Δύο ποιήματα


Ονειροφαντασια

Είναι της οπτασίας του το πένθος
Η δυνατή ρίζα ενός λεπτόφυλλου
Μια διαφάνεια λικνισμού
Αρόδο στους βοριάδες
Και η παλάμη την κυλά
Άμμο φευγάτη σε χαράδρες
Το πρόσωπό της είναι

Οι παρειές της πυροφάνια
Στο πλέγμα κυμάτων με αφρούς
Όπου λυγίζουν τους γοφούς τους τα νερά
Το πρόσωπό της είναι

Εκεί και τα φιλιά των κοχυλιών
Σαν τον λυγμό του σκαθαριού
Για μια στιγμή πάνω απ’ το χώμα
Ανατριχίλα αναθαρρεύουν και αλάτι
Το πρόσωπο της είναι

Ατίθαση λεπτότητα αυτή
Ίχνος στη μνήμη πλέκει
Το ίδιο πάντα στον γιακά
Τον πόντο ρίχνει ανάλαφρα
Μαζί με τα πανιά του
Τα βλέφαρά της στ’ άπατα νερά


Δύο ποιήματα



Ο Χάιντεγκερ μαγειρεύει

Παιδί με το γρατζουνισμένο γόνατο
Τα μέσα κρέπια γρατζουνάς
Σ’ ένα συρτό πεντάγραμμο
Όπου ανεμώνες ανθίζουν οι στιγμές

Από ’να τούλι ξέπνοο φωνήεντα
Ο χρόνος κοσκινίζει στιλπνός και σκοτεινός
Κι ένας πολτός τα σώματα ξεβράζει

Πάλι κι αείποτε οι φωνές υγρές
Με μια κουτάλα, η γλώσσα τις γλιστρά
Αίλουρους μέσα στη σιωπή
Ορμητικά σε σπείρες μαύρες τις τυλίγει

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: