Από τις Ιστορίες του Πλοκάμου: Φιλοσοφική Παντόφλα I

(Κωμικο-Δοκίμιο)

Stranis25Aperiexomena

———————————————

[ Ο ΠΛΟΚΑΜΟΣ, ΕΙΣΑΓΩΓΗ ΣΕ ΣΤΥΛ ΜΕΙΖΟΝΕΛΑΣΣΟΝ ]

Επάνω στον Λόφο του Ποιητή Δ.Σ., το δωμάτιο φωτίζεται γλυκά με το υπόλευκο φως του Σαββάτου. Από το τζάμι φαίνεται, κάτω χαμηλά, μέσα απ’ τα δέντρα, η θάλασσα. Έξω είναι ήσυχα, φυσάει ένας κρύος αέρας. Το απόγευμα ετούτο, από τα ηχεία του υπολογιστή ακούγεται δυνατά το Wolves του Kanye West. Απ’ τον τοίχο ξεφύτρωσε πάλι ο ωραιότατος πλόκαμος. Είναι, βεβαίως, μαλακός σαν καλώδιο, και «πλαστικός» σαν κυματομορφή, και χρυσός όπως ένα πνευστό ορχήστρας. Έχει απλωθεί σε τρεις διαστάσεις σαν κλουβί έχον το σχήμα κόλουρου οκτάεδρου, ήτοι του ημικανονικού πολυέδρου που έχει 24 κορυφές, όσες δηλαδή γωνίες μέτρησα στα γυναικεία φωνητικά που είναι το ίντρο του τραγουδιού. Εμπρός μου, στην ειδική αυτού θέση, το φτερό της γραφής και δίπλα το μελανοδοχείο και δίπλα ο Επιτραπέζιος Ποιητής μου – η μικρή, γύψινη προτομή του Σολωμού. Ψηλά, στο κέντρο του πλοκάμου-κλουβιού κρέμεται –σαν καλώδιο λάμπας– το στόμιο του πλοκάμου, από το οποίο βγαίνει μια σαπουνόφούσκα με αρκετά γράμματα να γυρίζουν εντός της σαν μπαλάκια σε κλήρωση λαχείου. Η φούσκα μεγαλώνει και ύστερα σκάει, με τα γράμματα να σχηματίζουν στο πάτωμα την ακόλουθη φράση:


ΕΚΔΟΧΗ ΠΡΩΤΗ ΤΗΣ ΦΙΛΟΣΟΦΙΚΗΣ ΠΑΝΤΟΦΛΑΣ, ΜΕ ΔΕΥΤΕΡΕΥΟΝΤΑ ΤΙΤΛΟ
ΣΛΑΠΣΤΙΚ: ΤΟ ΔΟΚΑΝΟ ΤΗΣ ΕΥΘΙΞΙΑΣ
 


*

Κείνο το πλάνο στην TV μίλησε στην ποιητική ψυχή του υποφαινόμενου –ευθύμου μειζονελάσσονος–όσο δέκα του Ταρκόφσκι σε κείνες των βαρυθύμων μειζόνων. Ήταν μια διαφήμιση τελεμάρκετιγκ, πολύ αινιγματική, με –εκ πρώτης όψεως– άδηλο το διαφημιζόμενο προϊόν: Μια ανοιγόμενη, φορητή σκάλα είχε στηθεί σ’ ένα δωμάτιο. Μια γυναίκα είχε ανέβει τα σκαλιά και άφηνε να πέσει ένα αβγό πάνω σε μια μαύρη παντόφλα στο πάτωμα. Η οθόνη χωρίστηκε σε δύο οθόνες. ΑΡΙΣΤΕΡΑ: το πείραμα κατέληγε σε θραύση, και άρα σ’ ένα αβγό-μάτι στο οπίσθιο μέρος της –τυχαίας– παντόφλας / ΔΕΞΙΑ: το αβγό αναπηδούσε στο οπίσθιο μέρος της –διαφημιζόμενης και ελαστικότατης κατά τα φαινόμενα– παντόφλας, εκτινασσόταν δε εκτός κάδρου. Κοιτούσα χαμένος και παραμιλώντας από θαυμασμό, όσο περίπου και όταν είχα δει το τέλος του Βέρτιγκο του Χίτσκοκ.

Λέει η Μαρία:

«Σήμερα το πρωί, που πήγα να πάρω ψωμί, μπήκε ένας πολύ ηλικιωμένος άνδρας, ο οποίος είπε στη φουρνάρισσα, χωρίς μια καλημέρα και τέτοια πράγματα εγκόσμιας αβρότητας, "Θέλω ένα κουλούρι για να πιω τον καφέ μου", πλήρωσε κι έφυγε. Θα ορκιζόμουν ότι φορούσε αυτές τις παντόφλες.»

«Πιθανότατα» είπε ο Επιτραπέζιος Ποιητής, «αφού όπως μας πληροφόρησε η διαφήμιση ενδείκνυνται και για εξωτερικό χώρο.»

«Εκείνος ο γέρος, καθώς ωραία τον περιγράψατε –Μαρία– να λαχταράει για το κουλούρι του με τρόπο σχεδόν μεταφυσικό, θα είναι μάλλον ένας πολύ τυχερός άνθρωπος που ξέρει να αγαπά και να εκτιμά την όση φωτεινή ζωή του απομένει πριν από το λαίμαργο ρούφηγμά του στο Αιώνιο Σκότος. Σε επίπεδο συμβόλων, θα τον παρομοίαζα με ένα αυτόματο της ανθρώπινης χαράς ad infinitum», είπε ο –φίλος και φιλοξενούμενός μας για λίγες ημέρες– Μίμος του Θανάτου.

«Τον άτιμο, ούτε καλημέρα δεν είπε, ε;» παρατήρησα εγώ, άρτι ανανήψας από το εκστατικό θάμβος «Οι γέροι είναι πολύ εκνευριστικοί κάτι φορές – χαχα.» [Θυμήθηκα τον καημένο τον παππού μου τον Σ. που, στα τελευταία, τους είχε διαλύσει όλους με λοξοκαμώματα.]

Ο Επιτραπέζιος, για να διασκεδάσει την παρέα, έπιασε ανάποδα μια σφουγγαρίστρα εν είδει φιγούρας όρθιας με μαλλιά– και, παριστάνοντας τη Μαρία, είπε με γυναικεία φωνή «Πόσο προσβλητικό! Δεν μπορείς να μιλάς έτσι για μια ομάδα συνανθρώπων μας».
Ενέργεια, η οποία οδήγησε πάραυτα σε ένα οικιακό Reign of Terror, i.e.:
Ενώ οι λοιποί γελούσαμε (τόσο, όσο) με το ανωτέρω αστείο, η Μαρία [ –η οποία για τις ανάγκες της παρούσας ιστορίας εμφανίζεται να έχει προσβληθεί βαρέως από μια εκ των πνευματικών επιδημιών του παλαβού Zeitgeist–] άλλαξε διαδοχικά τις ακόλουθες εκφράσεις:

: ) : | : \ : (

Απαθανάτισε, δε, τη μίμηση με το κινητό, έφυγε απ’ το δωμάτιο, επέστρεψε μετά από κανένα πεντάλεπτο και είπε στον Επιτραπέζιο:

«Μπες, μια στιγμή, στο fb μου αν θες, Επιτραπέζιε»

Στο οποίο fb,

(α) η Μαρία είχε:

ανεβάσει τον Ε.Π. με τη σφουγγαρίστρα / βάλει από κάτω ένα σχόλιο για την Πατριαρχία / λάβει έναν τριψήφιο likes –καρδούλες– έλεος, συν αρκετά comments συμπαράστασης.

(β) ο Επιτραπέζιος είχε: καμιά εικοσαριά χολερικά dm / εκατοντάδα λιγότερους φίλους.

«Διάολε!» είπε ο Ε.Π.

Ο Παλλόμενος Αστήρ –νεαρότατο τέκνο μου και καβαλάρης του οικόσιτου γαϊδάρου μας Φελίτσε–,[1] όταν είδε τον φίλο του αναστατωμένο, τον ρώτησε –από ύψος σαμαριού– τι συνέβη.

«Άσε με κι εσύ μικρόβιο» του απάντησε ο Επιτραπέζιος. Μετά ξεκίνησε γρήγορα-γρήγορα να στήνει ανάποδα μια σκούπα και να τη βγάζει φωτογραφίες. Τις οποίες πόσταρε κάνοντας εμένα tag ως το εικονιζόμενο αρσενικό και γράφοντας από κάτω Μεταφυσικό Πορτραίτο του ποιητή Διονύσιου Η. Στράνη (2020), εν είδει πλυντηρίου για τη νεοαποκτηθείσα, αναίτια-όσο-και-πολυταξιδεμένη φήμη του ως μισογύνη Πατριάρχη.

