Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Η La Divina στην Ελλάδα (και οι κριτικές του Μίνου Δούνια για την Μαρία Κάλλας)
Νόρμα στην Επίδαυρο 1960 (Αρχείο ΕΛΣ)
Νόρμα στην Επίδαυρο 1960 (Αρχείο ΕΛΣ)

Παρίσι. 16 Σεπτεμβρίου 1977, πρωινό Παρασκευής. Στο διαμέρισμα του 3ου ορόφου της παλιάς αρχοντικής πολυκατοικίας που βρίσκεται στη διασταύρωση της Λεωφόρου Georges Mandel, αρ. 36 με την Rue des Sablons παίχτηκε το τελευταίο μέρος μιας αργόρυθμης συμφωνίας, ένα θριαμβικό πένθιμο εμβατήριο. Ξαφνικά και αναπάντεχα η Μαρία Άννα Καικιλία Σοφία Καλογεροπούλου, αιώνια και υπερσυμπαντικά γνωστή ως Μαρία Κάλλας, κίνησε για τον τόπο της μόνιμης εξορίας των ανθρώπων· κίνησε για να συναντηθεί πρόσωπο με πρόσωπο με τη Βιολέτα, τη Μιμή, την Τόσκα, την Κάρμεν, τη Μήδεια, τη Νόρμα, τη Μανόν, τη Λουτσία, την Τζοκόντα...


Λεωφόρος Georges Mandel, αρ. 36
Λεωφόρος Georges Mandel, αρ. 36 / φωτ. Γιώργος Β. Μονεμβασίτης
Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Το χρονόμετρο της ζωής της σταμάτησε στα 54 χρόνια. Μικρή χρονικά διαδρομή μιας ζωής που ήταν από μόνη της μια συναρπαστική όπερα. Μήπως δεν έγινε όπερα; Μήπως δεν γίνεται ταινία; Μήπως δεν έγινε θεατρικό έργο; Μήπως δεν αποτυπώθηκε η ζωή και η τέχνη της σε πάμπολλα βιβλία και αφιερωματικές εκδόσεις; Μήπως δεν ενέπνευσε σπουδαίους δημιουργούς να αρθρώσουν καινοτόμες ιδέες; Από την ανεξήγητα άγνωστη στα καθ᾽ημάς Casta Diva του Maurice Béjart, πρωτοποριακού θεατρικού έργου με ψήγματα χορού που παρουσιάστηκε την άνοιξη του 1980 στο παρισινό IRCAM –Spectacle, το χαρακτήρισε ο πλαστουργός του–, μέχρι την εικονοκλαστική δημιουργία της Marina Abramović «7 θάνατοι της Μαρίας Κάλλας», την οποία είχαμε την ευκαιρία να απολαύσουμε και στην Αθήνα· και όλα αυτά σε πληθυντικό αριθμό που συνεχώς αυξάνει τεκμηριώνοντας τη μοναδικότητά της.

Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Maurice Béjart, Casta Diva – IRCAM 1980 (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)

Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Αρκεί άραγε να καταφεύγει κανείς σε πολύπλοκους συλλογισμούς για να αποδείξει το ... αυταπόδεικτο, όταν είναι δεδομένη η διάκριση «η όπερα πριν και μετά τη Μαρία Κάλλας», ή πιο απλά όταν η κάθε νεοεμφανιζόμενη καλλίφωνη λυρική τραγουδίστρια φέρεται να δηλώνει ότι φιλοδοξεί να γίνει η νέα Κάλλας; Έχει ποτέ καταγραφεί κάπου ότι η τάδε φιλοδοξεί να γίνει η νέα Tebaldi – η κύρια ανταγωνίστριά της, η συνομήλική της Renata Tebaldi (1922-2004) της οποίας το φωνητικό ίχνος ήταν σαφώς καλύτερο από της Κάλλας – ή η νέα Schwarzkopf, ή η νέα Sutherland; Ποτέ και πουθενά! Μόνον η Κάλλας λατρεύτηκε και εσαεί θα λατρεύεται ως η La Divina.
Τούτη τη χρονιά οι μνήμες από αυτήν, καθώς και οι αναφορές σε αυτήν, που ουδέποτε έλλειψαν, κορυφώνονται με αφορμή τη συμπλήρωση 100 χρόνων από τη γέννησή της – Νέα Υόρκη, 2 Δεκεμβρίου 1923, ημέρα Κυριακή. Αφιερώματα, εκδηλώσεις, εκδόσεις, προτάσεις παντός είδους, υπενθυμίζουν ότι υπήρξε και ότι ως πραγματικός και ανεπανάληπτος μύθος ουδέποτε εκδήμησε.


2023 – Τα παγκόσμια περιοδικά μουσικής γιορτάζουν τα 100χρονά της (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη) 2023 – Τα παγκόσμια περιοδικά μουσικής γιορτάζουν τα 100χρονά της (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη) 2023 – Τα παγκόσμια περιοδικά μουσικής γιορτάζουν τα 100χρονά της (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη) 2023 – Τα παγκόσμια περιοδικά μουσικής γιορτάζουν τα 100χρονά της (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη) 2023 – Τα παγκόσμια περιοδικά μουσικής γιορτάζουν τα 100χρονά της (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)

 

 


Μετά το χωρισμό των γονιών της το 1937 εγκαταστάθηκε με τη μητέρα της και την αδελφή της στην Αθήνα. Χρόνια δύσκολα, ωστόσο εξαιρετικά καρποφόρα ακολούθησαν, καθώς απόκτησε τα βασικά εφόδια για ένα δοξασμένο μέλλον. Αναχώρησε εντελώς άγνωστη, ως Μαριάννα Καλογεροπούλου, το 1945 για τη γενέτειρά της αναζητώντας την πραγμάτωση των ονείρων της. Επέστρεψε στην Ελλάδα παντάνασσα της λυρικής τέχνης το 1957 ως Μαρία Μενεγκίνι-Κάλλας· για ένα αποθεωτικό «νόστιμον ήμαρ» στο Ηρώδειο στις 5 Αυγούστου, που αποδείχτηκε και ολίγον ... πικρό. Έκτοτε ξαναβρέθηκε στην Ελλάδα αρκετές φορές ως Μαρία και δυο φορές ως Μαρία Κάλλας: για τις παραστάσεις στην Επίδαυρο το 1960 και το 1961.
Αξίζει να επικεντρωθεί κανείς σε αυτές της τρεις περιπτώσεις, στις οποίες χάρισε στους ευτυχισμένους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες την ολόφωτη, ασύγκριτη τέχνη της. Αναφερόμαστε βεβαίως στην τέχνη της και όχι στην τεχνική της. Καταφύγαμε προς τούτο στον κριτικό λόγο του πρύτανη των Ελλήνων κριτικών μουσικής Μίνου Δούνια (1900-1962), ο οποίος υπήρξε ένας από τους τυχερούς που την απήλαυσαν και στις τρεις αυτές ανεπανάληπτες στιγμές. Ο Μίνως Δούνιας συνεργαζόταν με την ιδιότητα του εντεταλμένου κριτικού μουσικής με την  εφ. Η Καθημερινή από το 1948 μέχρι τον σχετικά πρόωρο θάνατό του. Και σε αυτή την εφημερίδα δημοσιεύτηκαν τα κριτικά του σημειώματα για τις τρεις εκδηλώσεις που προαναφέρθηκαν.
Τίμιες κριτικές, μαθήματα γνώσης, ανυστερόβουλης και ανεπηρέαστης κρίσης, μαθήματα ήθους και σεβασμού στη μουσική, στη γλώσσα, στους καλλιτέχνες.

Α. Συναυλία στο Ηρώδειο, Δευτέρα 5 Αυγούστου 1957

(Η κριτική δημοσιεύτηκε στις 7.8.1957)

ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Στα δικά μας τουλάχιστον μουσικά χρονικά δεν αναφέρεται όμοια περίπτωσις. Δεν είχαν ποτέ προηγουμένως συνωμοτήσει εναντίον μιας καλλιτέχνιδος η κακεντρέχεια, ο παραλογισμός και η ανωνυμογραφία με τέτοια λυσσώδη μανία. Δεν έχω ούτε την ελάχιστην επιθυμία να αναμιχθώ σε μια υπόθεση που δημιούργησαν ολίγοι ανεύθυνοι γύρω από την Μαρία Κάλλας ανασκαλεύοντας τα οικογενειακά της και μπερδεύοντας ζητήματα αμοιβής με την πολιτική. Αναλογίζομαι όμως το μέγεθος της αγωνίας μιάς καλλιτέχνιδος που εκαλείτο να αντιμετωπίση ένα βαρύτατο πρόγραμμα μέσα σε μια ατμόσφαιρα δηλητηριασμένη από τις αναθυμιάσεις των αντιπάλων της. Αλήθεια πρέπει να παραδεχτούμε πως αυτό δυστυχώς το κατάφεραν. [...]
Δεν υπάρχει αμφιβολία πως η Μαρία Κάλλας αναβιώνει έναν ξεχασμένο τύπο πριμαντόνας με όλα τα ακαταλόγιστα καπρίτσια μεγάλων τραγουδιστριών του παρελθόντος. Αυθόρμητα ελκύει την προσοχή της υφηλίου οπουδήποτε εμφανίζεται. Όποιος δεν αντιλαμβάνεται πως αυτή η εκπληκτική γυναίκα δεν έχει κακία, αλλά τον φοβερό δαίμονα της μεγάλης τέχνης μέσα της, δεν είναι μόνον κακός ψυχολόγος, αλλά και νους περιορισμένος. Ας μην επιχειρούμε να ταυτίσουμε την νοοτροπία της με το τραγούδι της, ούτε να αξιολογούμε την προσωπικότητά της σύμφωνα με τον κώδικα των μικροαστών. Ας δεχτούμε τη φωνή της σαν ένα δώρο που σήμερα σπάνια πια μας χαρίζουν οι ουρανοί.
Τώρα όσα εγκώμια πλέξω γι’ αυτή τη φωνή, θα είναι λόγια που δεν μπορούν να φτάσουν εκεί ψηλά στο επίπεδό της. Μιλώντας για «φωνή» δεν εννοώ, βέβαια, την υλική ποιότητα του ήχου, που εδώ κι’ εκεί παρουσίαζε χθες πότε οξύτητα και άλλοτε στεγνότητα, αλλά το θαυμάσιο σύμπλεγμα λόγου και μέλους, λυρικού πάθους και δραματικής εξάρσεως, που κάνουν αυτό το τραγούδι αλησμόνητο. Οι κορώνες και τα ρουμπάτι, που έχουν από στόματος τραγουδιστών μετρίου γούστου δυσφημίσει το ιταλικό μελόδραμα, πήραν εδώ μορφή ανάλαφρης ρυθμικής ελευθερίας στην υπηρεσία μιας ασύγκριτης εκφραστικής γοητείας. Η καλλιτέχνις αντιμετωπίζει τα κείμενά της με φωνητική τέχνη απαράμιλλη –όμοια της δεν έχω συναντήσει τις τελευταίες δεκαετίες– αλλά και μουσικότητα που δίνει νόημα και στον επιφανειακότερο ακόμη λαρυγγισμό. Αν έλεγα πως η άρθρωσίς της είναι θαυμάσια, θα εξυμνούσα μια ιδιότητα κοινή σε πολλούς αρίστους τραγουδιστάς, όμως στην περίπτωση της Κάλλας ο λόγος χρωματίζεται με ψυχισμό τόσο λεπτόν, που συχνά θυμίζει την αγνότητα και διαφάνεια παιδικής φωνής. Ματαίως θα αναζητήσουμε στην προσφορά της Κάλλας το εντυπωσιακό στοιχείο, την επιδεικτική παραφορά ή το χονδροκομμένο μπρίο. Να την ακούς είναι μια καθαρά πνευματική απόλαυσις. Όλα, φωνητική προσφορά, εκφραστικό κάλλος, συνείδησις δραματικής στιγμής, αίσθημα αναλογιών μαζί κι’ ένα γούστο άψογο, όλα είναι αρμονία, με μια λέξη: μουσική! [...]

Το δεινώς δοκιμασθέν Φεστιβάλ Αθηνών είχε χθες μια μεγάλη ημέρα. Ενίκησε τελικά το κακόν δια του καλού.


Κριτική του Μίνου Δούνια, «Η Καθημερινή» 7.8.1957 (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)
Κριτική του Μίνου Δούνια, «Η Καθημερινή» 7.8.1957 (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)




Ιστορικό-ταυτότητα εκδήλωσης. Ήσαν προγραμματισμένα δυο ρεσιτάλ. Ένα για την πρώτη Αυγούστου – θα εγκαινιαζόταν με αυτό το Φεστιβάλ Αθηνών του 1957 – και ένα για τις 5 Αυγούστου. Το πρώτο ρεσιτάλ ματαιώθηκε για λόγους φωνητικής υγείας. Αυτό ανακοινώθηκε επισήμως. Δεν αποκλείεται πάντως να συνέβαλαν στη ματαίωση δημοσιεύματα και συμπεριφορές αλόγιστες, που αμφισβητούσαν την αξία της Κάλλας και θεωρούσαν υπερβολική και χαριστική την αμοιβή της που είχε ανακοινωθεί – 9.000 $. Αιτιολογημένη λοιπόν η έντονη πικρία της Μαρίας Κάλλας. Στο ρεσιτάλ της ερμήνευσε στο πρώτο μέρος τις άριες D'amor sull'ali rosee από τον Τροβατόρε και Pace, pace, mio Dio από τη Δύναμη του πεπρωμένου του Verdi και τη Liebestod από τον Τριστάνο και Ιζόλδη του Wagner, στο ιταλικά.
Στο δεύτερο μέρος την άρια A vos jeux, mes amis από τον Άμλετ του Ambroise Thomas, στα ιταλικά και τη σκηνή της τρέλας Regnava nel silenzio - Quando rapito in estasi από την Λουτσία ντι Λαμερμούρ του Donizetti

Εκτός προγράμματος (bis) ερμήνευσε το δεύτερο μέρος από την άρια του Άμλετ. Στο πρόγραμμα της συναυλίας ερμηνεύτηκαν επίσης τα ακόλουθα οργανικά: Εισαγωγή από τη Δύναμη του πεπρωμένου, Ιντερμέτζο από τον Φίλο Φριτς του Mascagni και Ιντερμέτζο και χορός από τη Σύντομη ζωή του De Falla. Με αρχιμουσικό τον Antonino Votto συνέπραξε η Ορχήστρα του Φεστιβάλ Αθηνών, στην πραγματικότητα η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών που άλλαξε το όνομά της πιθανόν για λόγους πνευματικών δικαιωμάτων.


Β. «Νόρμα» του Vincenzo Bellini στην Επίδαυρο, Τετάρτη 24 και Παρασκευή 26.8.1960

(Η κριτική δημοσιεύτηκε στις 28.8.1960)

Η «ΝΟΡΜΑ» ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Με την παράσταση της «Νόρμας» του Μπελλίνι στο θέατρον Επιδαύρου η χώρα μας εσημείωσε, μετά την διεθνή προβολή της Αρχαίας Τραγωδίας, ένα θρίαμβον άνευ προηγουμένου και επί μουσικού επιπέδου. Ο στέφανος της δάφνης δεν ανήκει μόνον στους πρωταγωνιστάς, αλλά και στους αφανείς οργανωτάς της παραστάσεως. Η μεταφορά ενός κολοσσιέου μηχανισμού τραγουδιστών, χορωδών, ορχήστρας και τεχνικών εις ένα τόπον ερημίας και ο συντονισμός των δυνάμεων αυτών σε μία μνημειώδη καλλιτεχνική προσφορά αποτελεί έργον σχεδόν υπεράνθρωπον. Ο μέσος ακροατής, πιθανώς, δεν συλλαμβάνει παρά μόνον το έτοιμο σκηνικό αποτέλεσμα, και, αλήθεια, αυτό ξεπέρασε κάθε προσδοκία. Ασφαλώς οι πολλές χιλιάδες ακροατών, που με τον κατακλυσμό της περασμένης Κυριακής και την ματαίωση της πρώτης παραστάσεως υποβλήθηκαν και για δεύτερη φορά στην δοκιμασία της πολύωρης μετακινήσεως, εγκατέλειψαν την Επίδαυρον βαθύτατα επηρεασμένοι από το μέγεθος του γεγονότος.
Κέντρον της όλης φαντασμαγορίας, στον καταθλιπτικό ρόλο της Νόρμας, στάθηκε, ως επόμενον, η μορφή της Μαρίας Κάλλας. Ο θρύλος που δημιουργήθηκε γύρω από την ανεπανάληπτη προσωπικότητά της έχει γοητεύσει την υφήλιο. Οι χιλιάδες που σχημάτισαν την προχθεσινή μυρμηκιά στην Επίδαυρο για να την ακούσουν, ακόμη και εκείνοι που δεν έχουν στενές σχέσεις με τη μουσική, κρεμάστηκαν κυριολεκτικώς από τα χείλη της. Που όμως σταματά η Μαρία Κάλλας θρύλος;και που αρχίζει η πραγματικότης;
Δεν ψιθυρίζεται πια, σχολιάζεται ευρύτατα πως η χρυσή αυτή φωνή παρουσιάζει αδυναμίες, ακόμη και στιγμές απελπισίας, που κάποτε μάλιστα την αναγκάζουν να ακυρώνη εμφανίσεις την τελευταία στιγμή. Όλοι ενθυμούνται την θύελλα που ξέσπασε διεθνώς, όταν η Μαρία Κάλλας, τον Ιανουάριο του 1958, παρουσία επισήμων και του Ιταλού προέδρου, διέκοψε την παράσταση της «Νόρμας» στην Όπερα της Ρώμης. Τότε πολλοί οργισμένοι δημοσιογράφοι και όσοι αφελείς νομίζουν ότι η ανθρώπινη φωνή είναι γραμμόφωνον έτοιμο ανά πάσαν στιγμή να τεθεί εις κίνησιν με ένα κουμπί, εχαρακτήρισαν την υπόθεση «σκανδαλώδη». Δεν θέλησαν να πιστέψουν πως η αοιδός πράγματι «απώλεσε» ξαφνικά την φωνή της. Όποιος όμως γνωρίζει κάτι από το ανεξερεύνητο μυστήριο των παλλομένων ανθρωπίνων χορδών και πόσο στενά συνδέονται με αυτό που αποκαλούμε ψυχική διάθεση, αντιλαμβάνεται πως όσο μεγαλύτερη η μουσική ευαισθησία του καλλιτέχνου και η αυθλυνη απέναντι της αποστολής του, τόσο πιο εύθραυστη είναι η φωνή του.
Νομίζω πως η μικρή αυτή παρεμβολή εξηγεί πολλά. Πιστοποιεί πόσο αλληλένδετα είναι στην περίπτωση της Μαρίας Κάλλας η ευπάθεια της φωνής της με την καλλιτεχνική της εντιμότητα. Το ότι αυτή η ευπάθεια επισημαίνεται στο επικίνδυνο κυμάτισμα ορισμένων υψηλών φθόγγων ή στην παρεμβολή μιας κάπως «ωχρής» μεσαίας περιοχής στην απίστευτη κατά τα άλλα ομοιογένεια της φωνής της, έγινε φανερό και στην παράσταση της Επιδαύρου. Όμως οι αμυδρές αυτές σκιές χάνονται στο απολυτρωτικό φως μιας φωνής που δαμάζει την υλική της υπόσταση και γίνεται πνεύμα. Υπερνικά την βαρύτητα, λυτρώνεται από την υποτέλεια του σώματος και, ανάλαφρα αιωρούμενη, διαπερνά σαν χρυσή αχτίδα τον όγκο της ορχήστρας χωρίς οξύτητα, χωρίς προσπάθεια. Έτσι και το τελευταίο εκφραστικό απόθεμα της μουσικής του Μπελλίνι προβάλλεται χωρίς εμπόδια, πότε με κομψή παραστατικότητα, πότε με σκοτεινή μελαγχολία, άλλοτε πάλι με δραματική βιαιότητα που καθηλώνει το ακροατήριό της.
Αν προσθέσουμε στον συνδυασμό όλων αυτών την μεγαλειώδη λιτότητα της υποκρίσεως των ωραίων ματιών από την οργή στον θρήνο, την μουσική των χεριών – πολλές χορεύτριες θα την ζήλευαν – συμπληρώνεται η εικών μιας καλλιτέχνιδος η οποία, όπως η Τζουντίτα Πάστα, η Μαρία Μαλιμπράν, η Τζένη Λιντ, θα μείνει στην ιστορία. [...]


Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Νόρμα στην Επίδαυρο 1960 – Ξενόγλωσση αφίσα (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)

Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται


Ιστορικό-ταυτότητα εκδήλωσης. Ήσαν προγραμματισμένες τρεις παραστάσεις. Στις 21 –ημέρα Κυριακή– στις 24 και στις 28 Αυγούστου 1960. Η πρώτη ματαιώθηκε λόγω καταρρακτώδους βροχής. Πραγματοποιήθηκε αυτή της 24ης Αυγούστου και προγραμματίστηκε μια έκτακτη εμβόλιμη για την Παρασκευή 26 Αυγούστου. Πραγματοποιήθηκε και αυτή με την Μαρία Κάλλας σε εμπύρετη κατάσταση. Η ασθένειά της δεν επέτρεψε την πραγμάτωση της παράστασης της 28ης Αυγούστου. Η σκηνοθεσία της παράστασης έγινε από τον Αλέξη Μινωτή, τα σκηνικά φιλοτέχνησε ο Γιάννης Τσαρούχης και τις φορεσιές σχεδίασε ο Αντώνης Φωκάς. Συμμετείχαν οι μονωδοί Κική Μορφωνιού [Ανταλτζίζα, μεσόφωνος], Mirto Picchi [Πολλιόνε, τενόρος] και Ferruccio Mazzoli [Οροβέζο, βαθύφωνος]. Την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – η προετοιμασία της Χορωδίας έγινε από τον Μιχάλη Βούρτση – διηύθυνε ο Tulio Serafin.


Η Νόρμα του Μποστ
Η Νόρμα του Μποστ
Γ. «Μήδεια» του Luigi Cherubini στην Επίδαυρο Κυριακή 6 και Κυριακή 13.8.1961

(Η κριτική δημοσιεύτηκε στις 9.8.1961)

CHERUBINI: «MEDEA» ΜΕ ΤΗΝ ΜΑΡΙΑ ΚΑΛΛΑΣ

Είναι πια γεγονός αναμφισβήτητο πως η χώρα μας αλλάζει μορφή. Σ’ έναν ειδικό τομέα το διεπίστωνε κανείς άλλη μια φορά παρακολουθώντας την τεχνική διαδικασία γύρω από την προχθεσινή παράσταση της «Μήδειας» με την Μαρία Κάλλας στην Επίδαυρο. Η δημιουργία μιας λουλουδιασμένης οάσεως στην άλλοτε ξεροκαμμένη περιοχή του θεάτρου, η οργάνωσις των ανέσεων και η μαζική μεταφορά ενός τεραστίου ακροατηρίου είναι επιτεύγματα συμβολικά μιας ραγδαίας γενικότερης εξελίξεως, που πριν από μια δεκαετία θα θεωρούσαμε ανέφικτη. Περισσότερο ακόμη εντυπωσιακό προβάλλει το γεγονός ότι χάρις στη συστηματική προεργασία του Εθνικού Θεάτρου με την Αρχαία Τραγωδία, περίπου είκοσι χιλιάδες ακροαταί από τα πέρατα της Ελλάδος προθύμως αποφασίζουν να υποβληθούν στην λίγο-πολύ εικοσιτετράωρη δοκιμασία της μετακινήσεως ως τον τόπο του συγχρόνου επιδαυρίου προσκυνήματος.
[...] Η παρούσα στήλη έχει κατ’ αρχήν ταχθή εναντίον του εντυπωσιακού «μεγάλου θεάματος» με την συσσώρευση εκατοντάδων κομπάρσων επί σκηνής, πράγμα που, βέβαια, δεν συγκαλύπτει την ύπαρξη βασικών καλλιτεχνικών ελλείψεων. Εδώ όμως, στην Επίδαυρο, η παρουσία τόσων διασημοτήτων γύρω από τη Μαρία Κάλλας, παράλληλα με το κατάμεστο θεατών επιβλητικό εις μέγεθος αρχαίο θέατρο, επιβάλλει τη δημιουργία ενός αναπεπταμένου σκηνικού πεδίου, που κατ’ ανάγκην απαιτεί την μαζική προβολή πλήθους.
Εν τούτοις και αυτήν την φορά η σκηνοθεσία της Λυρικής Σκηνής ξεπέρασε τα επιτρεπόμενα όρια. Αίφνης στο φινάλε των πράξεων η παράταξης ήταν τόσο πυκνή, ώστε όχι μόνο οιαδήποτε εκφραστική κίνησις, αλλά και ο οπτικός διαχωρισμός των διαφόρων ομάδων –χορωδών, χορευτριών, Αργοναυτών, λογχοφόρων, δούλων – καταντούσε συχνά προσπάθεια μάταια. [...]
Αλλά τέτοιες μικροατέλειες, που είναι άλλωστε ζητήματα προσωπικού γούστου, ωχριούν εμπρός στην υπόλοιπη θεαματικότατη χορογραφική σύνθεση του Αλέξη Μινωτή και της Μαρίας Χορς, χωρίς να αναφέρω την σκηνοθεσία του Αλέξη Μινωτή που εκτός από την πραγματοποίηση τεχνικού άθλου ετήρησε γραμμή ερμηνείας και ήθος αντάξια αρχαίας τραγωδίας. [...]
Η παρουσία της Μαρίας Κάλλας στο ρόλο της ηρωίδος μεταμορφώνει εμμέσως και αυτήν ακόμη την φύση της μουσικής. Η ανεπανάληπτη προσωπικότης της καλλιτέχνιδος διεισδύει στο πνεύμα της τραγωδίας και χάρις στις σαγηνευτικές αποχρώσεις της φωνής, την μαγική επιβολή της χειρονομίας, την σπίθα της ματιάς, που συνοδεύουν την υποχθόνια δύναμη του πάθους, δημιουργεί μιαν αλησμόνητη Μήδεια. Πολλοί διχοτομούν την προσφορά της μιλώντας χωριστά για την φωνητική και την σκηνική της επίδοση. Όμως τα δυο είναι μια αδιαίρετη ενότης. Αλληλοσυμπληρώνονται κατά τρόπο υπέροχο, μοναδικό στα χρονικά της εποχής μας. Η Μαρία Κάλλας δεν «τραγουδά» ούτε «παίζει» απλώς τον ρόλο της. Προβάλει δια του μέλους και της σκηνικής δράσεως την ίδια την ψυχή, την παράλογη ψυχή της Μήδειας, διαγράφοντας την τροχιά των τραγικών φάσεων, από την απεγνωσμένη ικεσία της α΄ πράξεως ως το άγριο, απάνθρωπο τέλος της ηρωίδος, με ενστικτώδη ορμή και τέχνη που θα μείνουν στην ιστορία. Επειδή η Μαρία Κάλλας ζει τόσο παράφορα το δράμα, εξακοντίζει τις δυνατότητες που προσφέρει η νεοκλασική μουσική του Κερουμπίνι: συχνά το μέλος μεταμορφώνεται σε κραυγή, ο ρυθμός σε άγχος. Όμως μόνον έτσι μπορεί να σταθεί σήμερα στην Επίδαυρο της αρχαίας τραγωδίας η μορφή της Μήδειας.

Πρόγραμμα, Επίδαυρος 1961 (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)
Πρόγραμμα, Επίδαυρος 1961 (Αρχείο Γ. Β. Μονεμβασίτη)

Ιστορικό-ταυτότητα εκδήλωσης. Ήσαν προγραμματισμένες δύο παραστάσεις. Στις 6, ημέρα Κυριακή και στις 13 Αυγούστου 1961, επίσης Κυριακή. Πραγματοποιήθηκαν και οι δύο. Η σκηνοθεσία της παράστασης έγινε από τον Αλέξη Μινωτή, τα σκηνικά και τα κοστούμια φιλοτέχνησε ο Γιάννης Τσαρούχης, τις χορογραφίες εκπόνησε η Μαρία Χορς. Συμμετείχαν οι μονωδοί Jon Vickers [Ιάσων, τενόρος], Giuseppe Modesti [Κρέων, μπασοβαρύτονος], Κική Μορφωνιού [Νέριδα, μεσόφωνος] και Σούλα Γλαντζή [Γλαύκη, υψίφωνος]. Την Ορχήστρα και τη Χορωδία της Εθνικής Λυρικής Σκηνής – η προετοιμασία της Χορωδίας έγινε από τον Μιχάλη Βούρτση – διηύθυνε ο Nicola Rescigno.


Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται

Άμεσα συμπεραίνεται και από τα πιο πάνω αποσπάσματα των κριτικών που έγραψε ο Μίνως Δούνιας ότι το ασύγκριτο χάρισμα που διέθετε η Μαρία Κάλλας ήταν η συνισταμένη των εκφραστικών ικανοτήτων της. Δεν τραγουδούσε απλώς· ερμήνευε! Με κάθε σημείο, με κάθε κύτταρο του σώματός της· από τα μάτια έως τα άκρα. Κυρίως τα μάτια. Τη «διαπεραστική ματιά» της επισημαίνει και ο κριτικός θεάτρου Μάριος Πλωρίτης σε σημείωμά του για την παράσταση της Νόρμα που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Ελευθερία στις 26.8.1960. Ακόμη περισσότερο εστιάζουν στα μάτια και το βλέμμα της αυτοί που την γνώρισαν εκ του σύνεγγυς και συνεργάστηκαν μαζί της. Σε κοιτούσε στη σκηνή, αλλά και στο στούντιο ηχογραφησης, και νόμιζες ότι σε κοιτούσε η ενσάρκωση της ηρωίδας την οποία υποδυόταν.. μου είχε πει ο βαθύφωνος Νίκος Ζαχαρίου (1923-2007), αγαπημένος της φίλος και μουσικός συνοδοιπόρος, γνωστός παγκοσμίως ως Nicola Zaccaria.

Τα επίθετα που προσδιορίζουν τα ερμηνευτικά χαρίσματα της Μαρίας Κάλλας, καθώς και τα εγκώμια για αυτήν περισσεύουν. Συγκεντρωμένα τα επίθετα και οι φράσεις εγκωμίων και επαίνων θα μπορούσαν να δομήσουν ένα τεράστιο λεξικό. Ότι σκέφτεσαι για αυτήν έχει πλέον λεχθεί, έχει καταγραφεί. Ξεφυλλίζοντας τα βιβλία, τις κριτικές, τα αφιερώματα συναντάς πολλά αναπάντεχα. Κανένα, ωστόσο, δεν ξεπερνά σε τόλμη, φαντασία και αντισυμβατικότητα αυτό το οποίο αποθησαύρισε στο εξαίρετο Βιογραφικό Λεξικό Μουσικών (Baker’s biographical dictionary of musicians – Schirmer Books, 8η έκδ. Nέα Yόρκη 1992) ο ξεχωριστός, ευφυής και πολυπράγμων Ρωσοαμερικανός Nicolas Slonimsky (1894-1995). Στο λήμμα του για τη Μαρία Κάλλας (σελ. 285) έχει καταγράψει έναν απίστευτο, υπερρεαλιστικό χαρακτηρισμό τον οποίο άκουσε, όπως αναφέρει, από κάποιον ραδιοφωνικό παραγωγό: If an orgasm could sing, it would sound like Maria Callas” – Αν ένας οργασμός μπορούσε να τραγουδήσει, θα ηχούσε σαν τη Μαρία Κάλλας…


Επίμονα κι η μουσική ιδέα πάει κι έρχεται




____________
Ο τίτλος είναι παραλλαγμένο δά­νειο από το ποί­η­μα «Ο Δα­ρεί­ος» (1917) του Κ. Π. Κα­βά­φη: Όμως μες σ’ όλη του την τα­ρα­χή και το κα­κό, επί­μο­να κι η ποι­η­τι­κή ιδέα πά­ει κι έρ­χε­ται.