι τόποι και τα τοπία. Σε πολυσύχναστες πόλεις της Ευρώπης προκύπτουν, ας πούμε, άλλες διαδρομές, γιατί όχι και αυτές που χαράσσει η λογοτεχνία, κι ακολουθούνται έτσι τα ίχνη του Τζόις στην Τεργέστη ή του Χέμινγουεϊ στο νησί Κι Γουεστ. Στη Σλοβενία, επίσης, ο Έλληνας ταξιδιώτης αναζητά στο Κόπερ το άγαλμα του Καποδίστρια, ενώ στην κεντρική πλατεία στη Λιουμπλιάνα βιώνει την αρχή της Ελληνικής Επανάστασης λόγω του Συνεδρίου του Λάιμπαχ που διεξήχθη εκεί. Περνώντας από το ξενοδοχείο Ζλατορόγκ δίπλα στη λίμνη Μποχίν «συναντά» τον παλιό του ένοικο Νίκο Καζαντζάκη να περπατά στις όχθες της λίμνης και να σκέφτεται τον δικό του Ψηλορείτη ατενίζοντας τις Άλπεις. Επειδή, άλλωστε, η δύναμη του βιώματος είναι ένα ακόμη δεσπόζον (και ομολογημένο) στοιχείο στην ταξιδιογραφία του Αναστάση Βιστωνίτη, για αυτό ίσως στην ίδια λίμνη όπου περιφερόταν ο Καζαντζάκης, εκεί όπου μια γέφυρα οδηγεί στην εκκλησία του Ιωάννη του Βαπτιστή ο Βιστωνίτης βλέπει τη δική του παιδική ηλικία καθρεφτισμένη στη λίμνη Βιστωνίδα και στην ξύλινη γέφυρα που οδηγούσε στην εκκλησία του Αγίου Νικολάου.
Επιστροφή ή αναχώρηση
«Αυτό που παραμένει από την ταξιδιωτική εμπειρία αναδεικνύει παλιότερα βιώματα, φέρνει στο φως προγενέστερα υποστρώματα κι ενοποιεί το κοίταγμα του κόσμου. Ό,τι συναρπάζει τον αναγνώστη δεν είναι τόσο οι παραστάσεις των ξένων τόπων όσο τα κοιτάσματα του χρόνου, καθώς φωτίζουν κι αναπροσανατολίζουν το παρόν, ο ρυθμός μιας αέναης αναχώρησης κι επιστροφής» παραδέχεται ο Αναστάσης Βιστωνίτης στο Παρασκήνιο της Μνήμης. Κι αυτή η συναρπαστική περιπέτεια του συγγραφέα, που φεύγει και ξαναφεύγει και «περνάει ανεπαίσθητα τα σύνορα θέλοντας να οικειοποιηθεί τόπους, πόλεις και ανθρώπους», βρίσκει τον αναγνώστη πρόθυμο συνταξιδιώτη στη γραφή του. Σε κάθε ταξίδι, στη γραφή και στη ζωή, επιστρέφεις, όπως αποδεικνύεται, διαφορετικός, για να φύγεις πάλι εμπιστευόμενος την αμφιβολία, το φευγαλέο, τις εκπλήξεις, τις αντιφάσεις, τις παρεκκλίσεις, έτοιμος πάντα να παραδώσεις τη ματιά σου στα «παράθυρα του αγνώστου». «Ο αληθινός ταξιδιώτης δεν έχει σκοπό και μαγνητίζεται από το κενό» διαβεβαίωνε στο βιβλίο του Η Κοίτη του Χρόνου ο Βιστωνίτης, εξακολουθώντας, και με το τελευταίο του βιβλίο Τα Παράθυρα του Αγνώστου. Τόποι, πόλεις, άνθρωποι, το μακρύ ταξίδι του στην αναζήτηση των άλλων και του εαυτού, της βαθιάς ύπαρξης.
__________
*Συνήθης αυτοσύσταση του Βιστωνίτη.