Πορτραίτο του [ξαπλωμένου] ΔΗ Στράνη.
Πορτραίτο του [ξαπλωμένου] ΔΗ Στράνη.

«Είσαι γαϊδούρι» είπε ο Παλλόμενος στον Επιτραπέζιο. [→βίντεο στα social media όπου καταγγέλλει ότι υπέστη ενδοοικογενειακό bullying για την ηλικία και το μέγεθός του. Κλάματα του μικρού, η μητέρα-αυτού-Μαρία να κοιτάζει αυστηρά την κάμερα, και δι’ αυτής τον (ένοχο) Επιτραπέζιο Ποιητή. Comments συμπαράστασης από γονείς και παιδιά.]
Ο Φελίτσε, στο άκουσμα του χαρακτηρισμού τον οποίο απηύθυνε ο αναβάτης του Παλλόμενος Αστήρ στον Επιτραπέζιο Ποιητή, έδωσε –προσβεβλημένος– μια κλωτσιά στη βιβλιοθήκη μας, σπάζοντας κανά δυο ράφια και γκρεμίζοντας κάτω βιβλία και διακοσμητικά (μια υδρόγειο, ένα ελεφαντάκι, κάτι μοντέλα ξύλινα των πέντε πλατωνικών στερεών – τετράεδρο, κύβος, οκτάεδρο, δωδεκάεδρο, εικοσάεδρο). [Ο Επιτραπέζιος τράβηξε τη σκηνή σε βίντεο, ανέβασε, δε, τούτο με τίτλο A beginning for the (unsurprising) anti-human revolution: Furious donkey attacks culture!, το οποίο έγινε viral στους κύκλους διανοουμένων και μη –likes-καρδούλες–χαχα, κοινοποιήσεις, νέα αιτήματα, νέα εμπιστοσύνη.]

Εγώ μάζευα τα βιβλία και τα αντικείμενα που έριξε ο Φελίτσε. «Πεθαίνω» είπα «σταματήστε». Επικαλέσθηκα –αυτό είχα πρόχειρο– το φύσημα καρδίας που φέρω εκ γενετής.

«Πόσο προσβλητική για τη μνήμη των αληθινά πεθαμένων, καθώς και για την εύθραυστη ψυχολογία και την αξιοπρέπεια των αληθινά ετοιμοθάνατων, αυτή η «εύκολη» επίκληση του-θανάτου-ως-επιχείρημα.» είπε ο Μίμος του Θανάτου. Είπε, επίσης, ότι θα ετοίμαζε τα πράγματά του να φύγει. Πόσταρε μαύρο με θυμωμένες, κίτρινες φάτσες στο timeline μου.

*

«Διονύσιε, αγάπη μου» είπε η Μαρία, «έχοντας –καθώς πιστεύω– κλείσει δεόντως το ζήτημα της σεξιστικής-ως-υποκρύπτουσας-μια-ειδεχθή-έμφυλη-προκατάληψη(!) απρέπειας του Ε.Π. με τη σφουγγαρίστρα –ο οποίος ελπίζω να έμαθε από το λάθος του– πρέπει να σου πω ότι είναι πράγματι ανήθικο και προσβλητικό να μιλάς έτσι, με τόσο πασίδηλη προκατάληψη, για τους ηλικιωμένους συνανθρώπους μας – πόσο μάλλον και να το γράφεις στο παρόν κείμενο.»

«Υποθέτω πως το 1699, όταν έγραφε ο Jonathan Swift τις Αποφάσεις για όταν θα είμαι γέρος, οι άνθρωποι θα πρέπει να είχαν περισσότερη αίσθηση του χιούμορ» της είπα. Και έψαξα στο ίντερνετ για τυχόν καταγεγραμμένες δημόσιες εκτελέσεις στην πυρά ή στην κρεμάλα που, κατά πάσα πιθανότητα, θα έλαβαν χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο την εν λόγω χρονιά. Όμως ανεπιτυχώς. Το οποίο είναι κρίμα καθότι ετούτο –σκέφτομαι τώρα (με το φτερό της γραφής ανά χείρας)– θα ήτανε μάλλον ένα ok τέλος-παύλα-θριαμβικό-δάγκωμα-ουράς σ’ έναν ουροβόρο, και, πανταχόθεν, άκρως exaggerated διαπληκτισμό, λήξαντα εκεί απ’ όπου άρχισε.

