
Τα σαράντα δύο διηγήματα της Δήμητρας Μήττα στον τόμο Εσύ πού ήσουν; συνιστούν μια οξεία και δεξιοτεχνική καταγραφή των εμπειριών και των αναταράξεων των τελευταίων ετών. Πρόκειται για κείμενα τα οποία στην πλειονότητά τους είδαν αρχικά το φως της δημοσιότητας σε λογοτεχνικά περιοδικά, ημερολόγια και θεματικές ανθολογίες. Ορισμένα από αυτά προέρχονται από τη συλλογή Στο Δόξα Πατρί των εκδόσεων Γαβριηλίδης. Διασώθηκαν μετά τον αδόκητο θάνατο του ιδρυτή του ιστορικού οίκου και επανακάμπτουν. Όλα μαζί συγκροτούν ένα συμπαγές, αλλά ταυτόχρονα πολυφωνικό σώμα πεζογραφίας το οποίο ανοίγεται σε ένα ευρύ θεματικό φάσμα. Γραμμένα υπό την επίδραση ποικίλων αφορμών της καθημερινής και πολιτικής επικαιρότητας, τα διηγήματα δεν εξαντλούνται σε μια απλή καταγραφή, αλλά αναπτύσσονται σε βάθος και σε πλάτος, ακολουθώντας τη φορά ομόκεντρων κύκλων οι οποίοι ξεκινούν από το ατομικό βίωμα και απλώνονται στις δομικές στρεβλώσεις του κοινωνικού ιστού. Συστοιχούν άμεσα με την εμπειρία μιας εποχής που συνειδητοποιεί ότι ζει χωρίς τα προνόμια, τις βεβαιότητες και την ασφάλεια του παλιού κόσμου. Με σχεδόν προσηλωμένη ακρίβεια η συγγραφέας εστιάζει στο περίκλειστο, φοβικό και απομονωμένο περιβάλλον το οποίο διαμορφώνει ο νέος αιώνας.
Ακριβώς επειδή παραμένει αμετακίνητα επικεντρωμένο στο γίγνεσθαι του παρόντος το σύνολο των διηγημάτων της Μήττα στη συλλογή θα μπορούσε να χαρακτηριστεί σύγχρονη αναστοχαστική ηθογραφία. Δεν πρόκειται φυσικά για την παραδοσιακή ηθογραφία του 19ου αιώνα, αλλά για μια ηθογραφία αστικών και μεταμοντέρνων συνθηκών. Στις φλέβες των ιστοριών διαχέεται το πρωτογενές υλικό των πιεστικών καταστάσεων της σύγχρονης ζωής, το οποίο η συγγραφέας εκθέτει με έντονη θεατρικότητα, εμπλουτίζοντάς το με το ήθος και το ύφος της αρχαίας τραγωδίας.
Η διηγηματογραφία στον τόμο Εσύ πού ήσουν; ξεδιπλώνεται μέσα από θεματικές ενότητες που επικοινωνούν οργανικά μεταξύ τους. Όλες εστιάζουν στους σκληρούς όρους της καθημερινής επιβίωσης και στη σταδιακή ηθική έκπτωση του ανθρώπου. Η συγγραφέας χαρτογραφεί τις βαθιές τομές που δημιουργούνται ανάμεσα στο παλαιό και το νέο περιβάλλον: στην πολύβουη μεγαλούπολη και την απομονωμένη περιφέρεια ή τα ξεχασμένα νησιά, στη νεότητα που διψά για προοπτική και στα γηρατειά που εγκαταλείπονται· κυρίως, όμως, στη χαοτική αντίθεση ανάμεσα στο νοήμον ον του πλανήτη και στην καλπάζουσα απανθρωπιά.
Τα βασικά μοτίβα που διατρέχουν το βιβλίο είναι η μοναξιά και η φτώχεια, ο πόλεμος και η αστεγία, η ενδοοικογενειακή και κοινωνική κακοποίηση, η συναισθηματική εγκατάλειψη, η ασθένεια, ο κομφορμισμός, ο στρεβλωμένος έρωτας, η αλλοτρίωση, ο θάνατος. Πάνω από όλα ωστόσο δεσπόζει ο θάνατος της ανθρωπιάς, η απώλεια της ευαισθησίας. Ολόκληρη τη συλλογή διατρέχει υπόγεια η περίφημη υπαρξιακή ρήση του Ζαν-Πολ Σαρτρ, «η κόλαση είναι οι άλλοι», ρήση που επανέρχεται με διαφορετικό κάθε φορά πρόσωπο στις σελίδες του βιβλίου. Γιατί ο «Άλλος» στη γραφή της Μήττα λαμβάνει ποικίλες μορφές: άλλοτε είναι ο σύντροφος ή ο εραστής, άλλοτε ο συγγενής ή ο αδιάφορος ξένος και άλλοτε η θεσμοθετημένη κοινωνία ή η απρόσωπη εξουσία. Ο Άλλος είναι εκείνος που μας κοιτάζει, μας κρίνει και μας αξιολογεί· εκείνος που μας απειλεί, μας επιθυμεί προσωρινά, μας εκμεταλλεύεται και τελικά μας εγκαταλείπει. Είναι, με λίγα λόγια, το πρόσωπο χωρίς το οποίο αδυνατούμε να υπάρξουμε υπαρξιακά, αλλά και εξαιτίας του οποίου καταλήγουμε συχνά ανίκανοι να ζήσουμε ελεύθερα.
Η Μήττα χτίζει την πεζογραφία της πάνω σε αυτήν ακριβώς την οδυνηρή αντίφαση. Την κοινωνική παθογένεια μεταμορφώνει σε δυστοπία, άλλοτε ανοιχτά και με εμφατικό τρόπο και άλλοτε σχεδόν ανεπαίσθητα, μέσα από υποδόριες αφηγηματικές πινελιές. Γιατί η δυστοπία στη διηγηματογραφία της Μήττα δεν κατοικεί αποκλειστικά στην πολιτική μυθοπλασία ενός απομακρυσμένου μέλλοντος, αλλά εντοπίζεται στο ίδιο το παρόν: στη γκρίζα καθημερινότητα, στις διαπροσωπικές σχέσεις που καταρρέουν, στο ανθρώπινο σώμα που φθείρεται και γερνά, στην απογυμνωμένη από συναίσθημα σεξουαλικότητα, στη βαθιά μοναξιά ή την αδυναμία ουσιαστικής επικοινωνίας. Υπό αυτή την έννοια, το οικογενειακό σπίτι, το απομονωμένο νησί, το θορυβώδες κέντρο της μεγαλούπολης ή ο ψυχρός θάλαμος ενός νοσοκομείου μετατρέπονται σε δραματουργικά σκηνικά μέσα στα οποία ζωντανεύουν χαρακτήρες ακοινώνητοι, προβληματικοί και με αποκλίνουσα συμπεριφορά, οι οποίοι ωστόσο αναπτύσσονται με υποδειγματική συνέπεια και παραστατικότητα, με αυθεντική λογοτεχνικότητα.
Πρόκειται για ήρωες με δαιμονική ή τραγική διάσταση. Πρόσωπα, όπως ο Μάριος, η κυρία Αθηνά, η Σουζάνα, η κυρία Ζωή, ο «κακόψυχος Ντίνος», φωτίζουν τη δυστυχία, την ανημποριά, τη χρηματοθηρία, τον ατομικισμό, τη μαζοποίηση, την παντελή απουσία ανεκτικότητας. Οι χαρακτήρες αυτοί ενίοτε συγγενεύουν οργανικά με τη γριά Χαδούλα του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ή τον Αντώνη Κουκουλιώτη του Κωνσταντίνου Θεοτόκη, ενώ παράλληλα φέρουν στοιχεία από την κοινωνική οξύτητα της ποίησης του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Χαρακτηριστικό είναι το παράδειγμα από το διήγημα «Η νύχτα της μεγάλης σφαγής»:
« […] Μόνο που τα πράγματα δεν εξελίχθηκαν ακριβώς όπως τα είχαν σχεδιάσει. Γιατί ―ποιος θα το περίμενε;― και οι ηλικιωμένοι είχαν καταστρώσει παρόμοιο σχέδιο. Κι εκείνοι είχαν οργανώσει τις δικές τους συγκεντρώσεις, κι εκείνοι είχαν αποφασίσει να σκοτώσουν τα παιδιά τους —“δεν αντέχουμε να τους βλέπουμε να αγωνίζονται τόσο πολύ, δεν είχαμε σχεδιάσει τέτοια ζωή για τα παιδιά μας”—, από αγάπη θα τα σκότωναν, παιδιά και εγγόνια, “και τα μικράκια μας”, για να τα απαλλάξουν από την έγνοια ενός ανυποψίαστου βίου. Πήραν την απόφαση, όχι χωρίς ηθικά διλήμματα και αναστολές, όμως την πήραν. Από αγάπη. […]» (σελ. 106)
Η συγγραφέας δεν διστάζει να κατευθύνει τα βέλη της απέναντι στις σύγχρονες θεσμικές και κοινωνικές παθογένειες. Ψέγει ανοιχτά τον επιφανειακό καθωσπρεπισμό και τον άναρχο τουρισμό, την αποξένωση της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης, την πλήρη εγκατάλειψη της ελληνικής περιφέρειας, την απροκάλυπτη προπαγάνδα των μέσων μαζικής ενημέρωσης. Μιλά θαρραλέα για μια «μεταδημοκρατική κοινωνία» και για μια ιδιότυπη «δημοκρατική δικτατορία». Στο διήγημα «Το σχέδιο» σημειώνει:
«Τον δίκασαν, του επέβαλαν μικρή ποινή. Εξάλλου, η κατηγορία ότι υπεράσπιζε τον παλιό άνθρωπο και ότι προσπαθούσε να διατηρήσει πυρήνες παλαιότητας δεν ήταν δα και σοβαρή. Έπειτα, η πολιτεία δεν ήθελε να τραβήξει τα μάτια των πολιτών στη δίκη ― όχι ότι υπήρχε φόβος αντίδρασης από τους κοιμισμένους αλλά —λέμε τώρα…― μήπως και βρισκόταν κάποιος που το αντικαταθλιπτικό εμβόλιο δεν τον κρατούσε επαρκώς σε καταστολή και έβγαζε καμιά φωνή διαμαρτυρίας που θα τάραζε την ησυχία της πόλεως» (σελ. 237).
Στο ίδιο διήγημα, υπερασπιζόμενη την ανάγκη διατήρησης των ανθρωπίνων αξιών, αποτυπώνει με ακρίβεια τον μηχανισμό της μεταδημοκρατικής εποχής, όπου ο πολίτης: « […] μιλούσε ελεύθερα για όλα τα θέματα, διαλεγόταν, δεν απαγόρευε, όμως στηλίτευε, κυνηγούσε στα σοκάκια τους διαφορετικούς, τους σημάδευε, τους χαράκωνε, τους έριχνε βιτριόλι, τους παραμόρφωνε -το κυνήγι των μαγισσών είχε ξανακινήσει. Μια δημοκρατική δικτατορία» (σελ. 219).
Σε ένα από τα πιο ξεχωριστά διηγήματα της συλλογής, με τίτλο «Η απαγωγή», ο ίδιος ο πρωθυπουργός της χώρας υποχρεώνεται μέσω μιας παράδοξης τροπής να γίνει αγρότης. Εδώ, οι πολιτικές αιχμές είναι άμεσες και καυστικές, ενώ η οξεία συγγραφική παρατηρητικότητα καταλήγει σε ένα δεξιοτεχνικά δομημένο και ψυχογραφημένο κείμενο.
Το περιβάλλον, συνεπώς, και η εποχή ορίζουν το κεντρικό μήνυμα της πεζογραφίας της Μήττα. Αυτό που ηθογραφείται και ψυχογραφείται είναι η παθολογία των σύγχρονων κοινωνικών καταστάσεων και των φορέων της. Δεν είναι τυχαίο ότι τα διηγήματα της συλλογής αξιοποιούν με ιδιαίτερη ευχέρεια διαφορετικούς αφηγηματικούς τρόπους και λογοτεχνικά είδη. Κινούνται από τον γυμνό ρεαλισμό έως τον υπερρεαλισμό και τον μαγικό ρεαλισμό, επιστρατεύοντας άλλοτε την άμεση αποτύπωση της καθημερινότητας και άλλοτε το παράδοξο ή το φανταστικό, εκεί όπου η κοινή λογική αδυνατεί να ερμηνεύσει την κοινωνική εκτροπή. Η συγγραφέας παράλληλα αξιοποιεί δημιουργικά τη δυστοπική πολιτική μυθοπλασία και τη speculative fiction, προβάλλοντας πιθανά μελλοντικά κοινωνικά και πολιτικά σενάρια τα οποία ως αιχμηρός σχολιασμός του παρόντος. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσονται και τα μικροδιηγήματα (flash fiction). Σε αυτά, με ελάχιστα αφηγηματικά μέσα και αστραπιαίες συλλήψεις συμπυκνώνεται ένα ολόκληρο σύμπαν εμπειριών, συναισθημάτων και ιδεών.
Στο επίπεδο της σύνθεσης κυριαρχούν οι δραματικοί μονόλογοι και οι εσωτερικές αφηγήσεις, οι χρονικές αναδρομές και οι περίτεχνες επανασυνδέσεις. Οι διάλογοι είναι λιγότεροι, καθώς το βάρος πέφτει στην καταβύθιση στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων και στις αφοπλιστικές καταλήξεις των ιστοριών. Ο λόγος είναι αβίαστος, τολμηρός και καταιγιστικός, απαλλαγμένος από επιτήδευση ή σχηματοποιήσεις. Είναι χαρακτηριστικό της συγγραφικής δεξιοτεχνίας της Μήττα ότι δεν υπηρετεί δογματικά μία και μόνη αισθητική, αλλά επιλέγει κάθε φορά τη μορφή με την οποία μπορεί να αποδώσει αποτελεσματικότερα τη συγκεκριμένη δυσλειτουργία που επιθυμεί να περιγράψει. Η ποικιλία ωστόσο αυτή δεν οδηγεί σε διάσπαση. Κάτω από τις διαφορετικές φόρμες υπάρχει μια σταθερή αγωνία: η αγωνία του ανθρώπου που προσπαθεί να συνυπάρξει με τον άλλον, προστατεύοντας την ακεραιότητα του εαυτού του.
Αξίζει να επισημάνουμε την ιδιαίτερη θέση που κατέχουν στη συλλογή η ειρωνεία και το μαύρο χιούμορ. Τα στοιχεία αυτά αποτρέπουν από το να γίνει μονότονα ζοφερή η δυστοπία. Το σαρκαστικό χιούμορ της Μήττα δεν αναιρεί το σκοτάδι, αλλά το κάνει πιο ορατό. Δουλεύοντας με την υπερβολή και το παράδοξο, αποτυπώνει σκληρές αλήθειες χωρίς ίχνος διδακτισμού. Η διαρκής εξάλλου μετατόπιση ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό, στο κωμικό και το ζοφερό είναι που δίνει στη συλλογή την ιδιαίτερη φυσιογνωμία της. Με λίγα λόγια, η Μήττα δεν επινοεί έναν ξένο, εξωπραγματικό κόσμο, προκειμένου να μιλήσει για τον δικό μας. Κάνει κάτι δυσκολότερο: μετακινεί ελάχιστα τον δικό μας κόσμο· τόσο ώστε ξαφνικά να τον αναγνωρίσουμε και να μην αισθανόμαστε πλέον ασφαλείς μέσα σε αυτόν.
Δεν έχουμε, επομένως, μια συλλογή που απλώς καταγγέλλει παθητικά και μονότονα τη σύγχρονη κοινωνία. Αλλά ένα έργο που στοχάζεται και σαρκάζει, ειρωνεύεται και τελικά αποφορτίζει από την ένταση. Το χιούμορ λειτουργεί σαν συγγραφικό όπλο: μας κάνει να χαμογελάμε εκεί όπου, αν κοιτάξουμε βαθύτερα, αποκαλύπτεται κάτι βαθιά ανησυχητικό. Στήνοντας τη σκηνή της έτσι ώστε το γελοίο και το τραγικό να συνυπάρχουν, η Μήττα συνομιλεί με μια εποχή στην οποία οι παλιές τελετουργίες έχουν αποδυναμωθεί, η ανάγκη όμως του ανθρώπου για αποχαιρετισμό, δικαίωση και επικοινωνία παραμένει άσβεστη. Υπό αυτή την έννοια, το έργο συνομιλεί και με την κλασική γραμματεία, όπως με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή, εμμένοντας σταθερά στη στηλίτευση της αποποίησης της ευθύνης, μιας από τις πιο επικίνδυνες ασθένειες της εποχής μας.
Στο θεατρικό έργο του Σαρτρ «Κεκλεισμένων των θυρών», οι τρεις ήρωες είναι παγιδευμένοι σε ένα δωμάτιο στην κόλαση. Δεν υπάρχουν βασανιστήρια ή δαίμονες, παρά μόνον η παρουσία των άλλων. Η κόλαση στο έργο είναι μια υπαρξιακή κατάσταση η οποία έχει τις ρίζες της στην αναγκαστική αλληλεξάρτηση. Αναδεικνύοντας τη διαπίστωση αυτή, η Μήττα δεν οδηγεί τον αναγνώστη στην παραίτηση. Όπως και ο Σαρτρ, υπογραμμίζει ότι ακόμη και μέσα στις πιο ασφυκτικές συνθήκες ο άνθρωπος παραμένει υπεύθυνος για τις επιλογές του, πράγμα το οποίο σημαίνει ότι οφείλουμε να αναλάβουμε την προσωπική ευθύνη για τη δική μας ύπαρξη. Να κάνουμε επιλογές που αντικατοπτρίζουν τις δικές μας αξίες. Να μην επιτρέψουμε στις κρίσεις και στις προσδοκίες των άλλων να καθορίσουν την ταυτότητά μας.
Η Μήττα μέσα από τα διηγήματά της μάς καλεί, συνεπώς, να ζήσουμε αυθεντικά, να αμφισβητήσουμε τις κοινωνικές νόρμες και να βαδίσουμε σύμφωνα με την αλήθεια του εαυτού μας. Στη συλλογή Εσύ πού ήσουν;, οι ήρωες πάσχουν τόσο από την παρουσία όσο και από την απουσία του Άλλου. Η ανάληψη της προσωπικής ευθύνης και η προσπάθεια για πολιτική ανατοποθέτηση παραμένουν ο μοναδικός δρόμος προς μια ουσιαστική ζωή.