Φεστιβαλική Επίδαυρος: H νέα ιστορικότητα μετά το τέλος της ιστορίας και ο νέος θεατής

Φεστιβαλική Επίδαυρος: H νέα ιστορικότητα  μετά το τέλος της ιστορίας και ο νέος θεατής


Σε αντίθεση με το Φεστιβάλ Αθηνών, το έτερον ήμισύ του, το Φεστιβάλ Επιδαύρου είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση, σαφώς πιο δύσκολη, πιο περιπλεγμένη τόσο σε επίπεδο οργάνωσης όσο και φιλοσοφίας, πολιτικής και λειτουργίας. Υπ’ αυτήν την έννοια, η διοργάνωση της ημερίδας «Το παρελθόν και το μέλλον της Επιδαύρου», που φιλοξένησε στο πρόγραμμά του το Φεστιβάλ Αθηνών/Επιδαύρου στην Πειραιώς 260 στα μέσα Ιουνίου (2022) ήταν, από όλες τις απόψεις, μια ευεργετική παρέμβαση. Βέβαια, ουδείς προφήτης, οπότε κάθε πρόβλεψη που αφορά το μέλλον του θεσμού δεν μπορεί παρά να είναι απλώς μια υπόθεση εργασίας με όλο το ρίσκο που εμπεριέχει. Αλλά ακόμη και έτσι δεν παύει να είναι υπόθεση απολύτως αναγκαία, ιδίως αν λάβει κανείς υπόψη του το γενικότερο κλίμα που επικρατεί.
Η επώδυνη εμπειρία της πανδημίας, τα τεράστια και πιεστικά οικολογικά προβλήματα, η διάλυση της παγκόσμιας οικονομίας, οι διογκούμενες κοινωνικές ανισότητες, τα εκατομμύρια μεταναστών που αναζητούν καινούργιες πατρίδες, τα τραύματα των αλλεπάλληλων πολέμων που δεν λένε να κοπάσουν, με πιο πρόσφατο τον πόλεμο στην Ουκρανία, και βεβαίως οι ποικίλες θεωρίες που αφορούν τα φύλα, τις φυλές, τα έθνη, τα σύνορα, τη σεξουαλικότητα, την ταυτότητα, τα κλασικά κείμενα, την κουλτούρα της ακύρωσης, πιέζουν για νέες και ριζικές επανατοποθετήσεις. Μα πιο πολύ πιέζει προς αυτή την κατεύθυνση η απόλυτη πλέον κυριαρχία της υψηλής τεχνολογίας, η οποία έχει αντικαταστήσει την πρωταγόρειο ρήση «παν μέτρο ο άνθρωπος» με τη μετα-ουμανιστική «παν μέτρο η τεχνολογία». Δεν θα ήταν μάλιστα υπερβολή να ισχυριστούμε ότι, ελέω τεχνολογίας, βρισκόμαστε μπροστά στο φάσμα δημιουργίας ενός ολοκαίνουργιου κόσμου, ακριβώς όπως είχαν βρεθεί τον 15ο αιώνα οι Ευρωπαίοι μετά την ανακάλυψη της τυπογραφίας από τον Γουτεμβέργιο, τότε που ο κόσμος της προφορικότητας και της ακοής ξαφνικά κλήθηκε να ενεργοποιήσει την όραση και τη σιωπή της γραφής και της ανάγνωσης, με καταλυτικές επιπτώσεις στη διασπορά της γνώσης, στη λογοτεχνική και στη θεατρική δημιουργία και βεβαίως στη διαμόρφωση συνειδήσεων.
Τώρα, λοιπόν, στη θέση του επικοινωνιακού καταλύτη και ρυθμιστή συμπεριφορών και ιδεολογιών βρίσκεται η υψηλή τεχνολογία, η οποία χαρακτηρίζεται από μια πρωτόγνωρη δυναμική που περίπου λέει ότι όσο αυτή θα βελτιώνεται άλλο τόσο θα απομακρύνεται από το οπτικό μας πεδίο η ίδια η πραγματικότητα, η δεξαμενή εκείνη μέσα από την οποία το θέατρο και τα φεστιβάλ εν γένει αλίευαν, και εξακολουθούν να αλιεύουν, τα ερεθίσματά τους, τις ιστορίες τους, τους πρωταγωνιστές και ανταγωνιστές τους, τους ήρωες και αντιήρωές τους, τα πάθη και τα παθήματά τους. Ό,τι απαντήσεις κόμισε στο κλείσιμό του ο μοντέρνος και διαφωτιστής 18ος και 19ος αιώνας, με στοχαστές και ερευνητές όπως ο Βολτέρος, ο Ντιντερό, o Δαρβίνος, ο Μαρξ, ο Φρέιζερ, ο Φρόιντ κ.ά., ο μεταμοντέρνος και αντι-διαφωτιστής 21ος τις ακυρώνει και ζητά επανεκκίνηση, θέτοντας ενώπιόν μας το πλέον πιεστικό ερώτημα του μέλλοντός μας: Τι είναι τελικά πραγματικό; Υπάρχει; Κι αν ναι, πού εντοπίζεται και σε ποια μορφή; Και το πιο σημαντικό που αφορά το θέμα μας: πώς μεταφέρεται αυτή η βασανιστική αβεβαιότητα στα οντολογικά σωθικά μιας μηχανής αναπαραγωγής ψευδαισθήσεων, «άλλων» χρόνων και τόπων, που είναι το ίδιο το θέατρο;

Ορίστε λοιπόν η μεγάλη πρόκληση για τα θεατρικά φεστιβάλ του μέλλοντος: αφενός ο εντοπισμός του πραγματικού προκειμένου να συνεχίσουν να αλιεύουν ύλη για τα δράματά τους και αφετέρου η διερεύνηση των υπό διαμόρφωση σχέσεών τους με τον χρόνο και τον τόπο, ή αν προτιμάτε, τους χρόνους και τόπους, ήτοι το επιτελεστικό «εδώ και τώρα» και το ιστορικό «εκεί και τότε», όπως και των σχέσεών τους με τον νέο θεατή, σχέσεις διόλου δεδομένες, υπό την έννοια ότι, όπως έχει περάσει η εποχή του company man, που παρέμενε πιστός και αφοσιωμένος, ψυχή τε και σώματι, στην εταιρεία και στο αφεντικό του μέχρι το τέλος της ζωής του, έτσι έχει περάσει ανεπιστρεπτί και η εποχή των πιστών θεατών που παρέμεναν κοντά και φανατικά δοσμένοι σε θιάσους και πρόσωπα, άλλοι κάτω στο υπόγειο του Κουν, άλλοι στο Αμφιθέατρο του Ευαγγελάτου, άλλοι στο Παγοποιείο του Φιξ και κατόπιν στον Τεχνοχώρο του Κακλέα, στο υπόγειο της ομάδας Διπλούς Έρως του Μαρμαρινού κ.λπ.
Έχει ολοκληρώσει τον κύκλο του αυτό το ρομαντικό φλερτ. Τελείωσαν οι αποκλειστικότητες. Τώρα κυριαρχεί η νοοτροπία του νομάδα-θεατή που διαρκώς αναζητά άλλα ερεθίσματα, άλλες δουλειές, άλλες προτάσεις και άλλους τόπους. Εάν μέχρι πριν από λίγες δεκαετίες η ομοιομορφία του κοινωνικού σώματος και των προσδοκιών του περίπου διασφάλιζε και τα κοινά σύμβολα, τις κοινές αφηγήσεις, τα κοινά πιστεύω, κάνοντας έτσι πιο εύκολα τα παραδοτέα ενός φεστιβάλ, τώρα πια, με τις διασπορικές τάσεις των πληθυσμών, ένα φεστιβάλ που αναζητά το κοινό του, δεν μπορεί να παρακάμψει το ερώτημα: Τι παραδίδω και σε ποιους; Ποιο είναι αυτό το «Εμείς»; Ένα στατικό κοινό ή ένα κινητικό; Υπάρχουν διαφορετικά «Εμείς» και δημόσιες σφαίρες; Και αν όντως αυτό συμβαίνει, πώς οδηγεί ένα φεστιβάλ αυτό το ποικίλο, ετερογενές και ευμετάβλητο κοινό να συστεγαστεί, να «συντελέσει» διά της παρουσίας του; Πώς καλλιεργεί το αίσθημα του «ανήκειν» έχοντας απέναντι αποκλίνουσες ιδεολογικά. αισθητικά, θρησκευτικά, πολιτιστικά, δημόσιες σφαίρες;