Από τις Ιστορίες του Πλοκάμου: Φιλοσοφική Παντόφλα I

«Δεν καταλαβαίνω, Διονύσιε» είπε η (καλοκουρδισμένη σε νότα υστερίας) Μαρία «τι είδους χιούμορ είναι αυτό που μπορεί, στο άκουσμά του, να προκαλέσει οδύνη στον άνθρωπο που το υφίσταται ή σε μια ολόκληρη ομάδα όπου αυτός εντάσσεται λόγω των χαρακτηριστικών του.»

«Αν μου επιτρέπετε –», είπε ο Επιτραπέζιος Ποιητής, «Όσον αφορά την ευθιξία, θεωρώ πως είναι θυμική και ανορθολογική. Ακόμα, ότι υποδηλώνει μια αδυναμία μεταβολισμού των καρπών του Πνεύματος, όποιοι κι αν είναι αυτοί – ο μεταβολισμός περιλαμβάνει άλλωστε και την ενέργεια της –για να το πω κομψά– ταχείας απόρριψης

«Να τ’ ακούς αυτά μυγιάγγιχτο.» συμπλήρωσε απευθυνόμενος στον Παλλόμενο Αστέρα.

Ο Επιτραπέζιος έφυγε τότε απ’ το σαλόνι και, απομακρυνόμενος, συνέχισε, με τη φωνή του –που άλλαζε δωμάτια– να φθίνει σταδιακά σε ένταση κατά το εφέ Ντόπλερ:

«Θεωρώ επίσης ότι η ανθρώπινη έκφραση είναι ο προνομιακός χώρος της ελευθερίας του Πνεύματος. [πιο χαμηλά] Καθώς και ότι μία δέουσα –λελογισμένη– ανεκτικότητα προς το χιούμορ και την ελεύθερη έκφραση [πιο, πιο χαμηλά] απαιτεί μεν, ενίοτε, μια κάποια –επίσης λελογισμένη– οδύνη από τον δέκτη,[2] η οδύνη ωστόσο αυτή [πιο, πιο, πιο χαμηλά] είναι εντελώς ανάξια λόγου και μονάχα ένα minimum του κουράγιου που απαιτείται για να βγει πέρα ο βίος

«Φανταστείτε τι θα έκανα εγώ αν δεν είχα το-minimum-του-απαιτούμενου-κουράγιου, κάθε φορά που υφίσταμαι το βλέμμα φιλοπερίεργων τρίτων, έτσι καθώς περιφέρομαι όλο τον χρόνο με την αποκριάτικη του Χάροντα» είπε ο Μίμος του Θανάτου.

*

«Νομίζω, φίλοι, πως είναι εν τέλει ζήτημα προθέσεων καθώς και ουσιαστικής –όχι φορμαλιστικής– ευγένειας.» είπα «Αν φροντίζει κανείς οι προθέσεις του για τους άλλους ανθρώπους να είναι καταρχήν καλές με τρόπο κατηγορικό (categorical) –υπό την έννοια ότι εκκινεί από έναν a priori σεβασμό για την κατάστασή τους (όπως τη διαμορφώνουν οι προσωπικές Επιλογές, η Φύση και η Τύχη)–, ουδέναν λόγο έχει για να μην εκφέρει κάτι αστείο που σκέφτηκε, στο μέτρο ακριβώς που οφείλει στον εαυτό του να καλωσορίζει, ως δέκτης, και το αντίστοιχο καλών προθέσεων χιούμορ.»

«Δυστυχώς», συνέχισα, «νομίζω πως η τόσο εκτεταμένη ευθιξία του σύγχρονου κόσμου έχει στον πυρήνα της μια μανιώδη καχυποψία. Η καχυποψία, και δη σε επίπεδο αρχής, ισοδυναμεί με μια γενικευμένη κακή πίστη ως προς την πρόθεση του άλλου. Αυτό καταλήγει στο διαρκές pop-up ενός «εύκολου» δυισμού φίλου/εχθρού, το οποίο είναι βεβαίως πράγμα τοξικό, όπως τοξικότατη είναι η εκδήλωση συγκεκριμένων, αληθινά προσβλητικών συμπεριφορών από άνθρωπο προς άνθρωπο.»

«Γιατί να επιλέξει κάποιος να αντιμετωπίσει κάτι τοξικότατο με κάτι τοξικό;» αναρωτήθηκε ο Παλλόμενος Αστήρ, που είχε προσφάτως μάθει τα επίθετα, τη χρήση του υπερθετικού βαθμού κ.λπ.

«Εξάλλου, αφού στην Πανανθρώπινη Επικράτεια του Κωμικού πρυτανεύουνε – απολύτως και a priori– η Ισότητα και η Δημοκρατία, ας γελάνε όλοι με όλους, μηδενός εξαιρουμένου. Μας έπρηξαν πια ο καθείς με τα ιερά του!» είπε ο Επιτραπέζιος Ποιητής – που είχε μόλις επιστρέψει στο σαλόνι φορώντας το Je suis Charlie μπλουζάκι του. Και συμπλήρωσε: «Υπάρχει άραγε κάποιος, τόσο μείζων Βλαξ, που να αρνείται πως σε ουκ ολίγες περιπτώσεις είναι ικανός να προκαλέσει, έστω ακουσίως – πάντα όμως δικαίως, στους συνανθρώπους του τη χαρά του άδολου γέλιου; Εγώ πάντως όχι!»

Ο Επιτραπέζιος Ποιητής επέμεινε τότε, εξάλλου, να μας διαβάσει μια σχετική καταχώριση από τα Ανάλεκτά του:

Περί της (αξιοσημείωτης) ευκολίας υπαγωγής στο σχήμα «φίλος/εχθρός»: Να αναζητήσουμε τη Φιλοσοφική Λίθο δια της οποίας η κουφόβραση της εμπάθειας να μετατρέπεται στην καλόβουλη ζέση του διαλόγου.



«Σιγά τι έγραψες» είπε η Μαρία.

Εγώ ενθάρρυνα τον Ε.Π. επαινώντας τον για τον ευφυέστατο πάντως –και μειζονελάσσονα ως εκ του μεικτού ύφους– αφορισμό του, προχώρησα δε στο συμπέρασμά μου:

«Βρίσκω, λοιπόν, καλύτερο να αρχίζει κανείς ανάποδα» είπα «Με ένα τεκμήριο καλής πίστης για το χιούμορ του άλλου – ακόμη και αν το απορρίπτει για λόγους γούστου. Και μόνο αν διαπιστώσει –με κρίση καθαρή, χωρίς καχυποψία– ότι οι προθέσεις είναι κακές, υποκρύπτουσες κάποιου είδους επιβλαβή, σε ηθικό επίπεδο, σκοπιμότητα, τότε να το καταδικάζει ως κάτι προσβλητικό και ανεπίτρεπτο. Μια τέτοια –κατά περίπτωση– προσέγγιση διασώζει τη θεμιτή δεοντολογία της-αβρότητας-ως-ηθικής-στάσης, τηρώντας αποστάσεις τόσο από την κακία ή τον ανάγωγο κυνισμό όσο και από τη χονδροειδή λογοκρισία της Πολιτικής Ορθότητας.»

«Θαρρώ πως είχε δίκιο εκείνη η ιδιοφυία ο Kanye West» είπε ο Επιτραπέζιος «όταν έγραφε αυτό

__________________________________________

People say "don't say this, don't say that"
Just say it out loud, just to see how it feels
Weigh all the options, nothing's off the table

__________________________________________

«Γλίτωσέ μας άλλη φορά, Επιτραπέζιε, από τα άθλια αγγλικά σου» είπε η Μαρία.

«Πάντως δεν μπορεί να κάνουν λάθος τόσοι και τόσοι σύγχρονοι ακτιβιστές ιδεολόγοι» συνέχισε η Μαρία «που μάχονται για έναν ηθικότερο κόσμο, χωρίς ταπεινώσεις και προσβολές από άνθρωπο προς άνθρωπο. Επίσης, με δαύτους βρήκες άνθρωπέ μου να τα βάλεις;».

Στο οποίο απάντησα: «Αν μιλάμε για τη νέα εκείνη εμπροσθοφυλακή της Ευθιξίας, παρότι αναγνωρίζω πως εκκίνησε με καλές προθέσεις και για να θεραπεύσει πράγματι υπαρκτές προκαταλήψεις που είναι ικανές να γεννούν ή να συντηρούν την αδικία απέναντι σε συνανθρώπους μας, έχω να πω ότι συχνότατα:

1) Θυμίζει έναν αφορισμό του Otto Weininger για τον Zola, που έλεγε ότι «είναι ένας άνθρωπος με εντελώς καθόλου χιούμορ»

2) Καταλήγει ένας υστερικός –και επικίνδυνος για την ελευθερία– όχλος αλληλοσυμπαθούντων με αλληλοτροφοδοτούμενο θυμικό.

3) Παγιδευμένη και η ίδια σε μια αντίστροφη προκατάληψη, ομοιάζει με εκκρεμές που εκκινώντας από το θλιβερό άκρο Α και με σκοπό να σταθεί στο θεμιτό μέσο Β καταλήγει –από κεκτημένη ταχύτητα και απουσία τριβής (βλ. Λογικής)– στο θλιβερό άκρο Γ.

Κι αφού απορείς, πολυαγαπημένη μου Μαρία, που –δόλια!– σ’ έβαλα εδώ να λες παλαβοϋστερίες, για ποιον λόγο επέλεξα να σατιρίσω, με το παρόν κείμενο, έναν καλόβουλο όχλο (sic) αντί για έναν –όχι λιγότερο υπαρκτό– απαίσιο/κακόβουλο, να σου θυμίσω αυτό που έγραφα αλλού;

_____________________________________________________________________

… ναι μεν ένας κακός όχλος μας στενοχωρεί πολύ, όμως κοιτάζοντας το θολό μάτι ενός καλού όχλου είναι που απελπιζόμαστε.
_____________________________________________________________________

Τουτέστιν, αυτοπροσδιοριζόμενος και του λόγου μου ως υπέρμαχος της φιλανθρωπίας και της δικαιοσύνης, ενάντιος σε κάθε ρατσισμό-φασισμό-παλιανθρωπιά,[3] βρίσκω πιο χρήσιμο να ασκήσω μια κάποια κριτική σεπαραζαλισμένουςαπτονπερίσσιοσυναισθηματισμόφιλάνθρωπουςπουπεριφέρονταιέξαλλοιόσοαλυσιτελείςεφευρίσκονταςολούθεεχθρούς, απ’ ότι απλώς και μόνο να στηλιτεύσω κι εγώ με τη σειρά μου την οπωσδήποτε άθλια απανθρωπιά, την αδικία και το Κακό. Από τούτη την κριτική έχουμε περίσσευμα.»

*

«Έτσι συλλογική, βαρύθυμη, αυστηρή και συνάμα άκρως ελαφρόμυαλη που περιγράφεις αυτήν την εμπροσθοφυλακή της Ευθιξίας, μου ήρθε στον νου εκείνη η ωραία σκηνή από το Κωμικό Μυθιστόρημα του Paul Scarron (1651), όπου σε ένα λιμάνι, για να μεταφέρουν δυσανάλογα λίγα και ελαφρά πράγματα, παρουσιάζονται δυσανάλογα πολλοί αχθοφόροι» είπε ο Επιτραπέζιος Ποιητής, και ακολούθως ανέγνωσε το αντίστοιχο χωρίο:

______________ ¤_________________

We docked in Orléans, where our arrival was so entertaining that I want to tell you the details. A bunch of porters, who were waiting at the dock for arriving passengers with luggage, crowded onto our boat. They were more than thirty in all to lift two or three small bags that the weakest among them could have carried under his arms. If I’d been alone, I probably wouldn’t have been restrained enough not to lose my temper at their insolence. Eight of them grabbed a small chest that didn’t weigh twenty pounds and, after pretending to have a hard time lifting it off the ground, they finally hoisted it above their heads, balancing it on their fingertips. All the rabble of the port laughed at this, and we were forced to follow suit. Still, I was blushing with shame at having to travel across an entire town in such a procession, because the rest of our luggage, which one man could have carried, kept twenty occupied, while my pistols alone required four men. We entered the town in the following order. Eight big drunk candidates for the gallows – or who deserved to be – together carried a small chest, as I already told you. My pistols followed, one after the other, each carried by two men. Mademoiselle de La Boissière, who, like me, was fuming, came next. She was sitting on a big wicker chair supported by two long rafting poles carried by four men who relayed one another and had many insolent things to tell her along the way. The remainder of our luggage followed. It was made up of a small suitcase and a canvas-covered bundle that seven or eight of these rascals were tossing around while they walked, as though they were playing the game of broken pot. I brought up the rear of this triumphal parade, holding Leonora’s hand. She was laughing so hard that I had to take pleasure in this swindle despite myself. During our march, the passers-by stopped in the street to gawk at us, and the ensuing noise brought everyone to the window.

