«Πεζογραφία ποίει και εργάζου»: στη «συγγραφική κουζίνα» του Αλέξανδρου Κοτζιά

«Πεζογραφία ποίει και εργάζου»: στη «συγγραφική κουζίνα» του Αλέξανδρου Κοτζιά
Χειρόγραφη λεζάντα του Α.Κ. για τους εικονιζόμενους του «Βραβείου των Δώδεκα»
Χειρόγραφη λεζάντα του Α.Κ. για τους εικονιζόμενους του «Βραβείου των Δώδεκα»


Ο Αλέξανδρος Κοτζιάς στο δοκιμιακό κείμενό του με τίτλο «Αληθομανές χαλκείον. Η ποιητική ενός πεζογράφου»[1] το οποίο συμπεριλαμβάνεται στον ομώνυμο τόμο δοκιμίων του (Κέδρος 2004), που εκδόθηκε μετά την εκδημία του πεζογράφου σε φιλολογική επιμέλεια της Μαρίας Ρώτα, επεξηγεί τις θεωρητικές αρχές του και τη συγγραφική μέθοδό του ώστε να οδηγηθεί στο συγγραφικό ζητούμενο, το άρτιο μυθιστόρημα. Οι τεχνικές της συγγραφικής πράξης που συνδράμουν τον δημιουργό για να επιτύχει ένα υψηλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, διαμέσου του λόγου και της γλώσσας, αναφέρονται συγκεντρωμένες στο συγκεκριμένο δοκίμιο. Για τον Κοτζιά η συγγραφή δεν είναι αποτέλεσμα «οίστρου ή επιφοίτησης ή πηγαίου ταλέντου» (10) που αναβρύζει, αντίθετα είναι αποτέλεσμα «μεθοδικής και σκληρής» (10) δουλειάς του δημιουργού που σαν άλλος «μάστορας» (11) εργάζεται αδυσώπητα πειθαρχημένα μέσα στο χαλκείο του, «αφού τα αιθέρια δημιουργήματα του πνεύματος απαιτούν δεινό χαμαλίκι για να πλαστουργηθούν» (10). Ένα «μυθιστόρημα», όπως ο ίδιος θα πει, «είναι καρπός: συγγραφικής βούλησης ιδιαζόντως ισχυρής, αυτοπειθαρχίας αδυσώπητης, δουλειάς μεθοδικής και σκληρής» (11).
Το πρώτιστο ζητούμενο, είναι, σύμφωνα με τον Κοτζιά, να υπάρχει σαφής διάκριση ανάμεσα στο «ποιώ» και το «κατασκευάζω» εάν θέλει ο πεζογράφος να παραμείνει ποιητής και να μην περιπέσει στην κατηγορία του κατασκευαστή (13). Η διάκριση, ωστόσο, των δύο αυτών σταδίων δημιουργίας ενός μυθιστορήματος δεν είναι σαφής αλλά αποτελεί, αντίθετα, τον ισόβιο εφιάλτη του πεζογράφου (13): «οσεσδήποτε δάφνες και αν στολίζουν την κεφαλή του, μέσα του γνωρίζει και αναγνωρίζει το βάραθρο που χωρίζει τις δύο ποιότητες∙ και τρέμει το ανεπίγνωστο ολίσθημα προς τη δεύτερη» (13-14). Ο Κοτζιάς αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της κατασκευής, της «ορθολογιστικής συναρμολόγησης των αρμών τού υπό εκκόλαψιν μυθιστορήματος»,[2] φοβάται ωστόσο να μην παρασυρθεί «από τις βαθμιαίες και αδιόρατες διεργασίες, [μέσα στις οποίες] εκκολάπτεται το μελλογέννητο βιβλίο» (12). Η ενεργοποιημένη ποιητική ιδιότητα του πεζογράφου είναι εκείνη που τον διακατέχει και τον καθοδηγεί «ώσπου να μεταμορφωθεί η καλλιτεχνικά αδρανής γλώσσα της επικοινωνίας σε λόγο» (11) «από ένα απειροελάχιστο πυρήνα – μία εικόνα, μια σκέψη, μια απροσδιόριστη μάλλον διάθεση» (15) από ένα «κόκκο σινάπεως» (15) που κρύβει «τη γενεσιουργό δύναμη» (16) του μυθιστορήματος που αρπάζει τον δημιουργό κυριολεκτικά από το στομάχι κάθε φορά που βρίσκεται στη «συγγραφική κουζίνα» του (17). Αυτός ο «διαρκώς αναπτυσσόμενος κόκκος» (18) «πηγαινοέρχεται πάντα κατά τα κέφια του αναπτυσσόμενος» (19), «ξεμυτίζει, αναπάντεχα» (18) και επιτακτικά εξωθεί τον δημιουργό στη συγγραφή: «Τώρα! Πρέπει! Εμπρός!» (19). Ο «κόκκος σινάπεως», ο οποίος θα αποτελέσει το έναυσμα για το κυοφορούμενο βιωματικό ή μυθοπλαστικό υλικό, παραπέμπει σαφώς στην οργανική θεωρία του S.T. Coleridge, ο οποίος συσχετίζει την ανάπτυξη του φυτού, αρχής γενομένης από τον σπόρο, με τη γένεση του καλλιτεχνικού έργου από την Ιδέα, αφού «οι εικόνες της αίσθησης αποτελούν απλώς τα υλικά από τα οποία τρέφεται ο νους – ύλες οι οποίες χάνουν την ατομικότητά τους εφόσον αφομοιώνονται σ’ ένα νέο όλον. “Από την πρώτη ή πρωταρχική Ιδέα, όπως από σπόρο, βλαστάνουν διαδοχικές Ιδέες”».[3]
Η σωρεία ιδεών και εικόνων που «κατοικοεδρεύουν» «στα έσω του πεζογράφου» (16) και γεννώνται καθημερινά είτε από την παρατήρηση του περιβάλλοντος είτε από την πληροφόρηση και την ενδοσκόπηση παραμένουν αδρανείς έως και ανύπαρκτες και δεν είναι όλες ικανές, «εν τη σμικρότητί τους, να φέρουν στο φως το υπερπολλαπλάσιο ενός βιβλίου» (17). Αντίθετα, ο κόκκος σινάπεως λειτουργεί ως γενεσιουργός δύναμη που επιβάλλει την παρουσία του ως «σωματική αίσθηση» (17) που «γίνεται αντιληπτή και κάτω από το διάφραγμα (17), όπως επισημαίνει ο Κοτζιάς.
Αυτός ο κόκκος σινάπεως «θρονιάζεται σαν τυραννικός αφέντης» (18) εντός του συγγραφέα και καθιστά τη διαδικασία της γραφής μια κυοφορία ασταμάτητη, βραδεία και οδυνηρή (18) για να ακολουθήσει το δυσκολότερο ίσως μέρος της σύνθεσης που είναι η πράξη της γραφής και κατ’ ουσίαν η «πάλη με τη γλώσσα» (27). Η πάλη και η αγωνία του συγγραφέα να αναφανούν στην επιφάνεια «τα κρύφια και τα άγνωστα μιας ιστορίας» (27) είναι ταυτόχρονα, σύμφωνα με τον Κοτζιά, αγωνία και πάλη για τη γλωσσική μορφή και έκφραση του κειμένου (27): «Παλεύοντας να καθηλώσω στο χαρτί το φευγαλέο, το άπιαστο αερικό που είναι η γλώσσα με τη συνεχή ρευστότητα των άπειρων φωτοσκιάσεων, την ευκινησία των αμέτρητων ρυθμών της, βεβαιώθηκα κάποτε για τούτο το παράδοξο: το αερικό αντιστέκεται σαν το πιο σκληρό υλικό – γρανίτης, που τον ψηλαφείς, τον αισθάνεσαι στα χέρια σου.» (28) 
Ο Κοτζιάς διακατέχεται από υπέρμετρη αγωνία για τη γλωσσική μορφή των κειμένων του για την οποία έχει προηγηθεί «λυσσαλέα μάχη» (27) πριν το τελειωμένο πια μυθιστόρημα οδεύσει προς το τυπογραφείο ύστερα από «το τελικό κοίταγμα, το φινίρισμα, που καθαρίζει τα γλωσσικά και άλλα ρινίσματα» (27). Η εμμονή του Κοτζιά στην επιλογή των κατάλληλων λέξεων που θα αποδίδουν στην εντέλεια την κάθε πρόταση του μυθιστορήματος – ή, αλλιώς, η «“μανία καθαριότητος”» (29) που τον διακατέχει – έχει οδηγήσει στο να αναπτυχθεί μέσα του «μια αίσθηση γλωσσικής αφής» (28) με τα πράγματα και τις καταστάσεις που συναποτελούν το υλικό της ιστορίας που κάθε φορά επεξεργάζεται.