Ασφαλώς δεν είναι διόλου εύκολη πρόκληση, όμως δεν παύει να είναι αναγκαία. Τα θέατρα του μέλλοντος (και τα φεστιβάλ τους, εννοείται) θα κληθούν να διαχειριστούν τον ορίζοντα προσδοκιών ενός νέου τύπου πολίτη-θεατή-καταναλωτή, ενός πολίτη μονίμως «άπιστου», ακόμη και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του, τον οποίο δεν έχει κανένα πρόβλημα να τον αλλάζει κατά το δοκούν, άλλοτε καλύπτοντάς τον με τατουάζ, άλλοτε παραδίδοντάς τον στο νυστέρι κάποιου πλαστικού χειρουργού, άλλοτε παραδίδοντάς τον στη χημική υποστήριξη και στο ανελέητο bodybuilding κ.λπ. Ζούμε άλλωστε την εποχή του μη αυθεντικού. Η έννοια του κιτς, λ.χ., που κάποτε ήταν ταυτισμένο με την κακογουστιά και το αντίγραφο, την κόπια, σήμερα δεν κουβαλά κανένα αρνητικό πρόσημο. Είναι στα όρια μιας απόλυτα αποδεκτής κανονικότητας.

Το μέγα λοιπόν στοίχημα ειδικά για την Επίδαυρο του αύριο είναι ακριβώς πώς θα επιλέξει να αυτοσυστηθεί μέσα από την επαναφορά ενός μέχρι πρότινος «ιεροποιημένου», «αυθεντικού» και «κεντρωμένου» θεατρικού πολιτισμού σε μια παγκόσμια, ρευστή και καθόλου «ιερή», πολλώ δε μάλλον σαφή, πραγματικότητα του σήμερα, μια κοινωνία που έχει προ πολλού γυρίσει την πλάτη σε διακρίσεις ανάμεσα στην υψηλή και τη λαϊκή τέχνη, στο κέντρο και την περιφέρεια. Πώς θα επαναφέρει σε αυτή τη νέα και παμφάγο αγορά και στους νέους δέκτες-νομάδες; τους άλλους τόπους και χρόνους της ιστορίας, όχι ως εξωτικό τουριστικό «αξεσουάρ» τύπου Disneyland (αυτό θα ήταν πολύ εύκολο), αλλά ως ευεργετικό και ουσιαστικό θέαμα που μετατρέπει τους υποδοχείς του με τον τρόπο του σε «μικρούς ιστορικούς»;
Πολλές φορές σχολιάζουμε τις σκηνοθεσίες αρχαίων κειμένων από ξένους καλλιτέχνες τονίζοντας, ενίοτε με θαυμασμό ίσως και ζήλια, αλλά πολλές φορές και με αφέλεια επαναστάτη-ανατροπέα του κατεστημένου, τις απενοχοποιημένες αναγνώσεις τους. Είναι λογικό έως και αναμενόμενο, αφού πλησιάζουν τα κείμενα χωρίς το βάρος που κουβαλά ένας Έλληνας αναγνώστης/ερμηνευτής, ο οποίος αφενός καλείται να ξεπεράσει τα όρια των κατακτημένων και συχνά επιβεβλημένων εγχώριων αναγνώσεων και αγκυλώσεων και αφετέρου να διαχειριστεί το ίδιο το φορτίο που κουβαλά η Επίδαυρος ως τόπος, φορτίο που ορίζει σε μεγάλο βαθμό την ταχύτητα, τον όγκο, την έκταση και το είδος των αλλαγών, καθώς και την υποδοχή τους από τις δημόσιες σφαίρες που σημειώνουμε πιο πάνω.

Η επιστροφή της ιστορίας.

Κοινωνιολογικές και ανθρωπολογικές έρευνες έχουν δείξει ότι η πλειοψηφία των μεταμοντέρνων τουριστών-επισκεπτών των πολιτισμών είναι κατά κύριο λόγο "συλλέκτες" και "καταναλωτές" εμπειριών παρά υλικών αγαθών. Οτιδήποτε τους υπόσχεται μια εμπειρία ξεχωριστή, είναι ευπρόσδεκτο. Αγαπημένο τους σλόγκαν το γνωστό: «Ζήσε την εμπειρία» (Live the Experience), και κυρίως την εμπειρία εκείνη που προσφέρει πιο έντονα, ακόμη και «επικίνδυνα» ερεθίσματα. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι ο κίνδυνος είναι «σέξι» εφόσον δεν θέτει σε κίνδυνο τη ζωή εκείνων που τον υποδέχονται/βιώνουν. Και ο καταναλωτής της εποχής μας είναι ένας καλά ασκημένος αθλητής του ακίνδυνου κινδύνου. Οτιδήποτε ξεφεύγει από την προβλέψιμη καθημερινότητά του, ακόμη και μια ανοίκεια θεατρική πρόταση, είναι μια θετική προσθήκη στο άλμπουμ των εμπειριών και αναμνήσεών του.
Το ζητούμενο λοιπόν είναι πώς ένα φεστιβάλ βεβαρημένου ιστορικού φορτίου, όπως της Επιδαύρου, θα συνεχίσει να επενδύει στη μεταμόρφωση του μακρινού στα καθ’ ημάς με τέτοιο τρόπο ώστε να συγκινεί, να ευφραίνει και να παιδεύει την ποικιλόμορφη πελατεία του; Με άλλα λόγια, πώς θα μικρύνει την απόσταση ανάμεσα στο αρχαίο και ανθρωποκεντρικό «εκεί και τότε» και στο δικό μας τεχνο-κεντρικό και ατομο-κεντρικό «εδώ και τώρα»; Πώς θα μετατρέψει σε ευεργετικό θέαμα τα ίχνη των αρχαίων κειμένων, εκείνα ακριβώς τα ίχνη που προδίδουν και τα νήματά τους μέσα στον χρόνο; Κοντολογίς, πώς θα κάνει connect όλο αυτό το ετερογενές, το disconnected και μετακινούμενο πλήθος κυνηγών εμπειριών, μετακινώντας την κλασική κληρονομιά από την υψηλή τέχνη της ομοιομορφίας όπου την έχουμε εντάξει στον χώρο της ποιοτικής και συνάμα ευμετάβλητης και ετερογενούς λαϊκότητας, δηλαδή στον χώρο και το σκεπτικό ενός μεταμοντέρνου μωσαϊκού, όπου ο τουρίστας-επισκέπτης, ο κατά φαντασία «μικρός ιστορικός», όπως τον ονομάσαμε, θα καλείται να συμμετάσχει, έστω και νοερά, σε ένα πολιτισμικό σαφάρι με το διαφορετικό, το προς στιγμή (απατηλά) δικό του και παράλληλα το αιωνίως μυστηριώδες άλλο; Ένα παιγνιώδες σαφάρι με τον χρόνο και τις άπειρες και απρόβλεπτες μεταμορφώσεις του.
Νομίζω πως η Επίδαυρος του μέλλοντος δεν έχει άλλη επιλογή. Οφείλει να συντρέξει με τις αλλαγές που διαγράφονται και ει δυνατόν να προπορευτεί, δηλαδή να γίνει εν τη πράξει avant garde, μπροστάρης, πύλη εισόδου στην ιστορία του θεατρικού είδους και των ποικίλων μετεξελίξεών του. Και σημειώνω σκόπιμα το ρήμα «οφείλει» γιατί εδώ και κάποια χρόνια βλέπουμε να διογκώνονται, στο όνομα μιας κατά τη γνώμη μου στρεβλής ερμηνείας της πολιτικής ορθότητας, οι αμφισβητήσεις πολλών αξιών που αφορούν το αρχαίο δράμα, όπως και οι τάσεις ακύρωσης κλασικών ονομάτων και έργων. Και υπό το πρίσμα των νέων εξελίξεων ένα φεστιβάλ όπως της Επιδαύρου θα έχει να επιτελέσει από δω και πέρα έργο ακόμα πιο βαρύ, εφόσον φυσικά θέλει να βοηθήσει ώστε το αρχαίο δράμα να διατηρήσει τη θέση του στην παγκόσμια βιβλιογραφία, μια θέση που πολλοί θα ήθελαν να διαγράψουν επικαλούμενοι τη λογική ακύρωσης της οποιασδήποτε ιεράρχησης και αξιολόγησης στον χώρο του θεάτρου, πολλώ δεν μάλλον όταν αυτή εμφανίζεται και κατηγορείται ως δυτικοκεντρική.
Απέναντι λοιπόν στο γνώριμο μεταμοντέρνο anything goes, το Φεστιβάλ της Επιδαύρου πρέπει να έχει και λόγο και ρόλο. Ας μην ξεχνάμε ότι, όπως όλα τα φεστιβάλ, έτσι και της Επιδαύρου μέσα από τις επιλογές του επιβάλλει, ακόμη κι αν δεν το επιδιώκει, κριτήρια και αξίες, τρόπους προσέγγισης και αξιολόγησης της τέχνης του αρχαίου θεάτρου. Γι’ αυτό το ποιος καλείται να συμμετάσχει έχει μεγάλη σημασία. Δεν χωράνε όλοι και όλα. Εάν θέλουμε να είναι κάτι ξεχωριστό, μια βιτρίνα των κατακτήσεων της θεατρικής μας κοινότητας, επιβάλλεται να εκθέτει επιλεγμένες ποιότητες, σε θέση να αναμετρηθούν μετωπικά με την ίδια την έννοια της ιστορικότητάς του. τις μνήμες του, τα ιδεολογήματά του, τις φάσεις και αντιφάσεις του. Υπογραμμίζω τη σημασία αυτής της αναμέτρησης γιατί εδώ ξεπροβάλλει ένα παράδοξο. Εξηγούμαι.

Σε μια εποχή κατά την οποία ακούμε διαρκώς για τον θάνατο της ιστορίας (μεταξύ άλλων θανάτων — του συγγραφέα, του κειμένου, του έθνους κ.λπ), παρατηρείται γενικά μια διάχυτη διάθεση επιστροφής στα καθ’ ημάς του ιστορικά αλλότριου ή, καλύτερα, απομακρυσμένου. Ξεχασμένοι πολιτισμοί, μουσικές παραδόσεις, κλασικά κείμενα, remake κλασικών χολιγουντιανών ταινιών και τραγουδιών, ανακυκλώσεις αντικειμένων, όλα ξανα-γράφονται, ανα-κυκλώνονται, ανα-προσαρμόζονται. Δεν απασχολεί πλέον, όσο απασχολούσε, εμμονικά θα έλεγα, στο παρελθόν, η προβολή της συνεχούς και αδιάσπαστης σχέσης χρόνου και τόπου. Σήμερα, και υποθέτω εντονότερα στο άμεσο μέλλον, μια επίσκεψη στην Eπίδαυρο θα μπορούσε να πάρει τη μορφή ενός καλά μελετημένου επιτελεστικού ταξιδιού σε χρόνους και τόπους, μια μοναδική ευκαιρία να αναπλάσει κάποιος τη δική του μετα-ιστορία, τη δική του in situ φαντασιακή αρχαία ιστορία. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι κάθε παράσταση αρχαίου κειμένου, όσο προχωρημένη και ανατρεπτική να είναι, δεν παύει με τον τρόπο της να είναι παράλληλα και μια άσκηση στη νοσταλγία, η οποία προσφέρει στον θεατή, ευθέως ή πλαγίως, τη δυνατότητα να ζήσει μιαν άλλη εμπειρία, κάτι που δεν είναι δικό του, χωρίς να είναι σε θέση να το ελέγξει ως προς τις αυθεντικές προδιαγραφές του. Ίσως και να μην ενδιαφέρει αυτή η αυθεντικότητα, όπως είπαμε. Εκείνο που έχει σημασία είναι ότι η ιστορική Επίδαυρος μπορεί να προσφέρει στον περιπλανώμενο θεατή-τουρίστα των πολιτισμών, μια ομοιωματική μορφή ιστορικής συλλογικότητας αλλά και «αταξίας». Τι εννοώ με «αταξία»; Κάτι πολύ απλό: Εφόσον θέλουμε ο ιστορικός χώρος της Επιδαύρου να σημαίνει κάτι παραπάνω, να ερεθίζει τη φαντασία και να συντελεί στο θέαμα κι όχι να είναι παθητικά «εκεί», απλώς ως ένα περίφημο μνημείο που ζητά τον θαυμασμό μας, τότε πρέπει να μεριμνήσουμε ώστε και αυτός να προβάλλει τη δική του ασύμμετρη ιστορία, τη δική του ευμετάβλητη ταυτότητα. Μόνο έτσι θα απαλλαγεί από μανικούς ιδιοκτήτες, αρπαχτικά υπουργεία και πονηρούς επενδυτές και θα περάσει στα περιουσιακά στοιχεία μιας διαρκώς μεταβαλλόμενης καθώς και «άπιαστης» πανανθρώπινης κληρονομιάς.


Καταλήγοντας:

Η Επίδαυρος είναι η μήτρα μιας πέραν κάθε συναγωνισμού εμπειρίας. Συνεπώς στόχος δεν είναι να την προβάλλουμε μόνο και μόνο για να αξιολογηθεί ή να γίνει, όπως είπα, αντικείμενο στιγμιαίου θαυμασμού, αλλά να την αντιμετωπίσουμε ως ζωντανή πηγή-αφετηρία μιας σειράς από δυνάμει εμπειρίες που αφορούν τον χρόνο, τον χώρο, την αισθητική και φυσικά τον άνθρωπο. Τούτο σημαίνει ότι πρέπει να βρεθούν τρόποι ώστε η ίδια η επίσκεψη να μεταμορφώνεται κάθε φορά σε ένα ολιστικό γεγονός και όχι σε μια προκαθορισμένη τουριστική ή άλλη τυποποιημένη διεκπεραίωση.
Κάπως έτσι φαντάζομαι το Φεστιβάλ της Επιδαύρου: ως μια δεξαμενή μοναδικών και απρόβλεπτων γεγονότων που δεν συναντάς πουθενά αλλού. Μια δεξαμενή που φιλοξενεί και συνάμα δοκιμάζει όπως και δοκιμάζεται από φαντασιακές ιστορικότητες και διαφεύγουσες επιτελεστικές πραγματικότητες.
Εάν δεχόμαστε λοιπόν το σκεπτικό που λέει ότι ένα φεστιβάλ καταδεικνύει τον τρόπο μέσα από τον οποίο μια πόλη επιθυμεί να αναπαραστήσει τον καλλιτεχνικό εαυτό της, τότε η μεταπανδημική περίοδος δεν σημαίνει επιστροφή σε προπανδημικές πρακτικές. Ασφαλώς διατηρούνται εκείνα τα στοιχεία που αποδεδειγμένα λειτούργησαν, όμως, με δεδομένες τις αλλαγές που βιώνει ο πλανήτης, απαιτούνται πλέον νέα μοντέλα αντίληψης και αξιοποίησης του χώρου και της ιστορικότητάς του, του πραγματικού και του φαντασιακού, όπως και νέα μοντέλα παραγωγής και φυσικά διακίνησης των παραστάσεων προκειμένου να μπορούν να ταξιδέψουν επιτέλους και στο εξωτερικό. Τώρα είναι η πιο κατάλληλη στιγμή να δοκιμαστούν λύσεις.
Το Φεστιβάλ της Επιδαύρου δεν θα επιβιώσει αποφεύγοντας την αγορά αλλά δημιουργώντας τη δική του μοναδική αγορά με ποιοτικό πρόσημο. Και στην περίπτωσή του το «εμπόρευμα» δεν είναι μόνο το θέαμα, όπως είπα, αλλά και ο ίδιος ο χώρος ως μοναδικός παγκοσμίως προορισμός και ως αντικείμενο προς έκθεση, μελέτη, αξιολόγηση, αλλά και συμμετοχή. Η Επίδαυρος είναι ο τέλειος τόπος συνάντησης του εγκόσμιου και του απόκοσμου, του πολίτη και του κοσμοπολίτη, του οικείου και του αλλότριου. Το να ταξιδεύει κάποιος μέχρι την Επίδαυρο και να μην ζήσει τη μοναδικότητά της είναι σαν να μην έχει ταξιδέψει ποτέ. Και σε αυτό το σκεπτικό εκτιμώ πως πρέπει να επενδύσει η νέα πολιτική του φεστιβάλ. Τα Επιδαύρια δεν πρέπει να είναι απλά μια γιορτή του πολιτισμού, αλλά πρωτίστως ένα εργοτάξιο, όπου δοκιμάζονται συνεχώς ιδέες και τάσεις, προκαλούνται ρήξεις, γίνονται λάθη, και παίρνονται ρίσκα. Μια αξιοκρατική πλατφόρμα διαλόγου εκτός πεπατημένης και γι’ αυτό το λόγο μια «επικίνδυνη» πλατφόρμα, που συνομιλεί με ένα κοινό που αναζητεί την αλλιώτικη εμπειρία, που ξεπερνά τα όρια καθιερωμένων και προβλέψιμων προτάσεων που έχει τη δυνατότητα να δει αλλού. Και για να το βρει ή να το δημιουργήσει αυτό το κοινό πρέπει να βρει τρόπους να προκαλέσει τον ενθουσιασμό αλλά και την απορία του γύρω από αυτό που «πουλά», που προωθεί. Να κάνει τον κάθε δυνάμει θεατή να νιώσει ξεχωριστός κι όχι ως μέρος μιας μάζας 10.000 θεατών. Δηλαδή, να του δημιουργήσει εκείνη τη μοναδική αίσθηση του once in a lifetime. Με άλλα λόγια, να τον κάνει να «προσέξει», όπως λέει στη Γένεση ο Καστελούτσι («Δώστε προσοχή»), φράση που όχι άδικα επέλεξε ως το σλόγκαν του το λονδρέζικο φεστιβάλ LIFT (Pay Attention), ένα σλόγκαν που συμβαδίζει με ένα άλλο αγαπημένο μου σλόγκαν, εκείνο που χρησιμοποίησε ο Πίτερ Σέλαρς ως καλλιτεχνικός διευθυντής του φεστιβάλ του Λος Άντζελες: Inhale the World, να «εισπνεύσει» τον κόσμο, παλαιό, παρόντα και μέλλοντα.
Βέβαια, το κοινό σπάνια γνωρίζει τι θέλει. Μαθαίνει τι θέλει όταν έχει δει τι θέλει. Και εδώ βρίσκεται το κλειδί της επιτυχίας του Φεστιβάλ της Επιδαύρου: να πείσει τον κόσμο πως αυτό που του προσφέρεται είναι μοναδικό και βγαίνει μέσα από ένα εργοτάξιο του δικού του παρόντος, που αντλεί και διδάσκεται από το παρελθόν αλλά έχει τις κεραίες στραμμένες στο αύριο. Δηλαδή, τον αφορά. Και αυτό απαντά στο βασικό ερώτημα: γιατί να έρθει κάποιος στην Επίδαυρο; Τι θα κερδίσει;
Σίγουρα ένα Φεστιβάλ όπως της Επιδαύρου, αλλά και όπως κάθε άλλο φεστιβάλ, δεν θα αλλάξει τον κόσμο. Τουλάχιστο, όμως, μπορεί, κάνοντας σοβαρές επιλογές, να προκαλέσει τη ρουτίνα του κόσμου. Και για να το πετύχει αυτό, επαναλαμβάνω, πρέπει το ίδιο να μην ρουτινιάζει. Πρέπει διαρκώς να ανανεώνει την πολιτική του, τον τρόπο που επιλέγει να συνομιλήσει με την ιστορία του χώρου. Οφείλει να αναστατώνει. Και κάποιος ξαφνιάζει και αναστατώνει όταν, αφού πρώτα μελετήσει, ματώσει και ενημερωθεί, δοκιμάζει τις αντοχές των επιλογών του πέρα από τα χιλιοειπωμένα και τετριμμένα. Μόνο τότε μπορεί να μιλά για ευεργετική ανανέωση.
Γενικά αυτό που καλείται να κάνει από δω και πέρα το Φεστιβάλ μέσα από τις επιλογές του είναι να διαμορφώσει ένα σύστημα αξιών και ποιοτήτων που να φέρουν το δικό του ξεχωριστό και μοναδικό αποτύπωμα σε ό,τι αφορά τον άνθρωπο. Το δικό του παγκοσμίως αναγνωρίσιμο trade mark. Και για να το πετύχει οφείλει διαρκώς να διερωτάται συστηματικά και προβληματισμένα, για την επικαιρότητα αλλά και για το ανεπίκαιρο του λόγου και της πράξης του, και σίγουρα της γεωγραφίας και της ιστορικότητάς του.