______________ ¤ ______________

Στο άκουσμα της σκηνής αυτής:
Ο Παλλόμενος Αστήρ αναβόσβηνε από ευφροσύνη στο λευκό-χρώμα-χαράς.
Ο γάιδαρος Φελίτσε έπινε νερό από έναν κουβά.

«Άξιζε να υπομείνουμε τη θλιβερή προφορά σου Επιτραπέζιε, πολλή πλάκα έχει αυτό» είπε γελώντας η Μαρία.

«Πράγματι!» είπε ο Μίμος του Θανάτου «Ειδικά εκεί με τα πιστόλια.»

«Εκεί όπου η Ανθρώπινη Λογική τείνει να απουσιάσει, είθε εμείς να τη ρίχνουμε –με κάθε μέσο– και πάλι στη μάχη!» είπε ο –τυχερός επιζών της εχθροπραξίας του Φελίτσε– Επιτραπέζιος Descartes από τα ύψη της βιβλιοθήκης. Και σκάρωσε εκ του προχείρου μια τελετή συμφιλίωσης, βάζοντάς μας να στοιχηθούμε ο ένας πίσω από τον άλλο, κρατώντας –οι υπόλοιποι πλην εμού που ήμουν μπροστά μπροστά– από ένα πλατωνικό στερεό (στον γάιδαρο το εναπόθεσα στο σαμάρι), κατ’ αλφαβητική σειρά,

Εγώ
Επιτραπέζιος με οκτάεδρο
Μαρία με εικοσάεδρο
Μίμος με δωδεκάεδρο
Παλλόμενος με τετράεδρο
Φελίτσε με κύβο

σε μια κακήν-κακώς αναπαράσταση  τ η ς  Κ ο σ μ ι κ ή ς  Α ρ μ ο ν ί α ς  όπως την απεικόνισε ο Κέπλερ στο –πυθαγόρειας πνοής– μοντέλο του Ηλιακού Συστήματος (συντιθέμενου απ’ τους έξι τότε γνωστούς πλανήτες) από το έργο του Mysterium Cosmographicum (1597).[4]



Από τις Ιστορίες του Πλοκάμου: Φιλοσοφική Παντόφλα I

Π Α Ρ Α Ρ Τ Η Μ Α:[5] 
ΠΩΣ ΓΝΩΡΙΣΑ ΤΟΝ ΜΙΜΟ ΤΟΥ ΘΑΝΑΤΟΥ

Μεσάνυχτα, περπατούσα με φίλους στα πέριξ της οδού Αχαρνών. Κατηφορίσαμε προς τον σταθμό του Αγίου Νικολάου, περάσαμε απ’ την υπόγεια διάβαση και πλησιάζαμε το πάρκο που μας αρέσει να συχνάζουμε ακόμα για καμιά μπύρα, εκεί όπου δίπλα στεγάζεται ένα υποκατάστημα του ΙΚΑ. Περάσαμε τα σχολεία με τα σκοτεινά τους προαύλια μέσα απ’ το κιγκλίδωμα και στρίψαμε στη γωνία. Το κιτρινοφωτισμένο πάρκο ήταν ολόαδειο –ήταν Χειμώνας– παρεκτός από μια κατάμαυρη φιγούρα καθισμένη ψηλά στην πλάτη από ένα παγκάκι. Σταθήκαμε. Η φιγούρα, που βλέπαμε την οπίσθια όψη της, ήταν ντυμένη με μανδύα που τέλειωνε σε μια κουκούλα. Η στάση της ήταν σαν να μιλάει στο τηλέφωνο, όμως φωνή δεν ακουγόταν. Παραδίπλα ήταν αφημένα ένα δρεπάνι κι ένα ποδήλατο. Λέω: «Ποιος θα’ ρθει;» και δεν μίλησε κανείς. Λέω: «Ποιος θα’ ρθει μαζί;»· είπε κάποιος «Πάμε».
Πήγαμε αργά ως εκεί και με βήμα ελαφρύ. Κατάφερα να του κάνω μια λαβή.[6] Του έπιασα τα δυο χέρια από πίσω, το κινητό του έπεσε κάτω και απ’ το ακουστικό ακούγονταν κάτι οδυρμοί που δυνάμωναν κι έφθιναν και δυνάμωναν ξανά, σαν κυματισμοί που απέρχονται και ξανάρχονται. Του βγάλαμε την κουκούλα, ήταν φιλικός. «Ήρεμα παιδιά» και τέτοια. Τον άφησα.

«Μας κοψοχόλιασες» του λέω.

«Ναι ρε φίλε» λέει ο φίλος μου.

Ο τύπος ήταν ταραγμένος κι έπαιρνε ανάσες να συνέλθει. Ύστερα μάζεψε το κινητό από κάτω και το ’κλεισε. Οι ήχοι σταμάτησαν.

«Αυτό έχεις να κάνεις στη ζωή σου;» τον ρώτησα.

«Έχω και πρωινή δουλειά», λέει, «κανονικά».

«Και γιατί δεν πας να κοιμηθείς;»

«Δεν είμαι του ύπνου, θα έχουμε τον χρόνο για ανάπαυση.»

«Τέλος πάντων, για πες: Γιατί έρχεσαι δω μασκαρεμένος;»

«Εδώ, σε τούτη την παιδική χαρά μεγάλωσα» είπε. «Έρχομαι πια και κάθομαι έτσι τα βράδια, από τότε που ρίξαν τον σαλίγκαρο». «Έριξαν τον σαλίγκαρο», είπε. Άρχισε να δακρύζει.

(Πράγματι ο κίτρινος σαλίγκαρος –η σπειρωτή σκάλα που κατέληγε σε δυο κεραίες–τον οποίο θυμόμουνα κι εγώ να στέκει εκεί, τώρα δεν υπήρχε.)

Και συνέχισε με φωνή λαχανιασμένη.

«Έχεις προσπαθήσει να βγάλεις τον σαλίγκαρο ως το τέλος; Ανεβαίνεις ψηλά, ψηλά και ύστερα η καμπύλη γυρίζει προς το έδαφος, κάτω. Βλέπεις το σκάμμα από κάτω γυρισμένος ανάποδα. Βλέπεις το χώμα μες στα γέλια.
Τα είχα φανταστεί όλα: Όταν, κάποτε, θα το ένιωθα ότι πλησίαζε η μαύρη ώρα –στα γηρατειά μου ελπίζω–, θα ερχόμουνα το βράδυ και θα ’μπαινα στη σπείρα για μια τελευταία φορά. Στη σιγή της πόλης θ’ ακούγονταν αχνά οι κρούσεις απ’ τα δυο παπούτσια μου στη σιδερένια σκάλα. Ύστερα, επάνω στην ακμή της χαράς, ένας γδούπος. Θα ήταν κανονισμένο να με θάψουνε επί τόπου. Στην ανακομιδή θα έσκαβαν το χώμα. Θα έβρισκαν τα κόκκαλά μου χρωματιστά. Αυτός εδώ, θα έλεγαν, πέθανε χαρούμενος. Τώρα παριστάνω εδώ Εκείνον που έτσι κι αλλιώς θα με βρει, στον τόπο που ήθελα εγώ να με βρει. Είναι ο τρόπος μου να θρηνώ μία χαμένη ευκαιρία.».

Τι καημός, σκέφτηκα (πόσο ευτυχές μοιάζει ένα τέλος στους άγιους τόπους της αρχής). Τον χτύπησα φιλικά στον ώμο.

Πριν τον αποχαιρετίσουμε και τον αφήσουμε στην ησυχία του, τον ρώτησα, επ’ ευκαιρία, αν έχει υπόψη του καμιά θεραπεία για το horror mortis.

Σαν Ερυξίμαχος απευθυνόμενος προς τον Αριστοφάνη, που τον είχε πιάσει λόξυγγας εν τω μέσω του φιλοσοφικού διαλόγου στο Συμπόσιο του Πλάτωνα, ο Μίμος του Θανάτου, που με τ’ άλλο χέρι σκούπιζε τα μάτια και τη μύτη του, αποκρίθηκε προσφέροντάς μου ένα πλαστικό μπουκάλι με νερό που μύριζε αγιαστούρα: «Ανακογχυλίασον».[7]

  

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: