
Για το ίδιο βιβλίο βλ. και https://www.hartismag.gr/harti...
______________
Κάποιοι συγγραφείς επινοούν έναν ακόμη κόσμο για να τον προσθέσουν στον δικό μας.
Κάποιοι άλλοι παίρνουν τον κόσμο που έχουμε μπροστά μας και τον κάνουν να μοιάζει για πρώτη φορά παράξενος.
Ο Αχιλλέας Κυριακίδης κάνει κάτι δυσκολότερο: μας πείθει πως ο κόσμος ήταν εξαρχής έτσι, απλώς εμείς δεν είχαμε κοιτάξει αρκετά.
Κάτι λείπει.
Κάτι έχει ξεχαστεί.
Κάποιος έχει χαθεί.
Κάποιος περιμένει.
Κάποιος που θεωρούσαμε νεκρό εξακολουθεί να μιλά.
Κάποιος που θεωρούσαμε ζωντανό έχει ήδη γίνει ανάμνηση.
Κάποιος κοιτάζει έναν καθρέφτη και δεν είναι πια βέβαιος ποιος κοιτάζει ποιον.
Και κάπου, στο βάθος, ένα κερί λιώνει.
Αυτό είναι, ίσως, το βαθύτερο αντικείμενο του Κεριού του Καρτέσιου: όχι το κερί, αλλά η αγωνία μπροστά στη μεταμόρφωση.
Ο Καρτέσιος αναρωτιέται τι παραμένει από το κερί όταν όλα τα αισθητά χαρακτηριστικά του έχουν μεταβληθεί. Ο Κυριακίδης μεταφέρει αυτή τη φιλοσοφική δοκιμασία από το αντικείμενο στο υποκείμενο:
Τι απομένει από εμένα όταν αλλάξω;
Τι απομένει από εμένα όταν γεράσω;
Όταν ξεχάσω;
Όταν με ξεχάσουν;
Όταν πεθάνει εκείνος που με έκανε αυτό που είμαι;
Όταν πάψει να υπάρχει ο τόπος όπου υπήρξα;
Όταν ο καθρέφτης μου επιστρέψει ένα πρόσωπο που δεν αναγνωρίζω;
Και, τελικά, τι απομένει από έναν άνθρωπο όταν έχει απομείνει μόνο μια φράση του;
Το βιβλίο του Κυριακίδη κυκλοφόρησε το 2024 από τις Εκδόσεις Πατάκη και αποτελείται από 28 μικροδιηγήματα. Η ίδια η παρουσίασή του μιλά για ένα καλειδοσκοπικό σύμπαν αλληγορίας, υπερβατικού, παραλόγου και φανταστικού, όπου η πραγματικότητα δεν εγκαταλείπεται αλλά αντιμετωπίζεται σαν «θεσπέσια οργανωμένη μυθοπλασία».
Η φράση αυτή είναι πολύ περισσότερο από εκδοτικό σχόλιο.
Είναι σχεδόν η ποιητική του Κυριακίδη.
Γιατί ο συγγραφέας δεν εγκαταλείπει την πραγματικότητα.
Την υποψιάζεται.

Το πρώτο τραύμα: η απώλεια του εαυτού
Δεν είναι τυχαίο ότι η συλλογή ανοίγει με έναν άνθρωπο που χάνει τον εαυτό του.
Το Ο άνθρωπος που έχασε τον εαυτό του μοιάζει με αφετηριακό μύθο ολόκληρου του βιβλίου.
Ο ήρωας επιστρέφει και βρίσκει ένα μήνυμα:
«Φεύγω, σ’ αφήνω, μόνο έτσι θα δεις λίγο παραπέρα από σένα, μόνο έτσι θα πάψεις να σκάβεσαι, μόνο έτσι
θα γράψεις για τους άλλους».
Η φράση μπορεί να διαβαστεί ως ερωτική εγκατάλειψη.
Μπορεί να διαβαστεί ως υπαρξιακή κρίση.
Μπορεί να διαβαστεί ως εντολή προς τον συγγραφέα.
Και ακριβώς επειδή επιτρέπει και τις τρεις αναγνώσεις, γίνεται ψυχαναλυτικά ενδιαφέρουσα.
Η απουσία εδώ δεν είναι απλώς απώλεια.
Είναι προϋπόθεση δημιουργίας.
Για να εμφανιστεί ο άλλος, πρέπει να υποχωρήσει το εγώ.
Για να γραφτούν «οι άλλοι», πρέπει να φύγει κάποιος από το κέντρο.
Και ίσως εδώ βρίσκεται μια από τις βαθύτερες αντιφάσεις της συγγραφής:
ο συγγραφέας γράφει εκκινώντας από τον εαυτό του, αλλά, την ίδια στιγμή, η πράξη της γραφής απαιτεί την προσωρινή εξαφάνισή του.
Το εγώ πρέπει να αποσυρθεί για να μπορέσει να δει.
Και αυτό δεν είναι τυχαίο σε έναν συγγραφέα που έχει αφιερώσει μεγάλο μέρος της ζωής του στη μετάφραση.
Ο μεταφραστής, στην ιδανική του εκδοχή, πρέπει να ακούσει μια ξένη φωνή χωρίς να την καταπιέσει, να την υποτάξει.
Να κατοικήσει προσωρινά τον άλλον.
Να γίνει άλλος.
Ο Κυριακίδης έχει μεταφράσει περισσότερα από 140 έργα και έχει ασχοληθεί εκτενώς θεωρητικά με την ίδια την πράξη της μετάφρασης.
Επομένως, η συγγραφική του ιδιοσυγκρασία δεν μπορεί εύκολα να διαχωριστεί από αυτή την εμπειρία της πολλαπλής φωνής.
Ο άλλος δεν είναι εμπόδιο στη γραφή.
Είναι η προϋπόθεσή της.

Ο συγγραφέας ως μεταφραστής του πραγματικού
Εδώ θα τολμούσα μια βασική θέση:
Ο Κυριακίδης γράφει όπως μεταφράζει και μεταφράζει όπως γράφει.
Τι σημαίνει αυτό;
Σημαίνει ότι δεν αντιμετωπίζει την πραγματικότητα ως κάτι αυτονόητα διαθέσιμο.
Η πραγματικότητα χρειάζεται μετάφραση.
Ένα γεγονός πρέπει να μεταφερθεί σε εικόνα.
Μια εικόνα σε λέξεις.
Μια λέξη σε άλλη λέξη.
Ένας νεκρός σε μνήμη.
Μια μνήμη σε αφήγηση.
Ένα τέλος σε αρχή.
Η μετάφραση είναι επομένως, στην περίπτωση του Κυριακίδη, κάτι περισσότερο από επαγγελματική
δραστηριότητα.
Είναι μοντέλο ύπαρξης.
Ο κόσμος είναι ένα πρωτότυπο που δεν μπορούμε ποτέ να διαβάσουμε απευθείας.
Τον μεταφράζουμε διαρκώς.
Και κάθε μετάφραση δημιουργεί μια μικρή απόκλιση.
Αυτή η απόκλιση είναι η μυθοπλασία.

Καθρέφτης και είδωλο
Η γραφή του Κυριακίδη είναι κατοπτρική.
Έχει ήδη επισημανθεί εύστοχα ότι στα διηγήματα υπάρχει μια σταθερή τάση αντιστροφής, ένας δεύτερος δρόμος πίσω από τον πρώτο, ένα κρυφό είδωλο κάθε ιστορίας.
Αλλά ο καθρέφτης έχει και ψυχαναλυτική σημασία.
Ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει τον εαυτό του απλώς επειδή είναι ο εαυτός του.
Τον αναγνωρίζει μέσα από μια εικόνα.
Και η εικόνα αυτή είναι πάντα λίγο ξένη.
Το εγώ συγκροτείται μέσα από το είδωλό του.
Γι’ αυτό ο καθρέφτης είναι τόσο ισχυρό αντικείμενο στον Κυριακίδη.
Δεν μας δείχνει ποιοι είμαστε.
Μας δείχνει το πρόβλημα του να είμαστε κάποιος.
Στο «Φινάλε αυτοβιογραφίας με spoiler» ο καθρέφτης γίνεται «βαθύς, ευρύχωρος, ασπρόμαυρος καθρέφτης».
Δεν είναι πλέον επιφάνεια.
Είναι χώρος.
Βάθος.
Σχεδόν τάφος.
Ο ήρωας δεν κοιτάζεται απλώς στον καθρέφτη.
Σκάβει μέσα του.
Σκάβει τον καθρέφτη «με τα ψέματα».
Τι είναι μια αυτοβιογραφία;
Μια αλήθεια;
Ή η πιο επιμελημένη μορφή ψέματος;
Και τότε έρχεται η μία φράση που δεν χρειάζεται καμία μυθοπλασία:
«Θα πεθάνω».
Η αυτοβιογραφία τελειώνει εκεί όπου τελειώνει η αυταπάτη.

Η ψυχανάλυση του «άλλου»
Ο Κυριακίδης μοιάζει να ενδιαφέρεται λιγότερο για το ερώτημα «ποιος είμαι;» και περισσότερο για το: «Ποιος είμαι όταν με βλέπει ο άλλος;»
Αυτό εξηγεί την πληθώρα των αφιερώσεων.
Οι αφιερώσεις δεν είναι διακοσμητικές.
Είναι η κοινωνική σκηνογραφία του βιβλίου.
Κάθε αφιέρωση τοποθετεί έναν άλλον μέσα στο κείμενο.
Και ο άλλος λειτουργεί σαν καθρέφτης.
Το βιβλίο αποκτά έτσι ένα δεύτερο, αόρατο σώμα: το σώμα των ανθρώπων στους οποίους απευθύνεται.
Είναι σαν ο συγγραφέας να λέει:
Αυτό που έγραψα δεν είναι απολύτως δικό μου.
Ανήκει και σε σένα.
Και ίσως αυτό να είναι η πιο ώριμη μορφή συγγραφικού εγώ:
το εγώ που δέχεται να μοιραστεί την ιδιοκτησία της φωνής του.

Η αφιέρωση ως αντίδοτο στη λήθη
Και εδώ οι αφιερώσεις συναντούν ένα από τα κεντρικά τραύματα του βιβλίου: τη λήθη.
Ο Άγνωστος Στρατιώτης λέει:
«Δεν είμαι άγνωστος».
Η Αμίλια Ίαρχαρτ δεν θέλει να καταγραφεί στους νεκρούς αλλά στο «μυστηριακό απουσιολόγιο».
Η Αξιοποίηση της λήθης μιλά για τον δημιουργό που απομονώνεται και ξεχνιέται. Από ποιόν άραγε;
«Εδώ είμαι, Μάγα. Κι όποτε θα με σκέφτεσαι, θα ‘μαι παντού».
Αυτά δεν είναι διαφορετικά θέματα.
Είναι η ίδια αγωνία σε διαφορετικές μεταμφιέσεις.
Η αγωνία να μην εξαφανιστείς ολοκληρωτικά.
Να μην ξεχάσεις και εσύ ο ίδιος τον εαυτό σου.
Και η λογοτεχνία γίνεται τότε ένα μικρό τελετουργικό διάσωσης.
Το όνομα γράφεται.
Η φωνή καταγράφεται.
Η ιστορία επαναλαμβάνεται.
Ο νεκρός ξαναμιλά.
Ο αγνοούμενος αποκτά θέση.
Ο ξεχασμένος αποκτά σελίδα.
Ο συγγραφέας δεν νικά τον θάνατο.
Κάνει κάτι πιο ταπεινό και ίσως πιο σημαντικό: καθυστερεί τη λήθη.

Η μικροδιήγηση ως άμυνα απέναντι στο άπειρο
Γιατί όμως τόσο μικρές ιστορίες;
Γιατί όχι μεγαλύτερη ανάπτυξη;
Εδώ η μικροδιήγηση αποκτά ψυχική λειτουργία.
Η ζωή είναι αχανής.
Η μνήμη είναι αχανής.
Ο θάνατος είναι αχανής.
Η Ιστορία είναι αχανής.
Ο Κυριακίδης τα αντιμετωπίζει με μικρές, αυστηρά οριοθετημένες φόρμες.
Σαν να λέει:
Δεν μπορώ να ελέγξω τον χρόνο.
Μπορώ όμως να ελέγξω μία παράγραφο του χρόνου.
Δεν μπορώ να νικήσω τη λήθη.
Μπορώ όμως να διασώσω μία εικόνα.
Δεν μπορώ να εξηγήσω τον θάνατο.
Μπορώ όμως να του δώσω μία πρόταση.
Η μικροδιήγηση είναι έτσι μια μορφή ποιητικής συμπύκνωσης αλλά και αντίστασης στο χάος.
Η πραγματικότητα είναι αχανής.
Η πρόταση έχει όρια.
Και ο άνθρωπος, έστω για λίγο, αποκτά τη δυνατότητα να βάλει τελεία.
Μόνο που ο Κυριακίδης, όπως θα δούμε, δυσπιστεί ακόμη και απέναντι στην τελεία.

Η αντιστροφή ως βασικός μηχανισμός
Ένας από τους σταθερούς μηχανισμούς της γραφής του είναι η αντιστροφή.
Ο μονόκερος βλέπει τον άνθρωπο.
Ο άγνωστος στρατιώτης μιλά.
Ο νεκρός επιστρέφει.
Το μέλλον γίνεται ανάμνηση.
Ο Βαν Γκογκ ζωγραφίζει έναν ήλιο που υπήρχε πριν από τον Βαν Γκογκ.
Το τέλος ξαναρχίζει.
Η λήθη αξιοποιείται.
Η απουσία γίνεται παρουσία.
Αυτό δεν είναι απλώς τεχνική ευφυΐα.
Είναι μια ολόκληρη οντολογία.
Ο Κυριακίδης μοιάζει να μην εμπιστεύεται τις απόλυτες αντιθέσεις.
Ζωντανός/νεκρός.
Παρών/απών.
Αλήθεια/ψέμα.
Πραγματικό/φανταστικό.
Αρχή/τέλος.
Όλα αυτά μπορούν να περάσουν το ένα μέσα στο άλλο.
Και τότε η πραγματικότητα αποκτά την ιδιότητα του ονείρου.
Όχι επειδή γίνεται μη πραγματική.
Αλλά επειδή αποδεικνύεται πολύ πιο παράξενη από όσο αντέχει ο ρεαλισμός.

Το χιούμορ ως άμυνα
Και εδώ βρίσκεται κάτι που δεν πρέπει να χαθεί σε μια υπερβολικά «βαριά» ανάγνωση του Κυριακίδη.
Ο συγγραφέας μιλά για θάνατο, αλλά δεν είναι πένθιμος συγγραφέας.
Μιλά για υπαρξιακή αγωνία, αλλά δεν είναι βαρύς.
Μιλά για λήθη, αλλά χαμογελά.
Αυτό είναι σημαντικό και ψυχαναλυτικά.
Το χιούμορ λειτουργεί σαν ώριμη άμυνα απέναντι στο άγχος.
Δεν αρνείται το τραύμα.
Το μετασχηματίζει.
Η Παναγία έχει δουλειές.
Ο μονόκερος απορεί με τον άνθρωπο.
Ένα νησί μοιάζει να κάνει κρουαζιέρα.
Η πραγματικότητα, ενώ πλησιάζει τον θάνατο, του κλείνει το μάτι.
Ο ίδιος ο εκδοτικός οίκος περιγράφει τα διηγήματα ως «ευφρόσυνα ανάλαφρα, ακόμη κι όταν η συγκίνηση
περισσεύει».
Αυτό δεν είναι δευτερεύον χαρακτηριστικό.
Είναι τεχνική επιβίωσης.
Ο Κυριακίδης ξέρει ότι αν κοιτάξεις τον θάνατο μόνο κατάματα, κάποια στιγμή θα τυφλωθείς.
Γι’ αυτό τον κοιτάζει από τον καθρέφτη.
Από την άκρη του ματιού.
Με ένα αστείο.
Με μια αναφορά.
Με ένα λογοπαίγνιο.
Με έναν μονόκερο.

Ο Μπόρχες δεν είναι απλώς επιρροή· είναι συγγένεια
Η σχέση με τον Μπόρχες είναι προφανής και τεκμηριωμένη και από το ίδιο το μεταφραστικό έργο του Κυριακίδη, ο οποίος έχει μεταφράσει τα πεζά του Μπόρχες και έχει γράψει ξεχωριστό δοκίμιο για τον συγγραφέα και την αγωνία της μετάφρασης.
Αλλά θα ήταν εύκολο να πούμε απλώς «ο Κυριακίδης είναι μπορχικός».
Και να τελειώσουμε.
Δεν αρκεί.
Η βαθύτερη συγγένεια είναι αλλού:
στον τρόπο με τον οποίο και οι δύο αντιμετωπίζουν την πραγματικότητα ως βιβλιοθήκη πιθανών πραγματικοτήτων.
Ο κόσμος δεν είναι ένα γεγονός.
Είναι εκδοχές.
Κάθε εκδοχή γεννά άλλη.
Κάθε ιστορία μπορεί να έχει καθρέφτη.
Κάθε άνθρωπος μπορεί να είναι άλλος.
Κάθε τέλος μπορεί να είναι η αρχή μιας άλλης αφήγησης.
Αλλά ο Κυριακίδης προσθέτει κάτι δικό του.
Ο Μπόρχες μπορεί να οδηγεί συχνά τον αναγνώστη προς τον λαβύρινθο της μεταφυσικής ιδέας.
Ο Κυριακίδης, ιδίως εδώ, οδηγεί τον αναγνώστη πίσω στον θνητό άνθρωπο.
Το παιχνίδι με τις ιδέες καταλήγει σε συγκίνηση.
Και αυτό είναι κρίσιμο.

Ο ποιητής που γράφει πεζογραφία
Έχει ειπωθεί για τον Κυριακίδη ότι είναι κατά κάποιον τρόπο ποιητής χωρίς να έχει γράψει επισήμως ποίηση.
Δεν είναι απλώς σχήμα λόγου.
Η πεζογραφία του συχνά λειτουργεί με ποιητικούς μηχανισμούς: συμπύκνωση, επανάληψη, ηχητικές αντιστοιχίες, εικόνες, παύσεις, υπαινιγμό, ανατροπή, αφαίρεση.
Η πρόταση δεν μεταφέρει μόνο πληροφορία.
Δημιουργεί απόηχο.
Γι’ αυτό και πολλά διηγήματα μοιάζουν περισσότερο με ποιήματα που αφηγούνται παρά με συμβατικές ιστορίες.
Δεν χρειάζεται να «συμβεί» κάτι μεγάλο.
Αρκεί να μετακινηθεί ελάχιστα η γωνία θέασης.
Και ο κόσμος αλλάζει.

Η μουσική ως μορφή του χρόνου
Ο Κυριακίδης είναι επίσης συγγραφέας με βαθιά μουσική συνείδηση. Η κριτική έχει επισημάνει τη μουσικότητα της γραφής του, ενώ η ίδια η εργογραφία του περιλαμβάνει το Έλγκαρ – Είκοσι τέσσερις παραλλαγές.
Και τι είναι η μουσική, αν όχι τέχνη της διάρκειας;
Ένας ήχος δημιουργείται.
Μετά χάνεται.
Αλλά επειδή προηγήθηκε ένας άλλος ήχος, ο επόμενος αποκτά νόημα.
Ακριβώς έτσι λειτουργεί και η συλλογή.
Ένα διήγημα θυμάται το προηγούμενο.
Μια εικόνα επιστρέφει αλλού.
Ένα όνομα απαντά σε άλλο όνομα.
Ένα τέλος προετοιμάζει την αρχή.
Η συλλογή είναι περισσότερο σύνθεση παρά άθροισμα.
Και ίσως γι’ αυτό τα αυτοτελώς δημοσιευμένα κείμενα αποκτούν, όταν συγκεντρώνονται, μια δεύτερη ζωή.
Δεν είναι πια απλώς 28 κομμάτια.
Είναι παραλλαγές ενός βαθύτερου θέματος.

Το θέμα πίσω από όλα τα θέματα
Και ποιο είναι αυτό;
Όχι ο θάνατος.
Όχι η μνήμη.
Όχι η ταυτότητα.
Όχι η λήθη.
Όχι η πραγματικότητα.
Όλα αυτά είναι προσωπεία.
Το βαθύτερο θέμα είναι: η επιθυμία να μη γίνει τίποτα οριστικό.
Ο άνθρωπος θέλει να μην πεθάνει.
Ο νεκρός θέλει να συνεχίσει να μιλά.
Ο αγνοούμενος θέλει να μην γίνει ένα όνομα σε αδιάφορο κατάλογο.
Ο ξεχασμένος θέλει να αφήσει ίχνος.
Ο ερωτευμένος θέλει να κρατήσει τον άλλον μέσα στη σκέψη του.
Ο συγγραφέας θέλει να κρατήσει τη στιγμή
Ο μεταφραστής θέλει να μεταφέρει τη φωνή.
Ο αναγνώστης θέλει να ξαναζήσει αυτό που διάβασε.
Η γραφή είναι, λοιπόν, μια τεχνική αναβολής του οριστικού.
Δεν καταργεί το τέλος.
Το αναβάλλει.
Το επαναλαμβάνει.
Το παραλλάσσει.
Το μεταφράζει.
Το κάνει ιστορία.

Γι’ αυτό το τέλος δεν μπορεί να τελειώσει
Το Φινάλε αυτοβιογραφίας με spoiler λέει: «Θα πεθάνω».
Το τελευταίο διήγημα, όμως, απαντά: «Και τώρα μπορεί να ξαναρχίσει το τέλος».
Αυτή η διαδοχή είναι ολόκληρη η ποιητική του βιβλίου.
Πρώτα η βεβαιότητα του θανάτου.
Ύστερα η άρνηση της τελεσιδικίας.
Όχι άρνηση του θανάτου.
Άρνηση του τελικού νοήματος του θανάτου.
Ο άνθρωπος πεθαίνει.
Η ιστορία συνεχίζεται.
Η μνήμη συνεχίζεται.
Η ανάγνωση συνεχίζεται.
Η φράση συνεχίζεται.
Το βιβλίο συνεχίζεται μέσα στον αναγνώστη.
Και ίσως αυτό να είναι το μόνο είδος αθανασίας που ενδιαφέρει πραγματικά τον Κυριακίδη:
όχι να μείνει ο συγγραφέας αιώνιος,
αλλά να μην τελειώσει εντελώς το κείμενο.

Η παράδοξη χειρονομία
Κι εδώ επιστρέφουν οι αφιερώσεις.
Ο συγγραφέας, που στο πρώτο διήγημα πρέπει να χαθεί για να γράψει «για τους άλλους», στο τέλος έχει δημιουργήσει ένα βιβλίο γεμάτο άλλους.
Αφιερώσεις.
Ονόματα.
Φωνές.
Πρόσωπα.
Νεκρούς.
Ζωντανούς.
Ποιητές.
Μουσικούς.
Συγγραφείς.
Φίλους.
Σαν να έχει καταλάβει ότι η λογοτεχνία δεν είναι η διαιώνιση του εγώ.
Είναι η διασπορά του εγώ στους άλλους.
Ο συγγραφέας χάνεται μέσα στο βιβλίο.
Και γι’ αυτό ακριβώς βρίσκεται παντού.
Είναι η Μάγα.
Είναι ο στρατιώτης.
Είναι ο αγνοούμενος.
Είναι το παιδί.
Είναι ο άνθρωπος που κοιτάζει τον καθρέφτη.
Είναι το κερί.

Και ποιο είναι τελικά το «κερί»;
Το κερί του Καρτέσιου είμαστε, επομένως, όλοι εμείς.
Αλλά είναι και το βιβλίο.
Και είναι και η γραφή.
Και είναι και η μνήμη.
Όλα αλλάζουν μορφή.
Το βιβλίο αλλάζει όταν διαβάζεται.
Η φράση αλλάζει όταν μεταφράζεται.
Ο άνθρωπος αλλάζει όταν θυμάται.
Η μνήμη αλλάζει όταν αφηγείται.
Η ζωή αλλάζει όταν γίνεται λογοτεχνία.
Κι όμως, κάτι επιμένει.
Όχι ως ουσία που μπορεί να αποδειχθεί.
Ως ίχνος.
Αυτό είναι το σημαντικό.
Ο Κυριακίδης δεν μας υπόσχεται ότι μπορούμε να διατηρήσουμε τον εαυτό μας αναλλοίωτο.
Μας λέει κάτι πιο αληθινό:
Θα αλλάξεις.
Θα χαθείς.
Θα ξεχάσεις.
Θα σε ξεχάσουν.
Αλλά μπορεί να μείνει ένα ίχνος.
Μια φράση.
Μια εικόνα.
Ένα όνομα.
Ένα τραγούδι.
Ένα βιβλίο.
Μια αφιέρωση.
Ένα «σε σκέφτομαι».
Και ίσως αυτό αρκεί.

Το Κερί του Καρτέσιου δεν είναι απλώς μια συλλογή μικροδιηγημάτων.
Είναι ένα βιβλίο για την επιθυμία της συνέχειας.
Η μεγάλη του επινόηση δεν βρίσκεται στο ότι ανατρέπει την πραγματικότητα. Βρίσκεται στο ότι αρνείται να την αφήσει να κλείσει.
Ο Κυριακίδης παίρνει το μικρό, το εφήμερο, το χαμένο, το ασήμαντο, το παράδοξο και του προσφέρει μια δεύτερη διάρκεια.
Αυτό κάνει η γραφή του.
Δίνει δεύτερη διάρκεια.
Και γι’ αυτό η συγγραφική του τεχνική, όσο περίτεχνη κι αν είναι, δεν είναι αυτοσκοπός.
Η διακειμενικότητα δεν είναι επίδειξη.
Η ευρυμάθεια δεν είναι επίδειξη.
Ο Μπόρχες δεν είναι επίδειξη.
Η μουσική δεν είναι επίδειξη.
Ο κινηματογράφος δεν είναι επίδειξη.
Τα λογοπαίγνια δεν είναι επίδειξη.
Όλα υπηρετούν μια βαθύτερη ανάγκη: να μην κλείσει ο κόσμος σε μία μόνο ερμηνεία.
Ο Κυριακίδης είναι συγγραφέας της δεύτερης ματιάς.
Και της δεύτερης ζωής.
Γι’ αυτό και το πραγματικό του θέμα δεν είναι ο θάνατος.
Είναι ό,τι εξακολουθεί να συμβαίνει μετά το τέλος.
Μετά τον χωρισμό.
Μετά τον θάνατο.
Μετά τη λήθη.
Μετά την τελευταία λέξη.
Μετά την τελευταία σελίδα.
Εκεί αρχίζει η λογοτεχνία.
Και εκεί βρίσκεται η μεγάλη, σχεδόν συγκλονιστική ειρωνεία του βιβλίου:
ο άνθρωπος ξέρει ότι θα πεθάνει.
Ο συγγραφέας το ξέρει.
Ο αναγνώστης το ξέρει.
Το βιβλίο το ξέρει.
Και παρόλα αυτά—
γράφει.
Αφηγείται.
Θυμάται.
Αφιερώνει.
Μεταφράζει.
Παίζει.
Αγαπά.
Και ξαναρχίζει.
Αν έπρεπε, λοιπόν, να συμπυκνώσουμε ολόκληρη την ποιητική του Κυριακίδη σε μία πρόταση, θα ήταν αυτή:
Ο Αχιλλέας Κυριακίδης γράφει για να μετατρέψει το οριστικό σε προσωρινό: τον θάνατο σε αφήγηση, την απουσία σε παρουσία, τη λήθη σε μνήμη, την πραγματικότητα σε μυθοπλασία και το τέλος σε μια ακόμη αρχή.
Και αν έπρεπε να συμπυκνώσουμε Το κερί του Καρτέσιου σε μία μόνο εικόνα, θα κρατούσα εκείνη από το πρώτο διήγημα : «Μην έχετε πολλή εμπιστοσύνη στους καθρέφτες, κοιτάξτε πάλι».
Ένας άνθρωπος απέναντι στον καθρέφτη.
Ξέρει την αλήθεια.
Δεν έχει πια κανένα ψέμα να χρησιμοποιήσει.
Ξέρει ότι θα πεθάνει.
Κι όμως χαμογελά.
Γιατί απέναντί του δεν βρίσκεται μόνο ο θάνατος.
Βρίσκεται η σελίδα.
Και όσο υπάρχει η σελίδα, υπάρχει ακόμη χρόνος.
Έστω ένας χρόνος δανεικός.
Έστω μια παράγραφος.
Έστω μια φράση.
Έστω ένα όνομα στην αφιέρωση.
Έστω ένα κερί που λιώνει.
Και όσο λιώνει, φωτίζει.
Αυτό είναι το μεγάλο επίτευγμα του Κυριακίδη: δεν γράφει εναντίον του θανάτου. Γράφει μέσα στον χρόνο που μας απομένει πριν από αυτόν.
Και αυτός ο χρόνος, στα χέρια του, γίνεται λογοτεχνία.
Όχι για να μας πείσει ότι δεν θα πεθάνουμε.
Αλλά για να μας κάνει, όσο διαβάζουμε, να ξεχάσουμε ότι ήδη πεθαίνουμε.

Και τώρα μπορεί να ξαναρχίσει το τέλος.