Η γλώσσα με τους ρυθμούς της, τους ήχους της, τα νοήματά της, τις φανερές ή υποδόριες συνειρμικές της προτάσεις καθοδηγεί τον συγγραφέα να υποτάξει το υλικό που του είναι αναγκαίο για την κάθε φορά εκκολαπτόμενη μυθιστορία.[4] Η «μακρόσυρτη», «αγωνιώδης», «μέχρι νευρικής καταρρεύσεως εξαντλητική» (24) διαδικασία της γραφής αποτελεί ένα «ηδονικό μαρτύριο» (25) με απολυτρωτική επενέργεια, χωρίς αναπαμό, αφού ο λογοτέχνης σε όλη τη ζωή του σχοινοβατεί ανάμεσα στην Κόλαση και στον Παράδεισο (25). Η δυσκολότερη φάση κατά τη διαδικασία της γραφής, όπως ομολογεί ο Κοτζιάς, είναι η αρχή ενός βιβλίου:[5] «η πιο απόκρημνη ανηφοριά είναι απαρεγκλίτως τα πρώτα κεφάλαια» (25) τα οποία αποτελούν κυριολεκτικά τα θεμέλια του μυθιστορήματος που αν αυτά δεν στεριώσουν καταρρέει όλη η έως τότε προσπάθεια του λογοτέχνη (25): «χωρίς αυτές τις πρώτες δεκάδες σελίδες, χωρίς τα πρώτα κεφάλαια, δεν υπάρχει παρακάτω στο οποίο μπορείς να προχωρήσεις» (26). Μόλις γραφτούν στο χαρτί οι πρώτες αράδες και οι πρώτες παράγραφοι τότε διευκολύνεται η διαδικασία της συγγραφικής σύνθεσης, καθώς προβάλλουν μπροστά στα μάτια του λογοτέχνη «εικόνες, κινήσεις, χειρονομίες, στιχομυθίες, πράξεις ή καταστάσεις» (21) αρχικά σκόρπιες και ασύνδετες για την ιστορία που πρόκειται να εκτυλιχθεί οι οποίες όμως θα λειτουργήσουν ως «οδοδείκτες» για την πορεία που θα ακολουθήσει ο μυθιστοριογράφος (21). Με τις πρώτες «αποσαφηνίσεις» των «οδοδεικτών» (21) διαμορφώνεται και η «κατακλείδα» του βιβλίου, εν αντιθέσει με την κύρια πλοκή η οποία «δεν έχει διαμορφωθεί παρά σε πολύ γενικές γραμμές» (21) και η ολοκλήρωσή της εξαρτάται όχι από τον δημιουργό αλλά πιο πολύ από «τα πράγματα που πας να πεις και έχεις αρχίσει να λες»[6] τα οποία και «έχουν αποκτήσει τη δική τους δύναμη και την αυτονομία»[7] σε τέτοιο βαθμό που να καθιστούν τον ρόλο του συγγραφέα απλώς λειτουργικό, μια όχι και τόσο κολακευτική διαπίστωση για τον συγγραφέα: «Αν τα πάντα ή έστω αν τόσα πολλά είναι τα προκαθορισμένα, τι απόγινε ο μικρός θεός; Ε, με το δίκιο του ο πεζογράφος μας αγανακτεί, διαμαρτύρεται ενδομύχως εμβρόντητος: Τι ρόλο, τέλος πάντων, παίζω εγώ;» (24).
Για τον Κοτζιά «το τέλος ενός μυθιστορήματος βρίσκεται στην αρχή του, ίσως στην πρώτη λέξη του» ( 31), στην κάθε καίρια λέξη που «όταν αναδυθεί σε κάποιο από τα πρώτα κεφάλαια – ανοίγει δρόμους ως τη στιγμή εκείνη ανυποψίαστους, δημιουργεί τονισμούς απροσδόκητους, είναι ικανή ακόμη και να δώσει διαφορετική τροπή στο όλο μυθιστόρημα» (26). Η «αγαπητική σχέση του [Κοτζιά] με τη γλώσσα»[8] ορίζει εν μέρει και την αυτονομία του έργου του και του υπαγορεύει τον τρόπο της δουλειάς του μέσα από τις διαδοχικές επεξεργασίες να ανακαλύπτει το αντικείμενο της γραφής διά της γραφής (29).
Η γλώσσα της πεζογραφίας για τον Κοτζιά πρέπει να είναι «λειτουργική» και όχι «καλολογική», θέση που αιτιολογεί και την προτίμησή του στον ρεαλισμό ή ακριβέστερα στον «ψευδορεαλισμό», καθώς «επιδιώκει τα οράματά του να έχουν αληθοφάνεια, κατακτημένη πάλι μέσω της γλώσσας»:[9] «Ο περί ου ο λόγος πεζογράφος είναι κατά κάποιο τρόπο ρεαλιστής. Ή οιονεί ρεαλιστής. Ή, όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του, ψευδορεαλιστής» (31). Σύμφωνα με τον Παν. Μουλλά, «τόσοι δισταγμοί («κατά κάποιο τρόπο, «οιονεί», «ψευδο—») για τη χρήση μιας λέξης!» αιτιολογούνται αφού στον 20ό αιώνα ο «ρεαλισμός» «κατάντησε […] περίπλοκη και επικίνδυνη υπόθεση», καθώς συνοδεύεται από επίθετα, όπως σοσιαλιστικός, κριτικός, υποκειμενικός.[10] Ο Κοτζιάς επιδιώκει τα έργα του να έχουν αληθοφάνεια, «να είναι πειστικά μέσα στα όρια της κοινώς αποδεκτής πραγματικότητας» (31) την οποία όμως αντιλαμβάνεται ως «αρκετά διευρυμένη, έτσι που να περιλαμβάνει και τη φαντασία ή τη φαντασίωση, τον πυρετό, το όνειρο ή τον εφιάλτη».[11]
Η «αληθοφάνεια» ως μια «σύμβαση» συγγραφική αποτελεί για τον Κοτζιά τον μόνο τρόπο έκφρασης τόσο της ρεαλιστικής καταγραφής όσο και της παραβίασής της με τη δραματική συμπύκνωση των συμβάντων του μυθοπλαστικού έργου.[12] Ως χαρακτηριστικό παράδειγμα «ψευδορεαλιστικού» τρόπου γραφής, όπου αναφαίνεται η δραματική συμπύκνωση, αποτελεί το τελευταίο μυθιστόρημά του Φανταστική περιπέτεια (1985), όπως σημειώνει ο ίδιος ο συγγραφέας:

Στη Φανταστική περιπέτεια έχουν συσσωρευτεί τόσες συγκρούσεις μέσα σε μια μέρα που απ’ οπουδήποτε και να το πιάσουμε, είναι αδύνατο να συμβούν τόσα πράματα σε τόσα διαφορετικά μέλη μιας οικογένειας την ίδια μέρα. Το ξέρω αυτό το πράμα αλλά δε με ενδιαφέρει. Διότι το αποτέλεσμα που θέλω να βγάλω βγαίνει με αυτή τη συσσώρευση. Λοιπόν, προσπαθώ να διατηρήσω την αληθοφάνεια, ώστε να μη ξεφύγει το πεζογράφημα από τους παραδεδεγμένους κανόνες του ρεαλισμού, αλλά αν χρειαστεί να στρίψει λίγο ο ήλιος, γιατί πρέπει να γίνει ένας φωτισμός κατάλληλος, θα τον στρίψω φτάνει να μην το πάρετε χαμπάρι, όσο είναι τούτο δυνατόν. […] Θέλω να είναι ψευδορεαλιστικό. Είναι ο τρόπος μου αυτός. Θέλω να ακολουθήσω τους κανόνες του ρεαλισμού ως εκεί που δε μ’ εμποδίζουν στη δουλειά μου […]»[13]

Ο Κοτζιάς παραβιάζει τα «desiderata του ρεαλισμού» σε οτιδήποτε αφορά την αντικειμενική αναπαράσταση του χώρου και του χρόνου άλλοτε «ανεπιγνώστως»[14] και άλλοτε μελετημένα, ενώ επινοεί «λύσεις απρόβλεπτες», «αυτοσχεδιάζει», «καταφεύγει σε ζαβολιές» και «καλπουζανιές» (51), φροντίζοντας να μην γίνουν αντιληπτές από τους αναγνώστες, ώστε να διατηρηθεί η «μαγεία της απάτης» σύμφωνα με την αριστοτελική αρχή του εικότος και του αναγκαίου,[15] του πιθανώς ρεαλιστικού, δηλαδή, που μπορεί να συμβεί ή να έχει συμβεί.[16]
Τα βιβλία του Κοτζιά διατηρούν μια «δραματική δομή»[17] με την έννοια ότι «συγκεντρώνονται οι αναμετρήσεις σε περιορισμένο χώρο και πυκνό χρόνο»[18] με αποτέλεσμα ο λογοτέχνης να προβαίνει συνειδητά σε δραματικές συμπυκνώσεις του χρόνου αλλά και εξακτινώσεις (38-39), με τις συνεχείς αναχρονίες στην αφήγηση μέσω της μνήμης, οι οποίες ταυτόχρονα φωτίζουν και τον χώρο που δεν μπορεί παρά να είναι συγκεκριμένων χωρογραφικών συντεταγμένων, ουσιαστικά όμως φανταστικός με τις οποιεσδήποτε παραβιάσεις των πραγματικών διαστάσεων να διέπονται από τον τριπλό κανόνα: «ενάργεια, συνοχή, συνέπεια» (34-35): «όσο πιο πλατύς είναι ο χώρος που δίνεις, τόσο πιο τερατώδης πρέπει να είναι η μνήμη σου […] πρέπει να φτάσει μια στιγμή, που θα πεις το τυπωθείτο, που θα έχεις τον έλεγχο όλων των λέξεων που υπάρχουν μέσα στο κείμενό σου. Αν δεν τον έχεις, καλύτερα να μη γράψεις μυθιστόρημα».[19]
Ο Κοτζιάς διαμορφώνει και τους λογοτεχνικούς χαρακτήρες του υπό το πρίσμα του ψευδορεαλισμού αξιοποιώντας ταυτόχρονα αναγνωρίσιμα και μη αναγνωρίσιμα χαρακτηριστικά, ώστε ο αναγνώστης να υποψιάζεται την ταυτότητα του ήρωα αλλά να μην μπορεί να τον ταυτίσει με υπαρκτά πρόσωπα: «όλα τα πρόσωπά μου φέρουν, βέβαια, στοιχεία – σουσούμια, λόγια, σκέψεις, χειρονομίες, πράξεις κτλ. κτλ. – που, αν δεν είναι της φαντασίας, έχουν αντληθεί από την παρατήρηση γνωστών και αγνώστων. Κανένα, ωστόσο, δεν είναι ατόφιος ο τάδε ή ο δείνα. Όλα είναι ένα είδος Φρανκεστάιν […]» (40-41). Ο Κοτζιάς με αφηγηματική τόλμη στήνει μια «διευρυμένη»[20] και «πλατιά νοούμενη πραγματικότητα»[21] μέσα στην οποία αναπαρίστανται αντι-ηρωικές μορφές λογοτεχνικών χαρακτήρων που εκφέρουν «τους εξουσιαστικούς λόγους του παρακράτους, του δοσιλογισμού και της εθνικοφροσύνης ως ουσιαστικά ισότιμες “ξένες φωνές” με τις φωνές των “ηττημένων”, των θυμάτων της ιστορίας».[22] Ως εκ τούτου οι φανταστικές αφηγήσεις του μετασχηματίζονται σε πιθανό και δυνάμει χρονότοπο της πραγματικότητας μέσα στην οποία κινούνται τα μυθοπλαστικά πρόσωπα υπηρετώντας συγκεκριμένα συστήματα αξιών, με γλωσσικές εκφορές, ηθικούς και ιδεολογικούς κώδικες που, ωστόσο, δεν θα έπρεπε να ταυτίζονται με συγκεκριμένα ιστορικά πρόσωπα.
Ο χώρος, ο χρόνος και οι ανθρώπινοι «χαρακτήρες» στα έργα του Αλέξανδρου Κοτζιά διατηρούν αξεδιάλυτη σχέση με τις γλωσσικές εμμονές του λογοτέχνη, ο οποίος πασχίζει να παρατηρήσει και να ταξινομήσει με απόλυτη συστηματικότητα το υλικό των μυθιστοριών του. Η γλώσσα – η «φραστική του πεζογραφήματος» (48) – αποτελεί το βασικό, το καθοριστικό στοιχείο της γραφής του που δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αφήνεται στην τύχη του. Ο Κοτζιάς φροντίζει αδιάλειπτα για τη λεκτική ακρίβεια του λόγου του και δεν αφήνει να παρασυρθεί από τον γλωσσικό του οίστρο. Αντιθέτως, η κάθε σύνθεσή του είναι «σοφά ακριβοζυγιαμένη» (49), ώστε ο αναγνώστης να θεωρεί πως «παρακολουθεί την ανεμπόδιστη φυσική ροή μιας συνείδησης» (49). Η γραφίδα και η γόμα ή, ακριβέστερα, το ψαλίδι μετατρέπονται στον έτερο κανόνα του χαλκείου του: «Συνεπώς, κόβε! σβήνε! ψαλίδιζε!» (48).



______________

Σ Η Μ Ε Ι Ω Σ Ε Ι Σ
[1] Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικόΓράμματα και Τέχνες, τχ. 64-65, Ιαν.-Μάρτ. 1992, σ. 3-14. Το δοκίμιο αναδημοσιεύτηκε στον τόμο Αληθομανές χαλκείον. Η ποιητική ενός πεζογράφου, φιλολογική επιμέλεια Μαρία Ρώτα, Κέδρος 32015 (2004). Οι παραπομπές εντός του κειμένου θα γίνονται εφεξής σε αυτή την έκδοση.
[2] Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Η ποιητική διάσταση του πεζογράφου Αλέξανδρου Κοτζιά», περ. Νέα Εστία / Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά, τόμ. 152, τχ. 1751 (Δεκ. 2002), σ. 888.
[3] Βλ. S.T. Coleridge’s, Treatise on Method, edited by A.D. Snyder, London: 1934, σ. 7 (ανάκτηση στις 27/5/2023 από:https://books.google.gr/books?id=ST1AAAAAIAAJ&pg=PR5&hl=el&source=gbs_selected_pages&cad=2#v=onepage&q&f=false). Βλ. και M.H. Abrams, Ο Καθρέφτης και το Φως. Ρομαντική θεωρία και κριτική παράδοση, μτφρ. Άρης Μπερλής, Κριτική 2001, σ. 326.
[4] Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Η ποιητική διάσταση του πεζογράφου Αλέξανδρου Κοτζιά», ό.π., σ. 889.
[5] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Αληθομανές χαλκείον. Η ποιητική ενός πεζογράφου», ό.π., σ. 25-26∙ Επίσης, βλ. όσα αναφέρει ο Κοτζιάς για τη δυσκολία που συνάντησε κατά τη συγγραφή των πρώτων σελίδων του μυθιστορήματος Αντιποίησις αρχής: «Εύχομαι να πεθάνω σαν τον Μιχαήλ Άγγελο…» (Συζήτηση του Αλέξανδρου Κοτζιά με διδάσκοντες και φοιτητές του Πανεπιστημίου Κρήτης), Σημείο (Λευκωσία), 1 (1992), σ. 288.
[6] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Εύχομαι να πεθάνω σαν τον Μιχαήλ Άγγελο…», ό.π., σ. 281-282.
[7] Ό.π.
[8] Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, «Η ποιητική διάσταση του πεζογράφου Αλέξανδρου Κοτζιά», ό.π., σ. 890.
[9] Ό.π.
[10] Παν. Μουλλάς, «Το μάτι του κριτικού», στον τόμο Αφιέρωμα στον Αλέξανδρο Κοτζιά, Κέδρος 1994, σ. 252.
[11] Συζήτηση Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Κώστα Κουλουφάκου, Σπύρου Πλασκοβίτη και Στρατή Τσίρκα με θέμα «Η νεοελληνική πραγματικότητα και η πεζογραφία μας», περ. Συνέχεια, τχ. 4, Ιούνιος 1973, σ. 172.
[12] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Εύχομαι να πεθάνω σαν τον Μιχαήλ Άγγελο…», ό.π., σ. 280, 286.
[13] Ό.π.
[14] Ό.π., σ. 283.
[15] Βλ. Αριστοτέλους Περί ποιητικής, 1451a: Αριστοτέλους Περί ποιητικής (μτφρ.: Σίμος Μενάρδος∙ εισαγ., κείμ.,ερμ.: Ιωάν. Συκουτρής), Εστία [χ.χ.]: «ἀλλ᾽ οἷα ἂν γένοιτο καὶ τὰ δυνατὰ κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ τὸ ἀναγκαῖον». Επίσης, βλ. Δ.Ι. Ιακώβ, Ζητήματα λογοτεχνικής θεωρίας στην Ποιητική του Αριστοτέλη, Στιγμή 2004, σ. 58 κ.ε.
[16] Βλ. επίσης την ανέκδοτη διδακτορική διατριβής της Αυγής Λίλλη, Η θεωρία του κριτικού ως ποιητική του πεζογράφου και αντίστροφα: Το κριτικό και μυθιστοριογραφικό έργο του Αλέξανδρου Κοτζιά, Αθήνα / ΕΚΠΑ, 2016, σ. 17, 57.
[17] Αλ. Κοτζιάς, «Μόνο εκείνο που εκφράζεται, μόνο εκείνο είναι μέσα στο μυαλό μας…» (συνέντευξη), περ. Διαβάζω 28 (1980), σ. 49.
[18] Ό.π.
[19] Αλέξανδρος Κοτζιάς, «Εύχομαι να πεθάνω σαν τον Μιχαήλ Άγγελο…», ό.π., σ. 292-293.
[20] Συζήτηση Αλέξανδρου Αργυρίου, Αλέξανδρου Κοτζιά, Κώστα Κουλουφάκου, Σπύρου Πλασκοβίτη και Στρατή Τσίρκα με θέμα «Η νεοελληνική πραγματικότητα και η πεζογραφία μας», ό.π., σ. 172.
[21] Ό.π.
[22] Γιάννης Παπαθεοδώρου, «“Κάτι πιο αληθινό από την ιστορία…”: η αφηγηματική τόλμη του Αλέξανδρου Κοτζιά», περ. Νέα Εστία, ό.π., σ. 767.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: