Η Ελίζα

Έργο του Κωνσταντίνου Βυζάντιου (1987)
Έργο του Κωνσταντίνου Βυζάντιου (1987)



Το τρένο είχε φθάσει στο τέρμα. Ο Μπιλ κατέβηκε. Φαίνεστε χλομός, κύριε Γουίλπερτ, είχε πει ο υπάλληλος από τον οποίο έπαιρνε πάντα το εισιτήριο. Δεν απάντησε. Έψαξε μόνο στην τσέπη να δει εάν είχε μαζί του τα κιάλια.

Ο δρόμος ήταν έρημος. Περασμένες δέκα και οι πιο πολλοί είχαν αράξει. Τα φώτα τρεμόπαιζαν στους φανοστάτες και το σκοτάδι ήταν πηχτό. Κούμπωσε το μπουφάν. Η υγρασία του Οκτώβρη έδινε μια κρύα αίσθηση. Θα προλάβαινε. Το τελευταίο τρένο έφευγε στις 12.

Στενό και ψηλό το σπίτι, ορθωνόταν σαν φοινικόπτερο. Ερημιά. Διαπεραστικό μόνο το νιαούρισμα μιας γάτας. Πλησίασε την εξώπορτα με προσοχή. Το όνομα που τον ενδιέφερε δεν υπήρχε στο κουδούνι. Νικ και Έμιλυ Ρόμπινσον, έγραφε μόνο. Έβγαλε από την τσέπη τα κιάλια. Τα παράθυρα φωτισμένα, όμως η ύφανση της κουρτίνας πυκνή. Έκανε μερικές βόλτες τριγύρω και επέστρεψε στον σταθμό για το τελευταίο δρομολόγιο.

Κι όμως. Ήταν εκατό τοις εκατό σίγουρος πως είχε συναντήσει την Ελίζα, τη γυναίκα του, δυο μέρες πριν. Το σπίτι τους έβλεπε στον ωκεανό κι εκείνη συνήθιζε να βουτά κάθε μέρα στη θάλασσα. Επέστρεφε πάντα πριν εκείνος ξυπνήσει. Όταν όμως άνοιξε τα μάτια του εκείνο το πρωί, δεν ήταν πουθενά. Μία εβδομάδα την έψαχνε η ακτοφυλακή και τα μέσα ενημέρωσης. Την είδε είκοσι χρόνια μετά να κατεβαίνει από το τρένο, κρατώντας μια τσάντα με λαχανικά. Είχε κομμένα τα χυτά της μαλλιά, όμως οι γοφοί της ήταν ακόμη κυματιστοί και τα χείλη της ροζ.

Κατέβηκε αμέσως στον ίδιο σταθμό και την ακολούθησε. Την είδε να μπαίνει σ’ ένα άγνωστο σπίτι. Όμως τον είχε τόσο παραλύσει η παρουσία της, που προτίμησε να μην τη συναντήσει.

Την επόμενη ημέρα σκέφτηκε να τηλεφωνήσει. Θα έβρισκε εύκολα τον αριθμό του ονόματος της οικοδομής στον τηλεφωνικό κατάλογο. Όμως υπήρχε κίνδυνος να του κλείσει το τηλέφωνο ή να προσποιηθεί ότι είναι κάποια άλλη. Όχι, έπρεπε να τη δει με τα μάτια του. Η αγωνία του καβούρι, και τον τσιμπούσε. Το στομάχι του τον έκαιγε.

Πλησίαζε μεσημέρι. Έβαλε τη φωτογραφία του γάμου τους στο πορτοφόλι και βγήκε. Στην προβλήτα ένας ψαράς έδενε στη δέστρα το σκοινί. Ψιλόβρεχε, κι ο απόηχος της πόλης έσμιγε με τη βοή του ωκεανού. Επιθυμούσε επιτέλους να τελειώνει με το θέμα αυτό που είχε διαπεράσει τη σπονδυλική του στήλη και τού είχε αφήσει έναν μόνιμο και οξύ πόνο.

Ένας αδυνατισμένος κύριος με επιδερμίδα λευκή σαν βαμβάκι, καθώς πήγαινε στη δουλειά του, άνοιξε την εξώπορτα. Ο Μπιλ μύρισε ξαφνικά την υγρή κλεισούρα της πολυκατοικίας και ένιωσε την παρόρμηση να φύγει αμέσως. Όμως στον στενόμακρο διάδρομο ακούστηκε μία γυναικεία φωνή. Η Ελίζα. Τραγουδούσε. Οι νότες έβγαιναν ψηλές, οι μύες στην κοιλιά σφίγγονταν. Χλόμιασε.

Όταν άνοιξε η πόρτα, η γυναίκα τον κοίταξε αποσβολωμένη. Το κορμί της άρχισε να τρέμει.

Ποιος είναι, αγάπη μου; ακούστηκε μια ανδρική φωνή. Ακολούθησε ένα παιδικό γέλιο.

Ο Μπιλ άπλωσε το χέρι και της έδωσε τη φωτογραφία του γάμου τους. Σε έψαχνα χρόνια, είπε. Έπρεπε να σου επιδώσω την επιστολή αυτή. Και πριν εκείνη προλάβει να απαντήσει, έφυγε ανάλαφρος, σαν να είχαν γλιστρήσει από πάνω του είκοσι γεμάτα χρόνια.


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: